ΝεοελληνικήAI

Γραμματική • Ρήματα • Λεξιλόγιο • Στίξη • Σχήματα λόγου • Μετρική

7 πηγές377 οργανωμένες ενότητες378 πίνακεςΑναζήτησηΠρόοδος με localStorageOffline • χωρίς API
Πλήρες υλικό από το αρχείο 1 μορφολογια !!!.docx, στην αρχική σειρά του.
Δεν βρέθηκε σχετική ενότητα.
1ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
 ΕίδηΣύνδεσμοι
Παρατακτικοί1. Συμπλεκτικοίκαι/κι, ούτε, μήτε (ουδέ, μηδέ σε παλαιότερα κείμενα)
Παρατακτικοί2. Διαχωριστικοίή, είτε
Παρατακτικοί3. Αντιθετικοίαν και, αλλά, μα, παρά, όμως,
ωστόσο, ενώ, μολονότι, μόνο (που)
Παρατακτικοί4. Συμπερασματικοίλοιπόν, ώστε, άρα, επομένως, οπότε
Παρατακτικοί5. Επεξηγηματικόςδηλαδή
ΥποτακτικοίΧρησιμοποιούνται στις ονοματικές προτάσεις6. Ειδικοίπως, που, ότι
ΥποτακτικοίΧρησιμοποιούνται στις ονοματικές προτάσεις7. Ενδοιαστικοί (ή διστακτικοί)μη(ν), μήπως
ΥποτακτικοίΧρησιμοποιούνται στις ονοματικές προτάσεις8. Βουλητικόςνα
ΥποτακτικοίΧρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις9. Χρονικοίόταν, ενώ, καθώς, αφού, αφότου, πριν (πριν να), μόλις, προτού, ώσπου, ωσότου
ΥποτακτικοίΧρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις10. Αιτιολογικοίγιατί, επειδή, αφού, τι (ποιητικό)
ΥποτακτικοίΧρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις11. Υποθετικοίαν/εάν, άμα
ΥποτακτικοίΧρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις12. Τελικοίνα, για να
ΥποτακτικοίΧρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις13. Αποτελεσματικοίώστε (να), που
ΥποτακτικοίΧρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις14. Εναντιωματικοί / παραχωρητικοίαν και, ενώ, μολονότι
ΥποτακτικοίΧρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις15. Συγκριτικόςπαρά
2ΜΟΡΙΑ
ΜΟΡΙΑ
ΜόριοΦανερώνειΟνομάζεται
αςπροτροπή συγκατάθεσηπροτρεπτικό
γιαπροτροπήπροτρεπτικό
θακάτι που θα γίνει κάτι που θα μπορούσε
να γίνει κάτι που είναι πιθανόν να έχει συμβεί
μελλοντικό δυνητικό
πιθανολογικό
μαεπιβεβαίωση, όρκοορκωτικό
ναδείξηδεικτικό
3ΕΠΙΦΩΝΗΜΑΤΑ
ΕΠΙΦΩΝΗΜΑΤΑ
ΘαυμασμόςΑπορίαΠόνος – λύπηΠερίπαιγμαΕυχή
ω...α...αχαχείθε
αμπαωωμακάρι
μπα όχουόχουάμποτε
  άουάου 
  οχοχ 
     
ΈπαινοςΚάλεσμαΕιρωνείαΣτενοχώρια – αηδίαΠαρακίνηση
εύγεεεεάιντε
μπράβοωουουάμε
   ουφμαρς
   πουφαλτ
    στοπ
     
Αβεβαιότητα    
χμ    
     
     
     
4ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ
ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ
 κοινέςλόγιες
Χρησιμοποιούνται μόνο στη σύνταξημε, σε, για, πριν, σαν, ως, δίχως, έως, μέχρι, λόγω, χωρίς, εναντίον, εξαιτίας, ίσαμε, μεταξύάνευ, εκτός, ένεκα, εντός, κατόπιν, μείον, μέσω, πλην, χάριν
Χρησιμοποιούνται και στη σύνταξη και ως α' συνθετικόαντί, από, κατά, μετά, παράανά, διά, εις, εκ, εν, επί, περί, προ, συν, υπέρ, υπό
πρόθεσημέρος λόγουπαράδειγμα
ανάπρόθεσηΚαθίστε σε κάθε θρανίο ανά δύο.
άνευπρόθεσηΠαραδόθηκαν άνευ όρων.
αντίπρόθεσηTου έδωσαν πέντε χιλιάδες αντί δέκα.
απόπρόθεσηΈτσι συμπεριφέρεται από μικρός.
γιαπρόθεσηΔεν είναι κατάλληλο για τρόφιμα.
διάπρόθεσηΤον υποδέχτηκε διά χειραψίας.
δίχωςπρόθεσηΠώς να πάμε διακοπές δίχως λεφτά;
ειςπρόθεσηΌλα έγιναν εις βάρος της υγείας του.
εκπρόθεσηΕίχε το πρόβλημα εκ γενετής.
εκτόςπρόθεση
επίρρημα
Βρίσκεται εκτός γραφείου.
Με τη συμπεριφορά του έμεινε εκτός.
ενπρόθεσηΜας τα είπε εν συντομία.
εναντίονπρόθεση
αντωνυμία
Πολέμησε εναντίον του ρατσισμού
Τι με κοιτάς;
ένεκαπρόθεσηΑθωώθηκε ένεκα πολλών αμφιβολιών.
εντόςπρόθεση
επίρρημα
Θα επιστρέψω εντός δέκα ημερών.
Βρίσκομαι εντός.
εξαιτίαςπρόθεσηΤον έδιωξαν εξαιτίας της διαγωγής του.
επίπρόθεσηΣπούδαζε επί δώδεκα χρόνια συνεχώς.
έωςπρόθεση
επίρρημα (μαζί με επίρρημα)
Διάβαζε ως το βράδυ.
Διάβαζε ως αργά.
μεπρόθεση
αντωνυμία
Να έρθεις με τον κηδεμόνα σου.
Τι με κοιτάς;
σεπρόθεση
αντωνυμία
Επιστρέφω σε λίγο
Θα σε δω αμέσως.
γιαπρόθεση
σύνδεσμος (μαζί με το να)
Πολέμησε για την πατρίδα
Διάβαζα, για να δώσω εξετάσεις.
ωςπρόθεση
επίρρημα (μαζί με το και)
χρονικός σύνδεσμος (= καθώς, ενώ, όταν)
Τον συνόδευσε ως το σταθμό.
Αυτό το ξέρει ως κι ένα μωρό!
Ως έτρωγα, μ' έπιασαν οι Τούρκοι.
πρινπρόθεση
σύνδεσμος
επίρρημα
Προχώρα πριν από μένα.
Η παράσταση άρχισε πριν να έρθουν οι επίσημοι.
Δεν άκουσα τι είπατε πριν.
προςπρόθεσηΠήγε προς το βουνό.
σανπρόθεση
σύνδεσμος
Σου μιλώ σαν φίλος.
Σαν άρχισε ο πόλεμος, έφυγε
αντίπρόθεσηΔιάβασα Θρησκευτικά αντί για Ιστορία.
απόπρόθεσηΠέρασε αύριο από το γραφείο μου
δίχωςπρόθεσηΈφυγε χωρίς εμένα.
κατάπρόθεσηΒάδιζαν κατά την παραλία.
λόγωπρόθεσηΚλειστό λόγω διακοπών.
μετάπρόθεση
επίρρημα
σύνδεσμος
Θα σε δω μετά το μάθημα.
Πλύθηκα και μετά έφαγα.
Μετά που έφυγες ήρθαν τα παιδιά.
μέχριπρόθεσηΘα περιμένω μέχρι να τελειώσεις.
παράπρόθεση
σύνδεσμος (αντιθετικός)
Πήγε παρά τη θέλησή του.
Προτιμώ να πάω βόλτα παρά να κάθομαι σπίτι.
χωρίςπρόθεσηΈμεινα χωρίς δεκάρα.
ίσαμεπρόθεσηΘα σε συνοδεύσω ίσαμε το σπίτι σου.
μεταξύπρόθεση
επίρρημα (μαζί με το στο...)
Μοιάζουν πολύ μεταξύ τους.
Στο μεταξύ θα πεταχτώ από της Ελένης.
5ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ
ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ
 τοπικάχρονικάτροπικάποσοτικά
ερωτηματικάπού (από πού; ή για πού ή κατά πού; ή προς τα πού;) πούθεπότε; (για πότε; ως πότε;)πώς;πόσο;
αόριστακάπου , πουθενά (σπανιότερα συναντάμε και τα: εδώθε, εκείθε, ολούθε), αλλούκάποτε, κάπου κάπου, πότε πότε, άλλοτε, ενίοτε, πάντοτε, ολοένακάπως, αλλιώς, αλλιώτικακάμποσο
δεικτικάεδώ, εκεί (κει) παρακεί (και παρέκει ή πάρα κει) αυτού, παντούτότε, τώρα, ποτέέτσι, μαζίτόσο
αναφορικά:εκεί που, όπου οπουδήποτετότε που, όποτε, οποτεδήποτεόπως, καθώς,  ως, σανόσο, οσοδήποτε
διάφορα:(α)(ε)πάνω, κάτω, χάμω, καταγής, μέσα (μέσ' ή μες), έξω, εντός, εμπρός (μπρος ή μπροστά), πίσω, δεξιά, αριστερά, ψηλά, χαμηλά, κοντά, σιμά, πλάι, δίπλα, παράπλευρα, απόμερα, μακριά, αλάργα, αντίκρυ * ή αντικρύ, κατάντικρυ, απέναντι, αγνάντια, γύρω, τριγύρω, ολόγυρα, περίγυρα, γύρωθε, μεταξύ, αναμεταξύ, πέρα, αντίπερα, ανατολικά, δυτικά, βόρεια, νότια κ.ά.αμέσως, ευθύς, κιόλας, ήδη, πια, μόλις, ακόμη (ακόμα), πάλι, ξανά, όλο, όλο και, συχνά, συνήθως, ύστερα, έπειτα, κατόπιν, πρώτα, πριν, πρωτύτερα, νωρίς, αργά, γρήγορα, στην ώρα, συνάμα, αδιάκοπα, έγκαιρα, (εγκαίρως), μαζί, σήμερα, χτες, προχτές, αντιπροχτές, (εψές), απόψε, ανήμερα, αύριο, μεθαύριο, αντιμεθαύριο, πέρ(υ)σι, πρόπερσι, αντιπρόπερσι, φέτος, του χρόνου, τον παρ' άλλο χρόνο, πρώην (τέως)καλά, κακά, σιγά, (αγάλια), έξαφνα (άξαφνα, ξαφνικά), ίσια, ωραία, χωριστά, συνεχιστά, ακουστά, μπρούμυτα, ανάσκελα, μόνο, μονάχα (μοναχά), καθαυτού, ίσια ίσια, διαρκώς, μεμιάς, μονομιάς, επίσης, επικεφαλής, ιδίως, κυρίως, προπάντων, ειδεμή, εξάλλου, του κάκου, τυχόν, παμψηφεί, σταυροπόδι, καλώς, ακριβώς, εντελώς, καταλεπτώς, συνεπώς,  ευτυχώς, εξής, καθεξής, ελληνικά, γαλλικά, χωριάτικαμόνο, πολύ, περισσότερο, πιο, λίγο, λιγάκι, λιγότερο, κομμάτι, αρκετά, κάμποσο, σχεδόν, τουλάχιστο(ν), (ε)(α)πάνω κάτω, περίπου,  καθόλου, διόλου, ολωσδιόλου, ολότελα, μάλλον, εξίσου, μόλις.
 Στα τοπικά συγκαταλέγονται και τα επιρ. που τα συναντάμε στην ποιητική γλώσσα: αυτούθε, όθε, ξοπίσω, ζερβά.
• Ακόμα, διάφορα σύνθετα σε -ης, -ις, -α κτλ.: καταμεσής, κατακαμπίς, μεσουρανίς, μεσοστρατίς κ.ά., κατακέφαλα, κατάματα, κατάκορφα, κατάραχα, κατάστηθα, παραμάσκαλα
• Πολλά τοπικά επιρ. λέγονται συχνά μαζί με πρόθεση: για πάνω, κατά πίσω, κατά κάτω, από μπρος, από πέρα κτλ.
Στα χρονικά συγκαταλέγονται και τα επιρ. που τα συναντάμε στην ποιητική γλώσσα: ταχιά, σύνταχα, σύναυγα, πάρωρα, σύγκαιρα.
• Ακόμα τα διάφορα σύνθετα με την πρόθεση από: απόπασχα, απόλαμπρα, αποβδόμαδα, απολείτουργα, απομεσήμερα.
• Τα σύνθετα σε -ίς: αποβραδίς, ολημερίς, ολοχρονίς κτλ. και άλλα: καταμεσήμερα, νυχτόημερα, μεσοβδόμαδα, κ.ά.
• Ως χρονικά επιρ. χρησιμοποιούνται και οι μετοχές: ξημερώνοντας, βραδιάζοντας, σουρουπώνοντας, νυχτώνοντας. • Με χρονική σημασία χρησιμοποιούνται και μερικά τοπικά επιρ.: κοντά (τώρα κοντά), και τα τροπικά: μαζί, αραιά (βλεπόμαστε αραιά) κ.ά.
• Πολλά χρονικά επιρ. λέγονται συχνά μαζί με πρόθεση: από πότε, ως πότε, για πότε.
Στα τροπικά συγκαταλέγονται και τα επιρ. που τα συναντάμε στην ποιητική ή στη λαϊκή γλώσσα: αντάμα, χώρια, ειδάλλως κ.ά.
• Πολλά είναι τα επιρ. σε -α που σχηματίζονται από τον πληθυντικό του ουδετέρου των αντίστοιχων επιθέτων: ωραία, γρήγορα, βαθιά, κυριακάτικα, όμορφα, ίσια, στραβά, χαμηλά, ψηλά, άδικα, αναδρομικά, ανάποδα κ.ά.
• Επίσης αυτά που παράγονται από τα ρηματικά επίθετα σε -τος: ξυστά, ξαπλωτά, καμαρωτά, κολλητά, πεταχτά
• Στα τροπικά επιρ. μπορούμε να εντάξουμε και τα ομοιωματικά σαν και ως.
• Μερικά από τα επιρ. σε -α σχηματίζονται και σε -ως: άσχετα-ασχέτως, βέβαια-βεβαίως, σπάνια-σπανίως, απλά-απλώς κ.ά. (δες στη συνέχεια για τη διαφορετική σημασία)
Στα ποσοτικά ανήκει και το επιτατικό πάρα, που προτάσσεται σ' επιρ. και σ' άλλες λέξεις για να δυναμώσει την έννοιά τους: πάρα πολύ, παραπάνω, παραπέρα.
• Ως ποσοτικά επιρ. χρησιμεύουν και μερικά ουσιαστικά σε αρνητικές προτάσεις: άχνα, κουκούτσι, σταλιά, π.χ. δεν έφαγε σταλιά.
α) βεβαιωτικάναι, μάλιστα, βέβαια, βεβαιότατα, ορισμένως, αλήθεια (αληθινά), σωστά, τωόντι
β) διστακτικάίσως, τάχα, (τάχατε), άραγε, δήθεν, πιθανό(ν): Χρησιμεύουν ακόμη και οι σύνδεσμοι: μην (μη) μήπως, π.χ. μήπως τον είδατε;
γ) αρνητικάόχι, δε(ν), μη(ν), όχι βέβαια:Χρησιμεύουν ακόμη και οι σύνδεσμοι: ούτε, μήτε, π.χ. ούτε μου πέρασε απ' το νου.
επιρρηματική χρήση των ουσιαστικώνΠολλές φορές και τα ουσιαστικά (σε αιτιατική) χρησιμοποιούνται με επιρρηματική σημασία: πηγαίνω σχολείο, καθόταν σπίτι, τον πήρε αγκαλιά, πάω περίπατο, έφυγε τρεχάλα, τον βλέπω πρωί βράδυ κ.ά. Ακόμη χρησιμοποιείται με επιρρηματική σημασία η γενική ονόματος:
του κάκου, καλού κακού, στεριάς κ.ά. Πολλά ουσιαστικά τα διπλασιάζουμε για να εκφράσουμε: α) τη συνέχεια: περπατούσε άκρη άκρη, γιαλό γιαλό, τοίχο τοίχο β) τη διανομή: πήγαιναν παρέες παρέες.
επιρρηματική χρήση των προτάσεωνΜε επιρρηματική σημασία χρησιμοποιούνται και οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις, για να δηλώσουν:α) χρόνο: Θα φύγω, όταν θα έρθεις., β) σκοπό: Σε περιμένω, για να φύγω., γ) υπόθεση: Θα φύγω, αν έρθεις κι εσύ., δ) αιτία: Δεν έφυγα, επειδή ήρθες., ε) αποτέλεσμα. Μιλάει τόσο σιγά, ώστε δεν τον ακούει κανείς., στ) εναντίωση: Θα φύγω αν και μόλις ήρθα.
επιρρηματικές εκφράσειςΧρησιμοποιούνται ως επιρρήματα και διάφορες εκφράσεις για να δηλώσουν: α) χρόνο: κάθε μέρα, μέρα με τη μέρα, τις προάλλες, από δω και μπρος, από τότε και ύστερα, εδώ και τόσα χρόνια, από δω και πέρα, β) τρόπο: μια για πάντα, μια χαρά, μια και καλή, στο βρόντο, στα τυφλά, στα πεταχτά, στα χαμένα, στα γεμάτα, κατά τύχη, κατά σύμπτωση, για καλή μας τύχη, όπως και να 'ναι, παρά λίγο να
6Παραθετικά των επιρρημάτων
Παραθετικά των επιρρημάτων

Τα επιρρήματα, όπως και τα επίθετα, έχουν τρεις βαθμούς: θετικό, συγκριτικό, υπερθετικό.

Υπάρχουν δύο τρόποι σχηματισμού: ο μονολεκτικός και ο περιφραστικός. Κατά τον μονολεκτικό σχηματισμό η μορφή του επιρρήματος και στους τρεις βαθμούς είναι ίδια με τον τύπο του επιθέτου στην ονομαστική πληθυντικού του ουδετέρου του αντίστοιχου βαθμού. Κατά τον περιφραστικό σχηματισμό χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό του συγκριτικού βαθμού το πιο + ο τύπος του θετικού βαθμού του επιρρήματος, ενώ για τον υπερθετικό βαθμό το πολύ + ο τύπος του θετικού βαθμού.

Επίθετα σε -ος δίνουν επιρρήματα με κατάληξη -α, π.χ. ήσυχος > ήσυχα

Επίθετα σε -ύς δίνουν επιρρήματα με κατάληξη -ιά, π.χ. μακρύς > μακριά

Οι μονολεκτικοί τύποι των παραθετικών αυτής της ομάδας παίρνουν τις καταλήξεις -τερα, -τατα

Επίθετα σε -ής δίνουν επιρρήματα με κατάληξη -ως, π.χ. σαφής > σαφώς

Στον μονολεκτικό σχηματισμό τα παραθετικά αυτής της ομάδας παίρνουν τις καταλήξεις -εστερα, -εστατα

 
 
7ΑΡΘΡΟ
ΑΡΘΡΟ

Η νέα ελληνική διαθέτει δύο άρθρα, το οριστικό (ο, η, το) και το αόριστο (ένας, μία/μια, ένα) Μπροστά από ουσιαστικά (Γιάννης, Έλσα) ή τα επίθετα (μικρή, καλόκαρδος) ή τις μετοχές (πληγωμένο) ή τις αντωνυμίες (οποίος) βρίσκεται μια λέξη που μας δηλώνει αν η λέξη που ακολουθεί είναι αρσενικό, θηλυκό ή ουδέτερο (γένος), αν πρόκειται για ένα ή πολλά (αριθμό), σε ποια πτώση βρίσκεται και κατά πόσο κάτι είναι ορισμένο ή αόριστο. Αυτή η λέξη λέγεται άρθρο.

8ΟΡΙΣΤΙΚΟ
ΟΡΙΣΤΙΚΟ

Το οριστικό άρθρο το μεταχειριζόμαστε όταν αναφερόμαστε σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο ή πράγμα,

Το μεταχειριζόμαστε ακόμη, όταν θέλουμε να αναφερθούμε σε όλα τα πρόσωπα ή τα πράγματα που ανήκουν στο ίδιο είδος,

Το οριστικό άρθρο δεν έχει κλητική.

Όταν μεταχειριζόμαστε, για παράδειγμα, ένα ουσιαστικό που βρίσκεται στην κλητική, αφού το άρθρο δεν έχει κλητική ή αφήνουμε το ουσιαστικό μόνο του ή μεταχειριζόμαστε το ω ή το ε

Η αιτιατική ενικού του αρσενικού άρθρου (τον), σύμφωνα με τη γραμματική του Δημοτικού και του Γυμνασίου διατηρεί πάντα το τελικό ν.

Η αιτιατική ενικού του θηλυκού άρθρου διατηρεί το τελικό ν, μόνο όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν ή από τα: κ, π, τ, ξ, ψ, γκ, μπ, ντ, τσ, τζ

Εκτός από τον τύπο τις υπάρχει και ο τύπος τες που το συναντάμε σε διάφορες διαλέκτους της ελληνικής,

Πολύ συχνά η γενική και η αιτιατική του ενικού και του πληθυντικού ενώνεται με την πρόθεση σε κι έτσι έχουμε τους τύπους στου, στης, στον στη(ν), στο,στων, στους, στις, που τους ονομάζουμε εμπρόθετο άρθρο

Συχνά λέμε διαδοχικά δύο αδύναμους τύπους της προσωπικής αντωνυμίας (σου // το) και να τους θεωρούμε ως εμπρόθετο άρθρο, γράφοντάς τους μαζί

Δε θα πρέπει να μπερδεύουμε το άρθρο με τους αδύναμους τύπους της γ' προσώπου της προσωπικής αντωνυμίας.

Χρειάζεται να προσέξουμε ότι το άρθρο μπαίνει μπροστά από το ουσιαστικό ή από το επίθετο ή από τη μετοχή, ενώ οι αδύναμοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας μπαίνουν μπροστά από ρήμα.

Το άρθρο συνοδεύει το όνομα και δεν μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με κάτι άλλο, ενώ η αντωνυμία αντικαθιστά ένα όνομα, συνεπώς στη θέση της αντωνυμίας μπορούμε να βάλουμε ένα όνομα.

Επίσης, πρέπει να ξεχωρίζουμε το άρθρο με τους τύπους της κτητικής αντωνυμίας. Χρειάζεται να προσέξουμε ότι το άρθρο μπαίνει μπροστά από το ουσιαστικό ή από το επίθετο ή από τη μετοχή, ενώ οι τύποι της κτητικής αντωνυμίας μπαίνουν μετά από το όνομα.

 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
 ενικός αριθμός
ονομαστικήοητο
γενικήτουτηςτου
αιτιατικήτον1τη(ν)το
κλητική   
 πληθυντικός αριθμός
ονομαστικήοιοιτα
γενικήτωντωντων
αιτιατικήτουςτις3τα
κλητική   
9ΑΟΡΙΣΤΟ
ΑΟΡΙΣΤΟ

Βάζουμε αόριστο άρθρο όταν το πρόσωπο ή το πράγμα δεν προσδιορίζεται ή εμφανίζεται για πρώτη φορά στον λόγο, π.χ.

10Στη συνέχεια του λόγου το αόριστο άρθρο γίνεται οριστικό
Στη συνέχεια του λόγου το αόριστο άρθρο γίνεται οριστικό

Το οριστικό άρθρο δεν έχει κλητική ούτε πληθυντικό αριθμό.

Η αιτιατική ενικού του αρσενικού άρθρου (έναν), σύμφωνα με τη γραμματική του Δημοτικού και του Γυμνασίου διατηρεί πάντα το τελικό ν.

Η αιτιατική ενικού του θηλυκού άρθρου συναντάται κυρίως χωρίς το τελικό ν (μια). Για λόγους ευφωνίας και μπροστά από φωνήεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και με το τελικό ν (μιαν),

Μορφές όμοιες με το αόριστο άρθρο έχει το αριθμητικό ένας, μία, ένα και με τους τύπους της αόριστης αντωνυμίας.

αόριστο άρθρο / αριθμητικό:Η διάκριση βασίζεται στο ότι το αόριστο άρθρο αναφέρεται σε κάτι αόριστο, ενώ το αριθμητικό χρησιμεύει για να δείξει την αντίθεση με τα πολλά παρόμοια,

αόριστο άρθρο / αόριστη αντωνυμία: Η διάκριση βασίζεται στο ότι το αόριστο άρθρο αναφέρεται σε κάτι αόριστο, ενώ η αντωνυμία αντικαθιστά ένα όνομα

 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
 ενικός αριθμός
ονομαστικήέναςμία/μιαένα
γενικήενόςμιάς/μιαςενός
αιτιατικήέναν1μια(ν) / μια(ν)2ένα
κλητική   
11ΜΕΤΟΧΕΣ
ΜΕΤΟΧΕΣ

Ενεργητικός και παθητικός ενεστώτας και παρακείμενος

Η μετοχή είναι άκλιτη στον ενεργητικό ενεστώτα: δένοντας, τιμώντας. Οι ενεργητικές μετοχές τελειώνουν σε -οντας, όταν είναι προπαροξύτονες (δένοντας) και σε -ώντας, όταν είναι παροξύτονες (γελώντας). Η μετοχή στην παθητική φωνή είναι κλιτή με τρία γένη (εργαζόμενος, -η, -ο, δεμένος, -η, -ο). Οι μετοχές παθητικού ενεστώτα είναι συνήθως ρηματικά επίθετα (οι εργαζόμενες γυναίκες, τρεμάμενα χέρια), μερικές μάλιστα έχουν γίνει ουσιαστικά (το περιεχόμενο, τα πλεούμενα). Οι προπαροξύτονες παθητικές μετοχές γράφονται με ο (εργαζόμενος) και οι παροξύτονες - που είναι μετοχές παθητικού παρακειμένου - με ω (ειπωμένος). Εξαιρούνται μερικές προπαροξύτονες μετοχές που προέρχονται από λόγια ρήματα της δεύτερης συζυγίας (τιμώμενος).

Ενεργητικός και παθητικός ενεστώτας και παρακείμενοςΕνεργητική φωνήΑ' συζυγία
   
κάνω...κάνοντας 
  Β' συζυγία
πηδώ...πηδώντας 
   
 Παθητική φωνήA' συζυγία
αγωνίζομαι...αγωνιζόμενοςαγωνιζόμενηαγωνιζόμενο
διασταυρώνω...
Πολλά ρήματα σε -ώνω σχηματίστηκαν από αρχαία συνηρημένα ρήματα της τρίτης τάξης (σε -όω-ώ). Σε πολλά από αυτά επιβιώνει, και είναι μάλιστα επικρατέστερος, ο τύπος της αρχαϊκής παθητικής μετοχής ενεστώτα (π.χ. μη συμμορφούμενος με τις υποδείξεις αντί συμμορφωνόμενος), συνήθως ως ρηματικό επίθετο: διασταυρούμενα πυρά, εκπληρούμενες επιθυμίες, διογκούμενο κύμα διαμαρτυριών.
διασταυρούμενοςδιασταυρούμενηδιασταυρούμενο
    
  Β' συζυγία Α' τάξη 
τιμώ...τιμώμενοςτιμώμενητιμώμενο
    
  Β' τάξη 
αγνοώ...αγνοούμενοςαγνοούμενηαγνοούμενο
    
 Μτχ. παθ. παρακειμένου  
λύνω...λυμένοςλυμένηλυμένο

Ενεργητικός ενεστώτας - αρχαϊκοί τύποι

Το ουδέτερο των μετοχών αυτών σχηματίζεται πολύ σπάνια: το κυβερνών, το πλειοψηφούν κόμμα.

Ενεργητικός ενεστώτας - αρχαϊκοί τύποιΑ' συζυγία
  
ενδιαφέρωενδιαφέρωνενδιαφέρουσαενδιαφέρον
 Β' συζυγία Α' τάξη  
κυβερνώκυβερνώνκυβερνώσακυβερνών
 B' τάξη  
μειοψηφώμειοψηφώνμειοψηφούσαμειοψηφούν

Αόριστος - αρχαϊκοί τύποι

Αόριστος - αρχαϊκοί τύποιΕνεργητικός αόριστος
  
εναπομένω
Το ουδέτερο των μετοχών αυτών σχηματίζεται πολύ σπάνια: Το ζήτημα αυτό θεωρείται λήξαν.
εναπομείναςεναπομείνασαεναπομείναν
 β' αόριστος  
επιτυγχάνω/ πετυχαίνω/ αποτυγχάνω/ αποτυχαίνωεπιτυχώνεπιτυχούσαεπιτυχόν
πάσχωπαθώνπαθούσαπαθόν
εκλείπωεκλιπώνεκλιπούσαεκλιπόν
 Παθητικός αόριστος  
συλλαμβάνω
Οι καταλήξεις είναι ανάμεικτες, της αρχαίας αλλά και της σύγχρονης γλώσσας: τους συλληφθέντες - συλληφθέντας. Τελευταία εμφανίζεται και ο τύπος του συλληφθέντα αντί συλληφθέντος, είναι αδόκιμος όμως.
συλληφθείςσυλληφθείσασυλληφθέν
12ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ
ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ
ΕίδοςΑντωνυμίες
Προσωπικέςεγώ, εσύ, αυτός, -ή, -ό // (μου, σου, του/της, τος, τη, το)
Κτητικέςμου, σου, του/της // δικός, -ή, -ό μου, σου, του // δικός, -ή, -ό μας, σας, τους
Αυτοπαθείςο εαυτός μου, σου, του
Οριστικέςο ίδιος, η ίδια, το ίδιο // μόνος, -η, -ο μου, σου, του
Δεικτικέςαυτός, -ή, -ό // (ε)τούτος, -η, -ο // εκείνος, -η, -ο // τέτοιος, -α, -ο // τόσος, -η, -ο
Αναφορικέςπου // ο οποίος, η -α, το -ο // όποιος, -α, -ο // όσος, -η, -ο // ό,τι
οποιοσδήποτε // οσοσδήποτε // οτιδήποτε
Ερωτηματικέςτι // ποιος, -α, -ο // πόσος, -η, -ο
Αόριστεςένας, μια/μία, ένα // κανένας/κανείς, καμιά/καμία, κανένα // κάποιος, -α, -ο
μερικοί, -ές, -ά // κάτι, κατιτί // τίποτε/τίποτα // κάμποσος, -η, -ο // κάθε
καθένας, καθεμιά/καθεμία, καθένα // καθετί // ο, η, το δείνα, //ο, η, το τάδε // άλλος, -η, -ο
ΕίδοςΑντωνυμίες
Προσωπικέςεγώ, εσύ, αυτός, -ή, -ό (μου, σου, του/της, τος, τη, το)
Κτητικέςμου, σου, του/της
δικός, -ή, -ό μου,σου, του
δικός, -ή, -ό μας, σας, τους
Αυτοπαθείςο εαυτός μου, σου, του
Οριστικέςο ίδιος, η ίδια, το ίδιο
μόνος, -η, -ο μου, σου, του
Δεικτικέςαυτός, -ή, -ό
(ε)τούτος, -η, -ο
εκείνος, -η, -ο
τέτοιος, -α, -ο
τόσος, -η, -ο
Αναφορικέςπου
ο οποίος, η -α, το -ο
όποιος, -α, -ο
όσος, -η, -ο
ό,τι
οποιοσδήποτε
οσοσδήποτε
οτιδήποτε
Ερωτηματικέςτι
ποιος, -α, -ο
πόσος, -η, -ο
Αόριστεςένας, μια/μία, ένα
κανένας/κανείς, καμιά/καμία, κανένα
κάποιος, -α, -ο
μερικοί, -ές, -ά
κάτι, κατιτί
τίποτε/τίποτα
κάμποσος, -η, -ο
κάθε
καθένας, καθεμιά/καθεμία, καθένα
καθετί
ο, η, το δείνα,
ο, η, το τάδε
άλλος, -η, -ο
13ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ

Οι προσωπικές αντωνυμίες παίρνουν τη θέση λέξεων που δηλώνουν πρόσωπα και έχουν δυνατούς και αδύνατους τύπους. Με τους δυνατούς δίνουμε έμφαση ή εκφράζουμε αντίθεση· οι αδύνατοι χρησιμοποιούνται συχνότερα στις άλλες περιπτώσεις. Δηλώνουν τα τρία πρόσωπα του λόγου, π.χ. Δε θέλω αυτούς, εσένα θέλω (δυνατοί τύποι). Δε θέλει να σε δει στα μάτια του (αδύνατοι τύποι).

Επαναληπτική λέγεται η προσωπική αντωνυμία που επαναφέρει ένα όνομα το οποίο έχει ήδη αναφερθεί, π.χ. Τη Μαρία την είδα στη βιβλιοθήκη.

Προληπτική λέγεται η προσωπική αντωνυμία που προαναγγέλλει ένα όνομα το οποίο ακολουθεί, π.χ. Τον είδα χθες τον Νίκο.

Ενικός αριθμός
 δυνατόςαδύνατοςδυνατόςαδύνατος
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.εγώ
εμένα (μένα) εμένα (μένα) —
— μου με —εσύ εσένα (σένα)
εσένα (σένα) εσύ
σου σε —
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.εμείς
εμάς εμάς —
μας μας —εσείς εσάς εσάς εσείς— σας σας —
Ενικός αριθμός
 δυνατόςαδύνατοςδυνατόςαδύνατοςδυνατόςαδύνατος
ονομ. γεν. αιτ.αυτός αυτού (αυτουνού)
αυτόν
τος του τοναυτή αυτής (αυτηνής)
αυτή(ν)
τη της τη(ν)αυτό αυτού (αυτουνού) αυτότο του το
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.αυτοί αυτών (αυτωνών) αυτούςτοι τους τουςαυτές αυτών (αυτωνών) αυτέςτες τους τις / τεςαυτά αυτών (αυτωνών) αυτάτα τους τα
14ΑΥΤΟΠΑΘΕΙΣ
ΑΥΤΟΠΑΘΕΙΣ

Αυτοπαθείς αντωνυμίες είναι εκείνες που δηλώνουν ότι το πρόσωπο που ενεργεί το ίδιο συγχρόνως δέχεται και την ενέργεια. Δε χρησιμοποιούνται τόσο συχνά όσο οι προσωπικές και οι κτητικές αντωνυμίες. Εμφανίζονται συνήθως στην ομιλία

Ενικός αριθμός
 α' πρόσωποβ' πρόσωποβ' πρόσωπο
ονομ. γεν. αιτ.ο εαυτός μου του εαυτού μου
τον εαυτό μου
ο εαυτός σου του εαυτού σου
τον εαυτό σου
ο εαυτός του / της του εαυτού του / της
τον εαυτό του / της
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.ο εαυτός μας του εαυτού μας & των εαυτών μας τον εαυτό μας & τους εαυτούς μαςο εαυτός μας του εαυτού σας & των εαυτών σας τον εαυτό σας &τους εαυτούς σαςο εαυτός τους του εαυτού τους &των εαυτών τους τον εαυτό τους &τους εαυτούς τους
15ΚΤΗΤΙΚΕΣ
ΚΤΗΤΙΚΕΣ

Κτητικές είναι οι αντωνυμίες που δηλώνουν σε ποιο πρόσωπο ανήκει κάτι. Απαντούν συχνά τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό κείμενο. Κτητικές αντωνυμίες είναι οι εξής:

α) Οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας σε γενική τοποθετούνται μετά το ουσιαστικό. Χρησιμοποιούνται, όταν λέγεται απλά πως κάτι ανήκει σε κάποιο πρόσωπο,

β) Τα δικός, δική, δικό με τις γενικές των αδύνατων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας. Με τη μορφή αυτή ο ομιλητής τονίζει την κατοχή ή τη συγκρίνει με την κατοχή κάποιου άλλου, π.χ. Προτιμά τη δική σου πρόταση, όχι τη δική μου. Η αντωνυμία αυτή έχει τρία πρόσωπα και δύο αριθμούς. Κλίνεται όπως τα επίθετα σε -ος, -η, -ο Ανάλογα με το πρόσωπο και τον αριθμό των κτητόρων, παρουσιάζει τους παρακάτω τύπους:

Α΄ πρόσωπο:
για έναν κτήτορα: δικός μου, δική μου, δικό μου,
για πολλούς κτήτορες: δικός μας, δική μας, δικό μας,
Β΄ πρόσωπο:
για έναν κτήτορα: δικός σου, δική σου, δικό σου,
για πολλούς κτήτορες: δικός σας, δική σας, δικό σας,
Γ΄ πρόσωπο:
για έναν κτήτορα: δικός του/της, δική του/της, δικό του/της,
για πολλούς κτήτορες: δικός τους, δική τους, δικό τους,
αρσενικό
Ενικός αριθμός
 α' πρόσωπο ένας κτήτοραςα' πρόσωπο πολλοί κτήτορεςβ' πρόσωπο ένας κτήτοραςβ' πρόσωπο πολλοί κτήτορεςγ' πρόσωπο ένας κτήτοραςγ' πρόσωπο πολλοί κτήτορες
ονομ. γεν. αιτ.δικός μου δικού μου
δικό μου
δικός μας δικού μας δικό μαςδικός σου δικού σου
δικό σου
δικός σας δικού σας δικό σαςδικός του δικού του
δικό του
δικός τους δικού τους δικό τους
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.δικοί μου δικών μου δικοί μουδικοί μας δικών μας δικοί μαςδικοί σου δικών σου δικοί σουδικοί σας δικών σας δικοί σαςδικοί του δικών του δικοί τουδικοί τους δικών τους δικοί τους
θηλυκό
Ενικός αριθμός
 α' πρόσωπο ένας κτήτοραςα' πρόσωπο πολλοί κτήτορεςβ' πρόσωπο ένας κτήτοραςβ' πρόσωπο πολλοί κτήτορεςγ' πρόσωπο ένας κτήτοραςγ' πρόσωπο πολλοί κτήτορες
ονομ. γεν. αιτ.δική μου δικής μου
δική μου
δική μας δική μας δική μαςδική σου δικής σου
δική σου
δική σας δική σας δική σαςδική του δικής του
δική του
δική τους δική τους δική τους
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.δικές μου δικών μου δικές μουδικές μας δικών μας δικές μαςδικές σου δικών σου δικές σουδικές σας δικών σας δικές σαςδικές του δικών του δικές τουδικές τους δικών τους δικές τους
ουδέτερο
Ενικός αριθμός
 α' πρόσωπο ένας κτήτοραςα' πρόσωπο πολλοί κτήτορεςβ' πρόσωπο ένας κτήτοραςβ' πρόσωπο πολλοί κτήτορεςγ' πρόσωπο ένας κτήτοραςγ' πρόσωπο πολλοί κτήτορες
ονομ. γεν. αιτ.δικό μου δικού μου
δικό μου
δικό μας δικού μας δικό μαςδικό σου δικού σου
δικό σου
δικό σας δικού σας δικό σαςδικό του δικού του
δικό του
δικό τους δικού τους δικό τους
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.δικά μου δικών μου δικά μουδικά μας δικών μας δικά μαςδικά σου δικών σου δικά σουδικά σας δικών σας δικά σαςδικά του δικών του δικά τουδικά τους δικών τους δικά τους
16ΟΡΙΣΤΙΚΕΣ
ΟΡΙΣΤΙΚΕΣ

Οριστικές αντωνυμίες είναι εκείνες που διακρίνουν κάτι από άλλα όμοιά του. Η χρήση τους δεν είναι ιδιαίτερα συχνή.

Οριστικές αντωνυμίες είναι: α) Το επίθετο ο ίδιος, η ίδια, το ίδιο, με το άρθρο,

β) Το «μόνος, μόνη, μόνο» συνδυάζεται χωρίς άρθρο με τη γενική των αδύνατων προσωπικών αντωνυμιών (μόνος μου, μόνη μου, μόνο μου κτλ.

α' πρόσωπο: μόνος, η, ο μου
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.μόνος μου μόνου μου μόνο μου —μόνη μου μόνης μου μόνη μου —μόνο μου μόνου μου μόνο μου —
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.μόνοι μας μόνων μας μόνους μας —μόνες μας μόνων μας μόνες μας —μόνα μας μόνων μας μόνα μας —
β' πρόσωπο: μόνος, η, ο σου
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.μόνος σου μόνου σου μόνο σου —μόνη σου μόνης σου μόνη σου —μόνο σου μόνου σου μόνο σου —
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.μόνοι σας μόνων σας μόνους σας —μόνες σας μόνων σας μόνες σας —μόνα σας μόνων σας μόνα σας —
γ' πρόσωπο: μόνος, η, ο του
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.μόνος του μόνου του μόνο του —μόνη του μόνης του μόνη του —μόνο του μόνου του μόνο του —
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.μόνοι τους μόνων τους μόνους τους —μόνες τους μόνων τους μόνες τους —μόνα τους μόνων τους μόνα τους —
ο ίδιος, α, ο
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
ίδιος ίδιου ίδιο —η της
την
ίδια ίδιας ίδια —το του τοίδιο ίδιου ίδιο —
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
ίδιοι ίδιων ίδιους —οι των τιςίδιες ίδιων ίδιες —τα των ταίδια ίδιων ίδια —
17ΔΕΙΚΤΙΚΕΣ
ΔΕΙΚΤΙΚΕΣ

Δεικτικές αντωνυμίες είναι εκείνες που χρησιμεύουν για να δείξουμε κάτι. Απαντούν συχνά τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό κείμενο για να δείξουν – ανάλογα με τον τύπο της αντωνυμίας– πολύ κοντινά, κοντινά ή και μακρινά πρόσωπα, ζώα, πράγματα και καταστάσεις.

α) Αυτός, αυτή, αυτό, που χρησιμοποιείται για κοντινά πρόσωπα ή πράγματα ή για κάτι στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως,

β) (Ε)Τούτος, (ε)τούτη, (ε)τούτο, που χρησιμοποιείται για πολύ κοντινά πρόσωπα ή πράγματα,

γ) Εκείνος, εκείνη, εκείνο, που χρησιμοποιείται για πρόσωπα ή πράγματα που βρίσκονται μακριά,

δ) Τέτοιος, τέτοια, τέτοιο, που χρησιμεύει για να δηλωθεί μια ποιότητα,

ε) Τόσος, τόση, τόσο, που χρησιμοποιείται για να δηλωθεί μια ποσότητα,

αυτός, ή, ό
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.αυτός αυτού
αυτόν
αυτή αυτής
αυτή(ν)
αυτό αυτού αυτό
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.αυτοί αυτών αυτούςαυτές αυτών αυτέςαυτά αυτών αυτά
(ε)τούτος, η, ο
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.(ε)τούτος (ε)τούτου
(ε)τούτο(ν)
(ε)τούτη (ε)τούτης
(ε)τούτη
(ε)τούτο (ε)τούτου (ε)τούτο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.(ε)τούτοι (ε)τούτων (ε)τούτους(ε)τούτες (ε)τούτων (ε)τούτες(ε)τούτα (ε)τούτων (ε)τούτα
εκείνος, η, ο
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.εκείνος εκείνου
εκείνο
εκείνη εκείνης
εκείνη(ν)
εκείνο εκείνου εκείνο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.εκείνοι εκείνων εκείνουςεκείνες εκείνων εκείνεςεκείνα εκείνων εκείνα
τέτοιος, α, ο
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.τέτοιος τέτοιου
τέτοιο
τέτοια τέτοιας
τέτοια
τέτοιο τέτοιου τέτοιο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.τέτοιοι τέτοιων τέτοιουςτέτοιες τέτοιων τέτοιεςτέτοια τέτοιων τέτοια
τόσος, η, ο
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.τόσος τόσου
τόσο
τόση τόσης
τόση
τόσο τόσου τόσο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.τόσοι τόσων τόσουςτόσες τόσων τόσεςτόσα τόσων τόσα
18ΑΝΑΦΟΡΙΚΕΣ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΕΣ

Αναφορικές αντωνυμίες είναι εκείνες που εισάγουν δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις, οι οποίες είτε αποτελούν όρους που βρίσκονται έξω από την κύρια πρόταση είτε είναι οι ίδιες όροι της πρότασης. Η χρήση τους είναι πολύ συχνή τόσο στον καθημερινό προφορικό λόγο όσο και στον γραπτό.

Η επιλογή ανάμεσα στο «που» και στο «ο οποίος, η οποία, το οποίο» εξαρτάται επίσης από τη σημασία και το ύφος.

α) Που (άκλιτο): συνδέεται με ονόματα ανεξάρτητα από το γένος, τον αριθμό και την πτώση τους.

β) Ο οποίος, η οποία, το οποίο: κλίνεται και στα τρία γένη μαζί με το άρθρο, όπως το επίθετο νέος, -α,-ο. Μπορεί να αντικαταστήσει το άκλιτο «που» στις εξής περιπτώσεις:

ώστε να αποφεύγεται ενδεχόμενη ασάφεια, π.χ. Βρήκα το τετράδιο με τις σημειώσεις, τις οποίες ζήτησες (είναι σαφές ότι ζήτησες τις σημειώσεις), αντί Βρήκα το τετράδιο με τις σημειώσεις που ζήτησες (δεν είναι σαφές τι ακριβώς ζήτησες),

ώστε να αποφεύγεται επανάληψη του που, π.χ. Ο μαθητής που κέρδισε τον διαγωνισμό έγραψε ένα κείμενο με το οποίο συγκίνησε την τάξη, αντί Ο μαθητής που κέρδισε τον διαγωνισμό έγραψε ένα κείμενο που συγκίνησε την τάξη,

σε πολύ τυπικό ύφος, π.χ. Οι ερευνητές, οι οποίοι συμμετείχαν στο συνέδριο, παρουσίασαν τα πορίσματά τους.

γ) Όποιος, όποια, όποιο: κλίνεται και στα τρία γένη χωρίς το άρθρο, όπως το επίθετο τίμιος, -α, -ο. Στη γενική του ενικού, συνήθως στο οικείο ύφος, έχει και τους μορφολογικούς τύπους οποιανού (αρσ.), οποιανής (θηλ.), οποιανού (ουδετ.), στη γενική πληθυντικού τον τύπο οποιανών και για τα τρία γένη και στην αιτιατική του πληθυντικού του αρσενικού τον τύπο οποιανούς

δ) Όσος, όση, όσο: έχει τύπους και για τα τρία γένη και κλίνεται χωρίς άρθρο, όπως το επίθετο ελεύθερος, -η, -ο

ε) Ό,τι (άκλιτο): έχει τη σημασία του οτιδήποτε, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις και τη σημασία του όποιος, -α, -ο

στ) Οποιοσδήποτε, οσοσδήποτε, οτιδήποτε: αποτελούν σύνθεση των αντωνυμιών όποιος, -α, -ο, όσος,-η, -ο και ό,τι με το επίθημα -δήποτε. Οι δύο πρώτες διατηρούν την κλίση που έχουν πριν από τη σύνθεση, ενώ η τρίτη είναι άκλιτη

Οποιοσδήποτε και να σας το πει και οσεσδήποτε φορές, εσείς θα κάνετε οτιδήποτε θέλετε.

ο οποίος, α, ο
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.ο οποίος του οποίου
τον οποίο
η οποία της οποίας
την οποία
το οποίο του οποίου το οποίο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.οι οποίοι των οποίων τους οποίουςοι οποίες των οποίων τις οποίεςτα οποία των οποίων τα οποία
όποιος, α, ο
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.όποιος όποιου
όποιο(ν)
όποια όποιας
όποια
όποιο όποιου όποιο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.όποιοι όποιων όποιουςόποιες όποιων όποιεςόποια όποιων όποια
όσος, η, ο
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.όσος όσου
όσο
όση όσης
όση
όσο όσου όσο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.όσοι όσων όσουςόσες όσων όσεςόσα όσων όσα
19ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΕΣ
ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΕΣ

Ερωτηματικές είναι αντωνυμίες οι οποίες χρησιμοποιούνται, όταν θέλουμε να ρωτήσουμε κάτι. Η χρήση τους είναι πολύ συχνή στην ομιλία, κυρίως σε κειμενικά είδη που περιέχουν πολλές ερωτήσεις (συνεντεύξεις, ερωταποκρίσεις κτλ.).

Ερωτηματικές αντωνυμίες είναι οι εξής:

α) Τι (άκλιτο): π.χ. Τι διαβάζεις;

β) Ποιος, ποια, ποιο: Παρουσιάζει δεύτερους τύπους στη γενική ενικού και πληθυντικού και στην αιτιατική πληθυντικού: ποιου / ποιανού, ποιας / ποιανής, ποιων / ποιανών, ποιους / ποιανούς. Aυτοί οι δεύτεροι τύποι είναι πολύ συχνοί στην ομιλία, στο οικείο ύφος, καθώς και στη λογοτεχνία, Στη γενική ενικού χρησιμοποιείται συχνά σε τυπικό και σε ουδέτερο ύφος, αντί για το αρσενικό και ουδέτερο ποιου/ποιανού, ο τύπος τίνος. Αντίστοιχα, στη γενική πληθυντικού μπορεί να εμφανίζεται σε όλα τα γένη, αντί για το ποιων/ποιανών, ο τύπος τίνων, π.χ.Tίνος παιδιού είναι το βιβλίο; Tίνων είναι η σειρά;

γ) Πόσος, πόση, πόσο: ακολουθεί την κλίση που έχει το επίθετο ελεύθερος, -η, -ο, π.χ. Πόσες σελίδες διάβασες;

ποιος, α, ο
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.ποιος ποιου / ποιανού / τίνος
ποιο
ποια ποιας / ποιανής
ποια
ποιο ποιου / ποιανού / τίνος ποιο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.ποιοι ποιων / ποιανών / τίνων ποιουςποιες ποιων / ποιανών / τίνων ποιεςποια ποιων / ποιανών / τίνων ποια
πόσος, η, ο
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.πόσος πόσου
πόσο
πόση πόσης
πόση
πόσο πόσου πόσο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ.πόσοι πόσων πόσουςπόσες πόσων πόσεςπόσα πόσων πόσα
20ΑΟΡΙΣΤΕΣ
ΑΟΡΙΣΤΕΣ

Αόριστες αντωνυμίες λέγονται οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούνται για κάποιο άτομο ή για κάποιο πράγμα που δεν το ονομάζουμε είτε γιατί δεν το ξέρουμε είτε γιατί δε θέλουμε να το ονομάσουμε. Η χρήση τους είναι συχνή τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό κείμενο.

Αόριστες αντωνυμίες είναι οι εξής:

α) Ένας, μία/μια, ένα: Οι τύποι αυτοί είναι ίδιοι με εκείνους του αριθμητικού, που χρησιμεύει και για το αόριστο άρθρο. Δηλώνει πρόσωπα ή πράγματα με άγνωστη ταυτότητα, π.χ. Πέρασε μια και άφησε ένα σημείωμα.Ένας, μία/μια, ένα

β) Κανένας/κανείς, καμιά/καμία, κανένα: κλίνεται μόνο στον ενικό. Το κανείς έχει δύο σημασίες:

σημαίνει κάποιος, σε καταφατική φράση, π.χ. Αν σε καλέσει κανείς, απάντησέ του.

σημαίνει ούτε ένας, σε αρνητική φράση, π.χ. Κανείς δεν απάντησε (ούτε ένας).

γ) Κάποιος, κάποια, κάποιο: δηλώνει συγκεκριμένο πρόσωπο ή πράγμα, χωρίς να είναι γνωστή η ταυτότητά του, π.χ. Κάποιος άφησε ένα σημείωμα.

δ) Μερικοί, μερικές, μερικά: δηλώνει λίγα πρόσωπα ή πράγματα, χωρίς να προσδιορίζεται σαφώς η ταυτότητά τους. Κλίνεται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. Μερικοί επέλεξαν το διήγημα.

ε) Κάτι, κατιτί [άκλιτα]: δηλώνουν κάποιο πράγμα του οποίου η ταυτότητα δεν είναι σαφής. Αναφέρονται σε ονόματα που μπορούν να βρίσκονται σε οποιοδήποτε γένος, αριθμό και πτώση, π.χ. Βρήκα κάτι ενδιαφέρον στο αρχείο. Φέρε μου κατιτί για να γράψω.

στ) Τίποτε/τίποτα: συνδέεται με ονόματα ανεξάρτητα από το γένος, τον αριθμό και την πτώση τους. Είναι άκλιτο και έχει δύο σημασίες:

έχει τη σημασία του κάτι, όταν βρίσκεται σε ερωτηματική ή υποθετική πρόταση, π.χ. Έχεις τίποτε να προτείνεις;

έχει αρνητική σημασία, σε αρνητική φράση, π.χ. Δεν βρήκα τίποτε στον κατάλογο.

ζ) Κάμποσος, κάμποση, κάμποσο: δηλώνει ένα ποσό αρκετό αλλά όχι καθορισμένο, π.χ. Περίμεναν κάμποση ώρα.

η) Κάθε: προσδιορίζει αόριστα πρόσωπα ή πράγματα. Είναι άκλιτο και χρησιμοποιείται ως επίθετο, με ή χωρίς άρθρο, με ονόματα οποιασδήποτε πτώσης, π.χ. Κάθε βιβλίο έχει τον αναγνώστη του.

θ) Καθένας, καθεμιά/καθεμία, καθένα: αναφέρεται χωριστά σε κάθε μέλος ενός συνόλου, π.χ. Καθένας πήρε διαφορετικό θέμα.

ι) Καθετί: σημαίνει άλλοτε οτιδήποτε και άλλοτε τα πάντα. Είναι άκλιτο και συνηθίζεται με ή χωρίς άρθρο στην ονομαστική και την αιτιατική, π.χ. Παρατηρεί το καθετί.

ια) (Ο, η, το) δείνα, (ο, η, το) τάδε: και οι δύο απαντούν συνήθως στον ενικό και για τα τρία γένη, όταν δε θέλουμε να ονομάσουμε πρόσωπα ή πράγματα, π.χ. Αν ο δείνα ζητήσει το τάδε έγγραφο, πού θα το αναζητήσεις;

ιβ) Άλλος, άλλη, άλλο: ξεχωρίζει ένα πρόσωπο ή πράγμα από κάποιο άλλο, π.χ. Διάλεξε άλλο βιβλίο.

ένας, μία, έναμερικοί, μερικές, μερικά
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτεροαρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.ένας ενός
έναν
μία / μια μίας / μιας
μία / μια
ένα ενός έναμερικοί
μερικών
μερικούς
μερικές
μερικών
μερικές
μερικά
μερικών
μερικά
κάποιος, α, ο
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτεροαρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.κάποιος κάποιου
κάποιο
κάποια κάποιας
κάποια
κάποιο κάποιου κάποιοκάποιοι
κάποιων
κάποιους
κάποιες
κάποιων
κάποιες
κάποια
κάποιων
κάποια
κάμποσος, η, οάλλος, η, ο
Ενικός αριθμόςΕνικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτεροαρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.
κλητ.
κάμποσος κάμποσου
κάμποσο κάμποσε
κάμποση κάμποσης
κάμποση κάμποση
κάμποσο κάμποσου
κάμποσο κάμποσο
άλλος
άλλου / αλλουνού
άλλο
άλλη
άλλης / αλληνής
άλλη
άλλο
άλλου / αλλουνού
άλλο
Πληθυντικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.κάμποσοι κάμποσων κάμποσους κάμποσοικάμποσες κάμποσων κάμποσες κάμποσεςκάμποσα κάμποσων κάμποσα κάμποσαάλλοι
άλλων / αλλονών
άλλους / αλλουνούς
άλλες
άλλων / αλλονών
άλλες
άλλα
άλλων / αλλονών
άλλα
καθένας, καθεμία / καθεμιά, καθένα
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ.καθένας καθενός
καθέναν
καθεμία / καθεμιά καθεμίας / καθεμιάς
καθεμία / καθεμιά
καθένα καθενός καθένα
21ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ
ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ

αριθμητικά είναι οι λέξεις που δηλώνουν αριθμούς. Χρησιμοποιούμε τα αριθμητικά για να δείξουμε ποσότητα, σειρά, από πόσα μέρη αποτελείται κάτι, πόσες φορές μεγαλύτερο είναι κάτι από κάτι άλλο, μονάδες που αποτελούν ένα σύνολο.

Επίθετα:

τα απόλυτα, (φανερώνουν ποσότητα)

τα τακτικά, (φανερώνουν ποια σειρά έχει κάτι)

τα πολλαπλασιαστικά (φανερώνουν από πόσα μέρη αποτελείται κάτι)

τα αναλογικά αριθμητικά (φανερώνουν πόσες φορές μεγαλύτερο είναι κάτι)

Ουσιαστικά:

τα περιληπτικά (φανερώνουν μονάδες που αποτελούν σύνολο ή περίπου)

αραβικά
ψηφία
ελληνικά
σημεία
ρωμαϊκά
σημεία
απόλυτατακτικάπολλαπλασιαστικάαναλογικάπεριληπτικά
1α'Iέναπρώτοςαπλός, ή, ό  
2β'IIδύοδεύτερος, η, οδιπλός, ή, όδιπλάσιος, α, οδυάδα
3γ'IIIτρίατρίτος, η, οτριπλός, ή, ότριπλάσιος, α, οτριάδα
4δ'IVτέσσερατέταρτος, η, οτετραπλός, ή, ότετραπλάσιος, α, οτετράδα
5ε'Vπέντεπέμπτος, η, οπενταπλός, ή, όπενταπλάσιος, α, οπεντάδα
6στ'VIέξιέκτος, η, οεξαπλός, ή, όεξαπλάσιος, α, οεξάδα
7ζ'VIIεπτάέβδομος, η, οεπταπλός, ή, όεπταπλάσιος, α, οεπτάδα
8η'VIIIοκτώόγδοος, η, οοκταπλός, ή, όοκταπλάσιος, α, οοκτάδα
9θ'IXεννιάένατος, η, οεννεαπλός, ή, όεννιαπλάσιος, α, οεννιάδα
10ι'Xδέκαδέκατος, η, οδεκαπλός, ή, όδεκαπλάσιος, α, οδεκάδα
11ια'ΧΙένδ(τ)εκαενδέκατος, η, οενδεκαπλός, ή, όενδεκαπλάσιος, α, οενδεκάδα
12ιβ'ΧΙΙδώδεκαδωδέκατος, η, οδωδεκαπλός, ή, όδωδεκαπλάσιος, α, οδωδεκάδα
13ιγ'ΧΙΙδεκατρίαδέκατος τρίτος, η, ο   
14ιδ'ΙVXδεκατέσσεραδέκατος τέταρτος, η, ο   
15ιε'XVδεκαπέντεδέκατος πέμπτος, η, ο   
16ιστ'XVIδεκαέξιδέκατος έκτος, η, ο   
17ιζ'XVIIδεκαεπτάδέκατος έβδομος, η, ο   
18ιη'XVIIIδεκαοκτώδέκατος όγδοος, η, ο   
19ιθ'XIXδεκαεννιάδέκατος ένατος, η, ο   
20κ'ΧΧείκοσιεικοστός, ή, όεικοσαπλός, ή, όεικοσαπλάσιος, α, οεικοσάδα
30λ'ΧΧΧτριάντατριακοστός, ή, ό   
40μ'XLσαράντατεσσαρακοστός, ή, ό   
50ν'Lπενήνταπεντηκοστός, ή, ό   
60ξ'LXεξήνταεξηκοστός, ή, ό   
70ο'LXXεβδομήνταεβδομηκοστός, ή, ό   
80π'LXXXογδόνταογδοηκοστός, ή, ό   
90Ϟ (κόπα)XCενενήνταενενηκοστός, ή, ό   
100ρ'Cεκατόεκατοστός, ή, όεκατονταπλός, ή, όεκατονταπλάσιος, α, οεκατοντάδα
200σ'CCδιακόσιαδιακοσιοστός, ή, ό   
300τ'CCCτριακόσιατριακοσιοστός, ή, ό   
400υ'CDτετρακόσιατετρακοσιοστός, ή, ό   
500φ'Dπεντακόσιαπεντακοσιοστός, ή, ό   
600χ'DCεξακόσιαεξακοσιοστός, ή, ό   
700ψ'DCCεπτακόσιαεπτακοσιοστός, ή, ό   
800ω'DCCCοκτακόσιαοκτακοσιοστός, ή, ό   
900Ϡ (σαμπί)CMεννιακόσιαεννιακοσιοστός, ή, ό   
1000‚αMχίλιαχιλιοστός, ή, ό χιλιαπλάσιος, α, οχιλιάδα
2000‚βMΜδύο χιλιάδεςδισχιλιοστός, ή, ό   
10.000‚ιΧδέκα χιλιάδεςδεκακισχιλιοστός, ή, ό   
100.000‚ρCεκατό χιλιάδεςεκατοντακισχιλιοστός, ή, ό   
1.000.000 Μένα εκατομμύριοεκατομμυριοστός, ή, ό   

Ο αριθμός 1453 στην ελληνική γραφή: ,αυνγ, στη ρωμαϊκή γραφή: MCDLIII.

Ο αριθμός 1999 στην ελληνική γραφή: ,αϠϞθ, στη ρωμαϊκή γραφή: MCDLIII.

Ο αριθμός 2014 στην ελληνική γραφή: ,βιδ, στη ρωμαϊκή γραφή: MMXIV

22ΑΠΟΛΥΤΑ
ΑΠΟΛΥΤΑ

Τα απόλυτα αριθμητικά δηλώνουν ένα ορισμένο πλήθος από πρόσωπα, ζώα ή πράγματα

Τα απόλυτα αριθμητικά, ως επίθετα που είναι, έχουν τρία γένη. Δεν έχουν όμως όλα διαφορετικό τύπο για κάθε γένος.

Το «ένας, μία/μια, ένα» κλίνεται μόνο στον ενικό· τα υπόλοιπα αριθμητικά της ομάδας μόνο στον πληθυντικό.

Για τη μισή μονάδα χρησιμοποιείται το επίθετο μισός-μισή-μισό, το οποίο, όταν συντίθεται ως δεύτερο συνθετικό με άλλα αριθμητικά επίθετα, παίρνει τη μορφή -ήμισι ή -μισι.

Αν το αριθμητικό λήγει σε φωνήεν (τρία, τέσσερα, πέντε) προσθέτουμε την κατάληξη -μισι

Όταν το αριθμητικό τελειώνει σε σύμφωνο (τρεις, τέσσερεις) προσθέτουμε την κατάληξη –ήμισι τρία>τριάμισι τρεις>τρεισήμισι,

Οι μορφολογικοί τύποι μία, μίαν και δύο απαντούν συνήθως για μεγαλύτερη έμφαση, ενώ οι μορφολογικοί τύποι μια, μιαν και δυο χρησιμοποιούνται σε πιο χαλαρή ομιλία, π.χ. Μία και μοναδική ευκαιρία μάς δόθηκε· οι μαθητές μπήκαν δυο δυο στην αίθουσα.

Οι αριθμοί επτά (εφτά), οκτώ (οχτώ) και τα παράγωγά τους, καθώς και τα σύνθετα αριθμητικά που περιέχουν αυτούς τους αριθμούς, έχουν τύπους με τα συμφωνικά συμπλέγματα πτ και κτ αντίστοιχα (επτά, οκτώ) και τύπους με τα φτ και χτ αντίστοιχα (εφτά, οχτώ). Οι πρώτοι χρησιμοποιούνται σε τυπικό και ουδέτερο ύφος, ενώ οι δεύτεροι σε οικείο, καθημερινό ύφος,

Παρόμοια διαφορά ύφους παρατηρείται ανάμεσα του εννέα και του εννιά, μεταξύ του ένδεκα και του έντεκα, μεταξύ του δεκαέξι και του δεκάξι.

Τα απόλυτα αριθμητικά εννέα/εννιά και εννιακόσιοι, -ες, -α γράφονται με δύο ν. Ο αριθμός ενενήντα με μονό ν.

Τα απόλυτα αριθμητικά από το 11 ως το 20 γράφονται ως μια λέξη

Τα υπόλοιπα αριθμητικά από το 21 και άνωσε ξεχωριστές λέξεις

 αρσενικόθηλυκόουδέτερο 
0 (μηδέν)ο τύπος μηδέν και για τα τρία γένημόνο στον ενικό
1έναςμία/μιαέναμόνο στον ενικό
2ένας τύπος και για τα τρία γένημόνο στον πληθυντικό
3τρειςτρειςτρίαμόνο στον πληθυντικό
4τέσσεριςτέσσεριςτέσσεραμόνο στον πληθυντικό
5 ως 12ένας τύπος και για τα τρία γένημόνο στον πληθυντικό
13, 14, 23, 24 κλπ.δεκατρείςδεκατρείςδεκατρίαμόνο στον πληθυντικό
15 ως 20 & 30, 40, 50, 60, 70, 80, 90, 100ένας τύπος και για τα τρία γένημόνο στον πληθυντικό
200, ως 900διακόσιοιδιακόσιεςδιακόσιαμόνο στον πληθυντικό
1000χίλιοιχίλιεςχίλιαμόνο στον πληθυντικό
 κοινός τύποςαρσενικόθηλυκόουδέτερο
 ενικόςενικός αριθμός
ονομαστικήμηδένέναςμία/μιαένα
γενικήμηδενόςενόςμιάς/μιαςενός
αιτιατικήμηδένέναν1μια(ν) / μια(ν)2ένα
 αρσενικόθηλυκόουδέτεροαρσενικόθηλυκόουδέτερο
 πληθυντικός αριθμόςπληθυντικός αριθμός
ονομαστικήτρειςτρειςτρίατέσσεριςτέσσεριςτέσσερα
γενικήτριώντριώντριώντεσσάρωντεσσάρωντεσσάρων
αιτιατικήτρειςτρειςτρίατέσσεριςτέσσεριςτέσσερα
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
 πληθυντικός αριθμός
ονομαστικήδεκατέσσεριςδεκατέσσεριςδεκατέσσερα
γενικήδεκατεσσάρωνδεκατεσσάρωνδεκατεσσάρων
αιτιατικήδεκατέσσεριςδεκατέσσεριςδεκατέσσερα
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
 πληθυντικός αριθμός
ονομαστικήδιακόσιοιδιακόσιες / διακόσεςδιακόσια
γενικήδιακοσίωνδιακοσίωνδιακοσίων
αιτιατικήδιακόσιοιδιακόσιες / διακόσεςδιακόσια
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
πληθυντικός αριθμός
ονομαστικήχίλιοιχίλιεςχίλια
γενικήχιλίωνχιλίωνχιλίων
αιτιατικήχίλιοιχίλιεςχίλια
23ΤΑΚΤΙΚΑ
ΤΑΚΤΙΚΑ

Τα τακτικά αριθμητικά δηλώνουν τη θέση ενός προσώπου ή πράγματος μέσα σε μια σειρά,

Τα τακτικά αριθμητικά έχουν καταλήξεις -(τ)ος, -(τ)η, -(τ)ο και ακολουθούν την κλίση που έχουν τα αντίστοιχα επίθετα σε -ος, -η, -ο.

Όταν ένα τακτικό αριθμητικό αποτελείται από περισσότερες λέξεις, καθεμία κλίνεται, π.χ. ο εκατοστός εικοστός πρώτος, του εκατοστού εικοστού πρώτου κτλ.

Τα προπαροξύτονα τακτικά αριθμητικά παρουσιάζουν σε πολλές περιπτώσεις

διπλό τονισμό στην προπαραλήγουσα και στην παραλήγουσα, π.χ. όγδοης και ογδόης,

Στην καθημερινή χρήση συχνά προτιμάται το απόλυτο αριθμητικό στη θέση του τακτικού

 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
 ενικός αριθμός
ονομαστικήόγδοοςόγδοηόγδοο
γενικήόγδοου/ογδόουόγδοης/ογδόηςόγδοου/ογδόου
αιτιατικήόγδοοόγδοηόγδοο
κλητικήόγδοεόγδοηόγδοο
 πληθυντικός αριθμός
ονομαστικήόγδοοιόγδοεςόγδοα
γενικήόγδοων/ογδόωνόγδοων/ογδόωνόγδοων/ογδόων
αιτιατικήόγδοουςόγδοεςόγδοα
κλητικήόγδοοιόγδοεςόγδοα
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
 ενικός αριθμός
ονομαστικήεικοστός όγδοοςεικοστή όγδοη/ογδόηεικοστό όγδοο
γενικήεικοστού όγδοου/ογδόουεικοστής όγδοης/ογδόηςεικοστού όγδοου/ογδόου
αιτιατικήεικοστό όγδοοεικοστή όγδοηεικοστό όγδοο
κλητικήεικοστέ όγδοεεικοστή όγδοηεικοστό όγδοο
 πληθυντικός αριθμός
ονομαστικήεικοστοί όγδοοιεικοστές όγδοεςεικοστά όγδοα
γενικήεικοστών όγδοων/ογδόωνεικοστών όγδοων/ογδόωνεικοστών όγδοων/ογδόων
αιτιατικήεικοστούς όγδοουςεικοστές όγδοεςεικοστά όγδοα
κλητικήεικοστοί όγδοοιεικοστές όγδοεςεικοστά όγδοα
24ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΙΚΑ
ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΙΚΑ

Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά δηλώνουν την ποσότητα των μερών από τα οποία αποτελείται κάτι, π.χ.

τριπλός (δηλ. αποτελείται από τρία μέρη).

Πολλαπλασιαστικά αριθμητικά είναι τα εξής:

α) απλά: απλός, διπλός, τριπλός, τετραπλός, πενταπλός, εξαπλός, δεκαπλός, εικοσαπλός, εκατονταπλός κτλ.,

β) σύνθετα με το διπλός: τρίδιπλος, τετράδιπλος κτλ.

Οι καταλήξεις των πολλαπλασιαστικών αριθμητικών είναι -πλό(ο)ς, -πλή(η), -πλό(ο) και ακολουθούν την κλίση που έχουν τα επίθετα σε -ος,-η,-ο.

 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
 ενικός αριθμός
ονομαστικήτριπλόςτριπλήτριπλό
γενικήτριπλούτριπλήςτριπλού
αιτιατικήτριπλότριπλήτριπλό
κλητικήτριπλέτριπλήτριπλό
 πληθυντικός αριθμός
ονομαστικήτριπλοίτριπλέςτριπλά
γενικήτριπλώντριπλώντριπλών
αιτιατικήτριπλούςτριπλέςτριπλά
κλητικήτριπλοίτριπλέςτριπλά
25ΑΝΑΛΟΓΙΚΑ
ΑΝΑΛΟΓΙΚΑ

Με τα αναλογικά αριθμητικά εκφράζουμε πόσες φορές υπερβαίνει μια ποσότητα μια άλλη.

Αναλογικά αριθμητικά είναι τα διπλάσιος, τριπλάσιος, τετραπλάσιος, πενταπλάσιος, εξαπλάσιος, εφταπλάσιος, εικοσαπλάσιος

Οι καταλήξεις των αναλογικών αριθμητικών είναι -πλάσιος, -πλάσια, -πλάσιο και ακολουθούν την κλίση που έχουν τα επίθετα σε -ιος, -ια, -ιο.

 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
 ενικός αριθμός
ονομαστικήτριπλάσιοςτριπλάσιατριπλάσιο
γενικήτριπλάσιουτριπλάσιαςτριπλάσιου
αιτιατικήτριπλάσιοτριπλάσιατριπλάσιο
κλητικήτριπλάσιετριπλάσιατριπλάσιο
 πληθυντικός αριθμός
ονομαστικήτριπλάσιοιτριπλάσιεςτριπλάσια
γενικήτριπλάσιωντριπλάσιωντριπλάσιων
αιτιατικήτριπλάσιουςτριπλάσιεςτριπλάσια
κλητικήτριπλάσιοιτριπλάσιεςτριπλάσια
26ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΑ
ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΑ

Τα περιληπτικά αριθμητικά είναι αφηρημένα ουσιαστικά και δηλώνουν ή ένα σύνολο από μονάδες (περιληπτικά) ή ένα πλήθος κατά προσέγγιση (προσεγγιστικά),

 θηλυκό
 ενικός αριθμός
ονομαστικήη τριάδα
γενικήτης τριάδας
αιτιατικήτην τριάδα
κλητικήτριάδα
 πληθυντικός αριθμός
ονομαστικήοι τριάδες
γενικήτων τριάδων
αιτιατικήτις τριάδες
κλητικήτριάδες
27ΒΑΘΜΟΙ ΕΠΙΘΕΤΩΝ
ΒΑΘΜΟΙ ΕΠΙΘΕΤΩΝ
28Δε σχηματίζουν παραθετικά
Δε σχηματίζουν παραθετικά

Τα επίθετα σε:

-ής, -ιά, -ί π.χ. βυσσινής, βυσσινιά, βυσσινί

-ης, -α, -ικο π.χ. ζηλιάρης, ζηλιάρα, ζηλιάρικο

-ής, ή -ά -ού, -άδικο, ή –ούδικο, ή –ήδικο, π.χ. πλακατζής, πλακατζού, πλακατζήδικο, φωνακλάς, φωνακλού, φωνακλάδικο

-ούρης, -ούρα, -ούρικο, π.χ. καμπούρης, καμπούρα, καμπούρικο

Όσα δηλώνουν:

ύλη, π.χ. ξύλινος, χάρτινος, γυάλινος, κ.ά.

καταγωγή, π.χ. κρητικός, νησιώτικος, κ.ά.

συγγένεια, π.χ. αδελφικός, θείος, κ.ά.

τόπο, π.χ. ορεινός, παράκτιος, κ.ά.

χρόνο, π.χ. αυριανός, βραδινός, κ.ά.

κατάσταση που δεν αλλάζει, π.χ. τυφλός, άφθαρτος, κ.ά.

Παραθετικά:

Παραθετικά του επιθέτου είναι ο συγκριτικός και ο υπερθετικός βαθμός.

Αυτά σχηματίζονται είτε μονολεκτικά είτε περιφραστικά (με περισσότερες λέξεις).

οι βαθμοί του επιθέτου
 θετικόςσυγκριτικόςυπερθετικός
 θετικόςσυγκριτικόςσχετικόςαπόλυτος
 απλώς μια ιδιότητασύγκριση με άλλοσύγκριση με όλαη ιδιότητα στο μεγαλύτερο βαθμό
μονολεκτικάέξυπνοςεξυπνότερος Εξυπνότατος + πανέξυπνος
περιφραστικά πιο έξυπνοςο εξυπνότερος + ο πιο έξυπνοςπολύ έξυπνος + πάρα πολύ έξυπνος

Ο συγκριτικός βαθμός σχηματίζεται με δύο τρόπους, οι οποίοι όμως δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε όλα τα επίθετα:

α) περιφραστικά: Με το πιο και το επίθετο σε θετικό βαθμό. Είναι ο τρόπος που χρησιμοποιείται περισσότερο, τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό κείμενο. Σε κάποιες περιπτώσεις, σε ύφος τυπικό, χρησιμοποιείται στη θέση του πιο το πλέον

β) μονολεκτικά: Με την προσθήκη του επιθήματος -ό(ύ)τερος, -η, -ο και σπανιότερα του -έστερος, -η, -ο στο θέμα της λέξης,

Ορισμένα επίθετα σχηματίζουν και μονολεκτικό και περιφραστικό τύπο, π.χ. πλουσιότερος και πιο πλούσιος, άλλα μόνο μονολεκτικό, π.χ. ανώτερος, και άλλα, που είναι και τα περισσότερα, μόνο περιφραστικό, π.χ. πιο τεμπέλης.

Είναι δυνατό, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, τα επίθετα σε -ων, -ων, -ον να σχηματίζουν μονολεκτικό τύπο στον συγκριτικό βαθμό, π.χ. δεισιδαιμονέστερος.

Όλοι οι μονολεκτικοί τύποι του συγκριτικού βαθμού ακολουθούν στην κλίση το παράδειγμα των επιθέτων σε -ος,-η,-ο.

Ο σχετικός υπερθετικός σχηματίζεται όπως και ο συγκριτικός βαθμός προσθέτοντας του άρθρου

Τα επίθετα που διαθέτουν δύο τύπους στον συγκριτικό βαθμό (μονολεκτικό και περιφραστικό) διαθέτουν δύο τύπους και στον σχετικό υπερθετικό.

Ο απόλυτος υπερθετικός σχηματίζεται:

α) Μονολεκτικά, προσθέτοντας του επιθήματος -ό(ύ)τατος, -η, -ο στο θέμα της λέξης.

Ο μονολεκτικός σχηματισμός του απόλυτου υπερθετικού δεν είναι πολύ συχνός και δε σχηματίζεται από όλα τα επίθετα. Χρησιμοποιείται συνήθως στο τυπικό ύφος.

β) Περιφραστικά, με την προσθήκη του επιρρήματος πολύ, πάρα πολύ, π.χ.

ΑΝΩΜΑΛΑ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ
θετικόςσυγκριτικόςσχετικός υπερθετικόςαπόλυτος υπερθετικός
 μονολεκτικάπεριφραστικάμονολεκτικάπεριφραστικάμονολεκτικάπεριφραστικά
απλόςαπλούστεροςπιο απλόςο απλούστεροςο πιο απλόςαπλούστατοςπολύ απλός
γέροςγεροντότεροςπιο γέροςο γεροντότεροςο πιο γέρος πολύ γέρος
κακόςχειρότεροςπιο κακόςο χειρότεροςο πιο κακόςΧείριστος κάκιστοςπολύ κακός
καλόςκαλύτεροςπιο καλόςο καλύτεροςο πιο καλόςΚάλλιστος άριστοςπολύ καλός
κοντόςκοντύτεροςπιο κοντόςο κοντύτεροςο πιο κοντόςκοντότατοςπολύ κοντός
λίγοςλιγότερος ο λιγότεροςο πιο λίγοςελάχιστοςπολύ λίγος
μακρύςμακρύτεροςπιο μακρύςο μακρύτεροςο πιο μακρύςμακρύτατοςπολύ μακρύς
μεγάλοςμεγαλύτεροςπιο μεγάλοςο μεγαλύτεροςο πιο μεγάλοςμέγιστοςπολύ μεγάλος
μικρόςμικρότεροςπιο μικρόςο μικρότεροςο πιο μικρόςελάχιστοςπολύ μικρός
πολύςπερισσότεροςπιο πολύςο περισσότεροςο πιο πολύςπλείστοςπάρα πολύς
πρώτοςπρωτύτερος ο πρωτύτερος πρώτιστος 
Παραθετικά που προέρχονται από άλλα μέρη του λόγου
θετικόςσυγκριτικόςσχετικός υπερθετικόςαπόλυτος υπερθετικός
(άνω)ανώτεροςο ανώτεροςανώτατος
(κάτω)κατώτεροςο κατώτεροςκατώτατος
(άπω)απώτεροςο απώτεροςαπώτατος
(ένδον)ενδότεροςο ενδότεροςενδότατος
(έξω)εξώτεροςο εξώτερος-
(έσω)εσώτεροςο εσώτεροςεσώτατος
(πλησίον)πλησιέστεροςο πλησιέστεροςπλησιέστατος
(προτιμώ)προτιμότεροςο προτιμότερος-
(υπέρ)υπέρτεροςο υπέρτεροςυπέρτατος
(προ)πρότεροςο πρότερος-
29ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ

Ουσιαστικό είναι η λέξη που ονομάζει πρόσωπα (Γιάννης), ζώα (αλεπού), πράγματα (τραπέζι), τόπους (Τρίκαλα) και έννοιες σχετικές με ιδιότητα (εξυπνάδα, ομορφιά), ενέργεια (τρέξιμο, δουλειά) και κατάσταση (ησυχία, γαλήνη θύελλα).

Μέσα στην πρόταση, το ουσιαστικό συμπληρώνει το ρήμα είτε ως υποκείμενο ή ως αντικείμενο είτε γενικότερα ως προσδιορισμός.

Τα ουσιαστικά ανάλογα με το τι δηλώνουν διακρίνονται:

α) Σε κύρια: όσα δηλώνουν ορισμένο πρόσωπο ή ζώο, π.χ. η Δανάη, ο Ρόκυ. Ως κύρια χρησιμοποιούνται και τα ονόματα των ημερών της εβδομάδας, των μηνών, των εορτών, των πλοίων, των λογοτεχνικών έργων, των έργων τέχνης κ.ά., π.χ. Τετάρτη, Ιούνιος, Ναυτίλος.

β) Σε κοινά: όσα δηλώνουν όλα τα πρόσωπα, ζώα ή πράγματα που ανήκουν στο ίδιο είδος ή που δηλώνουν κάποια κατάσταση ή ιδιότητα, π.χ. δρόμος, γυναίκα, σκύλος, εργασία, δικαιοσύνη.

γ) Σε περιληπτικά: όσα δηλώνουν σύνολα προσώπων ή ζώων ή πραγμάτων, π.χ. πλήθος, σμήνος.

δ) Σε συγκεκριμένα: όσα κοινά ονόματα δηλώνουν πρόσωπα, ζώα ή πράγματα που είναι αντιληπτά από τις αισθήσεις, π.χ. η πέτρα, το τετράδιο.

ε) Σε αφηρημένα: όσα κοινά ονόματα δηλώνουν ενέργεια, ιδιότητα ή κατάσταση και γενικά αναφέρονται σε όντα που τα αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος μόνο με τη σκέψη του, π.χ. η ελπίδα, η θλίψη.

Το ίδιο κοινό ουσιαστικό μπορεί, ανάλογα με τη παρουσία του, να έχει συγκεκριμένη ή αφηρημένη σημασία, π.χ. Ο τοίχος έχει βαθιές ρωγμές (συγκεκριμένο). Η εμπιστοσύνη τους παρουσίασε ρωγμές (αφηρημένο).

Γένος

Κάθε ουσιαστικό ανήκει σε ένα γένος. Τα γένη στα οποία μπορούν να ανήκουν τα ουσιαστικά είναι τρία: το αρσενικό, το θηλυκό και το ουδέτερο. Τα γένη των ουσιαστικών δε συνδέονται απαραίτητα με το φυσικό γένος ούτε και με άλλα σημασιολογικά χαρακτηριστικά.

α) Τα ουσιαστικά που δηλώνουν ανθρώπινα όντα συνήθως ανήκουν στο φύλο του προσώπου στο οποίο αναφέρονται, π.χ. πατέρας, μητέρα, αλλά παιδί (ουδ.).

β) Τα περισσότερα ουσιαστικά που δηλώνουν ζώα έχουν μόνο μία λέξη για όλα τα γένη, π.χ. το ελάφι, ο βόας. Σε αυτές τις περιπτώσεις το φύλο του ζώου δηλώνεται είτε με την προσθήκη των επιθέτων αρσενικός-ή-ό και θηλυκός-ή-ό αντίστοιχα είτε, συνήθως στον προφορικό λόγο, με καταληκτικό μόρφημα που δηλώνει το γένος του ζώου, π.χ. η αρσενική αλεπού, η ελεφαντίνα

Αριθμός

Τα περισσότερα ουσιαστικά εμφανίζονται και στον ενικό και στον πληθυντικό. Υπάρχουν όμως ουσιαστικά που εμφανίζονται μόνο στον ενικό ή μόνο στον πληθυντικό αριθμό, χωρίς και αυτό να είναι πάντοτε απόλυτο.

Οι κατηγορίες των ουσιαστικών που συνηθίζονται στον ενικό αριθμό είναι:

α) Ουσιαστικά που δηλώνουν έννοιες οι οποίες δεν είναι δυνατό να αριθμηθούν, π.χ. το σκοτάδι, η πείνα.

β) Ουσιαστικά που δηλώνουν έννοιες οι οποίες σχετίζονται με τις επιστήμες και τις τέχνες, π.χ. η Χημεία, η Αστρονομία, η ζωγραφική.

γ) Oυσιαστικά που δηλώνουν οντότητες οι οποίες είναι μοναδικές, π.χ. το Βυζάντιο, ο Θανάσης ο Καλογήρου. δ) Oυσιαστικά που δηλώνουν σύνολα προσώπων ή πραγμάτων (ανήκουν στα περιληπτικά ουσιαστικά),π.χ. η εργατιά, ο όχλος.

ε) Ουσιαστικά που δηλώνουν γιορτές και τοπωνύμια, π.χ. η Ανάληψη, ο Ορχομενός, αλλά τα Χριστούγεννα, τα Τρίκαλα. Ορισμένα ονόματα που ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες εμφανίζονται στον λόγο και στον πληθυντικό είτε λόγω της σημασίας που θέλει να προσδώσει ο ομιλητής είτε λόγω του ύφους, π.χ. οι Γιάννηδες (όταν γίνεται λόγος για πολλούς με το ίδιο όνομα), Καθαρές Δευτέρες (στη φράση Όλες τις Καθαρές Δευτέρες εργάζομαι).

Στον πληθυντικό απαντούν κυρίως οι ακόλουθες κατηγορίες ουσιαστικών:

α) Ουσιαστικά που δηλώνουν γλώσσα, π.χ. πορτογαλικά, ιταλικά.

β) Ουσιαστικά που δηλώνουν διπλά αντικείμενα, π.χ. κιάλια.

γ) Ουσιαστικά που δηλώνουν χρήματα ως αμοιβή για εργασία κ.ά., π.χ. δίδακτρα, ναύλα.

δ) Ορισμένα ουσιαστικά που δηλώνουν γιορτές, π.χ. Χριστούγεννα, Επιφάνια.

ε) Ορισμένα ουσιαστικά που δηλώνουν τοπωνύμια, π.χ. Σέρρες, Γιάννενα.

Επιπλέον, αρκετά κοινά ουσιαστικά, κυρίως λαϊκής προέλευσης, απαντούν αποκλειστικά στον πληθυντικό, όπως: βαφτίσια, εγκαίνια, κάλαντα, σωθικά, τρεχάματα, χαιρετίσματα κ.ά.

Κλίση

Τα ουσιαστικά ταξινομούνται ως προς τα συστήματα των καταλήξεων που έχουν σε τρεις κατηγορίες, τις κλίσεις, οι οποίες συμπίπτουν με τα τρία διαφορετικά γένη. Έτσι, έχουμε την κλίση των αρσενικών, την κλίση των θηλυκών και την κλίση των ουδετέρων.

Μορφολογία

Τα ουσιαστικά κατατάσσονται σε σχέση με τον αριθμό των συλλαβών σε ισοσύλλαβα και ανισοσύλλαβα. Ισοσύλλαβα είναι όσα έχουν τον ίδιο αριθμό συλλαβών σε κάθε πτώση του ενικού και του πληθυντικού, ενώ ανισοσύλλαβα όσα δεν έχουν τον ίδιο αριθμό συλλαβών σε κάθε πτώση.

 ΙσοσύλλαβαΑνισοσύλλαβα
Ενικόςγά-τος γά-του γά-το γά-τεκα-φές κα-φέ κα-φέ κα-φέ
Πληθυντικόςγά-τοι γά-των γά-τους γά-τοικα-φέ-δες κα-φέ-δων κα-φέ-δες κα-φέ-δες
ΣύγκρισηΚαι στους δύο αριθμούς έχει τον ίδιο αριθμό συλλαβών (2)Στον ενικό έχει δύο συλλαβές ενώ στον πληθυντικό τρεις

Σύμφωνα με ορισμένες αναλύσεις, τα ουσιαστικά κατατάσσονται σε δικατάληκτα, όταν έχουν δύο καταλήξεις στον ενικό και δύο στον πληθυντικό, και σε τρικατάληκτα, όταν έχουν τρεις καταλήξεις σε κάθε αριθμό.

 δικατάληκτατρικατάληκτα
Ενικόςκα-φές κα-φέ κα-φέγά-τος γά-του γά-το
Πληθυντικόςκα-φέ-δες κα-φέ-δων κα-φέ-δεςγά-τοι γά-των γά-τους
ΣύγκρισηΚαι στους δύο αριθμούς έχει δύο καταλήξεις (φές-φέ)(δες-δων)Και στους δύο αριθμούς έχει τρεις καταλήξεις (τος-του-το)(τοι-των-τους)
30Τα ουσιαστικά διακρίνονται ακόμη σε
Τα ουσιαστικά διακρίνονται ακόμη σε

οξύτονα, όσα τονίζονται στη λήγουσα (λ), δηλ. στην τελευταία συλλαβή

παροξύτονα όσα τονίζονται στην παραλήγουσα (πλ), δηλ. στην προτελευταία συλλαβή  και

Προπαροξύτονες λέγονται οι λέξεις με τόνο στην προπαραλήγουσα (ππλ) , δηλ. στην προπροτελευταία συλλαβή .

κατηγορίαλέξη  ππλπλλ
οξύτονοφως    φως
οξύτονολαός   λαός
οξύτονοβαρετός  βαρετός
παροξύτονολόγος   λόγος
παροξύτονοΝικόλας  Νικόλας
παροξύτονοκεραμίδι κεραμίδι
προπαροξύτονοκάθοδος  κάθοδος
προπαροξύτονοεπιφώνημαεπιφώνημα

ΑΚΛΙΤΑ:Ορισμένα ουσιαστικά, που προέρχονται κυρίως από ξένες γλώσσες, δεν έχουν ενταχθεί στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής και δεν κλίνονται. Κανονικά θα έπρεπε να πάρουν τελικό φωνήεν ή ς για κατάληξη και να κλίνονται κανονικά όπως έχει γίνει με εκατοντάδες λέξεις της ελληνικής που αποτελούν δάνεια και παρόλα αυτά είναι ενταγμένες στο κλιτικό σύστημα, π.χ. μανάβης, μπακάλης κ.ά. Άλλωστε την αφομοιωτική δύναμη της γλώσσας μπορούμε να τη διαπιστώσουμε στους μετανάστες που αντιμετώπισαν και ενέταξαν τις ξένες λέξεις στο δικό τους λεξιλόγιο, π.χ. λέικ - λέκι ((lake= λίμνη)

Στη σύγχρονη όμως νεοελληνική πραγματικότητα εισάγονται συνεχώς και αδιακρίτως ξένες λέξεις χωρίς να αποδίδονται οι αντίστοιχες νεόπλαστες ελληνικές, π.χ. κομπιούτερ αντί υπολογιστής, τηλεκοντρόλ αντί τηλεχειριστήριο ή χειριστήριο και χωρίς να γίνεται προσπάθεια να ενταχθούν στο κλιτικό σύστημα, θεωρώντας τες ως άκλιτες, π.χ. κομπιούτερ αντί του κομπιούτορας ή κομπιουτέρι. Πολλοί θεωρούν ότι μια τέτοια χρήση είναι λάθος. Λάθος όμως είναι η ένταξη αυτούσιων ξένων λέξεων και η μη ένταξή τους. Στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένα από αυτά.

Αρσενικά: μάνατζερ, ντε(ν)τέκτιβ, ρεπόρτερ, κομπιούτερ κ.ά.

Θηλυκά: πλαζ, σεζόν, σπεσιαλιτέ κ.ά.

Ουδέτερα: άλφα, ασανσέρ, βήτα, βολάν, κονιάκ, ρεπό, τρακ, φερμουάρ, ταμπλό, ραντεβού, πάρτι, μαγιό, μετρό, στυ(ι)λό κτλ.

31ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΑΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΑΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι παροξύτονα (αγώνας, μήνας) και προπαροξύτονα (κήρυκας).

Τα ισοσύλλαβα αρσενικά ουσιαστικά σχηματίζουν την ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού σε -ες: ναύτης - ναύτες, ταμίας - ταμίες. Εξαιρούνται αυτά που λήγουν σε -ος (δρόμος - δρόμοι).

Τα παροξύτονα (αγώνας, μήνας) διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες:

α) Σε όσα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα. Στην υποκατηγορία αυτή ανήκουν όλα τα ουσιαστικά που έχουν κατάληξη -ας, εκτός από τα δισύλλαβα, π.χ. κανόνας, χειμώνας, φύλακας κ.ά.

β) σε όσα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στη λήγουσα. Στην υποκατηγορία αυτή ανήκουν όλα τα δισύλλαβα σε -ας και όσα λήγουν σε –ίας και -ίστας, π.χ. μήνας, λοχίας κ.ά.

Σύμφωνα με το αγώνας κλίνονται τα ουσιαστικά πατέρας, αιώνας, κανόνας, χαρακτήρας, χειμώνας κ.ά.

Σύμφωνα με το μήνας κλίνονται τα ουσιαστικά λοχίας, επαγγελματίας κ.ά.

Σύμφωνα με το κήρυκας κλίνονται τα ουσιαστικά άξονας, γείτονας, λέκτορας, πρόσφυγας, ρήτορας, φύλακας κ.ά.

Κάποια ουσιαστικά αυτής της ομάδας σχηματίζουν τη γενική του ενικού και με κατάληξη -ος, π.χ. πρίγκιπος, μηνός, κηδεμόνος, μάρτυρος. Η κατάληξη αυτή προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά και την καθαρεύουσα. Σήμερα χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις τυπικού ή χιουμοριστικού ύφους.

Μόνο λίγα προπαροξύτονα ουσιαστικά έχουν την ονομαστική πληθυντικού σε οι και την αιτιατική πληθυντικού σε ους με παράλληλη μετακίνηση του τόνου στην παραλήγουσα, (οι γειτόνοι, τους γειτόνους, οι μαστόροι, τους μαστόρους.)

Ενικ. παροξύτονοπαροξύτονοπροπαροξύτονο 
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
αγώνας αγώνα αγώνα αγώναμήνας μήνα/μηνός μήνα μήνακήρυκας κήρυκα κήρυκα κήρυκαγείτονας
γείτονα
γείτονα
γείτονα
Πληθ.     
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
αγώνες αγώνων αγώνες αγώνεςμήνες μηνών μήνες μήνεςκήρυκες κηρύκων κήρυκες κήρυκεςγείτονες/ γειτόνοι
γειτόνων
γείτονες/γειτόνους
γείτονες/γειτόνοι
32ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΗΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΗΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (μαθητής, καθηγητής) και παροξύτονα (επιβάτης).

Όλα τονίζονται στη γενική πληθυντικού στη λήγουσα, (μαθητών, επιβατών)

Ορισμένα ουσιαστικά σε -ης που δηλώνουν επάγγελμα σχηματίζουν, σε ύφος κατά κανόνα οικείο, και θηλυκό ουσιαστικό σε -ισσα και σε -ίνα, π.χ. η γυμνασιάρχης και η γυμνασιάρχισσα, η βουλευτής και η βουλευτίνα.

Σύμφωνα με το μαθητής κλίνονται τα ουσιαστικά βουλευτής, σπουδαστής, διευθυντής κ.ά.

Σύμφωνα με το επιβάτης κλίνονται τα ουσιαστικά στρατιώτης, ταξιδιώτης, βιβλιοπώλης κ.ά.

Ορισμένα οξύτονα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας που δηλώνουν κατά κανόνα επαγγέλματα και δημόσια λειτουργήματα έχουν στην κλητική του ενικού αριθμού, συνήθως μετά το κύριε και σπανιότερα χωρίς αυτό, την κατάληξη -ά, π.χ. κύριε δικαστά, κύριε διευθυντά (αντί κύριε δικαστή, κύριε διευθυντή, που χρησιμοποιούνται τις περισσότερες φορές σε πολύ οικείο ή και σε περιπαικτικό ύφος). Στον καθημερινό λόγο και κατά κανόνα σε χιουμοριστικό ή ειρωνικό ύφος ο τύπος αυτός επεκτείνεται και σε λέξεις που δηλώνουν απλώς ιδιότητες, π.χ. κύριε σπουδαστά, κύριε στρατιώτα.

Ορισμένα παροξύτονα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας, σε ύφος κατά κανόνα οικείο ή χιουμοριστικό, έχουν σε κάθε πτώση του πληθυντικού μία συλλαβή παραπάνω με κατάληξη -άδες ή και -ηδες, π.χ. δεσπότες, δεσπότηδες και δεσποτάδες, ράφτες, ράφτηδες και ραφτάδες.

Ενικ. οξύτονοπαροξύτονο  
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
μαθητής μαθητή μαθητή μαθητήεπιβάτης επιβάτη επιβάτη επιβάτηςδικαστής
δικαστή
δικαστή
δικαστή/ δικαστά
ράφτης
ράφτης
ράφτη
ράφτη
Πληθ.     
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
μαθητές μαθητών μαθητές μαθητέςεπιβάτες επιβατών επιβάτες επιβάτεςδικαστές
δικαστών
δικαστές
δικαστές
ράφτες/ ράφτηδες/ ραφτάδες
ραφτών/ράφτηδων/ραφτάδων
ράφτες/ ράφτηδες/ ραφτάδες
ράφτες/ ράφτηδες/ ραφτάδες
33ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΟΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΟΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (βαθμός), παροξύτονα (δρόμος) και προπαροξύτονα (ανήφορος).

Τα οξύτονα και παροξύτονα τονίζονται σε κάθε πτώση στην ίδια συλλαβή.

Από τα προπαροξύτονα σε άλλα παραμένει ο τόνος στην ίδια θέση, π.χ. ο ανήφορος, του ανήφορου,  ενώ σε άλλα μετακινείται στην παραλήγουσα στη γενική ενικού και στη γενική και αιτιατική πληθυντικού, π.χ. ο άνεμος, του ανέμου, των ανέμων, τους ανέμους.

Σύμφωνα με το βαθμός κλίνονται τα γιατρός, θεός, λαός, σεισμός κ.ά.

Σύμφωνα με το δρόμος κλίνονται τα γάμος, ήλιος, νόμος, τόπος, χώρος κ.ά.

Σύμφωνα με το ανήφορος κλίνονται τα άνεμος, δήμαρχος, αντίλαλος, κατήφορος, χωματόδρομος κ.ά.

Κάποια ουσιαστικά αυτής της ομάδας σχηματίζουν την κλητική του ενικού με κατάληξη -ο αντί -ε, π.χ. Νίκο, Μάρκο. Στα ουσιαστικά αυτά ανήκουν:

α) τα παροξύτονα βαφτιστικά ονόματα και επώνυμα, καθώς και κοινά ουσιαστικά, π.χ. Μάρκο, Χρίστο, Παύλο (αλλά και Παύλε σε οικείο ύφος), Πετράκο, Σαραντάκο, Βενιζέλο, γέρο, διάκο (αλλά και διάκε), καπετάνιο (αλλά και καπετάνιε), λούστρο (αλλά και λούστρε)

β) τα υποκοριστικά σε -άκος, π.χ. παιδάκο,

γ) μερικά οξύτονα χαϊδευτικά, π.χ. Μανολιό, Δημητρό.

Η γενική πληθυντικού του ουσιαστικού χρόνος, όταν χρησιμεύει για να δηλώσει ορισμένη ηλικία, έχει συνήθως τον τύπο χρονών και, σε λαϊκότερο ύφος, χρονώ, π.χ. Πόσω(ν) χρονών είναι; Είναι δεκαέξι χρονώ.

Τα προπαροξύτονα ουσιαστικά σε -ος έχουν μεγάλη ποικιλία στον τονισμό ορισμένων πτώσεων και των δύο αριθμών.

α) Στη γενική ενικού διατηρούν τον τόνο στην προπαραλήγουσα οι πολυσύλλαβες λέξεις, οι λαϊκές λέξεις, πολλά από τα βαφτιστικά ονόματα και τα επώνυμα, όταν χρησιμοποιούνται σε οικείο και ουδέτερο ύφος, π.χ. του αντίκτυπου, του γάιδαρου, του Χρυσόστομου, του Παπαδόπουλου. Τα ίδια ουσιαστικά, όταν χρησιμοποιούνται σε τυπικό ύφος, μετακινούν τον τόνο στην παραλήγουσα, π.χ. του αντικτύπου, του Θεοδώρου, του Παπαδοπούλου.

β) Στην ονομαστική και κλητική πληθυντικού ορισμένα ουσιαστικά, σε λαϊκό ύφος, μετακινούν τον τόνο στην παραλήγουσα, π.χ. Οι δασκάλοι, οι πολέμοι

γ) Στη γενική και αιτιατική πληθυντικού η μετακίνηση του τόνου γίνεται, ανάλογα με το ύφος μέσα στο οποίο εντάσσεται το ουσιαστικό, στην προπαραλήγουσα στο οικείο ύφος, ενώ στην παραλήγουσα στο τυπικό ύφος, π.χ. Ο πρωθυπουργός κάλεσε όλους τους δημάρχους της Μακεδονίας, αλλά Ποιος λογαριάζει πια τους δήμαρχους;

Ενικ. οξύτονοπαροξύτονοπροπαροξύτονοπροπαροξύτονο  
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
βαθμός βαθμού βαθμό βαθμέδρόμος δρόμου δρόμο δρόμεανήφορος ανήφορου ανήφορο ανήφορεάνεμος ανέμου άνεμο άνεμεφιλαράκος
φιλαράκου
φιλαράκο
φιλαράκο
δήμαρχος
δήμαρχου/ δημάρχου
δήμαρχο
δήμαρχε
Πληθ.       
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
βαθμοί βαθμών βαθμούς βαθμοίδρόμοι δρόμων δρόμους δρόμοιανήφοροι ανήφορων ανήφορους ανήφοροιάνεμοι ανέμων ανέμους άνεμοι(φιλαράκοι)
φιλαράκων
φιλαράκους
(φιλαράκοι)
δήμαρχοι
δήμαρχων/δημάρχων
δήμαρχους/δημάρχους
δήμαρχοι
34ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΑΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΑΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (ψαράς) παροξύτονα (ρήγας, κάλφας) και προπαροξύτονα (τσέλγικας, μέρμηγκας).

Σε όλες τις πτώσεις του πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα

Το ουσιαστικό αέρας, καθώς και τα παροξύτονα ουσιαστικά σε -άκιας (τυχεράκιας, κορτάκιας, τσαντάκιας κ.ά.), σχηματίζουν τον πληθυντικό με κατάληξη -ηδες, π.χ. αέρηδες, τυχεράκηδες.

Σύμφωνα με το ψαράς κλίνονται τα αμαξάς, βοριάς, καστανάς, Πειραιάς κ.ά.

Σύμφωνα με το ρήγας κλίνονται τα κάλφας, μπάρμπας κ.ά.

Σύμφωνα με το τσέλιγκας κλίνονται τα μέρμηγκας, γυμνοσάλιαγκας κ.ά.

Ενικ. οξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοπροπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
ψαράς ψαρά
ψαρά ψαράς
ρήγας ρήγα ρήγα ρήγααέρας αέρα αέρα αέρατυχεράκιας τυχεράκια τυχεράκια τυχεράκιαςτσέλιγκας τσέλιγκα τσέλιγκα τσέλιγκας
Πληθ.      
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
ψαράδες ψαράδων ψαράδες ψαράδεςρηγάδες ρηγάδων ρηγάδες ρηγάδεςαέρηδες αέρηδων αέρηδες αέρηδεςτυχεράκηδες τυχεράκηδων τυχεράκηδες τυχεράκηδεςτσελιγκάδες τσελιγκάδων τσελιγκάδες τσελιγκάδες
35ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΗΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΗΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (καφετζής), παροξύτονα (μανάβης) και προπαροξύτονα (φούρναρης). Τα παροξύτονα και προπαροξύτονα σε κάθε πτώση του πληθυντικού τονίζονται στην προπαραλήγουσα, ενώ τα οξύτονα στην παραλήγουσα.

Σύμφωνα με το καφετζής κλίνονται τα βιολιτζής, γεμιτζής, μπετατζής, παλιατζής, ταξιτζής, χατζής κ.ά.

Σύμφωνα με το βαρκάρης κλίνονται τα μανάβης, ναζιάρης, νοικοκύρης, ταβερνιάρης, φακίρης κ.ά.

Σύμφωνα με το φούρναρης κλίνεται τo κοτζάμπασης κ.ά.

Κάποια ουσιαστικά αυτής της ομάδας έχουν στον πληθυντικό και έναν τύπο πιο λαϊκό σε -αίοι, -αίων, -αίους, -αίοι, π.χ. νοικοκύρης – νοικοκυραίοι, Αρμένης– Αρμεναίοι. Οι τύποι αυτοί χρησιμοποιούνται συχνά και στη λογοτεχνία.

Ενικ. οξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοπροπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
καφετζής καφετζή καφετζή καφετζήβαρκάρης βαρκάρη βαρκάρη βαρκάρηνοικοκύρης νοικοκύρη νοικοκύρη νοικοκύρηφούρναρης φούρναρη φούρναρη φούρναρη
Πληθ.     
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
καφετζήδες καφετζήδων καφετζήδες καφετζήδεςβαρκάρηδες βαρκάρηδων βαρκάρηδες βαρκάρηδεςνοικοκύρηδες - νοικοκυραίοι νοικοκύρηδων - νοικοκυραίων νοικοκύρηδες - νοικοκυραίοι νοικοκύρηδες - νοικοκυραίοιφουρνάρηδες - φουρναραίοι φουρνάρηδων - φουρναραίων φουρνάρηδες - φουρναραίοι φουρνάρηδες - φουρναραίοι
36ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΗΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ ΜΕ ΔΙΠΛΟ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟ
ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΗΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ ΜΕ ΔΙΠΛΟ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (δουλευτής) και παροξύτονα (αφέντης).

Η γενική πληθυντικού σε -ων δεν είναι εύχρηστη για πολλά ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας.

Ο πληθυντικός σε -άδες χρησιμοποιείται σε οικείο και λαϊκό ύφος.

Ενικ. οξύτονοπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
δουλευτής δουλευτή δουλευτή δουλευτήαφέντης αφέντη αφέντη αφέντη
Πληθ.   
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
δουλευτές - δουλευτάδες δουλευτάδων δουλευτές - δουλευτάδες δουλευτές - δουλευτάδεςαφέντες - αφεντάδες αφεντάδων αφέντες - αφεντάδες αφέντες - αφεντάδες
37ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ -ΕΣ ΚΑΙ –ΟΥΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ -ΕΣ ΚΑΙ –ΟΥΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι όλα οξύτονα.

Σύμφωνα με το καφές κλίνονται τα καναπές, πουρές, λεκές, πανσές κ.ά.

Σύμφωνα με το παππούς κλίνονται τα Ιησούς, νους, ρους (μόνο στον ενικό).

Ενικ. οξύτονοπαροξύτονο  
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
καφές καφέ καφέ καφέπαππούς παππού παππού παππούνους
νου
νου
νου
ρους
ρου
ρου
ρου
Πληθ.     
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
καφέδες καφέδων καφέδες καφέδεςπαππούδες παππούδων παππούδες παππούδες-
-
-
-
-
-
-
-
38ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΕΑΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΕΑΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι όλα παροξύτονα.

Σύμφωνα με το κουρέας κλίνονται τα αμφορέας, βαφέας, διανομέας, τομέας κ.ά.

Ενικ. οξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
κουρέας κουρέα κουρέα κουρέα
Πληθ.  
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
κουρείς κουρέων κουρείς κουρείς
39ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΑΝΩΜΑΛΑ
ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΑΝΩΜΑΛΑ

Από τα προηγούμενα κλιτικά υποδείγματα αποκλίνουν τα αρσενικά ουσιαστικά τα ουσιαστικά μυς, πρέσβης και πρύτανης.

Ενικ. μυςπρέσβηςπρύτανης
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
μυς μυός μυ μυπρέσβης πρέσβη πρέσβη πρέσβηπρύτανης πρύτανη πρύτανη πρύτανη
Πληθ.    
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
μυς -μύες μυών
μυς -μύες μυς -μύες
πρέσβεις πρέσβεων πρέσβεις πρέσβειςπρυτάνεις πρυτάνεων πρυτάνεις πρυτάνεις
40ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –ΑΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –ΑΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (σπηλιά), παροξύτονα (εικόνα) και προπαροξύτονα (αίθουσα)

Διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες: σε όσα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα και σε όσα τονίζονται στη λήγουσα.

Στην παραλήγουσα τονίζονται όσα λήγουν σε -ίδα, -άδα, -τητα και -όνα, π.χ. ιδιότητα – ιδιοτήτων. Εξαιρούνται: βελόνα/ κολόνα

Σε πολλά ουσιαστικά αυτής της ομάδας η γενική πληθυντικού χρησιμοποιείται σπάνια, όπως: δίψα, δίαιτα, δουλειά, ομορφιά, όπερα, ορφάνια, ράτσα, ρόκα, σαπίλα, σκοτούρα κ.ά.

Σύμφωνα με το σπηλιά κλίνονται τα δουλειά, ομορφιά κ.ά.

Σύμφωνα με το εικόνα κλίνονται τα ακτίνα, γοργόνα, μητέρα κ.ά.

Σύμφωνα με το αίθουσα κλίνονται τα αλήθεια, μαθήτρια κ.ά.

Κάποια ουσιαστικά αυτής της ομάδας σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης έχουν τον τύπο της γενικής ενικού σε -ος, όπως: Η εθνική Ελλάδος. Έλκεται λόγω βαρύτητος. Όνομα μητρός. Πολύ λίγα από τα ουσιαστικά αυτά σε παρόμοιο περιβάλλον σχηματίζουν την ονομαστική του ενικού σύμφωνα με την αρχαία κλίση, π.χ. Ελλάς, βαρύτης.

Ορισμένα από τα παροξύτονα και προπαροξύτονα ουσιαστικά που στη γενική πληθυντικού κατεβάζουν τον τόνο στη λήγουσα έχουν σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης έναν τύπο γενικής ενικού σε -ης με παράλληλη μετακίνηση του τόνου στην παραλήγουσα, π.χ. αμάξης, τραπέζης, σε φράσεις όπως: Άκουσε τα εξ αμάξης. Εργάζεται ως υπάλληλος τραπέζης. Σταθμός Λαρίσης.

Όσα προπαροξύτονα ουσιαστικά της ίδιας υποκατηγορίας έχουν θέμα που λήγει σε φωνήεν ή-ρ έχουν σε ανάλογες εκφράσεις τύπο της γενικής ενικού με τόνο στην παραλήγουσα, π.χ. επικρατείας, Ευβοίας, οικογενείας, π.χ. Συμβούλιο Επικρατείας. Πρακτορείο Ευβοίας.

Τα τοπωνύμια Αθήνα, Θήβα και Πάτρα στο τυπικό ύφος και σε στερεότυπες εκφράσεις σχηματίζουν στη γενική πληθυντικού τους τύπους Αθηνών, Θηβών και Πατρών, π.χ. Το δρομολόγιο Αθηνών–Πατρών αναχωρεί το πρωί.

Ενικ. οξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοπροπαροξύτονο  
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.η
της την
σπηλιά σπηλιάς σπηλιά σπηλιάεικόνα εικόνας εικόνα εικόναιδιότητα ιδιότητας ιδιότητα ιδιότητααίθουσα αίθουσας/αιθούσης αίθουσα αίθουσαβαρύτητα
βαρύτητας/ βαρύτητος
βαρύτητα
βαρύτητα
τράπεζα
τράπεζας/τραπέζης
τράπεζα
τράπεζα
Πληθ.       
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τις
σπηλιές σπηλιών σπηλιές σπηλιέςεικόνες εικόνων εικόνες εικόνεςιδιότητες ιδιοτήτων ιδιότητες ιδιότητεςαίθουσες αιθουσών αίθουσες αίθουσες τράπεζες
τραπεζών
τράπεζες
τράπεζες
Ενικ.       
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.η
της την
επιείκια
επιείκιας/επιεικίας
επιείκια
επιείκια
μητέρα
μητέρας/μητρός
μητέρα
μητέρα
Αθήνα
Αθήνας
Αθήνα
Αθήνα
  
Πληθ.      
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τις
-
-
-
-
μητέρες
μητέρων
μητέρες
μητέρες
-
Αθηνών
-
-
  
41ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –Η ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ –ΕΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –Η ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ –ΕΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (γραμμή), παροξύτονα (γνώμη) και προπαροξύτονα (κάμαρη). Όλα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στη λήγουσα. Ορισμένα παροξύτονα και προπαροξύτονα ουσιαστικά δε σχηματίζουν γενική πληθυντικού, π.χ. ζέστη, χάρη, ζάχαρη (πληθ. = ζάχαρες, όταν πρόκειται για ζάχαρη σε κύβους). Αρκετά ουσιαστικά της κατηγορίας αυτής, όπως αδελφή/αδερφή, (ε)ξαδέλφη/(ε)ξαδέρφη, νύφη, Κυριακή, σχηματίζουν στον λογοτεχνικό λόγο και σε οικείο ύφος τη γενική πληθυντικού με κατάληξη σε -ών και -άδων, π.χ. αδελφών και αδελφάδων.

Σύμφωνα με το γραμμή κλίνονται τα αλλαγή, εκλογή, φωνή, ψυχή κ.ά.

Σύμφωνα με το γνώμη κλίνονται τα αγάπη, άκρη, βλάβη, βρύση, δάφνη, δίκη, νίκη, τέχνη, φήμη κ.ά.

Σύμφωνα με το χάρη κλίνονται τα βρύση, ζέστη, κόρη, λάσπη, μέθη, μέση, στάνη, στρώση, τόλμη κ.ά.

Σύμφωνα με το κάμαρη κλίνονται τα Άρτεμη, ζάχαρη (στη γεν. ενικού ζάχαρης και ζαχάρεως), κάππαρη, σίκαλη κ.ά.

Ενικ. οξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοπροπαροξύτονο 
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.η
της την
γραμμή γραμμής γραμμή γραμμήγνώμη γνώμης γνώμη γνώμηχάρη χάρης χάρη χάρηκάμαρη κάμαρης κάμαρη κάμαρηζάχαρη
ζάχαρης/ζαχάρεως
ζάχαρη
ζάχαρη
Πληθ.      
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τις
γραμμές γραμμών γραμμές γραμμέςγνώμες γνωμών γνώμες γνώμεςχάρες χάρες χάρεςκάμαρες (καμαρών) κάμαρες κάμαρες 
42ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –ΗΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ –ΕΙΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –ΗΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ –ΕΙΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι παροξύτονα (γνώση) και προπαροξύτονα (αίτηση). Τα παροξύτονα τονίζονται σε κάθε πτώση στην ίδια συλλαβή, ενώ στα προπαροξύτονα κατεβαίνει ο τόνος σε κάθε πτώση του πληθυντικού αριθμού κατά μία συλλαβή.

Σύμφωνα με το γνώση κλίνονται τα δύση, κλήση, κλίση, λύση, νύξη, σκέψη, τάξη, τάση, φύση, ψύξη κ.ά.

Σύμφωνα με το αίτηση κλίνονται τα ακρόπολη, ανάγνωση, άνοιξη, βάφτιση, δήλωση, θέληση, κλείδωση, μήνυση, Νεάπολη, υπόθεση, ύφεση κ.ά.

Σχεδόν όλα τα ουσιαστικά της κατηγορίας αυτής, συνήθως στο τυπικό ύφος ή και σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης, σχηματίζουν στη γενική ενικού και τύπο με κατάληξη σε -εως. Στην περίπτωση των προπαροξύτονων κατεβάζουν και τον τόνο κατά μία συλλαβή,(Το οικόπεδό εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως. Εκπαίδευση εξ αποστάσεως)

Ενικ. παροξύτονοπροπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.η
της την
γνώση γνώσης - γνώσεως γνώση γνώσηαίτηση αίτησης - αιτήσεως αίτηση αίτηση
Πληθ.   
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τις
γνώσεις γνώσεων γνώσεις γνώσειςαιτήσεις αιτήσεων αιτήσεις αιτήσεις
43ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –ΟΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –ΟΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (οδός), παροξύτονα (ψήφος) και προπαροξύτονα (μέθοδος).

Τα οξύτονα και τα παροξύτονα τονίζονται σε κάθε πτώση στην ίδια συλλαβή, ενώ στα προπαροξύτονα μετακινείται ο τόνος στη γενική ενικού και πληθυντικού, καθώς και στην αιτιατική του πληθυντικού, στην παραλήγουσα.

Κλίνονται όπως και τα αρσενικά ουσιαστικά σε -ος.

Η κλητική των ουσιαστικών αυτής της κατηγορίας χρησιμοποιείται πάρα πολύ σπάνια. Παρουσιάζει στον ενικό αριθμό κατάληξη σε -ε και σε -ο, π.χ. κιβωτό, Κύπρο, αλλά και πάροδε, λεωφόρε.

Η ονομαστική και η αιτιατική πληθυντικού έχουν κι έναν τύπο με κατάληξη -ες, π.χ. οι μέθοδες, τις μέθοδες.

Σύμφωνα με το οδός κλίνονται τα ατραπός, οδός, στενωπός κ.ά.

Σύμφωνα με το ψήφος κλίνονται τα άμμος, λεωφόρος κ.ά.

Σύμφωνα με το μέθοδος κλίνονται τα άνοδος, διάλεκτος, Κόρινθος, παράγραφος, πρόοδος, σύνοδος κ.ά.

Ενικ. οξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοπροπαροξύτονοπροπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.η
της την
οδός οδού οδό οδόψήφος ψήφου ψήφο ψήφολεωφόρος λεωφόρου λεωφόρο λεωφόρο - λεωφόρεμέθοδος μεθόδου μέθοδο μέθοδοπάροδος παρόδου πάροδο πάροδο - πάροδε
Πληθ.      
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τις
οδοί οδών οδούς οδοίψήφοι ψήφων ψήφους ψήφοιλεωφόροι λεωφόρων λεωφόρους λεωφόροιμέθοδοι (μέθοδες) μεθόδων μεθόδους μέθοδοι (μέθοδες)πάροδοι παρόδων παρόδους πάροδοι
44ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –Α ΚΑΙ –ΟΥ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –Α ΚΑΙ –ΟΥ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Τα ουσιαστικά αυτών των κατηγοριών είναι μόνο οξύτονα.

Τονίζονται στην ίδια συλλαβή σε όλες τις πτώσεις και των δύο αριθμών.

Σύμφωνα με το μαμά κλίνονται τα γιαγιά, κυρά, νταντά κ.ά.

Σύμφωνα με το αλεπού κλίνονται τα πολυλογού, γλωσσού, μαϊμού κ.ά.

Ενικ. οξύτονο σε -άοξύτονο σε ούΠληθ   
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.η
της την
μαμά μαμάς μαμά μαμάαλεπού αλεπούς αλεπού αλεπούονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τις
μαμάδες μαμάδων μαμάδες μαμάδεςαλεπούδες αλεπούδων αλεπούδες αλεπούδες
45ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –Ω ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –Ω ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Τα ουσιαστικά της κατηγορίας αυτής έχουν μόνο ενικό αριθμό και είναι οξύτονα και παροξύτονα. Τονίζονται στην ίδια συλλαβή σε κάθε πτώση.

Σύμφωνα με το πειθώ κλίνονται τα ηχώ, Καλυψώ, Λητώ, φειδώ κ.ά.

Σύμφωνα με το Μάρω κλίνονται τα Διαμάντω, Φρόσω κ.ά.

Σήμερα απαντά συχνότερα στη γενική του ενικού η αρχαιοελληνική κατάληξη -ους

Ενικ. οξύτονοοξύτονοπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.η
της την
πειθώ πειθώς/πειθούς πειθώ πειθώΛητώ Λητώς/ Λητούς Λητώ ΛητώΜάρω Μάρως Μάρω Μάρω
46ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Ο ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Ο ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (φυτό), παροξύτονα (δέντρο) και προπαροξύτονα (άτομο).

Τα προπαροξύτονα διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες:

α) σε όσα ο τόνος τους παραμένει στην ίδια συλλαβή σε κάθε πτώση και των δύο αριθμών και

β) σε όσα κατεβάζουν τον τόνο κατά μία συλλαβή στη γενική ενικού και πληθυντικού.

Σύμφωνα με το φυτό κλίνονται τα Μεξικό, νερό, παγωτό, χωριό κ.ά.

Σύμφωνα με το δέντρο κλίνονται τα βιβλίο, θρανίο, σύννεφο, Τορίνο κ.ά.

Σύμφωνα με το δωμάτιο κλίνονται τα αυτοκίνητο, άτομο, έπιπλο, κείμενο κ.ά.

Ορισμένα προπαροξύτονα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας έχουν δύο τύπους στη γενική ενικού και πληθυντικού: έναν με τόνο στην παραλήγουσα, που χρησιμοποιείται στο τυπικό ύφος, και έναν με τόνο στην προπαραλήγουσα, που χρησιμοποιείται σε ουδέτερο και οικείο ύφος, π.χ. αμύγδαλου και αμυγδάλου, αμύγδαλων και αμυγδάλων, σε φράσεις όπως Σοκολάτα αμυγδάλου, αλλά Οι φλοιοί των αμύγδαλων είναι μαλακοί. Καραμέλες βουτύρου, αλλά Η παραγωγή βούτυρου είναι φέτος πολύ μεγάλη. Mερικά από τα πιο συνηθισμένα στον λόγο ουσιαστικά που παρουσιάζουν αυτούς τους δύο τύπους είναι τα εξής: αμύγδαλο, ατμόπλοιο, βούτυρο, γόνατο, δάχτυλο, ποδήλατο, πρόβατο

Ενικ. οξύτονοπαροξύτονοπροπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.το
του το
φυτό φυτού φυτό φυτόδέντρο δέντρου δέντρο δέντροδωμάτιο δωματίου - δωμάτιου δωμάτιο δωμάτιο
Πληθ.    
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.τα
των τα
φυτά φυτών φυτά φυτάδέντρα δέντρων δέντρα δέντραδωμάτια δωματίων - δωμάτιων δωμάτια δωμάτια
47ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Ι ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Ι ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (νησί) και παροξύτονα (σπίτι). Το μόνο προπαροξύτονο είναι το φίλντισι.

Στα παροξύτονα μετακινείται ο τόνος στη γενική ενικού και πληθυντικού στη λήγουσα.

Στη γενική ενικού του προπαροξύτονου «φίλντισι», το οποίο δεν έχει πληθυντικό, μετακινείται ο τόνος.

Τα υποκοριστικά σε -άκι και -ούλι δε σχηματίζουν τύπους στη γενική ενικού και πληθυντικού. Μπορούν όμως να δανειστούν τους αντίστοιχους τύπους από το ουσιαστικό, π.χ. το σπιτάκι, του σπιτιού, τα σπιτάκια, των σπιτιών.

Τα ουσιαστικά σε -άι και -όι σχηματίζουν τη γενική ενικού και όλες τις πτώσεις του πληθυντικού προσθέτοντας ενός γ πριν από την κατάληξη, π.χ. τσάι-τσαγιού, ρολόι-ρολόγια.

Το ουσιαστικό πρωί κλίνεται με ιδιαίτερο τρόπο.

Γράφονται με υ τα ουσιαστικά βράδυ, δάκρυ, στάχυ, δίχτυ, δόρυ, οξύ. Το ουσιαστικό μέλι σχηματίζει στη γενική ενικού και τον τύπο μέλιτος, που χρησιμοποιείται στις στερεότυπες εκφράσεις ταξίδι του μέλιτος και μήνας του μέλιτος.

Σύμφωνα με το νησί κλίνονται τα ουσιαστικά αρνί, πουλί, παιδί, χαρτί, ψωμί κ.ά.

Σύμφωνα με το σπίτι κλίνονται τα αγόρι, κορίτσι, λουλούδι, παπούτσι, χέρι κ.ά.

Ενικ. οξύτονοοξύτονοπαροξύτονοπροπαροξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.το
του το
νησί νησιού νησί νησίπρωί πρωινού πρωί πρωίσπίτι σπιτιού σπίτι σπίτιφίλντισι φιλντισιού φίλντισι φίλντισιμηχανάκι (μηχανής) μηχανάκι μηχανάκιτσάι τσαγιού τσάι τσάιμέλι μελιού - μέλιτος μέλι μέλι
Πληθ.        
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.τα
των τα
νησιά νησιών νησιά νησιάπρωινά πρωινών πρωινά πρωινάσπίτια σπιτιών σπίτια σπίτια μηχανάκια μηχανάκια μηχανάκιατσάγια τσαγιών τσάγια τσάγιαμέλια μελιών μέλια μέλια
Ενικ. παροξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοοξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.το
του το
βράδυ βραδιού βράδυ βράδυστάχυ σταχυού στάχυ στάχυδίχτυ διχτυού - διχτύου δίχτυ δίχτυδάκρυ (δάκρυου) δάκρυ δάκρυδόρυ δόρατος δόρυ δόρυοξύ οξέος οξύ οξύ
Πληθ.       
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.τα
των τα
βράδια βραδιών βράδια βράδιαστάχυα σταχυών στάχυα στάχυαδίχτυα διχτυών - διχτύων δίχτυα δίχτυαδάκρυα δακρύων δάκρυα δάκρυαδόρατα δοράτων δόρατα δόραταοξέα οξέων οξέα οξέα
Ενικ.   Πληθ.   
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.το
του το
ρολόι
ρολογιού
ρολόι
ρολόι
παιδί
παιδιού
παιδί
παιδί
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.τα
των τα
ρολόγια
ρολογιών
ρολόγια
ρολόγια
παιδιά
παιδιών
παιδιά
παιδιά
48ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –ΟΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –ΟΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι παροξύτονα και προπαροξύτονα. Στα παροξύτονα μετακινείται ο τόνος στη γενική πληθυντικού στη λήγουσα.

Στα προπαροξύτονα ο τόνος αλλάζει θέση στη γενική πληθυντικού στη λήγουσα, ενώ στη γενική ενικού και στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού μετακινείται στην παραλήγουσα.

Η κλητική του ενικού και πληθυντικού δε χρησιμοποιείται συχνά στον λόγο.

Σύμφωνα με το δάσος κλίνονται τα άλσος, βέλος, γένος, τέλος, χρέος κ.ά. Εξαίρεση αποτελούν τα ουσιαστικά άνθος, όρος και χείλος, τα οποία σχηματίζουν τη γενική πληθυντικού σε -έων: ανθέων, ορέων, χειλέων.

Σύμφωνα με το μέγεθος κλίνονται τα έδαφος, στέλεχος κ.ά.

Ενικ. παροξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοπροπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.το
του το
δάσος δάσους δάσος δάσοςάνθος άνθους άνθος άνθοςόρος όρους όρος όροςχείλος χείλους χείλος χείλοςμέγεθος μεγέθους μέγεθος μέγεθος
Πληθ.      
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.τα
των τα
δάση δασών δάση δάσηάνθη ανθέων άνθη άνθηόρη ορέων όρη όρηχείλη χειλέων χείλη χείλημεγέθη μεγεθών μεγέθη μεγέθη
Ενικ. προπαροξύτονοπροπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.το
του το
πέλαγος - πέλαγο πελάγους - πέλαγου πέλαγος - πέλαγο πέλαγος - πέλαγοθάρρος θάρρους θάρρος θάρρος
Πληθ.   
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.τα
των τα
πελάγη - πέλαγα πελάγων πελάγη - πέλαγα πελάγη - πέλαγαθάρρητα θαρρήτων θάρρητα θάρρητα
49ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –ΜΑ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –ΜΑ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι παροξύτονα (πράγμα) και προπαροξύτονα (μάθημα).

Η γενική ενικού και η ονομαστική, η αιτιατική και η κλητική πληθυντικού τονίζονται πάντοτε στην προπαραλήγουσα, ενώ η γενική πληθυντικού πάντοτε στην παραλήγουσα.

Ορισμένα ουσιαστικά σχηματίζουν πτώσεις μόνο στον πληθυντικό, π.χ. γεράματα, τρεχάματα, χαιρετίσματα κ.ά.

Η κλητική του ενικού και πληθυντικού δε χρησιμοποιείται συχνά στον λόγο.

Σύμφωνα με το πράγμα κλίνονται τα γράμμα, κλίμα, σώμα, χρώμα κ.ά.

Σύμφωνα με το μάθημα κλίνονται τα παράπηγμα, σύνταγμα κ.ά.

Ενικ. παροξύτονοπροπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.το
του το
πράγμα πράγματος πράγμα πράγμαμάθημα μαθήματος μάθημα μάθημα
Πληθ.   
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.τα
των τα
πράγματα πραγμάτων πράγματα πράγματαμαθήματα μαθημάτων μαθήματα μαθήματα
50ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –ΙΜΟ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –ΙΜΟ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι προπαροξύτονα. Τονίζονται σε κάθε πτώση στην προπαραλήγουσα, εκτός από τη γενική πληθυντικού, όπου τονίζονται στην παραλήγουσα.

Η γενική πληθυντικού και η κλητική και των δύο αριθμών δεν απαντούν συχνά στον λόγο.

Σύμφωνα με το γράψιμο κλίνονται τα βάψιμο, δέσιμο, φταίξιμο κ.ά.

Ενικ. προπαροξύτονοΠληθ.  
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.το
του το
γράψιμο γραψίματος γράψιμο γράψιμοονομ. γεν. αιτ. κλητ.τα
των τα
γραψίματα γραψιμάτων γραψίματα γραψίματα
51ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Σ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Σ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Τα ουσιαστικά που ακολουθούν στην κλίση το τέρας είναι παροξύτονα και τονίζονται στη γενική ενικού, ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού στην προπαραλήγουσα. Παρόμοια κλίνονται και τα γήρας, κρέας, πέρας κ.ά.

Τα ουσιαστικά που ακολουθούν στην κλίση το καθεστώς είναι οξύτονα και παροξύτονα. Τονίζονται παντού στην ίδια συλλαβή, αλλά στη γενική πληθυντικού κυρίως στην παραλήγουσα. Παρόμοια κλίνονται και τα αεριόφως, γεγονός, ημίφως, λυκόφως. Εξαιρείται το φως, που τονίζεται στη γενική ενικού στη λήγουσα.

Ενικ. οξύτονοοξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.το
του το
καθεστώς καθεστώτος καθεστώς καθεστώςφως φωτός φως φωςημίφως ημίφωτος ημίφως ημίφωςτέρας τέρατος τέρας τέρας
Πληθ.     
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.τα
των τα
καθεστώτα καθεστώτων καθεστώτα καθεστώταφώτα φώτων φώτα φώταημίφωτα ημιφώτων - ημίφωτων ημίφωτα ημίφωτατέρατα τεράτων τέρατα τέρατα
52ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Ν ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Ν ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (ον, μηδέν) και παροξύτονα (φωνήεν). Τονίζονται παντού στην ίδια συλλαβή, εκτός από τη γενική πληθυντικού των παροξύτονων, όπου ο τόνος κατεβαίνει μία συλλαβή. Στη γενική πληθυντικού τονίζονται πάντοτε στην παραλήγουσα.

Τα ουσιαστικά «το παν» και «το μηδέν» αποτελούν εξαίρεση, που τονίζονται στη γενική ενικού στη λήγουσα (του παντός, του μηδενός).

Το «μηδέν» δεν έχει πληθυντικό· στη θέση του χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό του «μηδενικό».

Σύμφωνα με το ον κλίνονται και τα ανακοινωθέν, παρελθόν, παρόν, προϊόν, προσόν, συμβάν κ.ά.

Σύμφωνα με το φωνήεν κλίνονται και τα ενδιαφέρον, καθήκον, μέλλον, περιβάλλον, σύμπαν, συμφέρον κ.ά.

Ενικ. οξύτονοοξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.το
του το
ον όντος ον ονσυμβάν συμβάντος συμβάν συμβάνφωνήεν φωνήεντος φωνήεν φωνήενκαθήκον καθήκοντος καθήκον καθήκονσύμπαν καθήκοντος σύμπαν σύμπαν
Πληθ.      
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.τα
των τα
όντα όντων όντα όντασυμβάντα συμβάντων συμβάντα συμβάνταφωνήεντα φωνηέντων φωνήεντα φωνήεντακαθήκοντα καθηκόντων καθήκοντα καθήκοντασύμπαντα συμπάντων σύμπαντα σύμπαντα
53ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Ρ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Ρ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ

Η γενική πληθυντικού του «ήπαρ» και οι κλητικές των δύο ουσιαστικών αυτής της ομάδας σπάνια χρησιμοποιούνται.

Ενικ. οξύτονοπαροξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.το
του το
πυρ πυρός πυρ πυρήπαρ ήπατος ήπαρ ήπαρ
Πληθ.   
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.τα
των τα
πυρά πυρών πυρά πυράήπατα ηπάτων ήπατα ήπατα
54ΙΔΙΟΚΛΙΤΑ ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΠΟΥ ΛΗΓΟΥΝ ΣΕ ΦΩΝΗΕΝ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
ΙΔΙΟΚΛΙΤΑ ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΠΟΥ ΛΗΓΟΥΝ ΣΕ ΦΩΝΗΕΝ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Ενικ. παροξύτονοπαροξύτονοπαροξύτονοοξύτονο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.το
του το
γάλα γάλατος - γάλακτος γάλα γάλαήμισυ ημίσεος ήμισυ ήμισυδόρυ δόρατος δόρυ δόρυοξύ οξέος οξύ οξύ
Πληθ.     
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.τα
των τα
γάλατα γαλάτων γάλατα γάλατα δόρατα δοράτων δόρατα δόραταοξέα οξέων οξέα οξέα
55ΑΡΧΑΙΟΚΛΙΤΑ
ΑΡΧΑΙΟΚΛΙΤΑ
ΑΡΣΕΝΙΚΑΘΗΛΥΚΑΟΥΔΕΤΕΡΑ
δεκανέας...Παροξύτονα σε -έαςγραμματέας...της γραμματ-έως-είς-έωνφως...του φωτός
Αχιλλέας...Κύριαταμίας...της ταμί-ουους...του ωτός
συγγενής...Οξύτονα σε -ηςμάρτυρας/μάρτυς...της μάρτυρ-οςκαθεστώς...του καθεστώτος
Ηρακλής...Κύριααυτόχειρας/αυτόχειρ...της αυτόχειρ-οςαεριόφως...του αεριόφωτος
μάντης...Παροξύτονα σε -ης ανισοσύλλαβα στη γενική πληθυντικούαρχιτέκτον-ας-ων/αρχιτεκτόνισσα...της αρχιτέκτονος/αρχιτεκτόνισσαςγεγονός...του γεγονότος
κόμης...Παροξύτονα σε -ης ανισοσύλλαβα στον πληθυντικόεισπράκτ-ορας-ωρ/εισπρακτόρισσα...της εισπράκτορος/εισπρακτόρισσαςπροϊόν...του προϊόντος
πρύτανης...Προπαροξ/να σε -ης ανισοσύλλαβα στη γενική πληθυντικούδιδάκτορ-ας-ωρ...της διδάκτορ-οςενδιαφέρον...του ενδιαφέροντος
Άδωνης...Κύριαείρων/είρωνας...της είρων-οςκρέας...του κρέατος
πλους...Σε -ους με ανισοσύλλαβο πληθυντικόσυγγενής/συγγένισσα...της συγγενούς/συγγένισσαςπάγκρεας...του παγκρέατος
απόπλους...Σε -ους με ισοσύλλαβο πληθυντικόβουλευτ-ής-ίνα...της βουλευτ-ού-ίναςφρέαρ...του φρέατος
πέλεκυς... εφοπλιστής/εφοπλίστρια/εφοπλιστίνα...της εφοπλιστ-ού-ίνας/εφοπλίστριαςδόρυ...του δόρατος
μυς... νομάρχης...της νομάρχ-ουύδωρ...του ύδατος
ιχθύς... πολίτις...της πολίτιδοςδέλεαρ...(του δελέατος)
μιγάς... λυκειάρχ-ης-ισσα...της θιασάρχ-ου-ισσαςπαν...του παντός
επαΐων... Αλβιών... συμβάν...του συμβάντος
αλέκτωρ... ισχύς... σύμπαν...του σύμπαντος
εύελπις... δρυς... φωνήεν...του φωνήεντος
πους... γείτων... άστυ...του άστεως
οδούς... μήκων... οξύ...του οξέος
ιέραξ... μήνις... πυρ...του πυρός
άναξ... χειρ... νέκταρ...του νέκταρος
υπεζωκώς... βασιλομήτωρ... σέλας...του σέλαος
όφις... πομφόλυξ... μηδέν...του μηδενός
κύων... χάρις... άκαρι...του ακάρεως
παις... ύβρις... κόμμι...του κόμμεος (και κόμμεως)
πένης... σπάνις...  Ισοσύλλαβα
ναυτόπαις... γυνή... ελεφαντοστούν...του ελεφαντοστού
στάχυς... κρίση...Παροξύτονασέβας... 
Ζευς... Άλπεις...Κύρια (μόνο στον πληθυντικό)  
  διάβαση...Προπαροξ/να  
  Τρίπολη...Κύρια  
  οδός...Οξύτονα  
  αρχηγός...Διπλόμορφα  
  Αιδηψός...Κύρια  
  λεωφόρος...Παροξύτονα  
  Χίος...Κύρια  
  άβυσσος...Προπαροξ/να  
  δήμαρχος/δημαρχίνα...Διπλόμορφα  
  Πελοπόννησος...Κύρια  
56ΔΙΠΛΟΚΛΙΤΑ
ΔΙΠΛΟΚΛΙΤΑ
Ενικός αριθμόςΠληθυντικός αριθμός
ο βράχος ο λαιμός ο λόγος ο χρόνος ο πλούτος ο σανόςοι βράχοι οι λαιμοί οι λόγοι οι χρόνοιτα βράχια τα λαιμά τα λόγια τα χρόνια τα πλούτη τα σανά
57ΕΠΙΘΕΤΑ
ΕΠΙΘΕΤΑ

Το επίθετο προσδίδει συνήθως στο ουσιαστικό που συνοδεύει ένα γνώρισμα, μια ιδιότητα ή μια ποιότητα, π.χ. Το πέτρινο σπίτι. Η προσεκτική ανάγνωση.

58Συμφωνία επιθέτου με το ουσιαστικό
Συμφωνία επιθέτου με το ουσιαστικό

Το επίθετο ακολουθεί το ουσιαστικό του στο γένος, στον αριθμό και στην πτώση.

Θέση του επιθέτου

Η θέση του επιθέτου στην πρόταση δεν είναι σταθερή. Συνήθως τοποθετείται στο λόγο πριν από το ουσιαστικό, αλλά μπορεί να τοποθετείται και μετά από αυτό, π.χ. Ήταν ένα ήσυχο απόγευμα, αλλά και Ήταν ένα απόγευμα ήσυχο. Κάτι ανάλογο γίνεται, όταν μεταξύ ουσιαστικού και επιθέτου μεσολαβεί το ρήμα είμαι, π.χ. Οι πλανήτες είναι ετερόφωτοι, αλλά και Ετερόφωτοι είναι οι πλανήτες.

59Το επίθετο ως ουσιαστικό
Το επίθετο ως ουσιαστικό

Το επίθετο συχνά χρησιμοποιείται με πρόταξη του άρθρου χωρίς το ουσιαστικό, όταν εννοείται από τους συμμετέχοντες στη συζήτηση, π.χ. Τα μικρά να έλθουν μπροστά (εννοείται παιδιά). Οι ηλικιωμένοι να περάσουν δεξιά και οι νέοι στα αριστερά (εννοείται άνθρωποι). Στην περίπτωση αυτή τα επίθετα λειτουργούν ως ουσιαστικά. Γενικά, η διάκριση μεταξύ επιθέτου και ουσιαστικού δεν είναι πάντα εύκολη, γιατί μπορεί η ίδια λέξη να λειτουργεί άλλοτε ως επίθετο και άλλοτε ως ουσιαστικό, π.χ.

Τα εισοδήματά του προέρχονται από μισθωτές υπηρεσίες (επίθετο). Άρχισαν οι διαμαρτυρίες των μισθωτών (ουσιαστικό). Έφερε νέα πράγματα (επίθετο). Έφερε καλά νέα (ουσιαστικό).

Σε αυτή την περίπτωση περιλαμβάνονται επίσης πολλές λέξεις που δηλώνουν διάφορες ιδιότητες αλλά κυρίως καταγωγή από κάποια γεωγραφική περιοχή ή εθνική καταγωγή. Οι λέξεις αυτές αναφέρονται είτε μόνο στο αρσενικό γένος είτε μόνο στο θηλυκό είτε και στα δύο γένη και σπανιότερα και στα τρία, π.χ. η Αθηναία υπάλληλος (επίθετο), αλλά και η Αθηναία (ουσιαστικό). Ο Μεξικάνος αθλητής (επίθετο), αλλά και ο Μεξικάνος (ουσιαστικό).

Το γένος των επιθέτων

Το επίθετο παίρνει το γένος του ουσιαστικού που προσδιορίζει, π.χ. Η καθαρή σελίδα. Ο καθαρός πίνακας. Το καθαρό δωμάτιο.

Μορφολογία

Τα περισσότερα επίθετα έχουν διαφορετική μορφή στο αρσενικό, στο θηλυκό και στο ουδέτερο γένος. Ορισμένα, τα οποία είναι στην πλειονότητά τους δάνεια από ξένες γλώσσες, διαθέτουν μόνο έναν τύπο και για τα τρία γένη, π.χ. Ο μοβ φάκελος. Η μοβ κορδέλα. Το μοβ ύφασμα. Η μορφή αυτών των επιθέτων παραμένει αναλλοίωτη σε όλα τα γένη και τις πτώσεις.

Η κλίση των επιθέτων έχει ομοιότητες με την κλίση των ουσιαστικών που έχουν τις ίδιες καταλήξεις.

Ανάλογα με τις καταλήξεις τους στα τρία γένη, τα επίθετα κατατάσσονται σε τρικατάληκτα (π.χ. ο όμορφος, η όμορφη, το όμορφο), δικατάληκτα (π.χ. ο ακριβής, η ακριβής, το ακριβές) και μονοκατάληκτα (π.χ. ο μπλε, η μπλε, το μπλε)

Ανάλογα με το αν διατηρούν τον ίδιο αριθμό συλλαβών κατά την κλίση τους, τα επίθετα κατατάσσονται σε ισοσύλλαβα (π.χ. ο ήσυχος, του ήσυχου) και ανισοσύλλαβα (π.χ. ο παρών, του παρόντος).

Διακρίσεις στη μορφολογία των επιθέτων
μονοκατάληκταδικατάληκτατρικατάληκτα
ισοσύλλαβαισοσύλλαβα ανισοσύλλαβαισοσύλλαβα ανισοσύλλαβα

Ορθογραφία-Τονισμός

Στα επίθετα ο τόνος διατηρείται κατά κανόνα στην ίδια συλλαβή, π.χ. ο όμορφος κήπος, του όμορφου κήπου, οι όμορφοι κήποι. Μερικές φορές, συνήθως σε τυπικό ύφος, ο τόνος των επιθέτων που τονίζονται στην προπαραλήγουσα μετακινείται, π.χ. Το βιβλίο των αγρίων ζώων.

Επίθετα σε:

-ος, -η, -ο // -ος, -α, -ο // -ος, -ια, -ο

-ύς, -ιά, -ύ, σε -ύς, -εία, -ύ και σε -ής, -ιά, -ί // -ης, -α, -ικο και σε -άς/-ής, -ού, -άδικο/-ήδικο

-ης, -ης, -ες // -ων, -ουσα, -ον // -ων/-ονας, -ων, -ον

60Το επίθετο πολύς-πολλή-πολύ
Το επίθετο πολύς-πολλή-πολύ

-θεις, -θείσα, -θέν // -σας, -σασα, -σαν

61ΑΚΛΙΤΑ
ΑΚΛΙΤΑ

Στην κατηγορία αυτή ανήκουν επίθετα που προέρχονται συνήθως από ξένες γλώσσες και έχουν τον ίδιο μορφολογικό τύπο σε κάθε πτώση και των τριών γενών. Μερικά από τα επίθετα αυτά είναι τα εξής: κομπλέ, μοβ, μπεζ, μπλε, ριγέ, σικ.

ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ος –η –ο ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ

Στην κατηγορία αυτή τα επίθετα είναι οξύτονα (ταπεινός, ταπεινή, ταπεινό), παροξύτονα (άσπρος, άσπρη, άσπρο) και προπαροξύτονα (άδικος, άδικη, άδικο).

α) Τα περισσότερα επίθετα της κατηγορίας αυτής έχουν σύμφωνο πριν από την κατάληξη, π.χ. άδικ-ος, ακριβ-ός, ταπειν-ός

β) Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται επίσης τα οξύτονα και προπαροξύτονα που έχουν φωνήεν πριν από την κατάληξη, όχι όμως [i] ι, υ, ει, οι, π.χ. αραι-ός, στερε-ός, όγδο-ος κ.ά.

Σύμφωνα με το άδικος, άδικη, άδικο κλίνονται και οι μετοχές στην παθητική φωνή σε -ος, -η, -ο, π.χ. διαβασμένος, γραμμένος, κουρασμένος κ.ά.

Ο τόνος σχεδόν πάντοτε παραμένει στην ίδια συλλαβή. Όμως, σε κάποιες περιπτώσεις, στη γενική του ενικού και του πληθυντικού και στην αιτιατική του πληθυντικού αριθμού των προπαροξύτονων επιθέτων, κυρίως σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης ή στο τυπικό ύφος, ο τόνος μετακινείται στην παραλήγουσα, π.χ. Επίλυση διαφόρων (αντί διάφορων) προβλημάτων. Αθωώθηκε εξαιτίας του προτέρου εντίμου (αντί έντιμου) βίου του. Η μετακίνηση του τόνου στη γενική του ενικού και στη γενική και αιτιατική του πληθυντικού θεωρείται κανονική, όταν το επίθετο χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. Κάλεσε όλους τους αθανάτους (αντί αθάνατους). Ρώτησε τον γιατρό για την πορεία της υγείας του αρρώστου (αντί άρρωστου). Η διαφοροποίηση αυτή τείνει σήμερα να σχετιστεί στον προφορικό λόγο με τη διαφοροποίηση του ύφους του ομιλητή (τόνος στην προπαραλήγουσα = ουδέτερο ή οικείο ύφος, τόνος στην παραλήγουσα = τυπικό ύφος).

Τα επίθετα που το θέμα τους λήγει σε -ρ και μερικά επίθετα των οποίων το θέμα λήγει σε φωνήεν σχηματίζουν σε κάποιες περιπτώσεις, συνήθως σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης, το θηλυκό με κατάληξη -α, π.χ. Οι βουλευτές της αριστεράς (αντί αριστερής) πτέρυγας. Οδηγήθηκε σε βεβαία (αντί βέβαιη) ήττα.

Ορισμένα επίθετα, που δηλώνουν εθνική προέλευση, εμφανίζονται στο λόγο με διαφορετικό τονισμό, π.χ. Βουλγάρικο τυρί, αλλά και Ο βουλγαρικός στρατός. Η αμερικάνικη κυριαρχία, αλλά και Η αμερικανική βοήθεια. Η διαφοροποίηση αυτή είναι τις περισσότερες φορές τυχαία. Σπανιότερα γίνεται για λόγους ύφους. Σ' αυτές τις περιπτώσεις το επίθετο που τονίζεται στη λήγουσα συναντάται σε τυπικό ύφος.

Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
άδικος άδικου άδικο άδικεη της
την
άδικη άδικης άδικη άδικητο του τοάδικο άδικου άδικο άδικο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
άδικοι άδικων άδικους άδικοιοι των τιςάδικες άδικων άδικες άδικεςτα των ταάδικα άδικων άδικα άδικα
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
διαβασμένος διαβασμένου διαβασμένο διαβασμένεη της
την
διαβασμένη διαβασμένης διαβασμένη διαβασμένητο του τοδιαβασμένο διαβασμένου διαβασμένο διαβασμένο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
διαβασμένοι διαβασμένων διαβασμένους διαβασμένοιοι των τιςδιαβασμένες διαβασμένων διαβασμένες διαβασμένεςτα των ταδιαβασμένα διαβασμένων διαβασμένα διαβασμένα
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
βέβαιος
βέβαιου/βεβαίου
βέβαιο
βέβαιε
η της
την
βέβαιη/βεβαία
βέβαιης/βεβαίας
βέβαιη/βεβαία
βέβαιη/βεβαία
το του τοβέβαιο
βέβαιου/βεβαίου
βέβαιο
βέβαιο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
βέβαιοι
βέβαιων/βεβαίων
βέβαιους/βεβαίους
βέβαιοι
οι των τιςβέβαιες
βέβαιων/βεβαίων
βέβαιες
βέβαιες
τα των ταβέβαια
βέβαιων/βεβαίων
βέβαια
βέβαια
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
αθάνατος
αθάνατου/αθανάτου
αθάνατο
αθάνατε
η της
την
αθάνατη/ αθάνατος
αθάνατης/ αθάνατου/αθανάτου
αθάνατη/ αθάνατο
αθάνατη/αθάνατε
το του τοαθάνατο
αθάνατου/αθανάτου
αθάνατο
αθάνατο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
αθάνατοι
αθάνατων/αθανάτων
αθάνατους/αθανάτους αθάνατοι
οι των τιςαθάνατες
αθάνατων/αθανάτων
αθάνατες
αθάνατες
τα των τααθάνατα
αθάνατων/αθανάτων
αθάνατα
αθάνατα

ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ος –α –ο ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ

Η ομάδα αυτή περιλαμβάνει επίθετα σε -ος με θέμα που καταλήγει σε οποιαδήποτε πραγμάτωση του φωνήματος [i] (ι, υ, ει, οι), τονιζόμενου ή άτονου, ή σε οποιοδήποτε άλλο τονιζόμενο φωνήεν.

Σε σύγκριση με τα επίθετα σε -ος, -η, -ο, η μόνη μορφολογική διαφορά αυτής της ομάδας βρίσκεται στους τύπους του θηλυκού ενικού, στην κατάληξη των οποίων υπάρχει πάντα το -α στη θέση του -η.

Σύμφωνα με το νέος-νέα-νέο κλίνονται τα αιώνιος, γκρίζος, καινούριος, μοντέρνος, σκούρος, καθώς και τα επίθετα που λήγουν στα επιθήματα -ούχος, -φόρος, -ούργος, π.χ. ταλαντούχος, κερδοφόρος, ραδιούργος κ.ά.

Σύμφωνα με το τίμιος-τίμια-τίμιο κλίνονται τα άδειος, αστείος, κρύος, σπάνιος, τεράστιος κ.ά. καθώς και τα επίθετα σε -ένιος, -ίσιος, π.χ. μαρμαρένιος, βελουδένιος, αρνίσιος, βουνίσιος.

Στον τονισμό των επιθέτων σε -ος, -α, -ο συμβαίνει αυτό που συμβαίνει και στα επίθετα σε -ος, -η, -ο. Ο τόνος δηλαδή παραμένει σε κάθε πτώση κανονικά στην ίδια συλλαβή. Όμως στη γενική του ενικού και πληθυντικού, καθώς και στην αιτιατική του πληθυντικού αριθμού, στα προπαροξύτονα επίθετα, σε κάποιες περιπτώσεις, κυρίως στο τυπικό ύφος, ο τόνος μετακινείται στην παραλήγουσα, π.χ. Ανακάλυψη πλουσίων (αντί πλούσιων) κοιτασμάτων. Ήταν άτομο μετρίου (αντί μέτριου) αναστήματος. Η μετακίνηση του τόνου στη γενική του ενικού και στη γενική και αιτιατική του πληθυντικού θεωρείται κανονική, όταν το επίθετο χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. Υπάρχουν δέκα θέσεις ορθίων. Είναι ασφαλισμένος του Δημοσίου. Η διαφοροποίηση αυτή τείνει σήμερα να συσχετιστεί στον προφορικό λόγο με τη διαφοροποίηση του ύφους του ομιλητή (τόνος στην προπαραλήγουσα = ουδέτερο και οικείο ύφος, τόνος στην παραλήγουσα = τυπικό ύφος).

Κάποια επίθετα της ομάδας αυτής, όπως τα βόρειος, έγγειος, ειδοποιός, νότιος, χρησιμοποιούνται στο λόγο και ως δικατάληκτα, με τους τύπους του θηλυκού να συμπίπτουν με τους τύπους του αρσενικού, π.χ. Η Βόρειος Αμερική, αλλά και Η Βόρεια Αμερική. Η έγγειος ιδιοκτησία, αλλά και– σπανιότερα– Η έγγεια ιδιοκτησία. Το επίθετο ειδοποιός χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στη στερεότυπη έκφραση η ειδοποιός διαφορά.

  
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
τίμιος τίμιου/τιμίου τίμιο τίμιεη της
την
τίμια τίμιας/τιμίας τίμια τίμιατο του τοτίμιο τίμιου τίμιο τίμιο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
τίμιοι τίμιων/τιμίων τίμιους τίμιοιοι των τιςτίμιες τίμιων/τιμίων τίμιες τίμιεςτα των τατίμια τίμιων τίμια τίμια
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
κερδοφόρος κερδοφόρου κερδοφόρο κερδοφόρεη της
την
κερδοφόρα κερδοφόρας κερδοφόρα κερδοφόρατο του τοκερδοφόρο κερδοφόρου κερδοφόρο κερδοφόρο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
κερδοφόροι κερδοφόρων κερδοφόρους κερδοφόροιοι των τιςκερδοφόρες κερδοφόρων κερδοφόρες κερδοφόρεςτα των τακερδοφόρα κερδοφόρων κερδοφόρα κερδοφόρα
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
νέος νέου νέο νέεη της
την
νέα νέας νέα νέατο του τονέο νέου νέο νέο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
νέοι νέων νέους νέοιοι των τιςνέες νέων νέες νέεςτα των τανέα νέων νέα νέα

ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ος –ια –ο ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ

Η ομάδα αυτή διαφοροποιείται από τα επίθετα σε -ος, -η, -ο μόνο στο θηλυκό του ενικού, οι οποίοι λήγουν σε -ια και όχι σε -η.

Σύμφωνα με το γλυκός-γλυκιά-γλυκό κλίνονται τα γνωστικός, ελαφρός, φτωχός (οξύτονα), φρέσκος (παροξύτονο), βρόμικος (προπαροξύτονο) κ.ά.

Τα περισσότερα από τα επίθετα της ομάδας αυτής, όταν χρησιμοποιούνται στο τυπικό ύφος, σχηματίζουν το θηλυκό του ενικού αριθμού με κατάληξη -η αντί -ια και ακολουθούν την κλίση που έχουν το θηλυκό της ομάδας των επιθέτων σε -ος, -η, -ο, π.χ. Έχει μια κακιά πεθερά, αλλά Διήνυσε μια κακή πορεία. Είναι μια θηλυκιά αλεπού, αλλά Έχει θηλυκή σκέψη.

Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
γλυκός/γλυκύς γλυκού γλυκό/γλυκύ γλυκέ/γλυκύη της
την
γλυκιά γλυκιάς γλυκιά γλυκιάτο του τογλυκό γλυκού γλυκό γλυκό
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
γλυκοί/γλυκείς γλυκών γλυκούς/γλυκείς γλυκοί/γλυκείςοι των τιςγλυκές γλυκών γλυκές γλυκέςτα των ταγλυκά γλυκών γλυκά γλυκά
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
κακός
κακού
κακό
κακέ
η της
την
κακή/κακιά
κακής/κακιάς
κακή/κακιάς
κακή/κακιά
το του τοκακό
κακού
κακό
κακό
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
κακοί
κακών
κακοί
κακοί
οι των τιςκακές
κακών
κακές
κακές
τα των τακακά
κακών
κακά
κακά

ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ύς, -ιά, -ύ, σε -ύς, -εία, -ύ και σε -ής, -ιά, -ί ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ

Όλα τα επίθετα της ομάδας αυτής είναι οξύτονα.

Οι τύποι της γενικής του ενικού και του πληθυντικού αριθμού του αρσενικού και του ουδέτερου γένους απαντούν σπάνια.

Τα επίθετα της ομάδας σε -ύς, -εία, -ύ διατηρούν στους περισσότερους τύπους τη μορφολογία που είχαν στην αρχαία ελληνική και απαντούν συνήθως σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης και σε ύφος τυπικό.

Σύμφωνα με το βαρύς-βαριά-βαρύ κλίνονται τα βαθύς, ελαφρύς, μακρύς, παχύς, φαρδύς κ.ά.

Σύμφωνα με το βραχύς-βραχεία-βραχύ κλίνονται τα αμβλύς, δριμύς, ευθύς, θρασύς, οξύς, ταχύς κ.ά.

Σύμφωνα με το χρυσαφής-χρυσαφιά-χρυσαφί κλίνονται τα βυσσινής, θαλασσής, ουρανής, πορτοκαλής, σταχτής κ.ά.

Η γενική του ενικού και πληθυντικού αριθμού, ενώ απαντά σπάνια στο λόγο, έχει μια ποικιλία τύπων, οι οποίοι καθορίζονται είτε από το ύφος του λόγου μέσα στο οποίο εντάσσονται είτε από την έκφραση στην οποία χρησιμοποιούνται. Χρησιμοποιούνται συχνά σε οικείο ή ουδέτερο ύφος τύποι γενικής με καταλήξεις σε -ιού, -ύ και -ιών (του βαριού / βαρύ, των βαριών), ενώ σε πολύ τυπικό ύφος και σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης εμφανίζονται τύποι σε -έος και -έων, π.χ. Καθρεφτίστηκε στα νερά του βαθιού πηγαδιού. Έφτασε στη μέση του βαθύ κόλπου. Μετατροπή του ευθύ λόγου αλλά και του ευθέος λόγου. Eίναι πυγμάχος βαρέων βαρών. Ορισμένα από τα επίθετα της ομάδας σε -ύς, -ιά, -ύ παρουσιάζουν στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική του πληθυντικού αριθμού, του αρσενικού και του ουδετέρου, κατά κανόνα σε τυπικό ύφος, τους μορφολογικούς τύπους που έχουν τα επίθετα σε -ύς, -εία, -ύ, π.χ. Η νέα ελληνική δεν έχει δασείς φθόγγους. Τον διαπέρασαν οι τραχείς ήχοι μιας άρρυθμης μουσικής.

Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
βαρύς βαριού / βαρύ βαρύ βαρύη της
την
βαριά βαριάς βαριά βαριάτο του τοβαρύ βαριού / βαρύ βαρύ βαρύ
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
βαριοί / βαρείς βαριών βαριοί / βαρείς βαριοί / βαρείςοι των τιςβαριές βαριών βαριές βαριέςτα των ταβαριά βαριών βαριά βαριά
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
βραχύς βραχέος βραχύ βραχύη της
την
βραχεία βραχείας βραχεία βραχείατο του τοβραχύ βραχέος βραχύ βραχύ
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
βραχείς βραχέων βραχείς βραχείςοι των τιςβραχείες βραχέων βραχείες βραχείεςτα των ταβραχέα βραχέων βραχέα βραχέα
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
χρυσαφής χρυσαφιού / χρυσαφή χρυσαφή χρυσαφήη της
την
χρυσαφιά χρυσαφιάς χρυσαφιά χρυσαφιάτο του τοχρυσαφί χρυσαφιού / χρυσαφί χρυσαφί χρυσαφί
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
χρυσαφιοί/χρυσαφείς χρυσαφιών χρυσαφιούς/ χρυσαφείς χρυσαφιοί/ χρυσαφείςοι των τιςχρυσαφιές χρυσαφιών χρυσαφιές χρυσαφιέςτα των ταχρυσαφιά χρυσαφιών χρυσαφιά χρυσαφιά

ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ης, -α, -ικο και σε -άς/-ής, -ού, -άδικο/-ήδικο (ανισοσύλλαβα) ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ

Τα αρσενικά και θηλυκά επίθετα σε -ης, -α, -ικο τονίζονται στην παραλήγουσα, ενώ τα αντίστοιχα αρσενικά και θηλυκά της ομάδας επιθέτων σε -άς/-ής, -ού, -άδικο/-ήδικο είναι οξύτονα.

Η γενική πληθυντικού του θηλυκού της ομάδας των επιθέτων σε -ης, -α, -ικο δεν έχει τύπο.

Σύμφωνα με το μικρούλης-μικρούλα-μικρούλικο κλίνονται τα: ζαβολιάρης, ζηλιάρης, κοντούλης, παραπονιάρης, πεισματάρης κ.ά.

Σύμφωνα με το υπναράς-υπναρού-υπναράδικο κλίνονται τα επίθετα: α) με κατάληξη αρσενικού σε -άς, π.χ. κοιλαράς, λογάς, παραμυθάς, φωνακλάς κ.ά., β) με κατάληξη αρσενικού σε -τζής, π.χ. καβγατζής, τζαμπατζής κ.ά. και γ) με κατάληξη αρσενικού σε -λής, π.χ. μερακλής, μπελαλής κ.ά.

Ορισμένα επίθετα σε -ούλης, κατά κανόνα υποκοριστικά, σχηματίζουν ουδέτερο και σε -ούλι, π.χ. φτωχούλης, φτωχούλα, φτωχούλικο και φτωχούλι.

Ορισμένα επίθετα της ομάδας σε -ης, -α, -ικο σχηματίζουν το θηλυκό με κατάληξη -ούσα ή -ού, π.χ. μαυρομάτης-μαυρομάτα και μαυροματού και μαυροματούσα.

Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
μικρούλης μικρούλη μικρούλη μικρούληη της
την
μικρούλα μικρούλας μικρούλα μικρούλατο του τομικρούλικο μικρούλικου μικρούλικο μικρούλικο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
μικρούληδες μικρούληδων μικρούληδες μικρούληδεςοι των τιςμικρούλες μικρούλες μικρούλεςτα των ταμικρούλικα μικρούλικων μικρούλικα μικρούλικα
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
υπναράς υπναρά υπναρά υπναράη της
την
υπναρού υπναρούς υπναρού υπναρούτο του τουπναράδικο υπναράδικου υπναράδικο υπναράδικο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
υπναράδες υπναράδων υπναράδες υπναράδεςοι των τιςυπναρούδες υπναρούδων υπναρούδες υπναρούδεςτα των ταυπναράδικα υπναράδικων υπναράδικα υπναράδικα
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
μαυρομάτης
μαυρομάτη
μαυρομάτη
μαυρομάτη
η της
την
μαυρομάτα/μαυροματούσα/μαυροματού
μαυρομάτας/μαυροματούσας/μαυροματούς μαυρομάτα/μαυροματούσα/μαυροματού μαυρομάτα/μαυροματούσα/μαυροματού
το του τομαυρομάτικο
μαυρομάτικου
μαυρομάτικο
μαυρομάτικο
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
μαυρομάτηδες
μαυρομάτηδων
μαυρομάτηδες
μαυρομάτηδες
οι των τιςμαυρομάτες/μαυροματούσες/μαυροματούδες
μαυροματών/μαυροματουσών/μαυροματουδών
μαυρομάτες/μαυροματούσες/μαυροματούδες
μαυρομάτες/μαυροματούσες/μαυροματούδες
τα των ταμαυρομάτικα
μαυρομάτικα
μαυρομάτικα
μαυρομάτικα

ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ης –ης –ες ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ

Τα επίθετα που ακολουθούν στην κλίση το διεθνής-διεθνής-διεθνές κρατούν σε κάθε πτώση τον τόνο στη λήγουσα.

Τα επίθετα που ακολουθούν στην κλίση το συνήθης-συνήθης-σύνηθες ανεβάζουν τον τόνο στην προπαραλήγουσα, στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική στον ενικό αριθμό του ουδετέρου.

Η κλητική των επιθέτων αυτής της κατηγορίας χρησιμοποιείται πολύ σπάνια.

Σύμφωνα με το διεθνής-διεθνής-διεθνές κλίνονται τα αβλαβής, επιμελής, ειλικρινής, ευτυχής, υγιής κ.ά.

Σύμφωνα με το συνήθης-συνήθης-σύνηθες κλίνονται τα αυτάρκης, επιμήκης, κακοήθης κ.ά.

Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
διεθνής διεθνούς διεθνή διεθνήη της
την
διεθνής διεθνούς διεθνή διεθνήτο του τοδιεθνές διεθνούς διεθνές διεθνές
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
διεθνείς διεθνών διεθνείς διεθνείςοι των τιςδιεθνείς διεθνών διεθνείς διεθνείςτα των ταδιεθνή διεθνών διεθνή διεθνή
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
συνήθης συνήθους συνήθη συνήθηη της
την
συνήθης συνήθους συνήθη συνήθητο του τοσύνηθες συνήθους σύνηθες σύνηθες
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
συνήθεις συνήθων συνήθεις συνήθειςοι των τιςσυνήθεις συνήθων συνήθεις συνήθειςτα των τασυνήθη συνήθων συνήθη συνήθη
62ΑΡΧΑΙΟΚΛΙΤΑ ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ
ΑΡΧΑΙΟΚΛΙΤΑ ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ
ο δηλωθείς, η δηλωθείσα, το δηλωθέν
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
δηλωθείς δηλωθέντος δηλωθέντα δηλωθείςη της
την
δηλωθείσα δηλωθείσας / ης δηλωθείσα δηλωθείσατο του τοδηλωθέν δηλωθέντος δηλωθέν δηλωθέν
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
δηλωθέντες δηλωθέντων δηλωθέντες δηλωθέντεςοι των τιςδηλωθείσες δηλωθεισών δηλωθείσες δηλωθείσεςτα των ταδηλωθέντα δηλωθέντων δηλωθέντα δηλωθέντα
ο δηλώσας, η δηλώσασα, το δηλώσαν
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
δηλώσας δηλώσαντος δηλώσαντα δηλώσαςη της
την
δηλώσασα δηλώσασας / δηλωσάσης δηλώσασα δηλώσασατο του τοδηλώσαν δηλώσαντος δηλώσαν δηλώσαν
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
δηλώσαντες δηλωσάντων δηλώσαντες δηλώσαντεςοι των τιςδηλώσασες δηλωσασών δηλώσασες δηλώσασεςτα των ταδηλώσαντα δηλωσάντων δηλώσαντα δηλώσαντα

ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ων –ουσα –ον ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ

Η κλητική χρησιμοποιείται πολύ σπάνια και σε πολύ ειδικές περιπτώσεις.

Σε κάποια επίθετα αυτής της ομάδας, η γενική πληθυντικού του θηλυκού χρησιμοποιείται ελάχιστα.

Σύμφωνα με το ενδιαφέρων-ενδιαφέρουσα-ενδιαφέρον κλίνονται τα δευτερεύων, επείγων, επιβλέπων, εποπτεύων, μέλλων, πρωτεύων κ.ά.

Σύμφωνα με το απών-απούσα-απόν κλίνονται τα αποτυχών, επιλαχών, επιτυχών, παρών, τυχών κ.ά.

Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
ενδιαφέρων ενδιαφέροντος ενδιαφέροντα ενδιαφέρωνη της
την
ενδιαφέρουσα ενδιαφέρουσας ενδιαφέρουσα ενδιαφέρουσατο του τοενδιαφέρον ενδιαφέροντος ενδιαφέρον ενδιαφέρον
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
ενδιαφέροντες ενδιαφερόντων ενδιαφέροντες ενδιαφέροντεςοι των τιςενδιαφέρουσες ενδιαφερουσών ενδιαφέρουσες ενδιαφέρουσεςτα των ταενδιαφέροντα ενδιαφερόντων ενδιαφέροντα ενδιαφέροντα
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
απών απόντος απόντα απώνη της
την
απούσα απούσας απούσα απούσατο του τοαπόν απόντος απόν απόν
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
απόντες απόντων απόντες απόντεςοι των τιςαπούσες απουσών απούσες απούσεςτα των τααπόντα απόντων απόντα απόντα

ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ων –ουσα –ον ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ

Τα επίθετα αυτής της κατηγορίας είναι λίγα στη νέα ελληνική γλώσσα.

Η γενική και η κλητική χρησιμοποιούνται πολύ σπάνια.

Σύμφωνα με το μετριόφρων/-ονας, μετριόφρων, μετριόφρον κλίνονται τα γενναιόφρων, δεισιδαίμων, εθνικόφρων, εμπειρογνώμων, νοήμων κ.ά.

Mερικά από τα επίθετα της ομάδας αυτής εμφανίζουν στο αρσενικό, σε ουδέτερο ύφος, μόνο την κατάληξη -ων, π.χ. νοήμων, ενώ άλλα μόνο την κατάληξη -ονας, π.χ. εμπειρογνώμονας.

Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
μετριόφρων/μετριόφρονας μετριόφρονος/μετριόφρονα μετριόφρονα μετριόφρωνη της
την
μετριόφρων μετριόφρονος μετριόφρονα μετριόφρωντο του τομετριόφρον μετριόφρονος μετριόφρον μετριόφρον
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
μετριόφρονες μετριοφρόνων μετριόφρονες μετριόφρονεςοι των τιςμετριόφρονες μετριοφρόνων μετριόφρονες μετριόφρονεςτα των ταμετριόφρονα μετριοφρόνων μετριόφρονα μετριόφρονα
63ΠΟΛΥΣ-ΠΟΛΛΗ-ΠΟΛΥ
ΠΟΛΥΣ-ΠΟΛΛΗ-ΠΟΛΥ
Ενικός αριθμός
 αρσενικόθηλυκόουδέτερο
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.ο
του τον
πολύς πολλού / πολύ πολύη της
την
πολλή πολλής πολλήτο του τοπολύ πολλού πολύ
Πληθυντικός αριθμός
ονομ. γεν. αιτ. κλητ.οι
των τους
πολλοί πολλών πολλούςοι των τιςπολλές πολλών πολλέςτα των ταπολλά πολλών πολλά
64ΡΗΜΑ
ΡΗΜΑ
65ΦΩΝΕΣ
ΦΩΝΕΣ

Οι μορφολογικοί τύποι του ρήματος συγκροτούν δύο φωνές: την ενεργητική και την παθητική.

Η φωνή αναφέρεται μόνο στο είδος της κατάληξης.

στη ενεργητική φωνή ανήκουν όσα ρήματα έχουν στο α' ενικό του ενεστώτα κατάληξη -ω

στην παθητική φωνή ανήκουν όσα ρήματα έχουν κατάληξη στο α' ενικό του ενεστώτα σε -μαι.

Αρκετά ρήματα εμφανίζονται τόσο στην ενεργητική όσο και στην παθητική φωνή, π.χ. χτενίζω – χτενίζομαι, αγαπώ – αγαπιέμαι. Ορισμένα ρήματα έχουν μόνο ενεργητικούς τύπους, π.χ. ζω, ξυπνώ, τρέχω Υπάρχουν ρήματα που τα συναντάμε μόνο στην παθητική φωνή, π.χ. έρχομαι, φαίνομαι, και ονομάζονται αποθετικά.

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ
γράφω, γελώ, θεωρώγράφομαι, γελιέμαι, θεωρούμαι
66ΣΥΖΥΓΙΕΣ
ΣΥΖΥΓΙΕΣ
67Διακρίνουν τα ρήματα ανάλογα με τον τονισμό τους
Διακρίνουν τα ρήματα ανάλογα με τον τονισμό τους

Στην α΄ συζυγία ανήκουν ρήματα που τονίζονται στην παραλήγουσα της ενεργητικής π.χ. τρέχω, παίζω ή στην προπαραλήγουσα της παθητικής, π.χ. λύνομαι, γράφομαι

Στη β΄ συζυγία ανήκουν ρήματα που τονίζονται στη λήγουσα της ενεργητικής, π.χ. μιλώ, γελώ (ή στην παραλήγουσα αν είναι σε -άω, μιλάω) και στην παραλήγουσα της παθητικής, π.χ. μιλιέμαι, προσποιούμαι, φοβάμαι

διάκριση βάσει των καταλήξεών τους

Στην α' τάξη θα ανήκουν εκείνα τα ρήματα της β' συζυγίας που κλείνονται στην ενεργητική σε -ω, -ας, -α και στην παθητική σε -ιέμαι, -ιέσαι, -ιέται

Η β΄ τάξη της β΄ συζυγίας περιλαμβάνει ρήματα που κλείνονται στην ενεργητική σε -ω, -εις, -ει και στην παθητική σε -ούμαι, -είσαι, είται ή ούμαι/άμαι, -άσαι, -άται

Α' ΣΥΖΥΓΙΑΒ' ΣΥΖΥΓΙΑ 
γράφω-γράφομαιγελώ - γελιέμαι, θεωρώ - θεωρούμαι, θυμάμαι 
γράφω-γράφομαιΑ' ΤΑΞΗΒ' ΤΑΞΗ 
γράφω-γράφομαιώ ή άω άς ά ή άει-ιέμαι
-ιέσαι
-ιέται
-ώ -είς -εί-ούμαι ή -άμαι -είσαι ή -άσαι -είται ή -άται
68ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ
ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ

Η διάθεση του ρήματος δηλώνει αν το υποκείμενο ενεργεί ή δέχεται μια ενέργεια ή απλώς βρίσκεται σε μια κατάσταση.

ενεργητική

ενεργητική διάθεση έχουν τα ρήματα που δηλώνουν πως το υποκείμενο ενεργεί (λάμπει, φωτίζει).

Όταν έχουμε ρήματα που δηλώνουν απλώς ενέργεια, χωρίς η ενέργεια αυτή να πηγαίνει κάπου αλλού, τότε λέμε πως το ρήμα είναι ενεργητικό αμετάβατο.

Αν η ενέργεια μεταβαίνει σε άλλο πρόσωπο ή πράγμα (γη), το ενεργητικό ρήμα είναι μεταβατικό.

Αντικείμενο λέγεται το πρόσωπο ή πράγμα (γη) στο οποίο μεταβαίνει η ενέργεια του υποκειμένου (ήλιος).

παθητική

παθητική διάθεση έχουν τα ρήματα που δηλώνουν πως το υποκείμενο δέχεται μια ενέργεια, παθαίνει κάτι από κάποιον άλλον.

Το πρόσωπο ή το πράγμα που μας δηλώνει από ποιον παθαίνει κάτι το υποκείμενο (από την ήλιο) λέγεται ποιητικό αίτιο.

μέση

μέση διάθεση έχουν τα ρήματα που δηλώνουν πως το υποκείμενο ενεργεί και η ενέργεια επιστρέφει στο ίδιο.

Θα μπορούσαμε να έχουμε και δύο υποκείμενα που ενεργούν και η ενέργεια επιστρέφει στα ίδια.

ουδέτερη

ουδέτερη διάθεση έχουν τα ρήματα που δηλώνουν πως το υποκείμενο ούτε ενεργεί ούτε δέχεται κάποια ενέργεια, απλώς βρίσκεται σε μια κατάσταση…

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗτο υποκείμενοενεργείκαι η ενέργεια πηγαίνει κάπου αλλού.
ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗΟ γεωργόςοργώνειτο χωράφι.
ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗτο υποκείμενοδέχεταιμια ενέργεια από κάποιον άλλο.
ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗΤο χωράφιοργώνεταιαπό το γεωργό.
ΜΕΣΗ ΔΙΑΘΕΣΗτο υποκείμενοενεργείκαι η ενέργεια επιστρέφει στο ίδιο.
ΜΕΣΗ ΔΙΑΘΕΣΗΗ Ελένηντύνεται. 
ΟΥΔΕΤΕΡΗ ΔΙΑΘΕΣΗτο υποκείμενοβρίσκεται σε μια κατάσταση 
ΟΥΔΕΤΕΡΗ ΔΙΑΘΕΣΗΟ Νίκοςβαριέται. 
69ΕΓΚΛΙΣΕΙΣ
ΕΓΚΛΙΣΕΙΣ

Οι εγκλίσεις είναι μορφές του ρήματος που εκφράζουν τη στάση του ομιλητή απέναντι σε όσα λέει.

α) προσωπικές εγκλίσεις, αυτές δηλαδή που έχουν διαφορετικούς τύπους για τα διαφορετικά πρόσωπα του ρήματος. Στις προσωπικές κατατάσσονται:

α) η οριστική,

β) η υποτακτική και

γ) η προστακτική

β) απρόσωπες εγκλίσεις, αυτές δηλαδή που διατηρούν κοινό τύπο για τα διαφορετικά πρόσωπα του ρήματος. Στις απρόσωπες εγκλίσεις κατατάσσονται:

α) το απαρέμφατο και

β) η μετοχή

προσωπικέςοριστικήΔένω τα κορδόνια των παπουτσιών μου.
προσωπικέςυποτακτικήΌταν δένω τα κορδόνια των παπουτσιών, μη με ενοχλείς.
προσωπικέςπροστακτικήΔένε τα κορδόνια των παπουτσιών σου.
απρόσωπεςαπαρέμφατοΈχω δέσει τα κορδόνια των παπουτσιών μου.
απρόσωπεςμετοχήα) Δένοντας τα κορδόνια των παπουτσιών μου βρήκα ένα ευρώ β) Τα κορδόνια των παπουτσιών μου είναι δεμένα.
70ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ:
ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ:
 καταφατική μορφήαρνητική μορφή
αριθμοίπρόσωποοριστικήυποτακτικήπροστακτική   
ενικόςαδένωνα δένω δε δένωνα μη δένω 
ενικόςβδένειςνα δένειςδένεδε δένειςνα μη δένεις 
ενικόςγδένεινα δένει δε δένεινα μη δένει 
πληθυντικόςαδένουμενα δένουμε δε δένουμενα μη δένουμε 
πληθυντικόςβδένετενα δένετεδένετεδεν δένετενα μη δένετε 
πληθυντικόςγδένουννα δένουν δε δένουννα μη δένουν 

Η οριστική φανερώνει κυρίως:

το πραγματικό και το βέβαιο Συχνά όμως στο λόγο παίρνει κι άλλες σημασίες. Έτσι δηλώνει:

το δυνατό και λέγεται δυνητική οριστική.Σχηματίζεται με το μόριο θα και οριστική παρατατικού ή υπερσυντέλικου.

την πιθανότητα· τότε η οριστική λέγεται πιθανολογική.Σχηματίζεται με το πιθανολογικό μόριο θα και οριστική κάθε χρόνου.

ευχή· τότε η οριστική λέγεται ευχετική. Σχηματίζεται με τα μόρια άμποτε, είθε, μακάρι να, ας και οριστική παρελθοντικού χρόνου.

παράκληση

Η οριστική του ενεστώτα χρησιμοποιείται πολλές φορές αντί για προστακτική σε εκδηλώσεις επιθυμίας που γίνονται με λεπτότητα, π.χ. Αν τελειώσω αργότερα, με παίρνεις τηλέφωνο (πάρε με τηλέφωνο).

Το να με οριστική παρατατικού χρησιμοποιείται συχνά αντί για προστακτική, για να δηλωθεί παράκληση, π.χ. Μαρία, να έκλεινες λίγο το παράθυρο (κλείσε, σε παρακαλώ).

Οριστική παρατατικού με το θα μπροστά της χρησιμοποιείται συχνά αντί για οριστική ενεστώτα σε εκφράσεις που γίνονται με λεπτότητα, π.χ. θα σου πρότεινα να διαβάσεις το άρθρο (σου προτείνω).

Η οριστική είναι έγκλιση των προτάσεων κρίσεως και έχει άρνηση μη(ν)

Η υποτακτική φανερώνει κυρίως:

α) το ενδεχόμενο και

β) το επιθυμητό

προτροπή και λέγεται προτρεπτική υποτακτική (παρ. γ) ,

παραχώρηση και λέγεται παραχαρωτική υποτακτική (παρ. δ)

ευχή· τότε η υποτακτική λέγεται ευχετική (παρ. ε). Συνοδεύεται από τις λέξεις: άμποτε, είθε, μακάρι να, ας

το δυνατό και λέγεται δυνητική υποτακτική (παρ. στ)

απορία και λέγεται απορηματική υποτακτική (παρ. ζ)

το πιθανό και λέγεται πιθανολογική υποτακτική (παρ. η)

προσταγή ή απαγόρευση και λέγεται προστακτική ή απαγορευτική υποτακτική (παρ. θ)

Η υποτακτική είναι έγκλιση των προτάσεων επιθυμίας και έχει άρνηση μη(ν) (παρ. ζ).

Η προστακτική φανερώνει:

α) προσταγή,

β) προτροπή,

γ) απαγόρευση, ή ακόμα και:

δ) παράκληση,

ε) ευχή,

στ) έντονη περιέργεια.

Η προστακτική χρησιμοποιείται στις ανεξάρτητες προτάσεις. Είναι έγκλιση των προτάσεων επιθυμίας και έχει άρνηση μη(ν)

71ΧΡΟΝΟΙ
ΧΡΟΝΟΙ

Παρελθοντικοί χρόνοι

Ο παρατατικός δηλώνει πράξη που στο παρελθόν είχε διάρκεια ή επαναλαμβανόταν, π.χ.

Όλο το απόγευμα χθες ταξινομούσα τα βιβλία. (παρελθόν-συνέχεια)

Την προηγούμενη εβδομάδα κάθε μέρα κρατούσα σημειώσεις (παρελθόν-επανάληψη)

Ο αόριστος έχει μια πράξη ως γεγονός του παρελθόντος, π.χ.

Χθες το πρωί ταξινόμησα τα βιβλία. (παρελθόν-κάποια στιγμή

Την περασμένη εβδομάδα έγραψα την περίληψη. (παρελθόν-κάποια στιγμή)

Ο υπερσυντέλικος δηλώνει ότι μια πράξη είχε ολοκληρωθεί πριν από μια άλλη πράξη του παρελθόντος, π.χ.

Όταν έφτασες, εγώ είχα ετοιμάσει την αίθουσα. (παρελθόν-τελειωμένο πριν από κάτι άλλο)

Είχα ήδη τελειώσει το κείμενο, όταν ήρθες. (παρελθόν-τελειωμένο πριν από κάτι άλλο)

Παροντικοί χρόνοι

Ο ενεστώτας δηλώνει πράξη που διαρκεί ή επαναλαμβάνεται στο παρόν π.χ.

Όλο το πρωί ταξινομώ τα βιβλία. (τώρα-συνέχεια)

Αυτή την εβδομάδα γράφω κάθε μέρα λίγες γραμμές (επανάληψη)

Ο παρακείμενος δηλώνει πράξη που άρχισε στο παρελθόν και έχει ολοκληρωθεί ως τη στιγμή της ομιλίας, Τώρα που ήρθες, έχω ήδη ετοιμάσει την αίθουσα. (έχει τελειώσει τώρα)

Μελλοντικοί χρόνοι

Ο εξακολουθητικός μέλλοντας δηλώνει πράξη που θα έχει διάρκεια ή θα επαναλαμβάνεται στο μέλλον, π.χ.

Όλο το πρωί θα ταξινομώ τα βιβλία. (μέλλον-συνέχεια)

Την επόμενη εβδομάδα θα γράφω κάθε μέρα λίγες γραμμές. (μέλλον-επανάληψη)

Ο στιγμιαίος μέλλοντας έχει την πράξη ως μεμονωμένο μελλοντικό γεγονός, π.χ.

Αύριο το πρωί θα ταξινομήσω τα βιβλία. (μέλλον-κάποια στιγμή)

Την επόμενη εβδομάδα θα γράψω την περίληψη. (μέλλον-κάποια στιγμή)

Ο συντελεσμένος μέλλοντας δηλώνει ότι μια πράξη θα έχει ολοκληρωθεί έως ένα μεταγενέστερο σημείο, π.χ.

Όταν έρθεις, εγώ θα έχω ετοιμάσει την αίθουσα. (μέλλον-τελειωμένο μετά από κάτι άλλο)

Μέχρι το βράδυ θα έχω ολοκληρώσει την εργασία. (μέλλον-τελειωμένο μετά από κάτι άλλο)

παρελθόνπαρόνμέλλον
έτρεχα (παρατατικός)
έτρεξα (αόριστος)
είχα τρέξει (υπερσυντέλικος)
τρέχω (ενεστώτας)
έχω τρέξει (παρακείμενος)
θα τρέχω (εξακολουθητικός μέλλοντας)
θα τρέξω (στιγμιαίος μέλλοντας)
θα έχω τρέξει (συντελεσμένος μέλλοντας)

Με κριτήριο το ποιόν ενέργειας, οι χρόνοι της οριστικής κατατάσσονται σε τρεις ομάδες:

α. μη συνοπτικοί ή εξακολουθητικοί: ενεστώτας, παρατατικός, εξακολουθητικός μέλλοντας. Παρουσιάζουν την πράξη με διάρκεια ή επανάληψη

β. συνοπτικοί ή στιγμιαίοι: αόριστος, στιγμιαίος μέλλοντας.  Παρουσιάζουν την πράξη ως ένα ενιαίο γεγονός

γ. συντελεσμένοι: παρακείμενος, υπερσυντέλικος, συντελεσμένος μέλλοντας. Δηλώνουν ότι η πράξη έχει ολοκληρωθεί.

ποιόν ενέργειαςχρονική βαθμίδαΠαραδείγματα
ποιόν ενέργειαςπαρελθοντικοίπαροντικοίμελλοντικοίενεργητική φωνήπαθητική φωνή
εξακολουθητικοί ή μη συνοπτικοί ενεστώτας δένωδένομαι
εξακολουθητικοί ή μη συνοπτικοίπαρατατικός  έδεναδενόμουν
εξακολουθητικοί ή μη συνοπτικοί  εξακολουθητικός μέλ.θα δένωθα δένομαι
στιγμιαίοι ή συνοπτικοί  στιγμιαίος μέλ.θα δέσωθα δεθώ
στιγμιαίοι ή συνοπτικοίαόριστος  έδεσαδέθηκα
συντελεσμένοι παρακείμενος έχω δέσειέχω δεθεί
συντελεσμένοιυπερσυντέλικος  είχα δέσειείχα δεθεί
συντελεσμένοι  συντελεσμένος μέλ.θα έχω δέσειθα έχω δεθεί

Όταν το ρήμα βρίσκεται στην υποτακτική τότε για το ποιόν ενέργειας διακρίνουμε:

ποιόν ενέργειας ενεργητική φωνήπαθητική φωνή
Εξακολουθητικό ή μη συνοπτικόυποτακτική ενεστώτανα δένωνα δένομαι
Στιγμιαίο ή συνοπτικόυποτακτική αορίστουνα δέσωθα δεθώ
Συντελεσμένουποτακτική παρακειμένουνα έχω δέσεινα έχω δεθεί

Όταν το ρήμα βρίσκεται στην προστακτική τότε για το ποιόν ενέργειας διακρίνουμε:

ποιόν ενέργειας ενεργητική φωνήπαθητική φωνή
Εξακολουθητικό ή μη συνοπτικόπροστακτική ενεστώταδένε(δένου)
Στιγμιαίο ή συνοπτικόπροστακτική αορίστουδέσεδέσου
72ΘΕΜΑ
ΘΕΜΑ

το μέρος που αλλάζει -ω, -εις, -ει, -ουμε, -ετε, -ουν λέγεται κατάληξη

το μέρος που παραμένει σταθερό λέγεται θέμα

ο τελευταίος φθόγγος του θέματος λέγεται χαρακτήρας,

χρόνοιθέμαενεργητική φωνήπαθητική φωνήθέμα
ενεστώταςενεστωτικό θέμαδενδενενεστωτικό θέμα
παρατατικόςενεστωτικό θέμαδενδενενεστωτικό θέμα
εξακολουθητικός μέλλ.ενεστωτικό θέμαδενδενενεστωτικό θέμα
στιγμιαίος μέλλονταςθέμα ενεργητικού αορίστουδεσδεθθέμα παθητικού αορίστου
αόριστοςθέμα ενεργητικού αορίστουδεσδεθθέμα παθητικού αορίστου
παρακείμενοςθέμα ενεργητικού αορίστουδεσδεθθέμα παθητικού αορίστου
υπερσυντέλικοςθέμα ενεργητικού αορίστουδεσδεθθέμα παθητικού αορίστου
συντελεσμένος μέλλ.θέμα ενεργητικού αορίστουδεσδεθθέμα παθητικού αορίστου
Ο χαρακτήρας  δεν, ονομάζεται ενεστωτικός, ενώ οι χαρακτήρες  δεσ, δεθ ονομάζονται αοριστικοί
73ΑΥΞΗΣΗ
ΑΥΞΗΣΗ

Κατά την κλίση ορισμένων ρημάτων διαπιστώνουμε ότι σε μερικά ρήματα στον παρατατικό και στον αόριστο προστίθεται στην αρχή του ρήματος ένα επιπλέον γράμμα το έ, (ένα μόρφημα, όπως λέγεται) που το ονομάζουμε αύξηση.

α) η αύξηση μπαίνει μόνο όταν τονίζεται, π.χ. έπιανα, έπιανες, έπιανε, έπιαναν, ενώ χάνεται όταν δεν τονίζεται, π.χ. πιάναμε, πιάνατε.

β) η αύξηση μπαίνει όταν το ρήμα αρχίζει από σύμφωνο (πιάνω), ενώ δεν μπαίνει όταν το ρήμα αρχίζει από φωνήεν ή δίψηφο (αυ, ευ κ.τ.λ.), π.χ. ιδρύω > ίδρυα, εύχομαι > ευχόμουν(α), αισθάνομαι > αισθανόμουν(α).

γ) η αύξηση

Όταν βρίσκεται στην αρχή του ρήματος (έπιανα, έπιασα) και λέγεται εξωτερική αύξηση.

Όταν όμως το ρήμα είναι σύνθετο (καλοπιάνω) η αύξηση μπαίνει ανάμεσα στο α' και β΄ συνθετικό (καλο-έπιανα, καλο-έπιασα). Σε αυτή την περίπτωση η αύξηση ονομάζεται εσωτερική αύξηση. Πολλές φορές η εσωτερική αύξηση αυτή χάνεται, για παράδειγμα το ρ. καλοέπιανα, καλοέπιασα μπορούμε να το πούμε και καλόπιανα, καλόπιασα.

Εσωτερική αύξηση εμφανίζουν επίσης ρήματα που έχουν ως πρώτο συνθετικό αρχαία πρόθεση, π.χ. γράφω > υπογράφω > υπέγραφα, υπέγραψα. Στην περίπτωση αυτή το τελευταίο φωνήεν της πρόθεσης συναιρείται με το -έ- της αύξησης. Από τη συναίρεση αυτή υπερισχύει το -έ- της αύξησης.

Η αύξηση εμφανίζεται στην οριστική και απουσιάζει από τις άλλες εγκλίσεις. Πολύ συχνά ακούμε αντί του σωστού τύπου της προστακτικής διάγραψε, τον τύπο διέγραψε.

74ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ:
ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ:
75α) ρήματα που αρχίζουν από σύμφωνο
α) ρήματα που αρχίζουν από σύμφωνο

Μερικά ρήματα που αρχίζουν από σύμφωνο εμφανίζουν αύξηση -ή- αντί για -έ-. Αυτά είναι τα: θέλω > ήθελα, ξέρω > ήξερα, πίνω > ήπια, βρίσκω > έβρισκα ή ήβρα (παλιότερος τύπος)

76β) ρήματα που αρχίζουν από φωνήεν
β) ρήματα που αρχίζουν από φωνήεν

Παρότι τα ρήματα με αρχικό φωνήεν συνήθως δεν παίρνουν αύξηση, υπάρχουν εξαιρέσεις. Αυτά είναι: έχω > είχα, έρχομαι > ήρθα, είμαι > ήμουν και το ρήμα υπάρχω που παίρνει εσωτερικά αύξηση: υπάρχω > υπήρχα.

γράφωπιάνωιδρύω
ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςενεστώταςπαρατατικόςαόριστος
πιάνω
πιάνεις
πιάνει
πιάνουμε
πιάνετε
πιάνουν
έπιανα
έπιανες
έπιανε
πιάναμε
πιάνατε
έπιαναν
έπιασα
έπιασες
έπιασε
πιάσαμε
πιάσατε
έπιασαν
καλοπιάνω
καλοπιάνεις
καλοπιάνει
καλοπιάνουμε
καλοπιάνετε
καλοπιάνουν
καλοέπιανα
καλοέπιανες
καλοέπιανε
καλοπιάναμε
καλοπιάνατε
καλοέπιαναν
καλοέπιασα
καλοέπιασες
καλοέπιασε
καλοπιάσαμε
καλοπιάσατε
καλοέπιασαν
ιδρύω
ιδρύεις
ιδρύει
ιδρύουμε
ιδρύετε
ιδρύουν
ίδρυα
ίδρυες
ίδρυε
ιδρύαμε
ιδρύατε
ίδρυαν
ίδρυσα
ίδρυσες
ίδρυσε
ιδρύσαμε
ιδρύσατε
ίδρυσαν
διαγράφω
ενεστώταςπαρατατικόςαόριστος
διαγράφω
διαγράφεις
διαγράφει
διαγράφουμε
διαγράφετε
διαγράφουν
διέγραφα
διέγραφες
διέγραφε
διαγράφαμε
διαγράφατε
διέγραφαν
διέγραψα
διέγραψες
διέγραψε
διαγράψαμε
διαγράψατε
διέγραψαν
διαγράφω
αόριστος
οριστικήυποτακτικήπροστακτική
διέγραψα
διέγραψες
διέγραψε
διαγράψαμε
διαγράψατε
διέγραψαν
να διαγράψω
να διαγράψεις
να διαγράψει
να διαγράψουμε
να διαγράψετε
να διαγράψουν
διάγραψε
διαγράψτε
θέμα ενεστώταθέμα αορίστου ενεργητικής φωνήςθέμα αορίστου παθητικής φωνήςπαραδείγματα
φωνήεν -στ- , -θ-ακούω ^άκουσα, ακούστηκα ιδρύω-+θα ιδρύσω, θα ιδρυθώ
-ν--σ--στ- , -θ-λύνω-+να λύσω, να λυθώ κλείνω + έκλεισα, κλείστηκα
-θ- -στ-πείθω-* έπεισα, πείστηκα
-ζ- -στ-αναγκάζω-+θα αναγκάσω, θα αναγκαστώ
θέμα ενεστώταθέμα αορίστου ενεργητικής φωνήςθέμα αορίστου παθητικής φωνήςπαραδείγματα
-κ-  μπλέκω-+να μπλέξω, να μπλεχτώ
-γ-  ανοίγω-+θα ανοίξω, θα ανοιχτώ
-χ-  βήχω^έβηξα
-σκ--ξ--χτ-διδάσκω -+ δίδαξα, διδάχτηκα
-χν-  ψάχνω-*να ψάξω, να ψαχτώ
-γγ-  σφίγγω-+θα σφίξω, θα σφιχτώ
-ζ-  στηρίζω -*στήριξα, στηρίχτηκα
θέμα ενεστώταθέμαθέμα 
 αορίστου ενεργητικής φωνήςαορίστου παθητικής φωνήςπαραδείγματα
-π-  λείπω-+θα λείψω
-β-  κρύβω-*-έκρυψα,
 -ψ--φτ-κρύφτηκα
-φ-  γράφω-+θα γράψω,
   θα γραφτώ
-πτ-  βλάπτω-+θα βλάψω
θέμα ενεστώταθέμα αορίστου ενεργητικής φωνήςθέμα αορίστου παθητικής φωνήςπαραδείγματα
-ευ--εψ--ευτ-παντρεύω-^πάντρεψα, παντρεύτηκα
θέμα αορίστου ενεργητικής φωνήςθέμα αορίστου παθητικής φωνήςπαραδείγματα
-ησ--ηθ-αγάπησα, αγαπήθηκα ρώτησα, ρωτήθηκα θα απαντήσω, θα απαντηθώ θα χτυπήσω, θα χτυπηθώ να μετρήσω, να μετρηθώ
πούλησα, πουλήθηκα θα γεννήσω, θα γεννηθώ
-εσ--εθ-, -εστ-φόρεσα, φορέθηκα να καλέσω, να καλεστώ θα διαιρέσω, θα διαιρεθώ μπόρεσα χώρεσα
-ασ--αστ-κρέμασα, κρεμάστηκα να ξεχάσω, να ξεχαστώ θα χαλάσω πέρασα, περάστηκα θα πεινάσω δίψασα κέρασα, κεράστηκα
-ηξ--ηχτ-τράβηξα, τραβήχτηκα θα φυσήξω να βουτήξω, να βουτηχτώ βάστηξα, βαστήχτηκα
-αξ--αχτ-πέταξα, πετάχτηκα θα φυλάξω, θα φυλαχτώ κοίταξα, κοιτάχτηκα
ΕνεστώταςΑόριστοςΑόριστοςΜετοχή
 ενεργητικής φωνήςπαθητικής φωνήςπαθητικής φωνής
αγανακτώ/αγαναχτώαγανάκτησα/αγανάχτησα—αγανακ(/χ)τισμένος
-αγγέλλω-άγγειλα/-ήγγειλα, υποτ. -αγγείλω-αγγέλθηκα-αγγελμένος
αγρυπνώ/αγρυπνάωαγρύπνησα—αγρυπνισμένος
-άγω-ήγαγα, υποτ. -αγάγω-άχθηκα/-ήχθην-ηγμένος
αίρωήρα, υποτ. άρωάρθηκα/ήρθην—
-αιρώ-αίρεσα/-ήρεσα, υποτ. -αιρέσω-αιρέθηκα-ηρημένος/-αιρεμένος
ακουμπώ/ακουμπάωακούμπησα, προστ. ακούμπα/ ακούμπησε, ακουμπήστε—ακουμπισμένος
ακούωάκουσα, προστ. άκου(σε), ακούστεακούστηκαακουσμένος
ακριβαίνωακρίβυνα——
αμαρτάνω/αμαρταίνωαμάρτησα——
αναγγέλλω, βλ. -αγγέλλω   
αναιρώ, βλ. -αιρώ   
αναμειγνύωανάμειξα/ανέμειξααναμείχθηκααναμειγμένος/ αναμεμειγμένος
ανασαίνωανάσανα——
ανατέλλωανάτειλα/ανέτειλα——
ανεβαίνωανέβηκα, υποτ. ανέβω/ανεβώ, προστ. ανέβα, ανεβείτε—ανεβασμένος
ανέχομαι—ανέχτηκα—
ανήκω, παρατ. ανήκα———
αντέχωάντεξα——
αξίζω, παρατ. άξιζα———
απαλλάσσωαπάλλαξα/απήλλαξααπαλλάχτηκα, υποτ. απαλλαγώ/ απαλλαχτώαπα(/η)λλαγμένος
απελαύνωαπέλασα/απήλασα, υποτ. απελάσωαπελάθηκα—
αποθαρρύνω, παρατ. αποθάρρυνα αποθαρρύνθηκααποθαρρυμένος
απολαμβάνωαπόλαυσα/απήλαυσα, υποτ. απολαύσω——
απονέμω, βλ. -νέμω   
αποσπώαπέσπασααποσπάστηκααποσπασμένος
αποτυγχάνω/αποτυχαίνωαπέτυχα, υποτ. αποτύχω—αποτυχημένος
αρέσω, παρατ. άρεσα———
αρκώάρκεσα/ήρκεσααρκέστηκα—
αρρωσταίνωαρρώστησα—αρρωστημένος
αυξάνω/αυξαίνωαύξησααυξήθηκααυξημένος
αφαιρώ, βλ. -αιρώ   
αφήνωάφησα, προστ. άφησε/άσε, αφήστε/άστεαφέθηκααφημένος
αφορώ, παρατ. αφορούσα———
βάζωέβαλαβάλθηκαβαλμένος
-βαίνω-έβην, υποτ. -βώ——
-βάλλω-έβαλα-βλήθηκα-βλημένος/ -βεβλημένος
βαραίνωβάρυνα——
βαριέμαι—βαρέθηκα—
βαρώ/βαράωβάρεσα, προστ. βάρα/βάρεσε, βαρέστε—βαρεμένος
βαστώ/βαστάωβάστηξα/βάσταξα, προστ. βάστα(ξε)/βάστηξε, βαστάξ(/χ)τε/βαστήξ(/χ)τεβαστήχτηκα/ βαστάχτηκαβαστη(/α)γμένος
βάφωέβαψαβάφηκα/βάφτηκαβαμμένος
βγάζωέβγαλαβγάλθηκαβγαλμένος
βγαίνωβγήκα, υποτ. βγω, προστ. βγες/έβγα, βγείτε/βγέστεβγάλθηκαβγαλμένος
βλέπωείδα, υποτ. δω, προστ. δες, δέστε/δείτεειδώθηκα, υποτ. ιδωθώιδωμένος
βογκώ/βογκάωβόγκηξα/βόγκησα——
βόσκωβόσκησαβοσκήθηκαβοσκημένος
βουτώ/βουτάωβούτηξα, προστ. βούτα/βούτηξε, βουτήξτε/βουτήχτεβουτήχτηκαβουτηγμένος
βρέχωέβρεξαβράχηκα/ βρέχτηκαβρεγμένος/ βρεμένος
βρίσκωβρήκα, υποτ. βρω, προστ. βρες, βρείτε/ βρέστεβρέθηκα—
βροντώ/βροντάωβρόντηξα/βρόντησα——
βυζαίνωβύζαξαβυζάχτηκαβυζαγμένος
γδέρνωέγδαραγδάρθηκαγδαρμένος
γελώ/γελάωγέλασα, προστ. γέλα/γέλασε, γελάστεγελάστηκαγελασμένος
γέρνωέγειρα—γερμένος
γερνώ/γερνάωγέρασα—γερασμένος
γίνομαι—έγινα/γίνηκα, υποτ. γίνω/γενώγινωμένος
γλυκα νωγλύκαναγλυκάθηκαγλυκαμένος
γράφωέγραψαγράφηκα/γράφτηκαγραμμένος
γυρνώ/γυρνάω/γυρ ζωγύρισα—γυρισμένος
-δεικνύω-έδειξα-δείχθηκα-δειγμένος/ -δεδειγμένος
δέρνωέδειραδάρθηκαδαρμένος
-δέω-δεσα/-έδεσα-δέθηκα-δεμένος/-δεδεμένος
διαιρώ, βλ -αιρώ   
διακόπτωδιέκοψαδιακόπηκαδιακεκομμένος
διαλέγωδιάλεξαδιαλέχτηκαδιαλεγμένος
διαμαρτύρομαι—διαμαρτυρήθηκαδιαμαρτυρημένος
διαρρέωδιέρρευσα——
διδάσκωδίδαξαδιδάχτηκαδιδαγμένος
-δίδω-έδωσα-δόθηκα/-εδόθην-δομένος/-δεδομένος
δίνωέδωσαδόθηκαδοσμένος/δεδομένος
διψώ/διψάωδίψασα—διψασμένος
δρωέδρασα——
δυστυχώδυστύχησα—δυστυχισμένος
εγκαθιστώεγκατέστησα/εγκατάστησαεγκαταστάθηκαεγκαταστημένος/ εγκατεστημένος
είμαι, παρατ. ήμουν———
εκλέγωεξέλεξα, υποτ. εκλέξωεκλέχτηκα, υποτ. εκλεγώεκλεγμένος
εκπλήσσωεξέπληξαεξεπλάγην, υποτ. εκπλαγώ—
εκρήγνυμαι—εξερράγην, υποτ. εκραγώ—
εκτείνωεξέτειναεκτάθηκαεκτεταμένος
εμπνέωενέπνευσαεμπνεύστηκαεμπνευσμένος
εξαιρώ, βλ. -αιρώ   
επαινώ/παινεύωεπαίνεσα/παίνεσα/παίνεψαεπαινέθηκα/παινέ-θηκα/παινεύτηκαπαινεμένος
επαναλαμβάνω, βλ. λαμβάνω   
επεμβαίνωεπενέβην/επενέβηκα, υποτ. επεμβώ/επέμβω——
επιδρώ, βλ. δρω   
έρχομαι,
μτχ. ερχόμενος
ήλθα/ήρθα,
υποτ. έλθω/έρθω, προστ. έλα, ελάτε
  
ευτυχώευτύχησα—ευτυχισμένος
εφευρίσκωεφεύρα/εφηύρα, υποτ. εφεύρωεφευρέθηκαεφευρη(/ε)μένος
έχω, παρατ. είχα———
ζεσταίνωζέσταναζεστάθηκαζεσταμένος
ζουλώ/ζουλάωζούληξαζουλήχτηκαζουληγμένος
ζωέζησα——
θέλωθέλησα—ηθελημένος/ θελημένος
θερμαίνωθέρμαναθερμάνθηκαθερμασμένος
θέτωέθεσατέθηκα—
-θέτω-έθεσα-τέθηκα-τεθειμένος/-θεμένος
θίγωέθιξαθίχτηκα/εθίγηνθιγμένος
θρέφω/τρέφωέθρεψατράφηκαθρεμμένος
καθαιρώ, βλ. -αιρώ   
καθίζωκάθισα—καθισμένος
καθιστώ/καθίσταμαικατέστησα-καταστάθηκα/ κατέστην, υποτ. καταστώκατεστημένος
κάθομαικάθισα/έκατσα, προστ. κάθισε/κάτσε, καθίστε—καθισμένος
καίωέκαψακάηκα, υποτ. καώκαμένος
-καλώ-κάλεσα-κλήθηκα-κεκλημένος
καλώκάλεσακαλέστηκακαλεσμένος
κάνω, παρατ. έκανα——καμωμένος
καταγγέλλω, βλ. -αγγέλλω   
καταλαβαίνωκατάλαβα——
καταλαμβάνωκατέλαβακαταλήφθηκακατειλημμένος
καταναλίσκω/-λώνωκατανάλωσακαταναλώθηκακαταναλωμένος
καταπίνωκατάπια, υποτ. καταπιώ——
καταριέμαι—καταράστηκακαταραμένος
κατάσχωκατάσχεσακατασχέθηκακατασχεμένος
καταφρονώ/ καταφρονάωκαταφρόνησα/ καταφρόνεσακαταφρονήθηκα/ καταφρονέθηκακαταφρονη(/ε)μένος
κατεβαίνωκατέβηκα,
υποτ. κατεβώ/κατέβω, προστ. κατέβα, κατεβείτε
 κατεβασμένος
κερνώ/κερνάωκέρασακεράστηκακερασμένος
κλαίωέκλαψακλαύτηκακλαμένος
κλέβωέκλεψακλάπηκα/κλέφτηκακλεμμένος
κλείνω/-κλείωέκλεισακλείστηκακλεισμένος
κόβω/-κόπτωέκοψακόπηκακομμένος/ -κεκομμένος
κοιμάμαι/κοιμούμαι—κοιμήθηκακοιμισμένος
κοιτάζω/κοιτώκοίταξα, προστ. κοίτα(ξε), κοιτάξτε/κοιτάχτεκοιτάχτηκακοιταγμένος
κουφαίνωκούφανακουφάθηκακουφαμένος
κρεμώ/κρεμάωκρέμασα,
προστ. κρέμα(σε), κρεμάστε
κρεμάστηκακρεμασμένος
κυλώ/κυλάωκύλησακυλίστηκακυλισμένος
λαμβάνω/λαβαίνωέλαβαλήφθηκα/ελήφθηνειλημμένος
-λέγω-έλεξα-λέχθηκα/ -λέχτηκα/-ελέγην-λεγμένος
λεπταίνω/λεπτύνωλέπτυναλεπτύνθηκα(εκ)λεπτυσμένος
λέωείπα, υποτ. πω, προστ. πες, πέστε/πείτεειπώθηκα/ λέχθηκαειπωμένος
λιπαίνωλίπαναλιπάνθηκαλιπασμένος
μαθαίνωέμαθαμαθεύτηκαμαθημένος
μακραίνω/-μακρύνωμάκρυνα(απο)μακρύνθηκα(απο)μακρυσμένος
μαραίνωμάραναμαράθηκαμαραμένος
μεθώ/μεθάωμέθυσα—μεθυσμένος
μένωέμεινα——
μικραίνωμίκρυνα——
μολύνωμόλυναμολύνθηκαμολυσμένος
μπαίνωμπήκα, υποτ. μπω, προστ. μπες/έμπα, μπέστε/μπείτε/μπάτε—μπασμένος
μπορώμπόρεσα——
-νέμω-ένειμα-νεμήθηκα-νεμημένος
ντρέπομαι—ντράπηκα—
ξεραίνωξέραναξεράθηκαξεραμένος
ξερνώ/ξερνάωξέρασα——
ξέρω, παρατ. ήξερα———
ξεχνώ/ξεχνάωξέχασαξεχάστηκαξεχασμένος
ξεψυχώ/ξεψυχάωξεψύχησα—ξεψυχισμένος
παθαίνωέπαθα—(παθημένος)
παινεύω, βλ. επαινώ   
παίρνωπήρα, υποτ. πάρω, προστ. πάρε, πάρτεπάρθηκαπαρμένος
παραγγέλλω/παραγγέλνω, βλ. -αγγέλλω   
παραπονιέμαι/ παραπονούμαι—παραπονέθηκαπαραπονεμένος
παρασταίνω/παριστάνωπαράστησα/παρέστησαπαραστάθηκαπαραστημένος
παρελαύνωπαρήλασα/παρέλασα——
παρεμβαίνωπαρενέβην, υποτ. παρέμβω——
παρέχω, παρατ. παρείχα—παρασχέθηκα—
πάσχωέπαθα——
πεθαίνωπέθανα—πεθαμένος
πεινώ/πεινάωπείνασα—πεινασμένος
πειράζωπείραξαπειράχτηκαπειραγμένος
περνώ/περνάωπέρασαπεράστηκαπερασμένος
πετώ/πετάωπέταξα, προστ. πέτα(ξε), πετάξτε/πετάχτεπετάχτηκαπεταγμένος/ πεταμένος
πέφτω/-πίπτωέπεσα—πεσμένος
πηγαίνω/πάωπήγα, υποτ. πάω—(πηγεμένος)
πηδώ/πηδάωπήδηξα/πήδησα, προστ.
πήδα/πήδηξε/πήδησε,
πηδήξτε/πηδήχτε/πηδήστε
πηδήχτηκαπηδη(γ)μένος
πικραίνωπίκραναπικράθηκαπικραμένος
πίνωήπια, υποτ. πιω, προστ. πιες, πιέστε/πιείτε—πιωμένος
πλάθω/πλάσσωέπλασαπλάστηκαπλασμένος
πλανώ/πλανεύωπλάνεψαπλανήθηκα/ πλανεύτηκαπλανη(/ε)μένος
πλένωέπλυναπλύθηκαπλυμένος
πλέωέπλευσα——
πλήττωέπληξαεπλήγην, μτχ. πληγείς—
πνίγωέπνιξαπνίγηκα/πνίχτηκαπνιγμένος
πονώ/πονάωπόνεσα—πονεμένος
πρέπει, παρατ. έπρεπε———
πρήζωέπρηξαπρήστηκαπρησμένος
προβαίνωπροέβην, υποτ. προβώ——
πρόκειται, παρατ. επρόκειτο———
προτείνωπρότειναπροτάθηκα, μτχ. προταθείς—
ρουφώ/ρουφάωρούφηξαρουφήχτηκαρουφηγμένος
ρυπαίνωρύπαναρυπάνθηκα—
σέβομαι—σεβάστηκα—
σέρνω/σύρωέσυρασύρθηκασυρμένος
σημαίνωσήμανασημάνθηκασεσημασμένος
σιωπώσιώπησα(απο)σιωπήθηκα(απο)σιωπημένος
σκουντώ/σκουντάωσκούντησα/σκούντηξασκουντήχτηκα (/σκουντήθηκα)σκουντηγμένος
σπάζω/σπάω/σπωέσπασα-σπάστηκασπασμένος
σπέρνω/σπείρωέσπειρασπάρθηκασπαρμένος
στέκομαι/στέκω—στάθηκα, προστ. στάσου, σταθείτε—
στέλνω/-στέλλωέστειλαστάλθηκα/-εστάληνσταλμένος/ -εσταλμένος
στενοχωρώ/ στενο(/α)χωράωστενοχώρησα/ στενο(/α)χώρεσαστενοχωρήθηκα/ στενο(/α)χωρέθηκαστενο(/α)χωρημένος
στρέφωέστρεψαστράφηκαστραμμένος
συγχαίρωσυγχάρηκα/συνεχάρην——
συγχωρώ/συ(γ)χωράωσυγχώρησα/συ(γ)χώρεσασυγχωρήθηκα /συ(γ)χωρέθηκασυγχωρημένος/ συ(γ)χωρεμένος
συμβαίνεισυνέβη, υποτ. συμβεί——
συμμετέχω, παρατ. συμμετείχαυποτ. συμμετάσχω——
συμπεραίνωσυμπέρανα——
συναιρώ, βλ. -αιρώ   
συνδέωσυνέδεσα/σύνδεσασυνδέθηκασυνδεμένος/ συνδεδεμένος
σφάλλωέσφαλα—εσφαλμένος
σχολ(/ν)ώ/σχολνάωσχόλασα—σχολασμένος
σώζωέσωσασώθηκασωσμένος
σωπαίνωσώπασα, προστ.
σώπα/σώπασε,
σωπάτε/σωπάστε
  
τείνωέτεινα-τάθηκατεταμένος
τελώτέλεσατελέστηκατελεσμένος/ τετελεσμένος
τραβώ/τραβάωτράβηξα, προστ. τράβα/τράβηξε, τραβήξτε/τραβήχτετραβήχτηκατραβηγμένος
τρέπωέτρεψατράπηκα(επι)τετραμμένος
τρέφω, βλ. θρέφω   
τρέχωέτρεξα——
τρώω/τρώγωέφαγα, υποτ. φάω, προστ. φάε, φάτεφαγώθηκαφαγωμένος
τυχαίνωέτυχα——
υπάρχωυπήρξα, υποτ. υπάρξω——
υπόσχομαι—υποσχέθηκαυπεσχημένος
υφίσταμαι—υπέστην, υποτ. υποστώ—
φαίνομαι—φάνηκα/εφάνην—
φέρνω/φέρωέφεραφέρθηκαφερμένος
φεύγωέφυγα——
φθείρωέφθειραφθάρθηκα/εφθάρηνφθαρμένος/ (δι)εφθαρμένος
φοβάμαι/φοβούμαι—φοβήθηκαφοβισμένος
φορώ/φοράωφόρεσα, προστ. φόρα/φόρεσε, φορέστεφορέθηκαφορεμένος
φταίωέφταιξα——
φυλώ/φυλάω/φυλάγωφύλαξα, προστ. φύλα(ξε), φυλάξτε/φυλάχτεφυλάχτηκαφυλαγμένος
φυσώ/φυσάωφύσηξα/φύσησα—φυσημένος
χαίρομαι/χαίρω—χάρηκα—
χαλώ/χαλάωχάλασαχαλάστηκαχαλασμένος
χορταίνωχόρτασα—χορτασμένος
χωρώ/χωράωχώρεσα——
ψέλνω/ψάλλωέψαλαψάλθηκαψαλμένος
Το βοηθητικό ρήμα είμαι στην ενεργητική φωνή (ομοίως:παρα-είμαι)
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.είμαι/'μαι είσαι/'σαι είναι/'ναι είμαστε/'μαστε είσαστε/είστε/'στε είναι/'ναιήμουν/'μουν/'μουνα/ήμουνα ήσουν/'σουν/'σουνα/ήσουνα ήταν/'ταν/'τανε/ήτανε ήμαστε/'μασταν/'μαστε/ήμασταν ήσαστε/'σασταν/'σαστε/ήσασταν ήσαν/ήταν/'ταν/'τανε/ήσανε/ήτανεθα είμαι/ 'μαι θα είσαι/ 'σαι θα είναι/ 'ναι θα είμαστε/ 'μαστε θα είσαστε/ είστε/ 'στε θα είναι/ 'ναι
Υ π ο τ.να είμαι/ 'μαι να είσαι/ 'σαι να είναι/ 'ναι να είμαστε/ 'μαστε να είσαστε/ είστε/ 'στε να είναι/ 'ναι- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- έσο έστω - - -- - - - - -- - - - - -
Α.---
Το βοηθητικό ρήμα έχω στην ενεργητική φωνή (ομοίως:παρα-έχω)
 ενεστώταςπαρατατικόςΑόρ βεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.έχω/'χω έχεις/'χεις έχει/'χει έχομε/έχουμε/'χουμε/έχομεν έχετε/'χετε έχουν/'χουν/'χουνε/έχουνεείχα/'χα/είχον είχες/'χες είχε/'χε είχαμε/'χαμε/είχομεν είχατε/'χατε/είχετε είχαν/'χαν/'χανε/είχον/είχανεέσχον έσχες έσχε έσχομεν έσχετε έσχονθα έχω/'χω θα έχεις/ 'χεις θα έχει/'χει θα έχομε/έχουμε/'χουμε/έχομεν θα έχετε/'χετε θα έχουν/'χουν/'χουνε/έχουνε
Υ π ο τ.να έχω/'χω να έχεις/ 'χεις να έχει/'χει να έχομε/έχουμε/'χουμε/έχομεν να έχετε/'χετε να έχουν/'χουν/'χουνε/έχουνε- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- έχε - - έχετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.----
77Το ρήμα γίνομαι στην παθητική φωνή
Το ρήμα γίνομαι στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόρ β
Ο ρ ι σ τ.γίνομαι γίνεσαι γίνεται γινόμαστε/γινόμεθα γίνεστε/γινόσαστε γίνονταιγινόμουν/εγινόμην/γινόμουνα γινόσουν/εγίνεσο/γινόσουνα γινόταν/εγίνετο/γινότανε γινόμαστε/εγινόμεθα/γινόμασταν γινόσαστε/εγίνεσθε/γινόσασταν γίνονταν/εγίνοντο/γινόντανε/γινόντουσανγίνηκα/έγινα/'γινα γίνηκες/έγινες/'γινες γίνηκε/έγινε/'γινε γινήκαμε/γίναμε/εγίναμεν γινήκατε/γίνατε/εγίνατε γινήκαν/γινήκανε/έγιναν/'γιναν/γίναν/γίνανεεγενόμην εγένεσο εγένετο εγενόμεθα εγένεσθε εγένοντο
Υ π ο τ.να γίνομαι να γίνεσαι να γίνεται να γινόμαστε/να γινόμεθα να γίνεστε/να γινόσαστε να γίνονται- - - - - -να γίνω να γίνεις/να γίνης να γίνει/να γίνη να γίνομε/να γίνουμε/να γίνωμεν να γίνετε να γίνουν/να γίνουνε- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - γίνεστε -- - - - - -- γίνε/γενηθήτω/γίνου - - γίνετε -- - - - - -
Α--γίνει-
Το ρήμα κάνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κάνω κάνεις κάνει κάνομε/κάνουμε κάνετε κάνουν/κάνουνεέκανα/'κανα έκανες/'κανες έκανε/'κανε κάναμε κάνατε έκαναν/'καναν/κάναν/κάνανεέκαμα/έκανα/'καμα/'κανα έκαμες/έκανες/'καμες/'κανες έκαμε/έκανε/'καμε/'κανε κάμαμε/κάναμε κάματε/κάνατε έκαμαν/έκαναν/'καμαν/'καναν/κάμαν/κάμανε/κάναν/κάνανεέχω κάμει/έχω κάνει έχεις κάμει/έχεις κάνει έχει κάμει/έχει κάνει έχουμε κάμει/έχουμε κάνει έχετε κάμει/έχετε κάνει έχουν κάμει/έχουν κάνειείχα κάμει/είχα κάνει είχες κάμει/είχες κάνει είχε κάμει/είχε κάνει είχαμε κάμει/είχαμε κάνει είχατε κάμει/είχατε κάνει είχαν κάμει/είχαν κάνειθα έχω κάμει/θα έχω κάνει θα έχεις κάμει/θα έχεις κάνει θα έχει κάμει/θα έχει κάνει θα έχουμε κάμει/θα έχουμε κάνει θα έχετε κάμει/θα έχετε κάνει θα έχουν κάμει/θα έχουν κάνειθα κάνω θα κάνεις θα κάνει θα κάνομε/θα κάνουμε θα κάνετε θα κάνουν/θα κάνουνεθα κάμω/θα κάνω θα κάμεις/θα κάνεις θα κάμει/θα κάνει θα κάμομε/θα κάμουμε/θα κάνομε/θα κάνουμε θα κάμετε/θα κάνετε θα κάμουν/θα κάνουν/θα κάμουνε/θα κάνουνε
Υ π ο τ.να κάνω να κάνεις να κάνει να κάνομε/να κάνουμε να κάνετε να κάνουν/να κάνουνε- - - - - -να κάμω/να κάνω να κάμεις/να κάνεις να κάμει/να κάνει να κάμομε/να κάμουμε/να κάνομε/να κάνουμε να κάμετε/να κάνετε να κάμουν/να κάνουν/να κάμουνε/να κάνουνενα έχω κάμει/να έχω κάνει να έχεις κάμει/να έχεις κάνει να έχει κάμει/να έχει κάνει να έχουμε κάμει/να έχουμε κάνει να έχετε κάμει/να έχετε κάνει να έχουν κάμει/να έχουν κάνει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- κάνε - - κάνετε -- - - - - -- κάμε/κάνε/κάν' - - κάμετε/κάνετε/κάντε/κάντε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κάμει/κάνει-----
Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή
 ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτικήΑπαρέμφατοΜετοχή
Ενεστώταςλύν-ω
λύν-εις
λύν-ει
λύν-ουμε ή λύν-ομε
λύν-ετε
λύν-ουν(ε)
να λύν-ω
να λύν-εις
να λύν-ει
να λύν-ουμε ή λύν-ομε
να λύν-ετε
να λύν-ουν(ε)
λύν-ε
λύν-ετε
 λύν-οντας
Παρατατικόςέλυν-α
έλυν-ες
έλυν-ε
λύν-αμε
λύν-ατε
έλυν-αν / λύνανε
να έλυν-α
να έλυν-ες
να έλυν-ε
να λύν-αμε
να λύν-ατε
να έλυν-αν / λύνανε
   
Εξακολουθητικός Μέλλονταςθα λύν-ω
θα λύν-εις
θα λύν-ει
θα λύν-ουμε ή λύν-ομε
θα λύν-ετε
θα λύν-ουν(ε)
    
Αόριστοςέλυσ-α
έλυσ-ες
έλυσ-ε
λύσ-αμε
λύσ-ατε
έλυσ-αν / λύσανε
να λύσ-ω
να λύσ-εις
να λύσ-ει
να λύσ-ουμε ή λύσ-ομε
να λύσ-ετε
να λύσ-ουν(ε)
λύσ-ε
λύ-στε
λύσ-ει 
Στιγμιαίος Μέλλονταςθα λύσ-ω
θα λύσ-εις
θα λύσ-ει
θα λύσ-ουμε ή λύσ-ομε
θα λύσ-ετε
θα λύσ-ουν(ε)
    
Παρακείμενοςέχω λύσ-ει ή έχω λυμένο
έχεις λύσ-ει ή έχεις λυμένο
έχει λύσ-ει ή έχει λυμένο
έχουμε λύσ-ει ή έχουμε λυμένο
έχετε λύσ-ει ή έχετε λυμένο
έχουν λύσ-ει ή έχουν λυμένο
να έχω λύσ-ει  ή να έχω λυμένο
να έχεις λύσ-ει  ή να έχεις λυμένο
να έχει λύσ-ει  ή να έχει λυμένο
να έχουμε λύσ-ει ή να έχουμε λυμένο
να έχετε λύσ-ει  ή να έχετε λυμένο
να έχουν λύσ-ει  ή να έχουν λυμένο
   
Υπερσυντέλικοςείχα λύσ-ει ή είχα λυμένο
είχες λύσ-ει ή είχες λυμένο
είχε λύσ-ει ή είχε λυμένο
είχαμε λύσ-ει ή είχαμε λυμένο
είχατε λύσ-ει ή είχατε λυμένο
είχαν λύσ-ει ή είχαν(ε) λυμένο
να είχα λύσ-ει ή να είχα λυμένο
να είχες λύσ-ει ή να είχες λυμένο
να είχε λύσ-ει ή να είχε λυμένο
να είχαμε λύσ-ει ή να είχαμε λυμένο
να είχατε λύσ-ει ή να είχατε λυμένο
να είχαν λύσ-ει ή να είχαν(ε) λυμένο
   
Συντελεσμένος Μέλλονταςθα έχω λύσ-ει ή θα έχω λυμένο
θα έχεις λύσ-ει ή θα έχεις λυμένο
θα έχει λύσ-ει ή θα έχει λυμένο
θα έχουμε λύσ-ει ή θα έχουμε λυμένο
θα έχετε λύσ-ει ή θα έχετε λυμένο
θα έχουν λύσ-ει ή θα έχουν(ε) λυμένο
    
Α' συζυγία, Παθητική φωνή
 ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτικήΑπαρέμφατοΜετοχή
Ενεστώταςλύν-ομαι
λύν-εσαι
λύν-εται
λυν-όμαστε
λύν-εστε ή λυν-όσαστε
λύν-ονται
να λύν-ομαι
να λύν-εσαι
να λύν-εται
να λύν-όμαστε
να λύν-εστε ή να λυν-όσαστε
να λύν-ονται
(λύν-ου)
(λύν-εστε)
  
Παρατατικόςλυν-όμουν (α)
λυν-όσουν(α)
λυν-όταν(ε)
λυν-όμασταν ή λυν-όμαστε
λυν-όσασταν ή λυν-όσαστε
λύν-ονταν ή λυν-όντουσαν
να λυν-όμουν(α)
να λυν-όσουν(α)
να λυν-όταν(ε)
να λυν-όμασταν ή λυν-όμαστε
να λυν-όσασταν ή λυν-όσαστε
να λύν-ονταν ή λυν-όντουσαν
   
Εξακολουθητικός Μέλλονταςθα λύν-ομαι
θα λύν-εσαι
θα λύν-εται
θα λυν-όμαστε
θα λύν-εστε ή λυν-όσαστε
θα λύν-ονται
 
Αόριστοςλύ-θη-κα
λύ-θη-κες
λύ-θη-κε
λυ-θή-καμε
λυ-θή-κατε
λύ-θη-καν(ε)
να λυθ-ώ
να λυθ-είς
να λυθ-εί
να λυθ-ούμε
να λυθ-είτε
να λυθ-ούν(ε)
λύσ-ου
λυ-θείτε
λυ-θεί 
Στιγμιαίος Μέλλονταςθα λυθ-ώ
θα λυθ-είς
θα λυθ-εί
θα λυθ-ούμε
θα λυθ-είτε
θα λυθ-ούν(ε)
 
Παρακείμενοςέχω λυ-θεί ή είμαι λυμένος, η, ο
έχεις λυ-θεί ή είσαι λυμένος, η, ο
έχει λυ-θεί ή είναι λυμένος, η, ο
έχουμε λυ-θεί ή είμαστε λυμένοι, ες, α
έχετε λυ-θεί ή είστε λυμένοι, ες, α
έχουν λυ-θεί ή είναι λυμένοι, ες, α
να έχω λυ-θεί  ή να είμαι λυμένος, η, ο
να έχεις λυ-θεί  ή να είσαι λυμένος, η, ο
να έχει λυ-θεί  ή να είναι λυμένος, η, ο
να έχουμε λυ-θεί ή να είμαστε λυμένοι, ες, α
να έχετε λυ-θεί  ή να είστε λυμένοι, ες, α
να έχουν λυ-θεί  ή να είναι λυμένοι, ες, α
  λυμένος, η, ο
Υπερσυντέλικοςείχα λυ-θεί ή ήμουν λυμένος, η, ο
είχες λυ-θεί ή ήσουν λυμένος, η, ο
είχε λυ-θεί ή ήταν λυμένος, η, ο
είχαμε λυ-θεί ή ήμασταν λυμένοι, ες, α
είχατε λυ-θεί ή ήσασταν λυμένοι, ες, α
είχαν λυ-θεί ή ήταν λυμένοι, ες, α
να είχα λυ-θεί ή να ήμουν(α) λυμένος, η, ο
να είχες λυ-θεί ή να ήσουν(α) λυμένος, η, ο
να είχε λυ-θεί ή να ήταν λυμένος, η, ο
να είχαμε λυ-θεί ή να ήμαστε λυμένοι, ες, α
να είχατε λυ-θεί ή να ήσαστε λυμένοι, ες, α
να είχαν λυ-θείή να ήταν λυμένοι, ες, α
   
Συντελεσμένος Μέλλονταςθα έχω λυ-θεί ή θα ήμουν λυμένος, η, ο
θα έχεις λυ-θεί ή θα ήσουν λυμένος, η, ο
θα έχει λυ-θεί ή θα ήταν λυμένος, η, ο
θα έχουμε λυ-θεί ή θα ήμασταν λυμένοι, ες, α
θα έχετε λυ-θεί ή θα ήσασταν λυμένοι, ες, α
θα έχουν λυ-θεί ή θα ήταν λυμένοι, ες, α
 
Β΄ συζυγία, α' τάξη, Ενεργητική φωνή
 ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτικήΑπαρέμφατοΜετοχή
Ενεστώταςχτυπ-ώ ή χτυπάω
χτυπ-άς
χτυπ-ά ή χτυπάει
χτυπ-άμε ή χτυπ-ούμε
χτυπ-άτε
χτυπ-ούν(ε) ή χτυπ-άν(ε)
να χτυπ-ώ ή χτυπάω
να χτυπ-άς
να χτυπ-ά ή χτυπάει
να χτυπ-άμε ή χτυπ-ούμε
να χτυπ-άτε
να χτυπ-ούν(ε) ή χτυπ-άν(ε)
χτύπ-α
χτυπ-άτε
 χτυπ-ώντας
Παρατατικόςχτυπ-ούσα ή χτύπ-αγα
χτυπ-ούσες ή χτύπ-αγες
χτυπ-ούσε ή χτύπ-αγε
χτυπ-ούσαμε ή χτυπ-άγαμε
χτυπ-ούσατε ή χτυπ-άγατε
χτυπ-ούσαν ή χτύπ-αγαν(ε)
να χτυπ-ούσα ή χτύπ-αγα
να χτυπ-ούσες ή χτύπ-αγες
να χτυπ-ούσε ή χτύπ-αγε
να χτυπ-ούσαμε ή χτυπ-άγαμε
να χτυπ-ούσατε ή χτυπ-άγατε
να χτυπ-ούσαν ή χτύπ-αγαν(ε)
   
Εξακολουθητικός Μέλλονταςθα χτυπ-ώ ή χτυπάω
θα χτυπ-άς
θα χτυπ-ά ή χτυπάει
θα χτυπ-άμε ή χτυπ-ούμε
θα χτυπ-άτε
θα χτυπ-ούν(ε) ή χτυπ-άν(ε)
    
Αόριστοςχτύπ-ησα
χτύπ-ησες
χτύπ-ησε
χτυπ-ήσαμε
χτυπ-ήσατε
χτύπ-ησαν ή χτυπ-ήσανε
να χτυπ-ήσω
να χτυπ-ήσεις
να χτυπ-ήσει
να χτυπ-ήσουμε
να χτυπ-ήσετε
να χτυπ-ήσουν(ε)
χτύπ-ησε
χτυπ-ήστε
χτυπ-ήσει 
Στιγμιαίος Μέλλονταςθα χτυπ-ήσω
θα χτυπ-ήσεις
θα χτυπ-ήσει
θα χτυπ-ήσουμε
θα χτυπ-ήσετε
θα χτυπ-ήσουν(ε)
    
Παρακείμενοςέχω χτυπήσει ή έχω χτυπημένο
έχεις χτυπήσει ή έχεις χτυπημένο
έχει χτυπήσει ή έχει χτυπημένο
έχουμε χτυπήσει ή έχουμε χτυπημένο
έχετε χτυπήσειι ή έχετε χτυπημένο
έχουν χτυπήσει ή έχουν χτυπημένο
να έχω χτυπήσει ή να έχω χτυπημένο
να έχεις χτυπήσει ή να έχεις χτυπημένο
να έχει χτυπήσει ή να έχει χτυπημένο
να έχουμε χτυπήσει ή να έχουμε χτυπημένο
να έχετε χτυπήσει ή να έχετε χτυπημένο
να έχουν χτυπήσει ή να έχουν χτυπημένο
   
Υπερσυντέλικοςείχα χτυπήσει  ή είχα χτυπημένο
είχες χτυπήσει  ή είχες χτυπημένο
είχε χτυπήσει  ή είχε χτυπημένο
είχαμε χτυπήσει  ή είχαμε χτυπημένο
είχατε χτυπήσει  ή είχατε χτυπημένο
είχαν χτυπήσει  ή είχαν(ε) χτυπημένο
να είχα χτυπήσει  ή να είχα χτυπημένο
να είχες χτυπήσει  ή να είχες χτυπημένο
να είχε χτυπήσει  ή να είχε χτυπημένο
να είχαμε χτυπήσει  ή να είχαμε χτυπημένο
να είχατε χτυπήσει  ή να είχατε χτυπημένο
να είχαν χτυπήσει ή να είχαν(ε) χτυπημένο
   
Συντελεσμένος Μέλλονταςθα έχω χτυπήσει  ή θα έχω χτυπημένο
θα έχεις χτυπήσει  ή θα έχεις χτυπημένο
θα έχει χτυπήσει  ή θα έχει χτυπημένο
θα έχουμε χτυπήσει  ή θα έχουμε χτυπημένο
θα έχετε χτυπήσει  ή θα έχετε χτυπημένο
θα έχουν χτυπήσει ή θα έχουν(ε) χτυπημένο
    
Β΄ συζυγία, α' τάξη, Παθητική φωνή
 ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτικήΑπαρέμφατοΜετοχή
Ενεστώταςχτυπ-ιέμαι
χτυπ-ιέσαι
χτυπ-ιέται
χτυπ-ιόμαστε
χτυπ-ιέστε ή χτυπ-ιόσαστε
χτυπ-ιούνται ή χτυπ-ιόνται
να χτυπ-ιέμαι
να χτυπ-ιέσαι
να χτυπ-ιέται
να χτυπ-ιόμαστε
να χτυπ-ιέστε ή χτυπ-ιόσαστε
να χτυπ-ιούνται ή χτυπ-ιόνται
   
Παρατατικόςχτυπ-ιόμουν(α)
χτυπ-ιόσουν(α)
χτυπ-ιόταν(ε)
χτυπ-ιόμασταν ή χτυπ-ιόμαστε
χτυπ-ιόσασταν ή χτυπ-ιόσαστε
χτυπ-ιούνταν(ε) ή χτυπ-ιόνταν(ε) ή χτυπ-ιόντουσαν
να χτυπ-ιόμουν(α)
να χτυπ-ιόσουν(α)
να χτυπ-ιόταν(ε)
να χτυπ-ιόμασταν ή χτυπ-ιόμαστε
να χτυπ-ιόσασταν ή χτυπ-ιόσαστε
να χτυπ-ιούνταν(ε) ή χτυπ-ιόνταν(ε) ή χτυπ-ιόντουσαν
   
Εξακολουθητικός Μέλλονταςθα χτυπ-ιέμαι
θα χτυπ-ιέσαι
θα χτυπ-ιέται
θα χτυπ-ιόμαστε
θα χτυπ-ιέστε ή χτυπ-ιόσαστε
θα χτυπ-ιούνται ή χτυπ-ιόνται
    
Αόριστοςχτυπ-ήθηκα
χτύπ-ήθηκες
χτύπ-ήθηκε
χτυπ-ηθήκαμε
χτυπ-ηθήκατε
χτύπ-ήθηκαν ή χτυπ-ηθήκανε
να χτυπ-ηθώ
να χτυπ-ηθείς
να χτυπ-ηθεί
να χτυπ-ηθούμε
να χτυπ-ηθείτε
να χτυπ-ηθούν(ε)
χτυπ-ήσου
χτυπ-ηθείτε
χτυπ-ηθεί 
Στιγμιαίος Μέλλονταςθα χτυπ-ηθώ
θα χτυπ-ηθείς
θα χτυπ-ηθεί
θα χτυπ-ηθούμε
θα χτυπ-ηθείτε
θα χτυπ-ηθούν(ε)
    
Παρακείμενοςέχω χτυπηθεί ή είμαι χτυπημένος, η, ο
έχεις χτυπηθεί ή είσαι χτυπημένος, η, ο
έχει χτυπηθεί ή είναι χτυπημένος, η, ο
έχουμε χτυπηθεί ή είμαστε χτυπημένοι, ες, α
έχετε χτυπηθεί ή είστε χτυπημένοι, ες, α
έχουν χτυπηθεί ή είναι χτυπημένοι, ες, α
να έχω χτυπηθεί ή να είμαι χτυπημένος, η, ο
να έχεις χτυπηθεί ή να είσαι χτυπημένος, η, ο
να έχει χτυπηθεί ή να είναι χτυπημένος, η, ο
να έχουμε χτυπηθεί ή να είμαστε χτυπημένοι, ες, α
να έχετε χτυπηθεί ή να είστε χτυπημένοι, ες, α
να έχουν χτυπηθεί ή να είναι χτυπημένοι, ες, α
χτυπημένος, η, ο
Υπερσυντέλικοςείχα χτυπηθεί ή ήμουν χτυπημένος, η, ο
είχες χτυπηθεί ή ήσουν χτυπημένος, η, ο
είχε χτυπηθεί ή ήταν χτυπημένος, η, ο
είχαμε χτυπηθεί ή ήμασταν χτυπημένοι, ες, α
είχατε χτυπηθεί ή ήσασταν χτυπημένοι, ες, α
είχαν χτυπηθεί ή ήταν χτυπημένοι, ες, α
να είχα χτυπηθεί ή να ήμουν χτυπημένος, η, ο
να είχες χτυπηθεί ή να ήσουν χτυπημένος, η, ο
να είχε χτυπηθεί ή να ήταν χτυπημένος, η, ο
να είχαμε χτυπηθεί ή να ήμασταν χτυπημένοι, ες, α
να είχατε χτυπηθεί ή να ήσασταν χτυπημένοι, ες, α
να είχαν χτυπηθεί ή να ήταν χτυπημένοι, ες, α
 
Συντελεσμένος Μέλλονταςθα έχω χτυπηθεί ή θα είμαι χτυπημένος, η, ο
θα έχεις χτυπηθεί ή θα είσαι χτυπημένος, η, ο
θα έχει χτυπηθεί ή θα είναι χτυπημένος, η, ο
θα έχουμε χτυπηθεί ή θα είμαστε χτυπημένοι, ες, α
θα έχετε χτυπηθεί ή θα είστε χτυπημένοι, ες, α
θα έχουν χτυπηθεί ή θα είναι χτυπημένοι, ες, α
   
Β΄ συζυγία, β' τάξη, Ενεργητική φωνή
 ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτικήΑπαρέμφατοΜετοχή
Ενεστώταςθεωρ-ώ
θεωρ-είς
θεωρ-εί
θεωρ-ούμε
θεωρ-είτε
θεωρ-ούν(ε)
να θεωρ-ώ
να θεωρ-είς
να θεωρ-εί
να θεωρ-ούμε
να θεωρ-είτε
να θεωρ-ούν(ε)
θεωρ-είτε θεωρ-ώντας
Παρατατικόςθεωρ-ούσα
θεωρ-ούσες
θεωρ-ούσε
θεωρ-ούσαμε
θεωρ-ούσατε
θεωρ-ούσαν
να θεωρ-ούσα
να θεωρ-ούσες
να θεωρ-ούσε
να θεωρ-ούσαμε
να θεωρ-ούσατε
να θεωρ-ούσαν
   
Εξακολουθητικός Μέλλονταςθα θεωρ-ώ
θα θεωρ-είς
θα θεωρ-εί
θα θεωρ-ούμε
θα θεωρ-είτε
θα θεωρ-ούν(ε)
    
Αόριστοςθεώρ-ησα
θεώρ-ησες
θεώρ-ησε
θεωρ-ήσαμε
θεωρ-ήσατε
θεώρ-ησαν ή θεωρ-ήσανε
να θεωρ-ήσω
να θεωρ-ήσεις
να θεωρ-ήσει
να θεωρ-ήσουμε
να θεωρ-ήσετε
να θεωρ-ήσουν(ε)
θεώρ-ησε
θεωρ-ήστε
θεωρ-ήσει 
Στιγμιαίος Μέλλονταςθα θεωρ-ήσω
θα θεωρ-ήσεις
θα θεωρ-ήσει
θα θεωρ-ήσουμε
θα θεωρ-ήσετε
θα θεωρ-ήσουν(ε)
    
Παρακείμενοςέχω θεωρήσει ή έχω θεωρημένο
έχεις θεωρήσει ή έχεις θεωρημένο
έχει θεωρήσει ή έχει θεωρημένο
έχουμε θεωρήσει ή έχουμε θεωρημένο
έχετε θεωρήσει ή έχετε θεωρημένο
έχουν θεωρήσει ή έχουν θεωρημένο
να έχω θεωρήσει ή να έχω θεωρημένο
να έχεις θεωρήσει ή να έχεις θεωρημένο
να έχει θεωρήσει ή να έχει θεωρημένο
να έχουμε θεωρήσει ή να έχουμε θεωρημένο
να έχετε θεωρήσει ή να έχετε θεωρημένο
να έχουν θεωρήσει ή να έχουν θεωρημένο
   
Υπερσυντέλικοςείχα θεωρήσει ή είχα θεωρημένο
είχες θεωρήσει ή είχες θεωρημένο
είχε θεωρήσει ή είχε θεωρημένο
είχαμε θεωρήσει ή είχαμε θεωρημένο
είχατε θεωρήσει ή είχατε θεωρημένο
είχαν θεωρήσει ή είχαν(ε) θεωρημένο
να είχα θεωρήσει ή να είχα θεωρημένο
να είχες θεωρήσει ή να είχες θεωρημένο
να είχε θεωρήσει ή να είχε θεωρημένο
να είχαμε θεωρήσει ή να είχαμε θεωρημένο
να είχατε θεωρήσει ή να είχατε θεωρημένο
να είχαν θεωρήσει ή να είχαν(ε) θεωρημένο
   
Συντελεσμένος Μέλλονταςθα έχω θεωρήσει ή θα έχω θεωρημένο
θα έχεις θεωρήσει ή θα έχεις θεωρημένο
θα έχει θεωρήσει ή θα έχει θεωρημένο
θα έχουμε θεωρήσει ή θα έχουμε θεωρημένο
θα έχετε θεωρήσει ή θα έχετε θεωρημένο
θα έχουν θεωρήσει ή θα έχουν(ε) θεωρημένο
   
Β΄ συζυγία, β' τάξη, Παθητική φωνή
 ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτικήΑπαρέμφατοΜετοχή
Ενεστώταςθεωρ-ούμαι
θεωρ-είσαι
θεωρ-είται
θεωρ-ούμαστε
θεωρ-είστε
θεωρ-ούνται
να θεωρ-ούμαι
να θεωρ-είσαι
να θεωρ-είται
να θεωρ-ούμαστε
να θεωρ-είστε
να θεωρ-ούνται
   
Παρατατικόςθεωρ-ούμουν(α)
θεωρ-ούσουν(α)
θεωρ-ούνταν(ε)
θεωρ-ούμασταν ή θεωρ-ιόμαστε
θεωρ-ούσασταν ή θεωρ-ιόσαστε
θεωρ-ούνταν(ε) ή θεωρ-ιόνταν(ε) ή θεωρ-ιόντουσαν
να θεωρ-ιόμουν(α)
να θεωρ-ιόσουν(α)
να θεωρ-ιόταν(ε)
να θεωρ-ιόμασταν ή θεωρ-ιόμαστε
να θεωρ-ιόσασταν ή θεωρ-ιόσαστε
να θεωρ-ιούνταν(ε) ή θεωρ-ιόνταν(ε) ή θεωρ-ιόντουσαν
   
Εξακολουθητικός Μέλλονταςθα θεωρ-ούμαι
θα θεωρ-είσαι
θα θεωρ-είται
θα θεωρ-ούμαστε
θα θεωρ-είστε
θα θεωρ-ούνται
    
Αόριστοςθεωρ-ήθηκα
θεωρ-ήθηκες
θεωρ-ήθηκε
θεωρ-ηθήκαμε
θεωρ-ηθήκατε
θεωρ-ήθηκαν ή θεωρ-ηθήκανε
να θεωρ-ηθώ
να θεωρ-ηθείς
να θεωρ-ηθεί
να θεωρ-ηθούμε
να θεωρ-ηθείτε
να θεωρ-ηθούν(ε)
θεωρ-ήσου
θεωρ-ηθείτε
θεωρ-ηθεί 
Στιγμιαίος Μέλλονταςθα θεωρ-ηθώ
θα θεωρ-ηθείς
θα θεωρ-ηθεί
θα θεωρ-ηθούμε
θα θεωρ-ηθείτε
θα θεωρ-ηθούν(ε)
    
Παρακείμενοςέχω θεωρηθεί ή είμαι θεωρημένος, η, ο
έχεις θεωρηθεί ή είσαι θεωρημένος, η, ο
έχει θεωρηθεί ή είναι θεωρημένος, η, ο
έχουμε θεωρηθεί ή είμαστε θεωρημένοι, ες, α
έχετε θεωρηθεί ή είστε θεωρημένοι, ες, α
έχουν θεωρηθεί ή είναι θεωρημένοι, ες, α
να έχω θεωρηθεί ή να είμαι θεωρημένος, η, ο
να έχεις θεωρηθεί ή να είσαι θεωρημένος, η, ο
να έχει θεωρηθεί ή να είναι θεωρημένος, η, ο
να έχουμε θεωρηθεί ή να είμαστε θεωρημένοι, ες, α
να έχετε θεωρηθεί ή να είστε θεωρημένοι, ες, α
να έχουν θεωρηθεί ή να είναι θεωρημένοι, ες, α
θεωρημένος, η, ο
Υπερσυντέλικοςείχα θεωρηθεί ή ήμουν θεωρημένος, η, ο
είχες θεωρηθεί ή ήσουν θεωρημένος, η, ο
είχε θεωρηθεί ή ήταν θεωρημένος, η, ο
είχαμε θεωρηθεί ή ήμασταν θεωρημένοι, ες, α
είχατε θεωρηθεί ή ήσασταν θεωρημένοι, ες, α
είχαν θεωρηθεί ή ήταν θεωρημένοι, ες, α
να είχα θεωρηθεί ή να ήμουν θεωρημένος, η, ο
να είχες θεωρηθεί ή να ήσουν θεωρημένος, η, ο
να είχε θεωρηθεί ή να ήταν θεωρημένος, η, ο
να είχαμε θεωρηθεί ή να ήμασταν θεωρημένοι, ες, α
να είχατε θεωρηθεί ή να ήσασταν θεωρημένοι, ες, α
να είχαν θεωρηθεί ή να ήταν θεωρημένοι, ες, α
 
Συντελεσμένος Μέλλονταςθα έχω θεωρηθεί ή θα είμαι θεωρημένος, η, ο
θα έχεις θεωρηθεί ή θα είσαι θεωρημένος, η, ο
θα έχει θεωρηθεί ή θα είναι θεωρημένος, η, ο
θα έχουμε θεωρηθεί ή θα είμαστε θεωρημένοι, ες, α
θα έχετε θεωρηθεί ή θα είστε θεωρημένοι, ες, α
θα έχουν θεωρηθεί ή θα είναι θεωρημένοι, ες, α
   
Πλήρες υλικό από το αρχείο 2 ρηματα.docx, στην αρχική σειρά του.
Δεν βρέθηκε σχετική ενότητα.
1Το ρήμα λύω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα λύω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλΣυντελ. μέλ.εξακολ μέλλονταςσυνοπτικός μέλ.
Ο ρ ι σ τ.λύω λύεις λύει λύομε/λύουμε/λύομεν λύετε λύουνέλυα/έλυον έλυες έλυε λύαμε/ελύομεν λύατε/ελύετε έλυαν/έλυονέλυσα έλυσες/έλυσας έλυσε λύσαμε/ελύσαμεν λύσατε/ελύσατε έλυσανέχω λύσει έχεις λύσει έχει λύσει έχουμε λύσει έχετε λύσει έχουν λύσειείχα λύσει είχες λύσει είχε λύσει είχαμε λύσει είχατε λύσει είχαν λύσειθα έχω λύσει θα έχεις λύσει θα έχει λύσει θα έχουμε λύσει θα έχετε λύσει θα έχουν λύσειθα λύω θα λύεις θα λύει θα λύομε/θα λύουμε/θα λύομεν θα λύετε θα λύουνθα λύσω θα λύσεις/θα λύσης θα λύσει/θα λύση θα λύσομε/θα λύσουμε/θα λύσωμεν θα λύσετε θα λύσουν
Υ π ο τ.να λύω να λύεις να λύει να λύομε/να λύουμε/να λύομεν να λύετε να λύουν- - - - - -να λύσω να λύσεις/να λύσης να λύσει/να λύση να λύσομε/να λύσουμε/να λύσωμεν να λύσετε να λύσουννα έχω λύσει να έχεις λύσει να έχει λύσει να έχουμε λύσει να έχετε λύσει να έχουν λύσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ- λύε - - λύετε -- - - - - -- λύσε - - λύσετε/λύσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--λύσει-----
Το ρήμα λύω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςΣυντελ.μέλ.Εξακολ.μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.λύομαι λύεσαι λύεται λυόμαστε/λυόμεθα λύεστε/λύεσθε λύονταιλυόμουν/ελυόμην λυόσουν/ελύεσο λυόταν/ελύετο λυόμαστε/ελυόμεθα λυόσαστε/ελύεσθε λύονταν/ελύοντολύθηκα/ελύθην λύθηκες/ελύθης λύθηκε/ελύθη λυθήκαμε/ελύθημεν λυθήκατε/ελύθητε λύθηκαν/ελύθησανέχω λυθεί έχεις λυθεί έχει λυθεί έχουμε λυθεί έχετε λυθεί έχουν λυθείείχα λυθεί είχες λυθεί είχε λυθεί είχαμε λυθεί είχατε λυθεί είχαν λυθείθα έχω λυθεί θα έχεις λυθεί θα έχει λυθεί θα έχουμε λυθεί θα έχετε λυθεί θα έχουν λυθείθα λύομαι θα λύεσαι θα λύεται θα λυόμαστε/θα λυόμεθα θα λύεστε/θα λύεσθε θα λύονταιθα λυθώ/θα λυθώ θα λυθείς/θα λυθής θα λυθεί/θα λυθή θα λυθούμε/θα λυθώμεν θα λυθείτε/θα λυθήτε θα λυθούν/θα λυθούν
Υ π ο τ.να λύομαι να λύεσαι να λύεται να λυόμαστε/να λυόμεθα να λύεστε/να λύεσθε να λύονται- - - - - -να λυθώ/να λυθώ να λυθείς/να λυθής να λυθεί/να λυθή να λυθούμε/να λυθώμεν να λυθείτε/να λυθήτε να λυθούν/να λυθούννα έχω λυθεί να έχεις λυθεί να έχει λυθεί να έχουμε λυθεί να έχετε λυθεί να έχουν λυθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ- - - - λύεστε/λύεσθε -- - - - - -- λύσου - - λυθείτε/λυθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--λυθεί/λυθή-----
2Το ρήμα συνδέω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα συνδέω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συνδέω συνδέεις συνδέει συνδέομε/συνδέουμε/συνδέομεν συνδέετε συνδέουν/συνδέουνεσύνδεα/συνέδεον/συνέδεα σύνδεες/συνέδεες σύνδεε/συνέδεε συνδέαμε/συνεδέομεν συνδέατε/συνεδέετε σύνδεαν/συνέδεον/συνδέαν/συνδέανε/συνέδεανσύνδεσα/συνέδεσα σύνδεσες/συνέδεσας/συνέδεσες σύνδεσε/συνέδεσε συνδέσαμε/συνεδέσαμεν συνδέσατε/συνεδέσατε σύνδεσαν/συνδέσαν/συνδέσανε/συνέδεσανέχω συνδέσει έχεις συνδέσει έχει συνδέσει έχουμε συνδέσει έχετε συνδέσει έχουν συνδέσειείχα συνδέσει είχες συνδέσει είχε συνδέσει είχαμε συνδέσει είχατε συνδέσει είχαν συνδέσειθα έχω συνδέσει θα έχεις συνδέσει θα έχει συνδέσει θα έχουμε συνδέσει θα έχετε συνδέσει θα έχουν συνδέσειθα συνδέω θα συνδέεις θα συνδέει θα συνδέομε/θα συνδέουμε/θα συνδέομεν θα συνδέετε θα συνδέουν/θα συνδέουνεθα συνδέσω θα συνδέσεις/θα συνδέσης θα συνδέσει/θα συνδέση θα συνδέσομε/θα συνδέσουμε/θα συνδέσωμεν θα συνδέσετε θα συνδέσουν/θα συνδέσουνε
Υ π ο τ.να συνδέω να συνδέεις να συνδέει να συνδέομε/να συνδέουμε/να συνδέομεν να συνδέετε να συνδέουν/να συνδέουνε- - - - - -να συνδέσω να συνδέσεις/να συνδέσης να συνδέσει/να συνδέση να συνδέσομε/να συνδέσουμε/να συνδέσωμεν να συνδέσετε να συνδέσουν/να συνδέσουνενα έχω συνδέσει να έχεις συνδέσει να έχει συνδέσει να έχουμε συνδέσει να έχετε συνδέσει να έχουν συνδέσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- σύνδεε - - συνδέετε -- - - - - -- σύνδεσε - - συνδέστε/συνδέσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--συνδέσει-----
Το ρήμα συνδέω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σσυνδέομαι συνδέεσαι συνδέεται συνδεόμαστε/συνδεόμεθα συνδέεστε/συνδέεσθε συνδέονταισυνδεόμουν/συνεδεόμην συνδεόσουν/συνεδέεσο συνδεόταν/συνδέετο/συνεδέετο συνδεόμαστε/συνεδεόμεθα συνδεόσαστε/συνεδέεσθε συνδέονταν/συνδέοντο/συνεδέοντοσυνδέθηκα/συνεδέθην συνδέθηκες/συνεδέθης συνδέθηκε/συνεδέθη συνδεθήκαμε/συνεδέθημεν συνδεθήκατε/συνεδέθητε συνδέθηκαν/συνεδέθησαν/συνδεθήκαν/συνδεθήκανεέχω συνδεθεί έχεις συνδεθεί έχει συνδεθεί έχουμε συνδεθεί έχετε συνδεθεί έχουν συνδεθείείχα συνδεθεί είχες συνδεθεί είχε συνδεθεί είχαμε συνδεθεί είχατε συνδεθεί είχαν συνδεθείθα έχω συνδεθεί θα έχεις συνδεθεί θα έχει συνδεθεί θα έχουμε συνδεθεί θα έχετε συνδεθεί θα έχουν συνδεθείθα συνδέομαι θα συνδέεσαι θα συνδέεται θα συνδεόμαστε/θα συνδεόμεθα θα συνδέεστε/θα συνδέεσθε θα συνδέονταιθα συνδεθώ/θα συνδεθώ θα συνδεθείς/θα συνδεθής θα συνδεθεί/θα συνδεθή θα συνδεθούμε/θα συνδεθώμεν θα συνδεθείτε/θα συνδεθήτε θα συνδεθούν/θα συνδεθούν/θα συνδεθούνε
Υ π ονα συνδέομαι να συνδέεσαι να συνδέεται να συνδεόμαστε/να συνδεόμεθα να συνδέεστε/να συνδέεσθε να συνδέονται- - - - - -να συνδεθώ/να συνδεθώ να συνδεθείς/να συνδεθής να συνδεθεί/να συνδεθή να συνδεθούμε/να συνδεθώμεν να συνδεθείτε/να συνδεθήτε να συνδεθούν/να συνδεθούν/να συνδεθούνενα έχω συνδεθεί να έχεις συνδεθεί να έχει συνδεθεί να έχουμε συνδεθεί να έχετε συνδεθεί να έχουν συνδεθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ- - - - συνδέεστε/συνδέεσθε -- - - - - -- συνδέσου - - συνδεθείτε/συνδεθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--συνδεθεί/συνδεθή-----
3Το ρήμα δηλώνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα δηλώνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.δηλώνω/δηλώ δηλώνεις/δηλοίς δηλώνει/δηλοί δηλώνομε/δηλώνουμε/δηλούμεν/δηλώνομεν/δηλούμε δηλώνετε/δηλούτε δηλώνουν/δηλούν/δηλώνουνεδήλωνα/εδήλουν/εδήλωνον δήλωνες/εδήλους/εδήλωνες δήλωνε/εδήλου/εδήλωνε δηλώναμε/εδηλούμεν/εδηλώνομεν δηλώνατε/εδηλούτε/εδηλώνετε δήλωναν/εδήλουν/εδήλωνον/δηλώναν/δηλώνανεδήλωσα/εδήλωσα δήλωσες/εδήλωσας δήλωσε/εδήλωσε δηλώσαμε/εδηλώσαμεν δηλώσατε/εδηλώσατε δήλωσαν/εδήλωσαν/δηλώσαν/δηλώσανεέχω δηλώσει έχεις δηλώσει έχει δηλώσει έχουμε δηλώσει έχετε δηλώσει έχουν δηλώσειείχα δηλώσει είχες δηλώσει είχε δηλώσει είχαμε δηλώσει είχατε δηλώσει είχαν δηλώσειθα έχω δηλώσει θα έχεις δηλώσει θα έχει δηλώσει θα έχουμε δηλώσει θα έχετε δηλώσει θα έχουν δηλώσειθα δηλώνω/θα δηλώ θα δηλώνεις/θα δηλοίς θα δηλώνει/θα δηλοί θα δηλώνομε/θα δηλώνουμε/θα δηλούμεν/θα δηλώνομεν/θα δηλούμε θα δηλώνετε/θα δηλούτε θα δηλώνουν/θα δηλούν/θα δηλώνουνεθα δηλώσω θα δηλώσεις/θα δηλώσης θα δηλώσει/θα δηλώση θα δηλώσομε/θα δηλώσουμε/θα δηλώσωμεν θα δηλώσετε θα δηλώσουν/θα δηλώσουνε
Υ π ο τ.να δηλώνω/να δηλώ να δηλώνεις/να δηλοίς να δηλώνει/να δηλοί να δηλώνομε/να δηλώνουμε/να δηλούμεν/να δηλώνομεν/να δηλούμε να δηλώνετε/να δηλούτε να δηλώνουν/να δηλούν/να δηλώνουνε- - - - - -να δηλώσω να δηλώσεις/να δηλώσης να δηλώσει/να δηλώση να δηλώσομε/να δηλώσουμε/να δηλώσωμεν να δηλώσετε να δηλώσουν/να δηλώσουνενα έχω δηλώσει να έχεις δηλώσει να έχει δηλώσει να έχουμε δηλώσει να έχετε δηλώσει να έχουν δηλώσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- δήλωνε - - δηλώνετε/δηλούτε -- - - - - -- δήλωσε - - δηλώστε/δηλώσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--δηλώσει-----
Το ρήμα δηλώνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.δηλώνομαι/δηλούμαι δηλώνεσαι/δηλούσαι δηλώνεται/δηλούται δηλωνόμαστε/δηλωνόμεθα/δηλούμεθα δηλώνεστε/δηλώνεσθε/δηλούσθε δηλώνονται/δηλούνταιδηλωνόμουν/εδηλούμην/εδηλωνόμην δηλωνόσουν/εδηλούσο/εδηλώνεσο δηλωνόταν/εδηλούτο/εδηλώνετο δηλωνόμαστε/εδηλούμεθα/εδηλωνόμεθα δηλωνόσαστε/εδηλούσθε/εδηλώνεσθε δηλώνονταν/εδηλούντο/εδηλώνοντοδηλώθηκα/εδηλώθην δηλώθηκες/εδηλώθης δηλώθηκε/εδηλώθη δηλωθήκαμε/εδηλώθημεν δηλωθήκατε/εδηλώθητε δηλώθηκαν/εδηλώθησαν/δηλωθήκαν/δηλωθήκανεέχω δηλωθεί έχεις δηλωθεί έχει δηλωθεί έχουμε δηλωθεί έχετε δηλωθεί έχουν δηλωθείείχα δηλωθεί είχες δηλωθεί είχε δηλωθεί είχαμε δηλωθεί είχατε δηλωθεί είχαν δηλωθείθα έχω δηλωθεί θα έχεις δηλωθεί θα έχει δηλωθεί θα έχουμε δηλωθεί θα έχετε δηλωθεί θα έχουν δηλωθείθα δηλώνομαι/θα δηλούμαι θα δηλώνεσαι/θα δηλούσαι θα δηλώνεται/θα δηλούται θα δηλωνόμαστε/θα δηλωνόμεθα/θα δηλούμεθα θα δηλώνεστε/θα δηλώνεσθε/θα δηλούσθε θα δηλώνονται/θα δηλούνταιθα δηλωθώ/θα δηλωθώ θα δηλωθείς/θα δηλωθής θα δηλωθεί/θα δηλωθή θα δηλωθούμε/θα δηλωθώμεν θα δηλωθείτε/θα δηλωθήτε θα δηλωθούν/θα δηλωθούν/θα δηλωθούνε
Υ π ο τ.να δηλώνομαι/να δηλούμαι να δηλώνεσαι/να δηλούσαι να δηλώνεται/να δηλούται να δηλωνόμαστε/να δηλωνόμεθα/να δηλούμεθα να δηλώνεστε/να δηλώνεσθε/να δηλούσθε να δηλώνονται/να δηλούνται- - - - - -να δηλωθώ/να δηλωθώ να δηλωθείς/να δηλωθής να δηλωθεί/να δηλωθή να δηλωθούμε/να δηλωθώμεν να δηλωθείτε/να δηλωθήτε να δηλωθούν/να δηλωθούν/να δηλωθούνενα έχω δηλωθεί να έχεις δηλωθεί να έχει δηλωθεί να έχουμε δηλωθεί να έχετε δηλωθεί να έχουν δηλωθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - δηλώνεστε/δηλώνεσθε -- - - - - -- δηλώσου - - δηλωθείτε/δηλωθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--δηλωθεί/δηλωθή-----
4Το ρήμα παραπαίω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα παραπαίω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.παραπαίω παραπαίεις παραπαίει παραπαίομε/παραπαίουμε/παραπαίομεν παραπαίετε παραπαίουν/παραπαίουνεπαρέπαια/παρέπαιον παρέπαιες παρέπαιε παραπαίαμε/παρεπαίομεν παραπαίατε/παρεπαίετε παρέπαιαν/παρέπαιον/παραπαίαν/παραπαίανεθα παραπαίω θα παραπαίεις θα παραπαίει θα παραπαίομε/θα παραπαίουμε/θα παραπαίομεν θα παραπαίετε θα παραπαίουν/θα παραπαίουνε
Υ π ο τ.να παραπαίω να παραπαίεις να παραπαίει να παραπαίομε/να παραπαίουμε/να παραπαίομεν να παραπαίετε να παραπαίουν/να παραπαίουνε- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- παράπαιε - - παραπαίετε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
5Το ρήμα άδω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα άδω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.άδω άδεις άδει άδομε/άδουμε/άδομεν άδετε άδουνθα άδω θα άδεις θα άδει θα άδομε/θα άδουμε/θα άδομεν θα άδετε θα άδουν
Υ π ο τ.να άδω να άδεις να άδει να άδομε/να άδουμε/να άδομεν να άδετε να άδουν- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- άδε - - άδετε -- - - - - -
Α.--
6Το ρήμα δένω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα δένω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.δένω δένεις δένει δένομε/δένουμε/δένομεν δένετε δένουν/δένουνεέδενα/'δενα/έδενον έδενες/'δενες έδενε/'δενε δέναμε/εδένομεν δένατε/εδένετε έδεναν/'δεναν/έδενον/δέναν/δένανεέδεσα/'δεσα έδεσες/'δεσες/έδεσας έδεσε/'δεσε δέσαμε/εδέσαμεν δέσατε/εδέσατε έδεσαν/'δεσαν/δέσαν/δέσανεέχω δέσει έχεις δέσει έχει δέσει έχουμε δέσει έχετε δέσει έχουν δέσειείχα δέσει είχες δέσει είχε δέσει είχαμε δέσει είχατε δέσει είχαν δέσειθα έχω δέσει θα έχεις δέσει θα έχει δέσει θα έχουμε δέσει θα έχετε δέσει θα έχουν δέσειθα δένω θα δένεις θα δένει θα δένομε/θα δένουμε/θα δένομεν θα δένετε θα δένουν/θα δένουνεθα δέσω θα δέσεις/θα δέσης θα δέσει/θα δέση θα δέσομε/θα δέσουμε/θα δέσωμεν θα δέσετε θα δέσουν/θα δέσουνε
Υ π ο τ.να δένω να δένεις να δένει να δένομε/να δένουμε/να δένομεν να δένετε να δένουν/να δένουνε- - - - - -να δέσω να δέσεις/να δέσης να δέσει/να δέση να δέσομε/να δέσουμε/να δέσωμεν να δέσετε να δέσουν/να δέσουνενα έχω δέσει να έχεις δέσει να έχει δέσει να έχουμε δέσει να έχετε δέσει να έχουν δέσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- δένε - - δένετε -- - - - - -- δέσε/δέσ' - - δέστε/δέσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--δέσει-----
Το ρήμα δένω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.δένομαι δένεσαι δένεται δενόμαστε/δενόμεθα δένεστε/δένεσθε/δενόσαστε δένονταιδενόμουν/εδενόμην/δενόμουνα δενόσουν/εδένεσο/δενόσουνα δενόταν/εδένετο/δενότανε δενόμαστε/εδενόμεθα/δενόμασταν δενόσαστε/εδένεσθε/δενόσασταν δένονταν/εδένοντο/δενόντανε/δενόντουσανδέθηκα/εδέθην δέθηκες/εδέθης δέθηκε/εδέθη δεθήκαμε/εδέθημεν δεθήκατε/εδέθητε δέθηκαν/εδέθησαν/δεθήκαν/δεθήκανεέχω δεθεί έχεις δεθεί έχει δεθεί έχουμε δεθεί έχετε δεθεί έχουν δεθείείχα δεθεί είχες δεθεί είχε δεθεί είχαμε δεθεί είχατε δεθεί είχαν δεθείθα έχω δεθεί θα έχεις δεθεί θα έχει δεθεί θα έχουμε δεθεί θα έχετε δεθεί θα έχουν δεθείθα δένομαι θα δένεσαι θα δένεται θα δενόμαστε/θα δενόμεθα θα δένεστε/θα δένεσθε/θα δενόσαστε θα δένονταιθα δεθώ/θα δεθώ θα δεθείς/θα δεθής θα δεθεί/θα δεθή θα δεθούμε/θα δεθώμεν θα δεθείτε/θα δεθήτε θα δεθούν/θα δεθούν/θα δεθούνε
Υ π ο τ.να δένομαι να δένεσαι να δένεται να δενόμαστε/να δενόμεθα να δένεστε/να δένεσθε/να δενόσαστε να δένονται- - - - - -να δεθώ/να δεθώ να δεθείς/να δεθής να δεθεί/να δεθή να δεθούμε/να δεθώμεν να δεθείτε/να δεθήτε να δεθούν/να δεθούν/να δεθούνενα έχω δεθεί να έχεις δεθεί να έχει δεθεί να έχουμε δεθεί να έχετε δεθεί να έχουν δεθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - δένεστε/δένεσθε -- - - - - -- δέσου - - δεθείτε/δεθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--δεθεί/δεθή-----
7Το ρήμα φτάνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα φτάνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενυπερσΣυντ.μέλ.Εξακολ. μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φθάνω/φτάνω φθάνεις/φτάνεις φθάνει/φτάνει φθάνομε/φθάνουμε/φτάνομε/φτάνουμε/φθάνομεν φθάνετε/φτάνετε φθάνουν/φτάνουν/φθάνουνε/φτάνουνεέφθανα/έφτανα/'φτανα/έφθανον έφθανες/έφτανες/'φτανες έφθανε/έφτανε/'φτανε φθάναμε/φτάναμε/εφθάνομεν φθάνατε/φτάνατε/εφθάνετε έφθαναν/έφταναν/'φταναν/έφθανον/φθάναν/φθάνανε/φτάναν/φτάνανεέφθασα/έφτασα/'φτασα έφθασες/έφτασες/'φτασες/έφθασας έφθασε/έφτασε/'φτασε φθάσαμε/φτάσαμε/εφθάσαμεν φθάσατε/φτάσατε/εφθάσατε έφθασαν/έφτασαν/'φτασαν/φθάσαν/φθάσανε/φτάσαν/φτάσανεέχω φθάσει/έχω φτάσει έχεις φθάσει/έχεις φτάσει έχει φθάσει/έχει φτάσει έχουμε φθάσει/έχουμε φτάσει έχετε φθάσει/έχετε φτάσει έχουν φθάσει/έχουν φτάσειείχα φθάσει/είχα φτάσει είχες φθάσει/είχες φτάσει είχε φθάσει/είχε φτάσει είχαμε φθάσει/είχαμε φτάσει είχατε φθάσει/είχατε φτάσει είχαν φθάσει/είχαν φτάσειθα έχω φθάσει/θα έχω φτάσει θα έχεις φθάσει/θα έχεις φτάσει θα έχει φθάσει/θα έχει φτάσει θα έχουμε φθάσει/θα έχουμε φτάσει θα έχετε φθάσει/θα έχετε φτάσει θα έχουν φθάσει/θα έχουν φτάσειθα φθάνω/θα φτάνω θα φθάνεις/θα φτάνεις θα φθάνει/θα φτάνει θα φθάνομε/θα φθάνουμε/θα φτάνομε/θα φτάνουμε/θα φθάνομεν θα φθάνετε/θα φτάνετε θα φθάνουν/θα φτάνουν/θα φθάνουνε/θα φτάνουνεθα φθάσω/θα φτάσω θα φθάσεις/θα φτάσεις/θα φθάσης θα φθάσει/θα φτάσει/θα φθάση θα φθάσομε/θα φθάσουμε/θα φτάσομε/θα φτάσουμε/θα φθάσωμεν θα φθάσετε/θα φτάσετε θα φθάσουν/θα φτάσουν/θα φθάσουνε/θα φτάσουνε
Υ π ο τ.να φθάνω/να φτάνω να φθάνεις/να φτάνεις να φθάνει/να φτάνει να φθάνομε/να φθάνουμε/να φτάνομε/να φτάνουμε/να φθάνομεν να φθάνετε/να φτάνετε να φθάνουν/να φτάνουν/να φθάνουνε/να φτάνουνε- - - - - -να φθάσω/να φτάσω να φθάσεις/να φτάσεις/να φθάσης να φθάσει/να φτάσει/να φθάση να φθάσομε/να φθάσουμε/να φτάσομε/να φτάσουμε/να φθάσωμεν να φθάσετε/να φτάσετε να φθάσουν/να φτάσουν/να φθάσουνε/να φτάσουνενα έχω φθάσει/να έχω φτάσει να έχεις φθάσει/να έχεις φτάσει να έχει φθάσει/να έχει φτάσει να έχουμε φθάσει/να έχουμε φτάσει να έχετε φθάσει/να έχετε φτάσει να έχουν φθάσει/να έχουν φτάσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- φθάνε/φτάνε - - φθάνετε/φτάνετε -- - - - - -- φθάσε/φτάσε/φθάσ'/φτάσ' - - φθάστε/φτάστε/φθάσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--φθάσει/φτάσει-----
Το ρήμα φτάνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.- - - - - -- - - - - -είμαι φτασμένος είσαι φτασμένος είναι φτασμένος είμαστε φτασμένοι είσαστε φτασμένοι είναι φτασμένοιήμουν φτασμένος ήσουν φτασμένος ήταν φτασμένος ήμασταν φτασμένοι ήσασταν φτασμένοι ήταν φτασμένοιθα είμαι φτασμένος θα είσαι φτασμένος θα είναι φτασμένος θα είμαστε φτασμένοι θα είσαστε φτασμένοι θα είναι φτασμένοι- - - - - -- - - - - -
Υ π ο τ.- - - - - -- - - - - -να είμαι φτασμένος να είσαι φτασμένος να είναι φτασμένος να είμαστε φτασμένοι να είσαστε φτασμένοι να είναι φτασμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-------
8Το ρήμα βραβεύω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα βραβεύω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.βραβεύω βραβεύεις βραβεύει βραβεύομε/βραβεύουμε/βραβεύομεν βραβεύετε βραβεύουν/βραβεύουνεβράβευα/εβράβευον βράβευες/εβράβευες βράβευε/εβράβευε βραβεύαμε/εβραβεύομεν βραβεύατε/εβραβεύετε βράβευαν/εβράβευον/βραβεύαν/βραβεύανεβράβευσα/εβράβευσα βράβευσες/εβράβευσας βράβευσε/εβράβευσε βραβεύσαμε/εβραβεύσαμεν βραβεύσατε/εβραβεύσατε βράβευσαν/εβράβευσαν/βραβεύσαν/βραβεύσανεέχω βραβεύσει έχεις βραβεύσει έχει βραβεύσει έχουμε βραβεύσει έχετε βραβεύσει έχουν βραβεύσειείχα βραβεύσει είχες βραβεύσει είχε βραβεύσει είχαμε βραβεύσει είχατε βραβεύσει είχαν βραβεύσειθα έχω βραβεύσει θα έχεις βραβεύσει θα έχει βραβεύσει θα έχουμε βραβεύσει θα έχετε βραβεύσει θα έχουν βραβεύσειθα βραβεύω θα βραβεύεις θα βραβεύει θα βραβεύομε/θα βραβεύουμε/θα βραβεύομεν θα βραβεύετε θα βραβεύουν/θα βραβεύουνεθα βραβεύσω θα βραβεύσεις/θα βραβεύσης θα βραβεύσει/θα βραβεύση θα βραβεύσομε/θα βραβεύσουμε/θα βραβεύσωμεν θα βραβεύσετε θα βραβεύσουν/θα βραβεύσουνε
Υ π ο τ.να βραβεύω να βραβεύεις να βραβεύει να βραβεύομε/να βραβεύουμε/να βραβεύομεν να βραβεύετε να βραβεύουν/να βραβεύουνε- - - - - -να βραβεύσω να βραβεύσεις/να βραβεύσης να βραβεύσει/να βραβεύση να βραβεύσομε/να βραβεύσουμε/να βραβεύσωμεν να βραβεύσετε να βραβεύσουν/να βραβεύσουνενα έχω βραβεύσει να έχεις βραβεύσει να έχει βραβεύσει να έχουμε βραβεύσει να έχετε βραβεύσει να έχουν βραβεύσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- βράβευε - - βραβεύετε -- - - - - -- βράβευσε - - βραβεύστε/βραβεύσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--βραβεύσει-----
Το ρήμα βραβεύω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.βραβεύομαι βραβεύεσαι βραβεύεται βραβευόμαστε/βραβευόμεθα βραβεύεστε/βραβεύεσθε βραβεύονταιβραβευόμουν/εβραβευόμην βραβευόσουν/εβραβεύεσο βραβευόταν/βραβεύετο/εβραβεύετο βραβευόμαστε/εβραβευόμεθα βραβευόσαστε/εβραβεύεσθε βραβεύονταν/βραβεύοντο/εβραβεύοντοβραβεύτηκα/εβραβεύθην/βραβεύθηκα βραβεύτηκες/εβραβεύθης/βραβεύθηκες βραβεύτηκε/εβραβεύθη/βραβεύθηκε βραβευτήκαμε/εβραβεύθημεν/βραβευθήκαμε βραβευτήκατε/εβραβεύθητε/βραβευθήκατε βραβεύτηκαν/εβραβεύθησαν/βραβευτήκαν/βραβευτήκανε/βραβεύθηκανέχω βραβευτεί/έχω βραβευθεί έχεις βραβευτεί/έχεις βραβευθεί έχει βραβευτεί/έχει βραβευθεί έχουμε βραβευτεί/έχουμε βραβευθεί έχετε βραβευτεί/έχετε βραβευθεί έχουν βραβευτεί/έχουν βραβευθείείχα βραβευτεί/είχα βραβευθεί είχες βραβευτεί/είχες βραβευθεί είχε βραβευτεί/είχε βραβευθεί είχαμε βραβευτεί/είχαμε βραβευθεί είχατε βραβευτεί/είχατε βραβευθεί είχαν βραβευτεί/είχαν βραβευθείθα έχω βραβευτεί/θα έχω βραβευθεί θα έχεις βραβευτεί/θα έχεις βραβευθεί θα έχει βραβευτεί/θα έχει βραβευθεί θα έχουμε βραβευτεί/θα έχουμε βραβευθεί θα έχετε βραβευτεί/θα έχετε βραβευθεί θα έχουν βραβευτεί/θα έχουν βραβευθείθα βραβεύομαι θα βραβεύεσαι θα βραβεύεται θα βραβευόμαστε/θα βραβευόμεθα θα βραβεύεστε/θα βραβεύεσθε θα βραβεύονταιθα βραβευτώ/θα βραβευθώ/θα βραβευθώ θα βραβευτείς/θα βραβευθής/θα βραβευθείς θα βραβευτεί/θα βραβευθή/θα βραβευθεί θα βραβευτούμε/θα βραβευθώμεν/θα βραβευθούμε θα βραβευτείτε/θα βραβευθήτε/θα βραβευθείτε θα βραβευτούν/θα βραβευθούν/θα βραβευτούνε/θα βραβευθούν
Υ π ο τ.να βραβεύομαι να βραβεύεσαι να βραβεύεται να βραβευόμαστε/να βραβευόμεθα να βραβεύεστε/να βραβεύεσθε να βραβεύονται- - - - - -να βραβευτώ/να βραβευθώ/να βραβευθώ να βραβευτείς/να βραβευθής/να βραβευθείς να βραβευτεί/να βραβευθή/να βραβευθεί να βραβευτούμε/να βραβευθώμεν/να βραβευθούμε να βραβευτείτε/να βραβευθήτε/να βραβευθείτε να βραβευτούν/να βραβευθούν/να βραβευτούνε/να βραβευθούννα έχω βραβευτεί/να έχω βραβευθεί να έχεις βραβευτεί/να έχεις βραβευθεί να έχει βραβευτεί/να έχει βραβευθεί να έχουμε βραβευτεί/να έχουμε βραβευθεί να έχετε βραβευτεί/να έχετε βραβευθεί να έχουν βραβευτεί/να έχουν βραβευθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - βραβεύεστε/βραβεύεσθε -- - - - - -- - - - βραβευτείτε/βραβευθήτε/βραβευθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--βραβευτεί/βραβευθή/βραβευθεί-----
9Το ρήμα παύω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα παύω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.παύω παύεις παύει παύομε/παύουμε/παύομεν παύετε παύουν/παύουνεέπαυα/'παυα/έπαυον έπαυες/'παυες έπαυε/'παυε παύαμε/επαύομεν παύατε/επαύετε έπαυαν/'παυαν/έπαυον/παύαν/παύανεέπαυσα/έπαψα/'παψα έπαυσες/έπαψες/'παψες/έπαυσας έπαυσε/έπαψε/'παψε παύσαμε/πάψαμε/επαύσαμεν παύσατε/πάψατε/επαύσατε έπαυσαν/έπαψαν/'παψαν/πάψαν/πάψανεέχω παύσει/έχω πάψει έχεις παύσει/έχεις πάψει έχει παύσει/έχει πάψει έχουμε παύσει/έχουμε πάψει έχετε παύσει/έχετε πάψει έχουν παύσει/έχουν πάψειείχα παύσει/είχα πάψει είχες παύσει/είχες πάψει είχε παύσει/είχε πάψει είχαμε παύσει/είχαμε πάψει είχατε παύσει/είχατε πάψει είχαν παύσει/είχαν πάψειθα έχω παύσει/θα έχω πάψει θα έχεις παύσει/θα έχεις πάψει θα έχει παύσει/θα έχει πάψει θα έχουμε παύσει/θα έχουμε πάψει θα έχετε παύσει/θα έχετε πάψει θα έχουν παύσει/θα έχουν πάψειθα παύω θα παύεις θα παύει θα παύομε/θα παύουμε/θα παύομεν θα παύετε θα παύουν/θα παύουνεθα παύσω/θα πάψω θα παύσεις/θα πάψεις/θα παύσης θα παύσει/θα πάψει/θα παύση θα παύσομε/θα παύσουμε/θα πάψομε/θα πάψουμε/θα παύσωμεν θα παύσετε/θα πάψετε θα παύσουν/θα πάψουν/θα πάψουνε
Υ π ο τ.να παύω να παύεις να παύει να παύομε/να παύουμε/να παύομεν να παύετε να παύουν/να παύουνε- - - - - -να παύσω/να πάψω να παύσεις/να πάψεις/να παύσης να παύσει/να πάψει/να παύση να παύσομε/να παύσουμε/να πάψομε/να πάψουμε/να παύσωμεν να παύσετε/να πάψετε να παύσουν/να πάψουν/να πάψουνενα έχω παύσει/να έχω πάψει να έχεις παύσει/να έχεις πάψει να έχει παύσει/να έχει πάψει να έχουμε παύσει/να έχουμε πάψει να έχετε παύσει/να έχετε πάψει να έχουν παύσει/να έχουν πάψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ- παύε - - παύετε -- - - - - -- παύσε/πάψε/πάψ' - - παύσετε/παύστε/πάψτε/παύσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--παύσει/πάψει-----
Το ρήμα παύω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.παύομαι παύεσαι παύεται παυόμαστε/παυόμεθα παύεστε/παύεσθε/παυόσαστε παύονταιπαυόμουν/επαυόμην/παυόμουνα παυόσουν/επαύεσο/παυόσουνα παυόταν/επαύετο/παυότανε παυόμαστε/επαυόμεθα/παυόμασταν παυόσαστε/επαύεσθε/παυόσασταν παύονταν/επαύοντο/παυόντανε/παυόντουσανπαύτηκα/επαύθην/παύθηκα παύτηκες/επαύθης/παύθηκες παύτηκε/επαύθη/παύθηκε παυτήκαμε/επαύθημεν/παυθήκαμε παυτήκατε/επαύθητε/παυθήκατε παύτηκαν/επαύθησαν/παυτήκαν/παυτήκανε/παύθηκανέχω παυτεί/έχω παυθεί έχεις παυτεί/έχεις παυθεί έχει παυτεί/έχει παυθεί έχουμε παυτεί/έχουμε παυθεί έχετε παυτεί/έχετε παυθεί έχουν παυτεί/έχουν παυθείείχα παυτεί/είχα παυθεί είχες παυτεί/είχες παυθεί είχε παυτεί/είχε παυθεί είχαμε παυτεί/είχαμε παυθεί είχατε παυτεί/είχατε παυθεί είχαν παυτεί/είχαν παυθείθα έχω παυτεί/θα έχω παυθεί θα έχεις παυτεί/θα έχεις παυθεί θα έχει παυτεί/θα έχει παυθεί θα έχουμε παυτεί/θα έχουμε παυθεί θα έχετε παυτεί/θα έχετε παυθεί θα έχουν παυτεί/θα έχουν παυθείθα παύομαι θα παύεσαι θα παύεται θα παυόμαστε/θα παυόμεθα θα παύεστε/θα παύεσθε/θα παυόσαστε θα παύονταιθα παυτώ/θα παυθώ/θα παυθώ θα παυτείς/θα παυθής/θα παυθείς θα παυτεί/θα παυθή/θα παυθεί θα παυτούμε/θα παυθώμεν/θα παυθούμε θα παυτείτε/θα παυθήτε/θα παυθείτε θα παυτούν/θα παυθούν/θα παυτούνε/θα παυθούν
Υ π ο τ.να παύομαι να παύεσαι να παύεται να παυόμαστε/να παυόμεθα να παύεστε/να παύεσθε/να παυόσαστε να παύονται- - - - - -να παυτώ/να παυθώ/να παυθώ να παυτείς/να παυθής/να παυθείς να παυτεί/να παυθή/να παυθεί να παυτούμε/να παυθώμεν/να παυθούμε να παυτείτε/να παυθήτε/να παυθείτε να παυτούν/να παυθούν/να παυτούνε/να παυθούννα έχω παυτεί/να έχω παυθεί να έχεις παυτεί/να έχεις παυθεί να έχει παυτεί/να έχει παυθεί να έχουμε παυτεί/να έχουμε παυθεί να έχετε παυτεί/να έχετε παυθεί να έχουν παυτεί/να έχουν παυθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- - - - παύεστε/παύεσθε -- - - - - -- - - - παυτείτε/παυθήτε/παυθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--παυτεί/παυθή/παυθεί-----
10Το ρήμα αποκλείω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αποκλείω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποκλείω αποκλείεις αποκλείει αποκλείομε/αποκλείουμε/αποκλείομεν αποκλείετε αποκλείουν/αποκλείουνεαπόκλεια/απέκλειον/απέκλεια απόκλειες/απέκλειες απόκλειε/απέκλειε αποκλείαμε/απεκλείομεν αποκλείατε/απεκλείετε απόκλειαν/απέκλειον/αποκλείαν/αποκλείανε/απέκλειαναπόκλεισα/απέκλεισα απόκλεισες/απέκλεισας/απέκλεισες απόκλεισε/απέκλεισε αποκλείσαμε/απεκλείσαμεν αποκλείσατε/απεκλείσατε απόκλεισαν/αποκλείσαν/αποκλείσανε/απέκλεισανέχω αποκλείσει έχεις αποκλείσει έχει αποκλείσει έχουμε αποκλείσει έχετε αποκλείσει έχουν αποκλείσειείχα αποκλείσει είχες αποκλείσει είχε αποκλείσει είχαμε αποκλείσει είχατε αποκλείσει είχαν αποκλείσειθα έχω αποκλείσει θα έχεις αποκλείσει θα έχει αποκλείσει θα έχουμε αποκλείσει θα έχετε αποκλείσει θα έχουν αποκλείσειθα αποκλείω θα αποκλείεις θα αποκλείει θα αποκλείομε/θα αποκλείουμε/θα αποκλείομεν θα αποκλείετε θα αποκλείουν/θα αποκλείουνεθα αποκλείσω θα αποκλείσεις/θα αποκλείσης θα αποκλείσει/θα αποκλείση θα αποκλείσομε/θα αποκλείσουμε/θα αποκλείσωμεν θα αποκλείσετε θα αποκλείσουν/θα αποκλείσουνε
Υ π ο τ.να αποκλείω να αποκλείεις να αποκλείει να αποκλείομε/να αποκλείουμε/να αποκλείομεν να αποκλείετε να αποκλείουν/να αποκλείουνε- - - - - -να αποκλείσω να αποκλείσεις/να αποκλείσης να αποκλείσει/να αποκλείση να αποκλείσομε/να αποκλείσουμε/να αποκλείσωμεν να αποκλείσετε να αποκλείσουν/να αποκλείσουνενα έχω αποκλείσει να έχεις αποκλείσει να έχει αποκλείσει να έχουμε αποκλείσει να έχετε αποκλείσει να έχουν αποκλείσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- απόκλειε - - αποκλείετε -- - - - - -- απόκλεισε - - αποκλείστε/αποκλείσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αποκλείσει-----
Το ρήμα αποκλείω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποκλείομαι αποκλείεσαι αποκλείεται αποκλειόμαστε/αποκλειόμεθα αποκλείεστε/αποκλείεσθε αποκλείονταιαποκλειόμουν/απεκλειόμην αποκλειόσουν/απεκλείεσο αποκλειόταν/αποκλείετο/απεκλείετο αποκλειόμαστε/απεκλειόμεθα αποκλειόσαστε/απεκλείεσθε αποκλείονταν/αποκλείοντο/απεκλείοντοαποκλείστηκα/απεκλείσθην/αποκλείσθηκα αποκλείστηκες/απεκλείσθης/αποκλείσθηκες αποκλείστηκε/απεκλείσθη/αποκλείσθηκε αποκλειστήκαμε/απεκλείσθημεν/αποκλεισθήκαμε αποκλειστήκατε/απεκλείσθητε/αποκλεισθήκατε αποκλείστηκαν/απεκλείσθησαν/αποκλειστήκαν/αποκλειστήκανε/αποκλείσθηκανέχω αποκλειστεί έχεις αποκλειστεί έχει αποκλειστεί έχουμε αποκλειστεί έχετε αποκλειστεί έχουν αποκλειστείείχα αποκλειστεί είχες αποκλειστεί είχε αποκλειστεί είχαμε αποκλειστεί είχατε αποκλειστεί είχαν αποκλειστείθα έχω αποκλειστεί θα έχεις αποκλειστεί θα έχει αποκλειστεί θα έχουμε αποκλειστεί θα έχετε αποκλειστεί θα έχουν αποκλειστείθα αποκλείομαι θα αποκλείεσαι θα αποκλείεται θα αποκλειόμαστε/θα αποκλειόμεθα θα αποκλείεστε/θα αποκλείεσθε θα αποκλείονταιθα αποκλειστώ/θα αποκλεισθώ/θα αποκλεισθώ θα αποκλειστείς/θα αποκλεισθής/θα αποκλεισθείς θα αποκλειστεί/θα αποκλεισθή/θα αποκλεισθεί θα αποκλειστούμε/θα αποκλεισθώμεν/θα αποκλεισθούμε θα αποκλειστείτε/θα αποκλεισθήτε/θα αποκλεισθείτε θα αποκλειστούν/θα αποκλεισθούν/θα αποκλειστούνε/θα αποκλεισθούν
Υ π ο τ.να αποκλείομαι να αποκλείεσαι να αποκλείεται να αποκλειόμαστε/να αποκλειόμεθα να αποκλείεστε/να αποκλείεσθε να αποκλείονται- - - - - -να αποκλειστώ/να αποκλεισθώ/να αποκλεισθώ να αποκλειστείς/να αποκλεισθής/να αποκλεισθείς να αποκλειστεί/να αποκλεισθή/να αποκλεισθεί να αποκλειστούμε/να αποκλεισθώμεν/να αποκλεισθούμε να αποκλειστείτε/να αποκλεισθήτε/να αποκλεισθείτε να αποκλειστούν/να αποκλεισθούν/να αποκλειστούνε/να αποκλεισθούννα έχω αποκλειστεί να έχεις αποκλειστεί να έχει αποκλειστεί να έχουμε αποκλειστεί να έχετε αποκλειστεί να έχουν αποκλειστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αποκλείεστε/αποκλείεσθε -- - - - - -- αποκλείσου - - αποκλειστείτε/αποκλεισθήτε/αποκλεισθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αποκλειστεί/αποκλεισθή/αποκλεισθεί-----
11Το ρήμα σείω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα σείω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σείω σείεις σείει σείομε/σείουμε/σείομεν σείετε σείουνέσεια/έσειον έσειες έσειε σείαμε/εσείομεν σείατε/εσείετε έσειαν/έσειονέσεισα έσεισες/έσεισας έσεισε σείσαμε/εσείσαμεν σείσατε/εσείσατε έσεισαν/σείσαν/σείσανεέχω σείσει έχεις σείσει έχει σείσει έχουμε σείσει έχετε σείσει έχουν σείσειείχα σείσει είχες σείσει είχε σείσει είχαμε σείσει είχατε σείσει είχαν σείσειθα έχω σείσει θα έχεις σείσει θα έχει σείσει θα έχουμε σείσει θα έχετε σείσει θα έχουν σείσειθα σείω θα σείεις θα σείει θα σείομε/θα σείουμε/θα σείομεν θα σείετε θα σείουνθα σείσω θα σείσεις/θα σείσης θα σείσει/θα σείση θα σείσομε/θα σείσουμε/θα σείσωμεν θα σείσετε θα σείσουν/θα σείσουνε
Υ π ο τ.να σείω να σείεις να σείει να σείομε/να σείουμε/να σείομεν να σείετε να σείουν- - - - - -να σείσω να σείσεις/να σείσης να σείσει/να σείση να σείσομε/να σείσουμε/να σείσωμεν να σείσετε να σείσουν/να σείσουνενα έχω σείσει να έχεις σείσει να έχει σείσει να έχουμε σείσει να έχετε σείσει να έχουν σείσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- σείε - - σείετε -- - - - - -- σείσε - - σείστε/σείσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σείσει-----
Το ρήμα σείω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σειέμαι/σείομαι σειέσαι/σείεσαι σειέται/σείεται σειόμαστε/σειόμεθα σειέστε/σείεστε/σείεσθε/σειόσαστε σειούνται/σείονται/σειόνταισειόμουν/εσειόμην/σειόμουνα σειόσουν/εσείεσο/σειόσουνα σειόταν/εσείετο/σειότανε σειόμαστε/εσειόμεθα/σειόμασταν σειόσαστε/εσείεσθε/σειόσασταν σειόνταν/σείονταν/εσείοντο/σειούνταν/σειόντανε/σειόντουσανσείστηκα/εσείσθην/σείσθηκα σείστηκες/εσείσθης/σείσθηκες σείστηκε/εσείσθη/σείσθηκε σειστήκαμε/εσείσθημεν/σεισθήκαμε σειστήκατε/εσείσθητε/σεισθήκατε σείστηκαν/εσείσθησαν/σειστήκαν/σειστήκανε/σείσθηκανέχω σειστεί έχεις σειστεί έχει σειστεί έχουμε σειστεί έχετε σειστεί έχουν σειστείείχα σειστεί είχες σειστεί είχε σειστεί είχαμε σειστεί είχατε σειστεί είχαν σειστείθα έχω σειστεί θα έχεις σειστεί θα έχει σειστεί θα έχουμε σειστεί θα έχετε σειστεί θα έχουν σειστείθα σειέμαι/θα σείομαι θα σειέσαι/θα σείεσαι θα σειέται/θα σείεται θα σειόμαστε/θα σειόμεθα θα σειέστε/θα σείεστε/θα σείεσθε/θα σειόσαστε θα σειούνται/θα σείονται/θα σειόνταιθα σειστώ/θα σεισθώ/θα σεισθώ θα σειστείς/θα σεισθής/θα σεισθείς θα σειστεί/θα σεισθή/θα σεισθεί θα σειστούμε/θα σεισθώμεν/θα σεισθούμε θα σειστείτε/θα σεισθήτε/θα σεισθείτε θα σειστούν/θα σεισθούν/θα σειστούνε/θα σεισθούν
Υ π ο τ.να σειέμαι/να σείομαι να σειέσαι/να σείεσαι να σειέται/να σείεται να σειόμαστε/να σειόμεθα να σειέστε/να σείεστε/να σείεσθε/να σειόσαστε να σειούνται/να σείονται/να σειόνται- - - - - -να σειστώ/να σεισθώ/να σεισθώ να σειστείς/να σεισθής/να σεισθείς να σειστεί/να σεισθή/να σεισθεί να σειστούμε/να σεισθώμεν/να σεισθούμε να σειστείτε/να σεισθήτε/να σεισθείτε να σειστούν/να σεισθούν/να σειστούνε/να σεισθούννα έχω σειστεί να έχεις σειστεί να έχει σειστεί να έχουμε σειστεί να έχετε σειστεί να έχουν σειστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - σειέστε/σείεστε/σείεσθε -- - - - - -- σείσου - - σειστείτε/σεισθήτε/σεισθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σειστεί/σεισθή/σεισθεί-----
12Το ρήμα χρίω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα χρίω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.χρίζω/χρίω χρίεις/χρίζεις χρίει/χρίζει χρίζομε/χρίζουμε/χρίομε/χρίουμε/χρίομεν χρίετε/χρίζετε χρίζουν/χρίουν/χρίζουνεέχρια/έχριζα/'χριζα/έχριον έχριες/έχριζες/'χριζες έχριε/έχριζε/'χριζε χρίαμε/χρίζαμε/εχρίομεν χρίατε/χρίζατε/εχρίετε έχριαν/έχριζαν/'χριζαν/έχριον/χρίζαν/χρίζανεέχρισα/'χρισα έχρισες/'χρισες/έχρισας έχρισε/'χρισε χρίσαμε/εχρίσαμεν χρίσατε/εχρίσατε έχρισαν/'χρισαν/χρίσαν/χρίσανεέχω χρίσει έχεις χρίσει έχει χρίσει έχουμε χρίσει έχετε χρίσει έχουν χρίσειείχα χρίσει είχες χρίσει είχε χρίσει είχαμε χρίσει είχατε χρίσει είχαν χρίσειθα έχω χρίσει θα έχεις χρίσει θα έχει χρίσει θα έχουμε χρίσει θα έχετε χρίσει θα έχουν χρίσειθα χρίζω/θα χρίω θα χρίεις/θα χρίζεις θα χρίει/θα χρίζει θα χρίζομε/θα χρίζουμε/θα χρίομε/θα χρίουμε/θα χρίομεν θα χρίετε/θα χρίζετε θα χρίζουν/θα χρίουν/θα χρίζουνεθα χρίσω θα χρίσεις/θα χρίσης θα χρίσει/θα χρίση θα χρίσομε/θα χρίσουμε/θα χρίσωμεν θα χρίσετε θα χρίσουν/θα χρίσουνε
Υ π ο τ.να χρίζω/να χρίω να χρίεις/να χρίζεις να χρίει/να χρίζει να χρίζομε/να χρίζουμε/να χρίομε/να χρίουμε/να χρίομεν να χρίετε/να χρίζετε να χρίζουν/να χρίουν/να χρίζουνε- - - - - -να χρίσω να χρίσεις/να χρίσης να χρίσει/να χρίση να χρίσομε/να χρίσουμε/να χρίσωμεν να χρίσετε να χρίσουν/να χρίσουνενα έχω χρίσει να έχεις χρίσει να έχει χρίσει να έχουμε χρίσει να έχετε χρίσει να έχουν χρίσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- χρίε/χρίζε - - χρίετε/χρίζετε -- - - - - -- χρίσε/χρίσ' - - χρίστε/χρίσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--χρίσει-----
Το ρήμα χρίω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.χρίζομαι/χρίομαι χρίεσαι/χρίζεσαι χρίεται/χρίζεται χριζόμαστε/χριόμαστε/χριόμεθα χρίεστε/χρίζεστε/χρίεσθε/χριζόσαστε χρίζονται/χρίονταιχριζόμουν/χριόμουν/εχριόμην/χριζόμουνα χριζόσουν/χριόσουν/εχρίεσο/χριζόσουνα χριζόταν/χριόταν/εχρίετο/χριζότανε χριζόμαστε/χριόμαστε/εχριόμεθα/χριζόμασταν χριζόσαστε/χριόσαστε/εχρίεσθε/χριζόσασταν χρίζονταν/χρίονταν/εχρίοντο/χριζόντανε/χριζόντουσανχρίστηκα/εχρίσθην/χρίσθηκα χρίστηκες/εχρίσθης/χρίσθηκες χρίστηκε/εχρίσθη/χρίσθηκε χριστήκαμε/εχρίσθημεν/χρισθήκαμε χριστήκατε/εχρίσθητε/χρισθήκατε χρίστηκαν/εχρίσθησαν/χριστήκαν/χριστήκανε/χρίσθηκανέχω χριστεί/έχω χρισθεί έχεις χριστεί/έχεις χρισθεί έχει χριστεί/έχει χρισθεί έχουμε χριστεί/έχουμε χρισθεί έχετε χριστεί/έχετε χρισθεί έχουν χριστεί/έχουν χρισθείείχα χριστεί/είχα χρισθεί είχες χριστεί/είχες χρισθεί είχε χριστεί/είχε χρισθεί είχαμε χριστεί/είχαμε χρισθεί είχατε χριστεί/είχατε χρισθεί είχαν χριστεί/είχαν χρισθείθα έχω χριστεί/θα έχω χρισθεί θα έχεις χριστεί/θα έχεις χρισθεί θα έχει χριστεί/θα έχει χρισθεί θα έχουμε χριστεί/θα έχουμε χρισθεί θα έχετε χριστεί/θα έχετε χρισθεί θα έχουν χριστεί/θα έχουν χρισθείθα χρίζομαι/θα χρίομαι θα χρίεσαι/θα χρίζεσαι θα χρίεται/θα χρίζεται θα χριζόμαστε/θα χριόμαστε/θα χριόμεθα θα χρίεστε/θα χρίζεστε/θα χρίεσθε/θα χριζόσαστε θα χρίζονται/θα χρίονταιθα χριστώ/θα χρισθώ/θα χρισθώ θα χριστείς/θα χρισθής/θα χρισθείς θα χριστεί/θα χρισθή/θα χρισθεί θα χριστούμε/θα χρισθώμεν/θα χρισθούμε θα χριστείτε/θα χρισθήτε/θα χρισθείτε θα χριστούν/θα χρισθούν/θα χριστούνε/θα χρισθούν
Υ π ο τ.να χρίζομαι/να χρίομαι να χρίεσαι/να χρίζεσαι να χρίεται/να χρίζεται να χριζόμαστε/να χριόμαστε/να χριόμεθα να χρίεστε/να χρίζεστε/να χρίεσθε/να χριζόσαστε να χρίζονται/να χρίονται- - - - - -να χριστώ/να χρισθώ/να χρισθώ να χριστείς/να χρισθής/να χρισθείς να χριστεί/να χρισθή/να χρισθεί να χριστούμε/να χρισθώμεν/να χρισθούμε να χριστείτε/να χρισθήτε/να χρισθείτε να χριστούν/να χρισθούν/να χριστούνε/να χρισθούννα έχω χριστεί/να έχω χρισθεί να έχεις χριστεί/να έχεις χρισθεί να έχει χριστεί/να έχει χρισθεί να έχουμε χριστεί/να έχουμε χρισθεί να έχετε χριστεί/να έχετε χρισθεί να έχουν χριστεί/να έχουν χρισθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ- - - - χρίεστε/χρίζεστε/χρίεσθε -- - - - - -- χρίσου - - χριστείτε/χρισθήτε/χρισθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--χριστεί/χρισθή/χρισθεί-----
13Το ρήμα αποτίω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αποτίω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποτίνω/αποτίω αποτίεις/αποτίνεις αποτίει/αποτίνει αποτίνομε/αποτίνουμε/αποτίομε/αποτίουμε/αποτίνομεν/αποτίομεν αποτίετε/αποτίνετε αποτίνουν/αποτίουναπέτια/απέτινα/απέτινον/απέτιον απέτιες/απέτινες απέτιε/απέτινε αποτίαμε/αποτίναμε/απετίνομεν/απετίομεν αποτίατε/αποτίνατε/απετίετε/απετίνετε απέτιαν/απέτιναν/απέτινον/απέτιοναπέτισα απέτισες/απέτισας απέτισε αποτίσαμε/απετίσαμεν αποτίσατε/απετίσατε απέτισανέχω αποτίσει έχεις αποτίσει έχει αποτίσει έχουμε αποτίσει έχετε αποτίσει έχουν αποτίσειείχα αποτίσει είχες αποτίσει είχε αποτίσει είχαμε αποτίσει είχατε αποτίσει είχαν αποτίσειθα έχω αποτίσει θα έχεις αποτίσει θα έχει αποτίσει θα έχουμε αποτίσει θα έχετε αποτίσει θα έχουν αποτίσειθα αποτίνω/θα αποτίω θα αποτίεις/θα αποτίνεις θα αποτίει/θα αποτίνει θα αποτίνομε/θα αποτίνουμε/θα αποτίομε/θα αποτίουμε/θα αποτίνομεν/θα αποτίομεν θα αποτίετε/θα αποτίνετε θα αποτίνουν/θα αποτίουνθα αποτίσω θα αποτίσεις/θα αποτίσης θα αποτίσει/θα αποτίση θα αποτίσομε/θα αποτίσουμε/θα αποτίσωμεν θα αποτίσετε θα αποτίσουν
Υ π ο τ.να αποτίνω/να αποτίω να αποτίεις/να αποτίνεις να αποτίει/να αποτίνει να αποτίνομε/να αποτίνουμε/να αποτίομε/να αποτίουμε/να αποτίνομεν/να αποτίομεν να αποτίετε/να αποτίνετε να αποτίνουν/να αποτίουν- - - - - -να αποτίσω να αποτίσεις/να αποτίσης να αποτίσει/να αποτίση να αποτίσομε/να αποτίσουμε/να αποτίσωμεν να αποτίσετε να αποτίσουννα έχω αποτίσει να έχεις αποτίσει να έχει αποτίσει να έχουμε αποτίσει να έχετε αποτίσει να έχουν αποτίσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- απότιε/απότινε - - αποτίετε/αποτίνετε -- - - - - -- απότισε - - αποτίστε/αποτίσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αποτίσει-----
Το ρήμα αρύομαι στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστος
Ο ρ ι σ τ.αρύομαι αρύεσαι αρύεται αρυόμαστε/αρυόμεθα αρύεστε/αρύεσθε αρύονταιαρυόμουν/ηρυόμην αρυόσουν/ηρύεσο αρυόταν/αρύετο/ηρύετο αρυόμαστε/ηρυόμεθα αρυόσαστε/ηρύεσθε αρύονταν/αρύοντο/ηρύοντοηρύσθην/αρύσθηκα ηρύσθης/αρύσθηκες ηρύσθη/αρύσθηκε ηρύσθημεν/αρυσθήκαμε ηρύσθητε/αρυσθήκατε ηρύσθησαν/αρύσθηκαν
Υ π ο τ.να αρύομαι να αρύεσαι να αρύεται να αρυόμαστε/να αρυόμεθα να αρύεστε/να αρύεσθε να αρύονται- - - - - -να αρυσθώ/να αρυσθώ να αρυσθής/να αρυσθείς να αρυσθή/να αρυσθεί να αρυσθώμεν/να αρυσθούμε να αρυσθήτε/να αρυσθείτε να αρυσθούν/να αρυσθούν
Π ρ ο σ τ.- - - - αρύεστε/αρύεσθε -- - - - - -- - - - αρυσθήτε/αρυσθείτε -
Α.--αρυσθή/αρυσθεί
14Το ρήμα προσελκύω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα προσελκύω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.προσελκύω προσελκύεις προσελκύει προσελκύομε/προσελκύουμε/προσελκύομεν προσελκύετε προσελκύουν/προσελκύουνεπροσέλκυα/προσείλκυον/προσείλκυα προσέλκυες/προσείλκυες προσέλκυε/προσείλκυε προσελκύαμε/προσειλκύομεν προσελκύατε/προσειλκύετε προσέλκυαν/προσείλκυον/προσελκύαν/προσελκύανε/προσείλκυανπροσέλκυσα/προσείλκυσα προσέλκυσες/προσείλκυσας/προσείλκυσες προσέλκυσε/προσείλκυσε προσελκύσαμε/προσειλκύσαμεν προσελκύσατε/προσειλκύσατε προσέλκυσαν/προσελκύσαν/προσελκύσανε/προσείλκυσανέχω προσελκύσει έχεις προσελκύσει έχει προσελκύσει έχουμε προσελκύσει έχετε προσελκύσει έχουν προσελκύσειείχα προσελκύσει είχες προσελκύσει είχε προσελκύσει είχαμε προσελκύσει είχατε προσελκύσει είχαν προσελκύσειθα έχω προσελκύσει θα έχεις προσελκύσει θα έχει προσελκύσει θα έχουμε προσελκύσει θα έχετε προσελκύσει θα έχουν προσελκύσειθα προσελκύω θα προσελκύεις θα προσελκύει θα προσελκύομε/θα προσελκύουμε/θα προσελκύομεν θα προσελκύετε θα προσελκύουν/θα προσελκύουνεθα προσελκύσω θα προσελκύσεις/θα προσελκύσης θα προσελκύσει/θα προσελκύση θα προσελκύσομε/θα προσελκύσουμε/θα προσελκύσωμεν θα προσελκύσετε θα προσελκύσουν/θα προσελκύσουνε
Υ π ο τ.να προσελκύω να προσελκύεις να προσελκύει να προσελκύομε/να προσελκύουμε/να προσελκύομεν να προσελκύετε να προσελκύουν/να προσελκύουνε- - - - - -να προσελκύσω να προσελκύσεις/να προσελκύσης να προσελκύσει/να προσελκύση να προσελκύσομε/να προσελκύσουμε/να προσελκύσωμεν να προσελκύσετε να προσελκύσουν/να προσελκύσουνενα έχω προσελκύσει να έχεις προσελκύσει να έχει προσελκύσει να έχουμε προσελκύσει να έχετε προσελκύσει να έχουν προσελκύσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- προσέλκυε - - προσελκύετε -- - - - - -- προσέλκυσε - - προσελκύστε/προσελκύσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--προσελκύσει---- 
Το ρήμα προσελκύω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.προσελκύομαι προσελκύεσαι προσελκύεται προσελκυόμαστε/προσελκυόμεθα προσελκύεστε/προσελκύεσθε προσελκύονταιπροσελκυόμουν/προσειλκυόμην προσελκυόσουν/προσειλκύεσο προσελκυόταν/προσελκύετο/προσειλκύετο προσελκυόμαστε/προσειλκυόμεθα προσελκυόσαστε/προσειλκύεσθε προσελκύονταν/προσελκύοντο/προσειλκύοντοπροσελκύστηκα/προσειλκύσθην/προσελκύσθηκα προσελκύστηκες/προσειλκύσθης/προσελκύσθηκες προσελκύστηκε/προσειλκύσθη/προσελκύσθηκε προσελκυστήκαμε/προσειλκύσθημεν/προσελκυσθήκαμε προσελκυστήκατε/προσειλκύσθητε/προσελκυσθήκατε προσελκύστηκαν/προσειλκύσθησαν/προσελκυστήκαν/προσελκυστήκανε/προσελκύσθηκανέχω προσελκυστεί έχεις προσελκυστεί έχει προσελκυστεί έχουμε προσελκυστεί έχετε προσελκυστεί έχουν προσελκυστείείχα προσελκυστεί είχες προσελκυστεί είχε προσελκυστεί είχαμε προσελκυστεί είχατε προσελκυστεί είχαν προσελκυστείθα έχω προσελκυστεί θα έχεις προσελκυστεί θα έχει προσελκυστεί θα έχουμε προσελκυστεί θα έχετε προσελκυστεί θα έχουν προσελκυστείθα προσελκύομαι θα προσελκύεσαι θα προσελκύεται θα προσελκυόμαστε/θα προσελκυόμεθα θα προσελκύεστε/θα προσελκύεσθε θα προσελκύονταιθα προσελκυστώ/θα προσελκυσθώ/θα προσελκυσθώ θα προσελκυστείς/θα προσελκυσθής/θα προσελκυσθείς θα προσελκυστεί/θα προσελκυσθή/θα προσελκυσθεί θα προσελκυστούμε/θα προσελκυσθώμεν/θα προσελκυσθούμε θα προσελκυστείτε/θα προσελκυσθήτε/θα προσελκυσθείτε θα προσελκυστούν/θα προσελκυσθούν/θα προσελκυστούνε/θα προσελκυσθούν
Υ π ο τ.να προσελκύομαι να προσελκύεσαι να προσελκύεται να προσελκυόμαστε/να προσελκυόμεθα να προσελκύεστε/να προσελκύεσθε να προσελκύονται- - - - - -να προσελκυστώ/να προσελκυσθώ/να προσελκυσθώ να προσελκυστείς/να προσελκυσθής/να προσελκυσθείς να προσελκυστεί/να προσελκυσθή/να προσελκυσθεί να προσελκυστούμε/να προσελκυσθώμεν/να προσελκυσθούμε να προσελκυστείτε/να προσελκυσθήτε/να προσελκυσθείτε να προσελκυστούν/να προσελκυσθούν/να προσελκυστούνε/να προσελκυσθούννα έχω προσελκυστεί να έχεις προσελκυστεί να έχει προσελκυστεί να έχουμε προσελκυστεί να έχετε προσελκυστεί να έχουν προσελκυστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ- - - - προσελκύεστε/προσελκύεσθε -- - - - - -- - - - προσελκυστείτε/προσελκυσθήτε/προσελκυσθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--προσελκυστεί/προσελκυσθή/προσελκυσθεί-----
15Το ρήμα ακούω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ακούω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ακούω ακούς/ακούεις ακούει ακούμε/ακούομεν ακούτε/ακούετε ακούν/ακούουν/ακούνεάκουγα/ήκουον άκουγες/ήκουες άκουγε/ήκουε ακούγαμε/ηκούομεν ακούγατε/ηκούετε άκουγαν/ήκουον/ακούγαν/ακούγανεάκουσα/ήκουσα άκουσες/ήκουσας άκουσε/ήκουσε ακούσαμε/ηκούσαμεν ακούσατε/ηκούσατε άκουσαν/ήκουσαν/ακούσαν/ακούσανεέχω ακούσει έχεις ακούσει έχει ακούσει έχουμε ακούσει έχετε ακούσει έχουν ακούσειείχα ακούσει είχες ακούσει είχε ακούσει είχαμε ακούσει είχατε ακούσει είχαν ακούσειθα έχω ακούσει θα έχεις ακούσει θα έχει ακούσει θα έχουμε ακούσει θα έχετε ακούσει θα έχουν ακούσειθα ακούω θα ακούς/θα ακούεις θα ακούει θα ακούμε/θα ακούομεν θα ακούτε/θα ακούετε θα ακούν/θα ακούουν/θα ακούνεθα ακούσω θα ακούσεις/θα ακούσης θα ακούσει/θα ακούση θα ακούσομε/θα ακούσουμε/θα ακούσωμεν θα ακούσετε θα ακούσουν/θα ακούσουνε
Υ π ο τ.να ακούω να ακούς/να ακούεις να ακούει να ακούμε/να ακούομεν να ακούτε/να ακούετε να ακούν/να ακούουν/να ακούνε- - - - - -να ακούσω να ακούσεις/να ακούσης να ακούσει/να ακούση να ακούσομε/να ακούσουμε/να ακούσωμεν να ακούσετε να ακούσουν/να ακούσουνενα έχω ακούσει να έχεις ακούσει να έχει ακούσει να έχουμε ακούσει να έχετε ακούσει να έχουν ακούσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- άκου/άκουγε ακουέτω - ακούτε -- - - - - -- άκου/άκουσε/άκουσον - - ακούστε/ακούσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ακούσει-----
Το ρήμα ακούω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ακούγομαι/ακούομαι ακούγεσαι/ακούεσαι ακούγεται/ακούεται ακουγόμαστε/ακουόμεθα ακούγεστε/ακούεσθε/ακουγόσαστε ακούγονται/ακούονταιακουγόμουν/ηκουόμην/ακουγόμουνα ακουγόσουν/ηκούεσο/ακουγόσουνα ακουγόταν/ακούετο/ηκούετο/ακουγότανε ακουγόμαστε/ηκουόμεθα/ακουγόμασταν ακουγόσαστε/ηκούεσθε/ακουγόσασταν ακούγονταν/ακούοντο/ηκούοντο/ακουγόντανε/ακουγόντουσανακούστηκα/ηκούσθην/ακούσθηκα ακούστηκες/ηκούσθης/ακούσθηκες ακούστηκε/ηκούσθη/ακούσθηκε ακουστήκαμε/ηκούσθημεν/ακουσθήκαμε ακουστήκατε/ηκούσθητε/ακουσθήκατε ακούστηκαν/ηκούσθησαν/ακουστήκαν/ακουστήκανε/ακούσθηκανέχω ακουστεί έχεις ακουστεί έχει ακουστεί έχουμε ακουστεί έχετε ακουστεί έχουν ακουστείείχα ακουστεί είχες ακουστεί είχε ακουστεί είχαμε ακουστεί είχατε ακουστεί είχαν ακουστείθα έχω ακουστεί θα έχεις ακουστεί θα έχει ακουστεί θα έχουμε ακουστεί θα έχετε ακουστεί θα έχουν ακουστείθα ακούγομαι/θα ακούομαι θα ακούγεσαι/θα ακούεσαι θα ακούγεται/θα ακούεται θα ακουγόμαστε/θα ακουόμεθα θα ακούγεστε/θα ακούεσθε/θα ακουγόσαστε θα ακούγονται/θα ακούονταιθα ακουστώ/θα ακουσθώ/θα ακουσθώ θα ακουστείς/θα ακουσθής/θα ακουσθείς θα ακουστεί/θα ακουσθή/θα ακουσθεί θα ακουστούμε/θα ακουσθώμεν/θα ακουσθούμε θα ακουστείτε/θα ακουσθήτε/θα ακουσθείτε θα ακουστούν/θα ακουσθούν/θα ακουστούνε/θα ακουσθούν
Υ π ο τ.να ακούγομαι/να ακούομαι να ακούγεσαι/να ακούεσαι να ακούγεται/να ακούεται να ακουγόμαστε/να ακουόμεθα να ακούγεστε/να ακούεσθε/να ακουγόσαστε να ακούγονται/να ακούονται- - - - - -να ακουστώ/να ακουσθώ/να ακουσθώ να ακουστείς/να ακουσθής/να ακουσθείς να ακουστεί/να ακουσθή/να ακουσθεί να ακουστούμε/να ακουσθώμεν/να ακουσθούμε να ακουστείτε/να ακουσθήτε/να ακουσθείτε να ακουστούν/να ακουσθούν/να ακουστούνε/να ακουσθούννα έχω ακουστεί να έχεις ακουστεί να έχει ακουστεί να έχουμε ακουστεί να έχετε ακουστεί να έχουν ακουστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - ακούγεστε/ακούεσθε -- - - - - -- - - - ακουστείτε/ακουσθήτε/ακουσθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ακουστεί/ακουσθή/ακουσθεί-----
16Το ρήμα αποξέω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αποξέω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποξέω αποξέεις αποξέει αποξέομε/αποξέουμε/αποξέομεν αποξέετε αποξέουναπέξεα/απέξεον απέξεες απέξεε αποξέαμε/απεξέομεν αποξέατε/απεξέετε απέξεαν/απέξεοναπέξεσα απέξεσες/απέξεσας απέξεσε αποξέσαμε/απεξέσαμεν αποξέσατε/απεξέσατε απέξεσανέχω αποξέσει έχεις αποξέσει έχει αποξέσει έχουμε αποξέσει έχετε αποξέσει έχουν αποξέσειείχα αποξέσει είχες αποξέσει είχε αποξέσει είχαμε αποξέσει είχατε αποξέσει είχαν αποξέσειθα έχω αποξέσει θα έχεις αποξέσει θα έχει αποξέσει θα έχουμε αποξέσει θα έχετε αποξέσει θα έχουν αποξέσειθα αποξέω θα αποξέεις θα αποξέει θα αποξέομε/θα αποξέουμε/θα αποξέομεν θα αποξέετε θα αποξέουνθα αποξέσω θα αποξέσεις/θα αποξέσης θα αποξέσει/θα αποξέση θα αποξέσομε/θα αποξέσουμε/θα αποξέσωμεν θα αποξέσετε θα αποξέσουν
Υ π ο τ.να αποξέω να αποξέεις να αποξέει να αποξέομε/να αποξέουμε/να αποξέομεν να αποξέετε να αποξέουν- - - - - -να αποξέσω να αποξέσεις/να αποξέσης να αποξέσει/να αποξέση να αποξέσομε/να αποξέσουμε/να αποξέσωμεν να αποξέσετε να αποξέσουννα έχω αποξέσει να έχεις αποξέσει να έχει αποξέσει να έχουμε αποξέσει να έχετε αποξέσει να έχουν αποξέσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- απόξεε - - αποξέετε -- - - - - -- απόξεσε - - αποξέσετε/αποξέσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αποξέσει-----
Το ρήμα αποξέω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποξέομαι αποξέεσαι αποξέεται αποξεόμαστε/αποξεόμεθα αποξέεστε/αποξέεσθε αποξέονταιαποξεόμουν/απεξεόμην αποξεόσουν/απεξέεσο αποξεόταν/απεξέετο αποξεόμαστε/απεξεόμεθα αποξεόσαστε/απεξέεσθε αποξέονταν/απεξέοντοαπεξέσθην/αποξέσθηκα απεξέσθης/αποξέσθηκες απεξέσθη/αποξέσθηκε απεξέσθημεν/αποξεσθήκαμε απεξέσθητε/αποξεσθήκατε απεξέσθησαν/αποξέσθηκανέχω αποξεσθεί έχεις αποξεσθεί έχει αποξεσθεί έχουμε αποξεσθεί έχετε αποξεσθεί έχουν αποξεσθείείχα αποξεσθεί είχες αποξεσθεί είχε αποξεσθεί είχαμε αποξεσθεί είχατε αποξεσθεί είχαν αποξεσθείθα έχω αποξεσθεί θα έχεις αποξεσθεί θα έχει αποξεσθεί θα έχουμε αποξεσθεί θα έχετε αποξεσθεί θα έχουν αποξεσθείθα αποξέομαι θα αποξέεσαι θα αποξέεται θα αποξεόμαστε/θα αποξεόμεθα θα αποξέεστε/θα αποξέεσθε θα αποξέονταιθα αποξεσθώ/θα αποξεσθώ θα αποξεσθής/θα αποξεσθείς θα αποξεσθή/θα αποξεσθεί θα αποξεσθώμεν/θα αποξεσθούμε θα αποξεσθήτε/θα αποξεσθείτε θα αποξεσθούν/θα αποξεσθούν
Υ π ο τ.να αποξέομαι να αποξέεσαι να αποξέεται να αποξεόμαστε/να αποξεόμεθα να αποξέεστε/να αποξέεσθε να αποξέονται- - - - - -να αποξεσθώ/να αποξεσθώ να αποξεσθής/να αποξεσθείς να αποξεσθή/να αποξεσθεί να αποξεσθώμεν/να αποξεσθούμε να αποξεσθήτε/να αποξεσθείτε να αποξεσθούν/να αποξεσθούννα έχω αποξεσθεί να έχεις αποξεσθεί να έχει αποξεσθεί να έχουμε αποξεσθεί να έχετε αποξεσθεί να έχουν αποξεσθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αποξέεστε/αποξέεσθε -- - - - - -- - - - αποξεσθήτε/αποξεσθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αποξεσθή/αποξεσθεί-----
17Το ρήμα κλείνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα κλείνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κλείνω κλείνεις κλείνει κλείνομε/κλείνουμε κλείνετε κλείνουν/κλείνουνεέκλεινα/'κλεινα έκλεινες/'κλεινες έκλεινε/'κλεινε κλείναμε κλείνατε έκλειναν/'κλειναν/κλείναν/κλείνανεέκλεισα/'κλεισα έκλεισες/'κλεισες έκλεισε/'κλεισε κλείσαμε κλείσατε έκλεισαν/'κλεισαν/κλείσαν/κλείσανεέχω κλείσει έχεις κλείσει έχει κλείσει έχουμε κλείσει έχετε κλείσει έχουν κλείσειείχα κλείσει είχες κλείσει είχε κλείσει είχαμε κλείσει είχατε κλείσει είχαν κλείσειθα έχω κλείσει θα έχεις κλείσει θα έχει κλείσει θα έχουμε κλείσει θα έχετε κλείσει θα έχουν κλείσειθα κλείνω θα κλείνεις θα κλείνει θα κλείνομε/θα κλείνουμε θα κλείνετε θα κλείνουν/θα κλείνουνεθα κλείσω θα κλείσεις θα κλείσει θα κλείσομε/θα κλείσουμε θα κλείσετε θα κλείσουν/θα κλείσουνε
Υ π ο τ.να κλείνω να κλείνεις να κλείνει να κλείνομε/να κλείνουμε να κλείνετε να κλείνουν/να κλείνουνε- - - - - -να κλείσω να κλείσεις να κλείσει να κλείσομε/να κλείσουμε να κλείσετε να κλείσουν/να κλείσουνενα έχω κλείσει να έχεις κλείσει να έχει κλείσει να έχουμε κλείσει να έχετε κλείσει να έχουν κλείσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- κλείνε - - κλείνετε -- - - - - -- κλείσε/κλείσ' - - κλείστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κλείσει-----
Το ρήμα κλείνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κλείνομαι κλείνεσαι κλείνεται κλεινόμαστε κλείνεστε/κλεινόσαστε κλείνονταικλεινόμουν/κλεινόμουνα κλεινόσουν/κλεινόσουνα κλεινόταν/κλεινότανε κλεινόμαστε/κλεινόμασταν κλεινόσαστε/κλεινόσασταν κλείνονταν/κλεινόντανε/κλεινόντουσανκλείστηκα κλείστηκες κλείστηκε κλειστήκαμε κλειστήκατε κλείστηκαν/κλειστήκαν/κλειστήκανεέχω κλειστεί έχεις κλειστεί έχει κλειστεί έχουμε κλειστεί έχετε κλειστεί έχουν κλειστείείχα κλειστεί είχες κλειστεί είχε κλειστεί είχαμε κλειστεί είχατε κλειστεί είχαν κλειστείθα έχω κλειστεί θα έχεις κλειστεί θα έχει κλειστεί θα έχουμε κλειστεί θα έχετε κλειστεί θα έχουν κλειστείθα κλείνομαι θα κλείνεσαι θα κλείνεται θα κλεινόμαστε θα κλείνεστε/θα κλεινόσαστε θα κλείνονταιθα κλειστώ θα κλειστείς θα κλειστεί θα κλειστούμε θα κλειστείτε θα κλειστούν/θα κλειστούνε
Υ π ο τ.να κλείνομαι να κλείνεσαι να κλείνεται να κλεινόμαστε να κλείνεστε/να κλεινόσαστε να κλείνονται- - - - - -να κλειστώ να κλειστείς να κλειστεί να κλειστούμε να κλειστείτε να κλειστούν/να κλειστούνενα έχω κλειστεί να έχεις κλειστεί να έχει κλειστεί να έχουμε κλειστεί να έχετε κλειστεί να έχουν κλειστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - κλείνεστε -- - - - - -- κλείσου - - κλειστείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κλειστεί-----
18Το ρήμα ξύνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ξύνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ξύνω ξύνεις ξύνει ξύνομε/ξύνουμε ξύνετε ξύνουν/ξύνουνεέξυνα/'ξυνα έξυνες/'ξυνες έξυνε/'ξυνε ξύναμε ξύνατε έξυναν/'ξυναν/ξύναν/ξύνανεέξυσα/'ξυσα έξυσες/'ξυσες έξυσε/'ξυσε ξύσαμε ξύσατε έξυσαν/'ξυσαν/ξύσαν/ξύσανεέχω ξύσει έχεις ξύσει έχει ξύσει έχουμε ξύσει έχετε ξύσει έχουν ξύσειείχα ξύσει είχες ξύσει είχε ξύσει είχαμε ξύσει είχατε ξύσει είχαν ξύσειθα έχω ξύσει θα έχεις ξύσει θα έχει ξύσει θα έχουμε ξύσει θα έχετε ξύσει θα έχουν ξύσειθα ξύνω θα ξύνεις θα ξύνει θα ξύνομε/θα ξύνουμε θα ξύνετε θα ξύνουν/θα ξύνουνεθα ξύσω θα ξύσεις θα ξύσει θα ξύσομε/θα ξύσουμε θα ξύσετε θα ξύσουν/θα ξύσουνε
Υ π ο τ.να ξύνω να ξύνεις να ξύνει να ξύνομε/να ξύνουμε να ξύνετε να ξύνουν/να ξύνουνε- - - - - -να ξύσω να ξύσεις να ξύσει να ξύσομε/να ξύσουμε να ξύσετε να ξύσουν/να ξύσουνενα έχω ξύσει να έχεις ξύσει να έχει ξύσει να έχουμε ξύσει να έχετε ξύσει να έχουν ξύσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- ξύνε - - ξύνετε -- - - - - -- ξύσε/ξύσ' - - ξύστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ξύσει-----
Το ρήμα ξύνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ξύνομαι ξύνεσαι ξύνεται ξυνόμαστε ξύνεστε/ξυνόσαστε ξύνονταιξυνόμουν/ξυνόμουνα ξυνόσουν/ξυνόσουνα ξυνόταν/ξυνότανε ξυνόμαστε/ξυνόμασταν ξυνόσαστε/ξυνόσασταν ξύνονταν/ξυνόντανε/ξυνόντουσανξύθηκα/ξύστηκα ξύθηκες/ξύστηκες ξύθηκε/ξύστηκε ξυθήκαμε/ξυστήκαμε ξυθήκατε/ξυστήκατε ξύθηκαν/ξύστηκαν/ξυθήκαν/ξυθήκανε/ξυστήκαν/ξυστήκανεέχω ξυθεί/έχω ξυστεί έχεις ξυθεί/έχεις ξυστεί έχει ξυθεί/έχει ξυστεί έχουμε ξυθεί/έχουμε ξυστεί έχετε ξυθεί/έχετε ξυστεί έχουν ξυθεί/έχουν ξυστείείχα ξυθεί/είχα ξυστεί είχες ξυθεί/είχες ξυστεί είχε ξυθεί/είχε ξυστεί είχαμε ξυθεί/είχαμε ξυστεί είχατε ξυθεί/είχατε ξυστεί είχαν ξυθεί/είχαν ξυστείθα έχω ξυθεί/θα έχω ξυστεί θα έχεις ξυθεί/θα έχεις ξυστεί θα έχει ξυθεί/θα έχει ξυστεί θα έχουμε ξυθεί/θα έχουμε ξυστεί θα έχετε ξυθεί/θα έχετε ξυστεί θα έχουν ξυθεί/θα έχουν ξυστείθα ξύνομαι θα ξύνεσαι θα ξύνεται θα ξυνόμαστε θα ξύνεστε/θα ξυνόσαστε θα ξύνονταιθα ξυθώ/θα ξυστώ θα ξυθείς/θα ξυστείς θα ξυθεί/θα ξυστεί θα ξυθούμε/θα ξυστούμε θα ξυθείτε/θα ξυστείτε θα ξυθούν/θα ξυστούν/θα ξυθούνε/θα ξυστούνε
Υ π ο τ.να ξύνομαι να ξύνεσαι να ξύνεται να ξυνόμαστε να ξύνεστε/να ξυνόσαστε να ξύνονται- - - - - -να ξυθώ/να ξυστώ να ξυθείς/να ξυστείς να ξυθεί/να ξυστεί να ξυθούμε/να ξυστούμε να ξυθείτε/να ξυστείτε να ξυθούν/να ξυστούν/να ξυθούνε/να ξυστούνενα έχω ξυθεί/να έχω ξυστεί να έχεις ξυθεί/να έχεις ξυστεί να έχει ξυθεί/να έχει ξυστεί να έχουμε ξυθεί/να έχουμε ξυστεί να έχετε ξυθεί/να έχετε ξυστεί να έχουν ξυθεί/να έχουν ξυστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - ξύνεστε -- - - - - -- ξύσου - - ξυθείτε/ξυστείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ξυθεί/ξυστεί-----
19Το ρήμα σβήνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα σβήνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σβήνω σβήνεις σβήνει σβήνομε/σβήνουμε σβήνετε σβήνουν/σβήνουνεέσβηνα/'σβηνα έσβηνες/'σβηνες έσβηνε/'σβηνε σβήναμε σβήνατε έσβηναν/'σβηναν/σβήναν/σβήνανεέσβησα/'σβησα έσβησες/'σβησες έσβησε/'σβησε σβήσαμε σβήσατε έσβησαν/'σβησαν/σβήσαν/σβήσανεέχω σβήσει έχεις σβήσει έχει σβήσει έχουμε σβήσει έχετε σβήσει έχουν σβήσειείχα σβήσει είχες σβήσει είχε σβήσει είχαμε σβήσει είχατε σβήσει είχαν σβήσειθα έχω σβήσει θα έχεις σβήσει θα έχει σβήσει θα έχουμε σβήσει θα έχετε σβήσει θα έχουν σβήσειθα σβήνω θα σβήνεις θα σβήνει θα σβήνομε/θα σβήνουμε θα σβήνετε θα σβήνουν/θα σβήνουνεθα σβήσω θα σβήσεις θα σβήσει θα σβήσομε/θα σβήσουμε θα σβήσετε θα σβήσουν/θα σβήσουνε
Υ π ο τ.να σβήνω να σβήνεις να σβήνει να σβήνομε/να σβήνουμε να σβήνετε να σβήνουν/να σβήνουνε- - - - - -να σβήσω να σβήσεις να σβήσει να σβήσομε/να σβήσουμε να σβήσετε να σβήσουν/να σβήσουνενα έχω σβήσει να έχεις σβήσει να έχει σβήσει να έχουμε σβήσει να έχετε σβήσει να έχουν σβήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- σβήνε - - σβήνετε -- - - - - -- σβήσε/σβήσ' - - σβήστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σβήσει-----
Το ρήμα σβήνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σβήνομαι σβήνεσαι σβήνεται σβηνόμαστε σβήνεστε/σβηνόσαστε σβήνονταισβηνόμουν/σβηνόμουνα σβηνόσουν/σβηνόσουνα σβηνόταν/σβηνότανε σβηνόμαστε/σβηνόμασταν σβηνόσαστε/σβηνόσασταν σβήνονταν/σβηνόντανε/σβηνόντουσανσβήστηκα σβήστηκες σβήστηκε σβηστήκαμε σβηστήκατε σβήστηκαν/σβηστήκαν/σβηστήκανεέχω σβηστεί έχεις σβηστεί έχει σβηστεί έχουμε σβηστεί έχετε σβηστεί έχουν σβηστείείχα σβηστεί είχες σβηστεί είχε σβηστεί είχαμε σβηστεί είχατε σβηστεί είχαν σβηστείθα έχω σβηστεί θα έχεις σβηστεί θα έχει σβηστεί θα έχουμε σβηστεί θα έχετε σβηστεί θα έχουν σβηστείθα σβήνομαι θα σβήνεσαι θα σβήνεται θα σβηνόμαστε θα σβήνεστε/θα σβηνόσαστε θα σβήνονταιθα σβηστώ θα σβηστείς θα σβηστεί θα σβηστούμε θα σβηστείτε θα σβηστούν/θα σβηστούνε
Υ π ο τ.να σβήνομαι να σβήνεσαι να σβήνεται να σβηνόμαστε να σβήνεστε/να σβηνόσαστε να σβήνονται- - - - - -να σβηστώ να σβηστείς να σβηστεί να σβηστούμε να σβηστείτε να σβηστούν/να σβηστούνενα έχω σβηστεί να έχεις σβηστεί να έχει σβηστεί να έχουμε σβηστεί να έχετε σβηστεί να έχουν σβηστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - σβήνεστε -- - - - - -- - - - σβηστείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σβηστεί-----
20Το ρήμα πιάνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πιάνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πιάνω πιάνεις πιάνει πιάνομε/πιάνουμε πιάνετε πιάνουν/πιάνουνεέπιανα/'πιανα έπιανες/'πιανες έπιανε/'πιανε πιάναμε πιάνατε έπιαναν/'πιαναν/πιάναν/πιάνανεέπιασα/'πιασα έπιασες/'πιασες έπιασε/'πιασε πιάσαμε πιάσατε έπιασαν/'πιασαν/πιάσαν/πιάσανεέχω πιάσει έχεις πιάσει έχει πιάσει έχουμε πιάσει έχετε πιάσει έχουν πιάσειείχα πιάσει είχες πιάσει είχε πιάσει είχαμε πιάσει είχατε πιάσει είχαν πιάσειθα έχω πιάσει θα έχεις πιάσει θα έχει πιάσει θα έχουμε πιάσει θα έχετε πιάσει θα έχουν πιάσειθα πιάνω θα πιάνεις θα πιάνει θα πιάνομε/θα πιάνουμε θα πιάνετε θα πιάνουν/θα πιάνουνεθα πιάσω θα πιάσεις θα πιάσει θα πιάσομε/θα πιάσουμε θα πιάσετε θα πιάσουν/θα πιάσουνε
Υ π ο τ.να πιάνω να πιάνεις να πιάνει να πιάνομε/να πιάνουμε να πιάνετε να πιάνουν/να πιάνουνε- - - - - -να πιάσω να πιάσεις να πιάσει να πιάσομε/να πιάσουμε να πιάσετε να πιάσουν/να πιάσουνενα έχω πιάσει να έχεις πιάσει να έχει πιάσει να έχουμε πιάσει να έχετε πιάσει να έχουν πιάσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- πιάνε - - πιάνετε -- - - - - -- πιάσε/πιάσ' - - πιάστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πιάσει-----
tο ρήμα πιάνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πιάνομαι πιάνεσαι πιάνεται πιανόμαστε πιάνεστε/πιανόσαστε πιάνονταιπιανόμουν/πιανόμουνα πιανόσουν/πιανόσουνα πιανόταν/πιανότανε πιανόμαστε/πιανόμασταν πιανόσαστε/πιανόσασταν πιάνονταν/πιανόντανε/πιανόντουσανπιάστηκα πιάστηκες πιάστηκε πιαστήκαμε πιαστήκατε πιάστηκαν/πιαστήκαν/πιαστήκανεέχω πιαστεί έχεις πιαστεί έχει πιαστεί έχουμε πιαστεί έχετε πιαστεί έχουν πιαστείείχα πιαστεί είχες πιαστεί είχε πιαστεί είχαμε πιαστεί είχατε πιαστεί είχαν πιαστείθα έχω πιαστεί θα έχεις πιαστεί θα έχει πιαστεί θα έχουμε πιαστεί θα έχετε πιαστεί θα έχουν πιαστείθα πιάνομαι θα πιάνεσαι θα πιάνεται θα πιανόμαστε θα πιάνεστε/θα πιανόσαστε θα πιάνονταιθα πιαστώ θα πιαστείς θα πιαστεί θα πιαστούμε θα πιαστείτε θα πιαστούν/θα πιαστούνε
Υ π ο τ.να πιάνομαι να πιάνεσαι να πιάνεται να πιανόμαστε να πιάνεστε/να πιανόσαστε να πιάνονται- - - - - -να πιαστώ να πιαστείς να πιαστεί να πιαστούμε να πιαστείτε να πιαστούν/να πιαστούνενα έχω πιαστεί να έχεις πιαστεί να έχει πιαστεί να έχουμε πιαστεί να έχετε πιαστεί να έχουν πιαστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - πιάνεστε -- - - - - -- πιάσου - - πιαστείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πιαστεί-----
21Το ρήμα χάνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα χάνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.χάνω χάνεις χάνει χάνομε/χάνουμε χάνετε χάνουν/χάνουνεέχανα/'χανα έχανες/'χανες έχανε/'χανε χάναμε χάνατε έχαναν/'χαναν/χάναν/χάνανεέχασα/'χασα έχασες/'χασες έχασε/'χασε χάσαμε χάσατε έχασαν/'χασαν/χάσαν/χάσανεέχω χάσει έχεις χάσει έχει χάσει έχουμε χάσει έχετε χάσει έχουν χάσειείχα χάσει είχες χάσει είχε χάσει είχαμε χάσει είχατε χάσει είχαν χάσειθα έχω χάσει θα έχεις χάσει θα έχει χάσει θα έχουμε χάσει θα έχετε χάσει θα έχουν χάσειθα χάνω θα χάνεις θα χάνει θα χάνομε/θα χάνουμε θα χάνετε θα χάνουν/θα χάνουνεθα χάσω θα χάσεις θα χάσει θα χάσομε/θα χάσουμε θα χάσετε θα χάσουν/θα χάσουνε
Υ π ο τ.να χάνω να χάνεις να χάνει να χάνομε/να χάνουμε να χάνετε να χάνουν/να χάνουνε- - - - - -να χάσω να χάσεις να χάσει να χάσομε/να χάσουμε να χάσετε να χάσουν/να χάσουνενα έχω χάσει να έχεις χάσει να έχει χάσει να έχουμε χάσει να έχετε χάσει να έχουν χάσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- χάνε - - χάνετε -- - - - - -- χάσε/χάσ' - - χάστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--χάσει-----
Το ρήμα χάνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.χάνομαι χάνεσαι χάνεται χανόμαστε χάνεστε/χανόσαστε χάνονταιχανόμουν/χανόμουνα χανόσουν/χανόσουνα χανόταν/χανότανε χανόμαστε/χανόμασταν χανόσαστε/χανόσασταν χάνονταν/χανόντανε/χανόντουσανχάθηκα χάθηκες χάθηκε χαθήκαμε χαθήκατε χάθηκαν/χαθήκαν/χαθήκανεέχω χαθεί έχεις χαθεί έχει χαθεί έχουμε χαθεί έχετε χαθεί έχουν χαθείείχα χαθεί είχες χαθεί είχε χαθεί είχαμε χαθεί είχατε χαθεί είχαν χαθείθα έχω χαθεί θα έχεις χαθεί θα έχει χαθεί θα έχουμε χαθεί θα έχετε χαθεί θα έχουν χαθείθα χάνομαι θα χάνεσαι θα χάνεται θα χανόμαστε θα χάνεστε/θα χανόσαστε θα χάνονταιθα χαθώ θα χαθείς θα χαθεί θα χαθούμε θα χαθείτε θα χαθούν/θα χαθούνε
Υ π ο τ.να χάνομαι να χάνεσαι να χάνεται να χανόμαστε να χάνεστε/να χανόσαστε να χάνονται- - - - - -να χαθώ να χαθείς να χαθεί να χαθούμε να χαθείτε να χαθούν/να χαθούνενα έχω χαθεί να έχεις χαθεί να έχει χαθεί να έχουμε χαθεί να έχετε χαθεί να έχουν χαθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ- - - - χάνεστε -- - - - - -- χάσου - - χαθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--χαθεί-----
22Το ρήμα αποσβένω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αποσβένω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποσβένω αποσβένεις αποσβένει αποσβένομε/αποσβένουμε αποσβένετε αποσβένουν/αποσβένουνεαπόσβενα απόσβενες απόσβενε αποσβέναμε αποσβένατε απόσβεναν/αποσβέναν/αποσβένανεαπέσβεσα/απόσβεσα απέσβεσες/απόσβεσες απέσβεσε/απόσβεσε αποσβέσαμε αποσβέσατε απέσβεσαν/απόσβεσαν/αποσβέσαν/αποσβέσανεέχω αποσβέσει έχεις αποσβέσει έχει αποσβέσει έχουμε αποσβέσει έχετε αποσβέσει έχουν αποσβέσειείχα αποσβέσει είχες αποσβέσει είχε αποσβέσει είχαμε αποσβέσει είχατε αποσβέσει είχαν αποσβέσειθα έχω αποσβέσει θα έχεις αποσβέσει θα έχει αποσβέσει θα έχουμε αποσβέσει θα έχετε αποσβέσει θα έχουν αποσβέσειθα αποσβένω θα αποσβένεις θα αποσβένει θα αποσβένομε/θα αποσβένουμε θα αποσβένετε θα αποσβένουν/θα αποσβένουνεθα αποσβέσω θα αποσβέσεις/θα αποσβέσης θα αποσβέσει/θα αποσβέση θα αποσβέσομε/θα αποσβέσουμε/θα αποσβέσωμεν θα αποσβέσετε θα αποσβέσουν/θα αποσβέσουνε
Υ π ο τ.να αποσβένω να αποσβένεις να αποσβένει να αποσβένομε/να αποσβένουμε να αποσβένετε να αποσβένουν/να αποσβένουνε- - - - - -να αποσβέσω να αποσβέσεις/να αποσβέσης να αποσβέσει/να αποσβέση να αποσβέσομε/να αποσβέσουμε/να αποσβέσωμεν να αποσβέσετε να αποσβέσουν/να αποσβέσουνενα έχω αποσβέσει να έχεις αποσβέσει να έχει αποσβέσει να έχουμε αποσβέσει να έχετε αποσβέσει να έχουν αποσβέσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- απόσβενε - - αποσβένετε -- - - - - -- απόσβεσε - - αποσβέστε/αποσβέσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αποσβέσει-----
Το ρήμα αποσβένω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντΣυντ.μέλλονταςΕξ.μέλ.συνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποσβένομαι αποσβένεσαι αποσβένεται αποσβενόμαστε αποσβένεστε/αποσβενόσαστε αποσβένονταιαποσβενόμουν/αποσβενόμουνα αποσβενόσουν/αποσβενόσουνα αποσβενόταν/αποσβενότανε αποσβενόμαστε/αποσβενόμασταν αποσβενόσαστε/αποσβενόσασταν αποσβένονταν/αποσβενόντανε/αποσβενόντουσαναποσβέστηκα/απεσβέσθην/αποσβέσθηκα αποσβέστηκες/απεσβέσθης/αποσβέσθηκες αποσβέστηκε/αποσβέσθη/απεσβέσθη/αποσβέσθηκε αποσβεστήκαμε/απεσβέσθημεν/αποσβεσθήκαμε αποσβεστήκατε/απεσβέσθητε/αποσβεσθήκατε αποσβέστηκαν/αποσβέσθησαν/απεσβέσθησαν/αποσβεστήκαν/αποσβεστήκανε/αποσβέσθηκανέχω αποσβεστεί/έχω αποσβεσθεί έχεις αποσβεστεί/έχεις αποσβεσθεί έχει αποσβεστεί/έχει αποσβεσθεί έχουμε αποσβεστεί/έχουμε αποσβεσθεί έχετε αποσβεστεί/έχετε αποσβεσθεί έχουν αποσβεστεί/έχουν αποσβεσθείείχα αποσβεστεί/είχα αποσβεσθεί είχες αποσβεστεί/είχες αποσβεσθεί είχε αποσβεστεί/είχε αποσβεσθεί είχαμε αποσβεστεί/είχαμε αποσβεσθεί είχατε αποσβεστεί/είχατε αποσβεσθεί είχαν αποσβεστεί/είχαν αποσβεσθείθα έχω αποσβεστεί/θα έχω αποσβεσθεί θα έχεις αποσβεστεί/θα έχεις αποσβεσθεί θα έχει αποσβεστεί/θα έχει αποσβεσθεί θα έχουμε αποσβεστεί/θα έχουμε αποσβεσθεί θα έχετε αποσβεστεί/θα έχετε αποσβεσθεί θα έχουν αποσβεστεί/θα έχουν αποσβεσθείθα αποσβένομαι θα αποσβένεσαι θα αποσβένεται θα αποσβενόμαστε θα αποσβένεστε/θα αποσβενόσαστε θα αποσβένονταιθα αποσβεστώ/θα αποσβεσθώ/θα αποσβεσθώ θα αποσβεστείς/θα αποσβεσθής/θα αποσβεσθείς θα αποσβεστεί/θα αποσβεσθή/θα αποσβεσθεί θα αποσβεστούμε/θα αποσβεσθώμεν/θα αποσβεσθούμε θα αποσβεστείτε/θα αποσβεσθήτε/θα αποσβεσθείτε θα αποσβεστούν/θα αποσβεσθούν/θα αποσβεστούνε/θα αποσβεσθούν
Υ π ο τ.να αποσβένομαι να αποσβένεσαι να αποσβένεται να αποσβενόμαστε να αποσβένεστε/να αποσβενόσαστε να αποσβένονται- - - - - -να αποσβεστώ/να αποσβεσθώ/να αποσβεσθώ να αποσβεστείς/να αποσβεσθής/να αποσβεσθείς να αποσβεστεί/να αποσβεσθή/να αποσβεσθεί να αποσβεστούμε/να αποσβεσθώμεν/να αποσβεσθούμε να αποσβεστείτε/να αποσβεσθήτε/να αποσβεσθείτε να αποσβεστούν/να αποσβεσθούν/να αποσβεστούνε/να αποσβεσθούννα έχω αποσβεστεί/να έχω αποσβεσθεί να έχεις αποσβεστεί/να έχεις αποσβεσθεί να έχει αποσβεστεί/να έχει αποσβεσθεί να έχουμε αποσβεστεί/να έχουμε αποσβεσθεί να έχετε αποσβεστεί/να έχετε αποσβεσθεί να έχουν αποσβεστεί/να έχουν αποσβεσθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- - - - αποσβένεστε -- - - - - -- - - - αποσβεστείτε/αποσβεσθήτε/αποσβεσθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--αποσβεστεί/αποσβεσθή/αποσβεσθεί-----
23Το ρήμα διαψεύδω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα διαψεύδω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διαψεύδω διαψεύδεις διαψεύδει διαψεύδομε/διαψεύδουμε/διαψεύδομεν διαψεύδετε διαψεύδουν/διαψεύδουνεδιέψευδα/διέψευδον διέψευδες διέψευδε διαψεύδαμε/διεψεύδομεν διαψεύδατε/διεψεύδετε διέψευδαν/διέψευδον/διαψεύδαν/διαψεύδανεδιέψευσα διέψευσες/διέψευσας διέψευσε διαψεύσαμε/διεψεύσαμεν διαψεύσατε/διεψεύσατε διέψευσαν/διαψεύσαν/διαψεύσανεέχω διαψεύσει έχεις διαψεύσει έχει διαψεύσει έχουμε διαψεύσει έχετε διαψεύσει έχουν διαψεύσειείχα διαψεύσει είχες διαψεύσει είχε διαψεύσει είχαμε διαψεύσει είχατε διαψεύσει είχαν διαψεύσειθα έχω διαψεύσει θα έχεις διαψεύσει θα έχει διαψεύσει θα έχουμε διαψεύσει θα έχετε διαψεύσει θα έχουν διαψεύσειθα διαψεύδω θα διαψεύδεις θα διαψεύδει θα διαψεύδομε/θα διαψεύδουμε/θα διαψεύδομεν θα διαψεύδετε θα διαψεύδουν/θα διαψεύδουνεθα διαψεύσω θα διαψεύσεις/θα διαψεύσης θα διαψεύσει/θα διαψεύση θα διαψεύσομε/θα διαψεύσουμε/θα διαψεύσωμεν θα διαψεύσετε θα διαψεύσουν/θα διαψεύσουνε
Υ π ο τ.να διαψεύδω να διαψεύδεις να διαψεύδει να διαψεύδομε/να διαψεύδουμε/να διαψεύδομεν να διαψεύδετε να διαψεύδουν/να διαψεύδουνε- - - - - -να διαψεύσω να διαψεύσεις/να διαψεύσης να διαψεύσει/να διαψεύση να διαψεύσομε/να διαψεύσουμε/να διαψεύσωμεν να διαψεύσετε να διαψεύσουν/να διαψεύσουνενα έχω διαψεύσει να έχεις διαψεύσει να έχει διαψεύσει να έχουμε διαψεύσει να έχετε διαψεύσει να έχουν διαψεύσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- διάψευδε - - διαψεύδετε -- - - - - -- διάψευσε - - διαψεύστε/διαψεύσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--διαψεύσει-----
Το ρήμα διαψεύδω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλισυντ μέλλονταςΕξ.μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διαψεύδομαι διαψεύδεσαι διαψεύδεται διαψευδόμαστε/διαψευδόμεθα διαψεύδεστε/διαψεύδεσθε διαψεύδονταιδιαψευδόμουν/διεψευδόμην διαψευδόσουν/διεψεύδεσο διαψευδόταν/διαψεύδετο/διεψεύδετο διαψευδόμαστε/διεψευδόμεθα διαψευδόσαστε/διεψεύδεσθε διαψεύδονταν/διαψεύδοντο/διεψεύδοντοδιαψεύστηκα/διεψεύσθην/διαψεύσθηκα διαψεύστηκες/διεψεύσθης/διαψεύσθηκες διαψεύστηκε/διαψεύσθη/διεψεύσθη/διαψεύσθηκε διαψευστήκαμε/διεψεύσθημεν/διαψευσθήκαμε διαψευστήκατε/διεψεύσθητε/διαψευσθήκατε διαψεύστηκαν/διαψεύσθησαν/διεψεύσθησαν/διαψευστήκαν/διαψευστήκανε/διαψεύσθηκανέχω διαψευστεί/έχω διαψευσθεί έχεις διαψευστεί/έχεις διαψευσθεί έχει διαψευστεί/έχει διαψευσθεί έχουμε διαψευστεί/έχουμε διαψευσθεί έχετε διαψευστεί/έχετε διαψευσθεί έχουν διαψευστεί/έχουν διαψευσθείείχα διαψευστεί/είχα διαψευσθεί είχες διαψευστεί/είχες διαψευσθεί είχε διαψευστεί/είχε διαψευσθεί είχαμε διαψευστεί/είχαμε διαψευσθεί είχατε διαψευστεί/είχατε διαψευσθεί είχαν διαψευστεί/είχαν διαψευσθείθα έχω διαψευστεί/θα έχω διαψευσθεί θα έχεις διαψευστεί/θα έχεις διαψευσθεί θα έχει διαψευστεί/θα έχει διαψευσθεί θα έχουμε διαψευστεί/θα έχουμε διαψευσθεί θα έχετε διαψευστεί/θα έχετε διαψευσθεί θα έχουν διαψευστεί/θα έχουν διαψευσθείθα διαψεύδομαι θα διαψεύδεσαι θα διαψεύδεται θα διαψευδόμαστε/θα διαψευδόμεθα θα διαψεύδεστε/θα διαψεύδεσθε θα διαψεύδονταιθα διαψευστώ/θα διαψευσθώ/θα διαψευσθώ θα διαψευστείς/θα διαψευσθής/θα διαψευσθείς θα διαψευστεί/θα διαψευσθή/θα διαψευσθεί θα διαψευστούμε/θα διαψευσθώμεν/θα διαψευσθούμε θα διαψευστείτε/θα διαψευσθήτε/θα διαψευσθείτε θα διαψευστούν/θα διαψευσθούν/θα διαψευστούνε/θα διαψευσθούν
Υ π ο τ.να διαψεύδομαι να διαψεύδεσαι να διαψεύδεται να διαψευδόμαστε/να διαψευδόμεθα να διαψεύδεστε/να διαψεύδεσθε να διαψεύδονται- - - - - -να διαψευστώ/να διαψευσθώ/να διαψευσθώ να διαψευστείς/να διαψευσθής/να διαψευσθείς να διαψευστεί/να διαψευσθή/να διαψευσθεί να διαψευστούμε/να διαψευσθώμεν/να διαψευσθούμε να διαψευστείτε/να διαψευσθήτε/να διαψευσθείτε να διαψευστούν/να διαψευσθούν/να διαψευστούνε/να διαψευσθούννα έχω διαψευστεί/να έχω διαψευσθεί να έχεις διαψευστεί/να έχεις διαψευσθεί να έχει διαψευστεί/να έχει διαψευσθεί να έχουμε διαψευστεί/να έχουμε διαψευσθεί να έχετε διαψευστεί/να έχετε διαψευσθεί να έχουν διαψευστεί/να έχουν διαψευσθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- - - - διαψεύδεστε/διαψεύδεσθε -- - - - - -- - - - διαψευστείτε/διαψευσθήτε/διαψευσθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--διαψευστεί/διαψευσθή/διαψευσθεί-----
24Το ρήμα σπεύδω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα σπεύδω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σπεύδω σπεύδεις σπεύδει σπεύδομε/σπεύδουμε/σπεύδομεν σπεύδετε σπεύδουν/σπεύδουνεέσπευδα/έσπευδον έσπευδες έσπευδε σπεύδαμε/εσπεύδομεν σπεύδατε/εσπεύδετε έσπευδαν/έσπευδον/σπεύδαν/σπεύδανεέσπευσα έσπευσες/έσπευσας έσπευσε σπεύσαμε/εσπεύσαμεν σπεύσατε/εσπεύσατε έσπευσαν/σπεύσαν/σπεύσανεέχω σπεύσει έχεις σπεύσει έχει σπεύσει έχουμε σπεύσει έχετε σπεύσει έχουν σπεύσειείχα σπεύσει είχες σπεύσει είχε σπεύσει είχαμε σπεύσει είχατε σπεύσει είχαν σπεύσειθα έχω σπεύσει θα έχεις σπεύσει θα έχει σπεύσει θα έχουμε σπεύσει θα έχετε σπεύσει θα έχουν σπεύσειθα σπεύδω θα σπεύδεις θα σπεύδει θα σπεύδομε/θα σπεύδουμε/θα σπεύδομεν θα σπεύδετε θα σπεύδουν/θα σπεύδουνεθα σπεύσω θα σπεύσεις/θα σπεύσης θα σπεύσει/θα σπεύση θα σπεύσομε/θα σπεύσουμε/θα σπεύσωμεν θα σπεύσετε θα σπεύσουν/θα σπεύσουνε
Υ π ο τ.να σπεύδω να σπεύδεις να σπεύδει να σπεύδομε/να σπεύδουμε/να σπεύδομεν να σπεύδετε να σπεύδουν/να σπεύδουνε- - - - - -να σπεύσω να σπεύσεις/να σπεύσης να σπεύσει/να σπεύση να σπεύσομε/να σπεύσουμε/να σπεύσωμεν να σπεύσετε να σπεύσουν/να σπεύσουνενα έχω σπεύσει να έχεις σπεύσει να έχει σπεύσει να έχουμε σπεύσει να έχετε σπεύσει να έχουν σπεύσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- σπεύδε - - σπεύδετε -- - - - - -- σπεύσε - - σπεύστε/σπεύσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σπεύσει-----
Το ρήμα σπεύδω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.- - - - - -- - - - - -είμαι εσπευσμένος είσαι εσπευσμένος είναι εσπευσμένος είμαστε εσπευσμένοι είσαστε εσπευσμένοι είναι εσπευσμένοιήμουν εσπευσμένος ήσουν εσπευσμένος ήταν εσπευσμένος ήμασταν εσπευσμένοι ήσασταν εσπευσμένοι ήταν εσπευσμένοιθα είμαι εσπευσμένος θα είσαι εσπευσμένος θα είναι εσπευσμένος θα είμαστε εσπευσμένοι θα είσαστε εσπευσμένοι θα είναι εσπευσμένοι- - - - - -- - - - - -
Υ π ο τ.- - - - - -- - - - - -να είμαι εσπευσμένος να είσαι εσπευσμένος να είναι εσπευσμένος να είμαστε εσπευσμένοι να είσαστε εσπευσμένοι να είναι εσπευσμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-------
25Το ρήμα πλάθω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πλάθω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πλάθω πλάθεις πλάθει πλάθομε/πλάθουμε πλάθετε πλάθουν/πλάθουνεέπλαθα/'πλαθα έπλαθες/'πλαθες έπλαθε/'πλαθε πλάθαμε πλάθατε έπλαθαν/'πλαθαν/πλάθαν/πλάθανεέπλασα/'πλασα έπλασες/'πλασες έπλασε/'πλασε πλάσαμε πλάσατε έπλασαν/'πλασαν/πλάσαν/πλάσανεέχω πλάσει έχεις πλάσει έχει πλάσει έχουμε πλάσει έχετε πλάσει έχουν πλάσειείχα πλάσει είχες πλάσει είχε πλάσει είχαμε πλάσει είχατε πλάσει είχαν πλάσειθα έχω πλάσει θα έχεις πλάσει θα έχει πλάσει θα έχουμε πλάσει θα έχετε πλάσει θα έχουν πλάσειθα πλάθω θα πλάθεις θα πλάθει θα πλάθομε/θα πλάθουμε θα πλάθετε θα πλάθουν/θα πλάθουνεθα πλάσω θα πλάσεις θα πλάσει θα πλάσομε/θα πλάσουμε θα πλάσετε θα πλάσουν/θα πλάσουνε
Υ π ο τ.να πλάθω να πλάθεις να πλάθει να πλάθομε/να πλάθουμε να πλάθετε να πλάθουν/να πλάθουνε- - - - - -να πλάσω να πλάσεις να πλάσει να πλάσομε/να πλάσουμε να πλάσετε να πλάσουν/να πλάσουνενα έχω πλάσει να έχεις πλάσει να έχει πλάσει να έχουμε πλάσει να έχετε πλάσει να έχουν πλάσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- πλάθε - - πλάθετε -- - - - - -- πλάσε/πλάσ' - - πλάστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πλάσει-----
Το ρήμα πλάθω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πλάθομαι πλάθεσαι πλάθεται πλαθόμαστε πλάθεστε/πλαθόσαστε πλάθονταιπλαθόμουν/πλαθόμουνα πλαθόσουν/πλαθόσουνα πλαθόταν/πλαθότανε πλαθόμαστε/πλαθόμασταν πλαθόσαστε/πλαθόσασταν πλάθονταν/πλαθόντανε/πλαθόντουσανπλάστηκα πλάστηκες πλάστηκε πλαστήκαμε πλαστήκατε πλάστηκαν/πλαστήκαν/πλαστήκανεέχω πλαστεί έχεις πλαστεί έχει πλαστεί έχουμε πλαστεί έχετε πλαστεί έχουν πλαστείείχα πλαστεί είχες πλαστεί είχε πλαστεί είχαμε πλαστεί είχατε πλαστεί είχαν πλαστείθα έχω πλαστεί θα έχεις πλαστεί θα έχει πλαστεί θα έχουμε πλαστεί θα έχετε πλαστεί θα έχουν πλαστείθα πλάθομαι θα πλάθεσαι θα πλάθεται θα πλαθόμαστε θα πλάθεστε/θα πλαθόσαστε θα πλάθονταιθα πλαστώ θα πλαστείς θα πλαστεί θα πλαστούμε θα πλαστείτε θα πλαστούν/θα πλαστούνε
Υ π ο τ.να πλάθομαι να πλάθεσαι να πλάθεται να πλαθόμαστε να πλάθεστε/να πλαθόσαστε να πλάθονται- - - - - -να πλαστώ να πλαστείς να πλαστεί να πλαστούμε να πλαστείτε να πλαστούν/να πλαστούνενα έχω πλαστεί να έχεις πλαστεί να έχει πλαστεί να έχουμε πλαστεί να έχετε πλαστεί να έχουν πλαστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - πλάθεστε -- - - - - -- πλάσου - - πλαστείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πλαστεί-----
26Το ρήμα βρίθω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα βρίθω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.βρίθω βρίθεις βρίθει βρίθομε/βρίθουμε/βρίθομεν βρίθετε βρίθουν/βρίθουνεέβριθα/έβριθον έβριθες έβριθε βρίθαμε/εβρίθομεν βρίθατε/εβρίθετε έβριθαν/έβριθον/βρίθαν/βρίθανεθα βρίθω θα βρίθεις θα βρίθει θα βρίθομε/θα βρίθουμε/θα βρίθομεν θα βρίθετε θα βρίθουν/θα βρίθουνε
Υ π ο τ.να βρίθω να βρίθεις να βρίθει να βρίθομε/να βρίθουμε/να βρίθομεν να βρίθετε να βρίθουν/να βρίθουνε- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- βρίθε - - βρίθετε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
27Το ρήμα νιώθω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα νιώθω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλσυντ μέλλΕξ. μέλλονταςσυνοπτικός μέλ
Ο ρ ι σ τ.νιώθω νιώθεις νιώθει νιώθομε/νιώθουμε νιώθετε νιώθουν/νιώθουνεένιωθα/'νιωθα ένιωθες/'νιωθες ένιωθε/'νιωθε νιώθαμε νιώθατε ένιωθαν/'νιωθαν/νιώθαν/νιώθανεένιωσα/'νιωσα ένιωσες/'νιωσες ένιωσε/'νιωσε νιώσαμε νιώσατε ένιωσαν/'νιωσαν/νιώσαν/νιώσανεέχω νιώσει έχεις νιώσει έχει νιώσει έχουμε νιώσει έχετε νιώσει έχουν νιώσειείχα νιώσει είχες νιώσει είχε νιώσει είχαμε νιώσει είχατε νιώσει είχαν νιώσειθα έχω νιώσει θα έχεις νιώσει θα έχει νιώσει θα έχουμε νιώσει θα έχετε νιώσει θα έχουν νιώσειθα νιώθω θα νιώθεις θα νιώθει θα νιώθομε/θα νιώθουμε θα νιώθετε θα νιώθουν/θα νιώθουνεθα νιώσω θα νιώσεις θα νιώσει θα νιώσομε/θα νιώσουμε θα νιώσετε θα νιώσουν/θα νιώσουνε
Υ π ο τ.να νιώθω να νιώθεις να νιώθει να νιώθομε/να νιώθουμε να νιώθετε να νιώθουν/να νιώθουνε- - - - - -να νιώσω να νιώσεις να νιώσει να νιώσομε/να νιώσουμε να νιώσετε να νιώσουν/να νιώσουνενα έχω νιώσει να έχεις νιώσει να έχει νιώσει να έχουμε νιώσει να έχετε νιώσει να έχουν νιώσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ- νιώθε - - νιώθετε -- - - - - -- νιώσε/νιώσ' - - νιώστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--νιώσει-----
28Το ρήμα γνέθω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα γνέθω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.γνέθω γνέθεις γνέθει γνέθομε/γνέθουμε γνέθετε γνέθουν/γνέθουνεέγνεθα/'γνεθα έγνεθες/'γνεθες έγνεθε/'γνεθε γνέθαμε γνέθατε έγνεθαν/'γνεθαν/γνέθαν/γνέθανεέγνεσα/'γνεσα έγνεσες/'γνεσες έγνεσε/'γνεσε γνέσαμε γνέσατε έγνεσαν/'γνεσαν/γνέσαν/γνέσανεέχω γνέσει έχεις γνέσει έχει γνέσει έχουμε γνέσει έχετε γνέσει έχουν γνέσειείχα γνέσει είχες γνέσει είχε γνέσει είχαμε γνέσει είχατε γνέσει είχαν γνέσειθα έχω γνέσει θα έχεις γνέσει θα έχει γνέσει θα έχουμε γνέσει θα έχετε γνέσει θα έχουν γνέσειθα γνέθω θα γνέθεις θα γνέθει θα γνέθομε/θα γνέθουμε θα γνέθετε θα γνέθουν/θα γνέθουνεθα γνέσω θα γνέσεις θα γνέσει θα γνέσομε/θα γνέσουμε θα γνέσετε θα γνέσουν/θα γνέσουνε
Υ π ο τ.να γνέθω να γνέθεις να γνέθει να γνέθομε/να γνέθουμε να γνέθετε να γνέθουν/να γνέθουνε- - - - - -να γνέσω να γνέσεις να γνέσει να γνέσομε/να γνέσουμε να γνέσετε να γνέσουν/να γνέσουνενα έχω γνέσει να έχεις γνέσει να έχει γνέσει να έχουμε γνέσει να έχετε γνέσει να έχουν γνέσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- γνέθε - - γνέθετε -- - - - - -- γνέσε/γνέσ' - - γνέστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--γνέσει-----
Το ρήμα γνέθω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.γνέθομαι γνέθεσαι γνέθεται γνεθόμαστε γνέθεστε/γνεθόσαστε γνέθονταιγνεθόμουν/γνεθόμουνα γνεθόσουν/γνεθόσουνα γνεθόταν/γνεθότανε γνεθόμαστε/γνεθόμασταν γνεθόσαστε/γνεθόσασταν γνέθονταν/γνεθόντανε/γνεθόντουσανγνέστηκα γνέστηκες γνέστηκε γνεστήκαμε γνεστήκατε γνέστηκαν/γνεστήκαν/γνεστήκανεέχω γνεστεί έχεις γνεστεί έχει γνεστεί έχουμε γνεστεί έχετε γνεστεί έχουν γνεστείείχα γνεστεί είχες γνεστεί είχε γνεστεί είχαμε γνεστεί είχατε γνεστεί είχαν γνεστείθα έχω γνεστεί θα έχεις γνεστεί θα έχει γνεστεί θα έχουμε γνεστεί θα έχετε γνεστεί θα έχουν γνεστείθα γνέθομαι θα γνέθεσαι θα γνέθεται θα γνεθόμαστε θα γνέθεστε/θα γνεθόσαστε θα γνέθονταιθα γνεστώ θα γνεστείς θα γνεστεί θα γνεστούμε θα γνεστείτε θα γνεστούν/θα γνεστούνε
Υ π ο τ.να γνέθομαι να γνέθεσαι να γνέθεται να γνεθόμαστε να γνέθεστε/να γνεθόσαστε να γνέθονται- - - - - -να γνεστώ να γνεστείς να γνεστεί να γνεστούμε να γνεστείτε να γνεστούν/να γνεστούνενα έχω γνεστεί να έχεις γνεστεί να έχει γνεστεί να έχουμε γνεστεί να έχετε γνεστεί να έχουν γνεστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - γνέθεστε -- - - - - -- - - - γνεστείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--γνεστεί-----
29Το ρήμα κλώθω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα κλώθω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κλώθω κλώθεις κλώθει κλώθομε/κλώθουμε/κλώθομεν κλώθετε κλώθουν/κλώθουνεέκλωθα/'κλωθα/έκλωθον έκλωθες/'κλωθες έκλωθε/'κλωθε κλώθαμε/εκλώθομεν κλώθατε/εκλώθετε έκλωθαν/'κλωθαν/έκλωθον/κλώθαν/κλώθανεέκλωσα/'κλωσα έκλωσες/'κλωσες/έκλωσας έκλωσε/'κλωσε κλώσαμε/εκλώσαμεν κλώσατε/εκλώσατε έκλωσαν/'κλωσαν/κλώσαν/κλώσανεέχω κλώσει έχεις κλώσει έχει κλώσει έχουμε κλώσει έχετε κλώσει έχουν κλώσειείχα κλώσει είχες κλώσει είχε κλώσει είχαμε κλώσει είχατε κλώσει είχαν κλώσειθα έχω κλώσει θα έχεις κλώσει θα έχει κλώσει θα έχουμε κλώσει θα έχετε κλώσει θα έχουν κλώσειθα κλώθω θα κλώθεις θα κλώθει θα κλώθομε/θα κλώθουμε/θα κλώθομεν θα κλώθετε θα κλώθουν/θα κλώθουνεθα κλώσω θα κλώσεις/θα κλώσης θα κλώσει/θα κλώση θα κλώσομε/θα κλώσουμε/θα κλώσωμεν θα κλώσετε θα κλώσουν/θα κλώσουνε
Υ π ο τ.να κλώθω να κλώθεις να κλώθει να κλώθομε/να κλώθουμε/να κλώθομεν να κλώθετε να κλώθουν/να κλώθουνε- - - - - -να κλώσω να κλώσεις/να κλώσης να κλώσει/να κλώση να κλώσομε/να κλώσουμε/να κλώσωμεν να κλώσετε να κλώσουν/να κλώσουνενα έχω κλώσει να έχεις κλώσει να έχει κλώσει να έχουμε κλώσει να έχετε κλώσει να έχουν κλώσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- κλώθε - - κλώθετε -- - - - - -- κλώσε/κλώσ' - - κλώστε/κλώσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κλώσει-----
Το ρήμα κλώθω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.- - - - - -- - - - - -είμαι κεκλωσμένος είσαι κεκλωσμένος είναι κεκλωσμένος είμαστε κεκλωσμένοι είσαστε κεκλωσμένοι είναι κεκλωσμένοιήμουν κεκλωσμένος ήσουν κεκλωσμένος ήταν κεκλωσμένος ήμασταν κεκλωσμένοι ήσασταν κεκλωσμένοι ήταν κεκλωσμένοιθα είμαι κεκλωσμένος θα είσαι κεκλωσμένος θα είναι κεκλωσμένος θα είμαστε κεκλωσμένοι θα είσαστε κεκλωσμένοι θα είναι κεκλωσμένοι- - - - - -- - - - - -
Υ π ο τ.- - - - - -- - - - - -να είμαι κεκλωσμένος να είσαι κεκλωσμένος να είναι κεκλωσμένος να είμαστε κεκλωσμένοι να είσαστε κεκλωσμένοι να είναι κεκλωσμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-------
30Το ρήμα πείθω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πείθω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πείθω πείθεις πείθει πείθομε/πείθουμε/πείθομεν πείθετε πείθουν/πείθουνεέπειθα/'πειθα/έπειθον έπειθες/'πειθες έπειθε/'πειθε πείθαμε/επείθομεν πείθατε/επείθετε έπειθαν/'πειθαν/έπειθον/πείθαν/πείθανεέπεισα/'πεισα έπεισες/'πεισες/έπεισας έπεισε/'πεισε πείσαμε/επείσαμεν πείσατε/επείσατε έπεισαν/'πεισαν/πείσαν/πείσανεέχω πείσει έχεις πείσει έχει πείσει έχουμε πείσει έχετε πείσει έχουν πείσειείχα πείσει είχες πείσει είχε πείσει είχαμε πείσει είχατε πείσει είχαν πείσειθα έχω πείσει θα έχεις πείσει θα έχει πείσει θα έχουμε πείσει θα έχετε πείσει θα έχουν πείσειθα πείθω θα πείθεις θα πείθει θα πείθομε/θα πείθουμε/θα πείθομεν θα πείθετε θα πείθουν/θα πείθουνεθα πείσω θα πείσεις/θα πείσης θα πείσει/θα πείση θα πείσομε/θα πείσουμε/θα πείσωμεν θα πείσετε θα πείσουν/θα πείσουνε
Υ π ο τ.να πείθω να πείθεις να πείθει να πείθομε/να πείθουμε/να πείθομεν να πείθετε να πείθουν/να πείθουνε- - - - - -να πείσω να πείσεις/να πείσης να πείσει/να πείση να πείσομε/να πείσουμε/να πείσωμεν να πείσετε να πείσουν/να πείσουνενα έχω πείσει να έχεις πείσει να έχει πείσει να έχουμε πείσει να έχετε πείσει να έχουν πείσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- πείθε - - πείθετε -- - - - - -- πείσε/πείσ' - - πείστε/πείσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πείσει-----
Το ρήμα πείθω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πείθομαι πείθεσαι πείθεται πειθόμαστε/πειθόμεθα πείθεστε/πείθεσθε/πειθόσαστε πείθονταιπειθόμουν/επειθόμην/πειθόμουνα πειθόσουν/επείθεσο/πειθόσουνα πειθόταν/επείθετο/πειθότανε πειθόμαστε/επειθόμεθα/πειθόμασταν πειθόσαστε/επείθεσθε/πειθόσασταν πείθονταν/επείθοντο/πειθόντανε/πειθόντουσανπείστηκα/επείσθην/πείσθηκα πείστηκες/επείσθης/πείσθηκες πείστηκε/επείσθη/πείσθηκε πειστήκαμε/επείσθημεν/πεισθήκαμε πειστήκατε/επείσθητε/πεισθήκατε πείστηκαν/επείσθησαν/πειστήκαν/πειστήκανε/πείσθηκανέχω πειστεί έχεις πειστεί έχει πειστεί έχουμε πειστεί έχετε πειστεί έχουν πειστείείχα πειστεί είχες πειστεί είχε πειστεί είχαμε πειστεί είχατε πειστεί είχαν πειστείθα έχω πειστεί θα έχεις πειστεί θα έχει πειστεί θα έχουμε πειστεί θα έχετε πειστεί θα έχουν πειστείθα πείθομαι θα πείθεσαι θα πείθεται θα πειθόμαστε/θα πειθόμεθα θα πείθεστε/θα πείθεσθε/θα πειθόσαστε θα πείθονταιθα πειστώ/θα πεισθώ/θα πεισθώ θα πειστείς/θα πεισθής/θα πεισθείς θα πειστεί/θα πεισθή/θα πεισθεί θα πειστούμε/θα πεισθώμεν/θα πεισθούμε θα πειστείτε/θα πεισθήτε/θα πεισθείτε θα πειστούν/θα πεισθούν/θα πειστούνε/θα πεισθούν
Υ π ο τ.να πείθομαι να πείθεσαι να πείθεται να πειθόμαστε/να πειθόμεθα να πείθεστε/να πείθεσθε/να πειθόσαστε να πείθονται- - - - - -να πειστώ/να πεισθώ/να πεισθώ να πειστείς/να πεισθής/να πεισθείς να πειστεί/να πεισθή/να πεισθεί να πειστούμε/να πεισθώμεν/να πεισθούμε να πειστείτε/να πεισθήτε/να πεισθείτε να πειστούν/να πεισθούν/να πειστούνε/να πεισθούννα έχω πειστεί να έχεις πειστεί να έχει πειστεί να έχουμε πειστεί να έχετε πειστεί να έχουν πειστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - πείθεστε/πείθεσθε -- - - - - -- πείσου - - πειστείτε/πεισθήτε/πεισθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πειστεί/πεισθή/πεισθεί-----
31Το ρήμα ψηφίζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ψηφίζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ψηφίζω ψηφίζεις ψηφίζει ψηφίζομε/ψηφίζουμε/ψηφίζομεν ψηφίζετε ψηφίζουν/ψηφίζουνεψήφιζα/εψήφιζον ψήφιζες/εψήφιζες ψήφιζε/εψήφιζε ψηφίζαμε/εψηφίζομεν ψηφίζατε/εψηφίζετε ψήφιζαν/εψήφιζον/ψηφίζαν/ψηφίζανεψήφισα/εψήφισα ψήφισες/εψήφισας ψήφισε/εψήφισε ψηφίσαμε/εψηφίσαμεν ψηφίσατε/εψηφίσατε ψήφισαν/εψήφισαν/ψηφίσαν/ψηφίσανεέχω ψηφίσει έχεις ψηφίσει έχει ψηφίσει έχουμε ψηφίσει έχετε ψηφίσει έχουν ψηφίσειείχα ψηφίσει είχες ψηφίσει είχε ψηφίσει είχαμε ψηφίσει είχατε ψηφίσει είχαν ψηφίσειθα έχω ψηφίσει θα έχεις ψηφίσει θα έχει ψηφίσει θα έχουμε ψηφίσει θα έχετε ψηφίσει θα έχουν ψηφίσειθα ψηφίζω θα ψηφίζεις θα ψηφίζει θα ψηφίζομε/θα ψηφίζουμε/θα ψηφίζομεν θα ψηφίζετε θα ψηφίζουν/θα ψηφίζουνεθα ψηφίσω θα ψηφίσεις/θα ψηφίσης θα ψηφίσει/θα ψηφίση θα ψηφίσομε/θα ψηφίσουμε/θα ψηφίσωμεν θα ψηφίσετε θα ψηφίσουν/θα ψηφίσουνε
Υ π ο τ.να ψηφίζω να ψηφίζεις να ψηφίζει να ψηφίζομε/να ψηφίζουμε/να ψηφίζομεν να ψηφίζετε να ψηφίζουν/να ψηφίζουνε- - - - - -να ψηφίσω να ψηφίσεις/να ψηφίσης να ψηφίσει/να ψηφίση να ψηφίσομε/να ψηφίσουμε/να ψηφίσωμεν να ψηφίσετε να ψηφίσουν/να ψηφίσουνενα έχω ψηφίσει να έχεις ψηφίσει να έχει ψηφίσει να έχουμε ψηφίσει να έχετε ψηφίσει να έχουν ψηφίσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- ψήφιζε - - ψηφίζετε -- - - - - -- ψήφισε - - ψηφίστε/ψηφίσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ψηφίσει-----
Το ρήμα ψηφίζω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ψηφίζομαι ψηφίζεσαι ψηφίζεται ψηφιζόμαστε/ψηφιζόμεθα ψηφίζεστε/ψηφίζεσθε/ψηφιζόσαστε ψηφίζονταιψηφιζόμουν/εψηφιζόμην/ψηφιζόμουνα ψηφιζόσουν/εψηφίζεσο/ψηφιζόσουνα ψηφιζόταν/ψηφίζετο/εψηφίζετο/ψηφιζότανε ψηφιζόμαστε/εψηφιζόμεθα/ψηφιζόμασταν ψηφιζόσαστε/εψηφίζεσθε/ψηφιζόσασταν ψηφίζονταν/ψηφίζοντο/εψηφίζοντο/ψηφιζόντανε/ψηφιζόντουσανψηφίστηκα/εψηφίσθην/ψηφίσθηκα ψηφίστηκες/εψηφίσθης/ψηφίσθηκες ψηφίστηκε/εψηφίσθη/ψηφίσθηκε ψηφιστήκαμε/εψηφίσθημεν/ψηφισθήκαμε ψηφιστήκατε/εψηφίσθητε/ψηφισθήκατε ψηφίστηκαν/εψηφίσθησαν/ψηφιστήκαν/ψηφιστήκανε/ψηφίσθηκανέχω ψηφιστεί έχεις ψηφιστεί έχει ψηφιστεί έχουμε ψηφιστεί έχετε ψηφιστεί έχουν ψηφιστείείχα ψηφιστεί είχες ψηφιστεί είχε ψηφιστεί είχαμε ψηφιστεί είχατε ψηφιστεί είχαν ψηφιστείθα έχω ψηφιστεί θα έχεις ψηφιστεί θα έχει ψηφιστεί θα έχουμε ψηφιστεί θα έχετε ψηφιστεί θα έχουν ψηφιστείθα ψηφίζομαι θα ψηφίζεσαι θα ψηφίζεται θα ψηφιζόμαστε/θα ψηφιζόμεθα θα ψηφίζεστε/θα ψηφίζεσθε/θα ψηφιζόσαστε θα ψηφίζονταιθα ψηφιστώ/θα ψηφισθώ/θα ψηφισθώ θα ψηφιστείς/θα ψηφισθής/θα ψηφισθείς θα ψηφιστεί/θα ψηφισθή/θα ψηφισθεί θα ψηφιστούμε/θα ψηφισθώμεν/θα ψηφισθούμε θα ψηφιστείτε/θα ψηφισθήτε/θα ψηφισθείτε θα ψηφιστούν/θα ψηφισθούν/θα ψηφιστούνε/θα ψηφισθούν
Υ π ο τ.να ψηφίζομαι να ψηφίζεσαι να ψηφίζεται να ψηφιζόμαστε/να ψηφιζόμεθα να ψηφίζεστε/να ψηφίζεσθε/να ψηφιζόσαστε να ψηφίζονται- - - - - -να ψηφιστώ/να ψηφισθώ/να ψηφισθώ να ψηφιστείς/να ψηφισθής/να ψηφισθείς να ψηφιστεί/να ψηφισθή/να ψηφισθεί να ψηφιστούμε/να ψηφισθώμεν/να ψηφισθούμε να ψηφιστείτε/να ψηφισθήτε/να ψηφισθείτε να ψηφιστούν/να ψηφισθούν/να ψηφιστούνε/να ψηφισθούννα έχω ψηφιστεί να έχεις ψηφιστεί να έχει ψηφιστεί να έχουμε ψηφιστεί να έχετε ψηφιστεί να έχουν ψηφιστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - ψηφίζεστε/ψηφίζεσθε -- - - - - -- - - - ψηφιστείτε/ψηφισθήτε/ψηφισθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--ψηφιστεί/ψηφισθή/ψηφισθεί-----
32Το ρήμα αγγίζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αγγίζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αγγίζω αγγίζεις αγγίζει αγγίζομε/αγγίζουμε αγγίζετε αγγίζουν/αγγίζουνεάγγιζα άγγιζες άγγιζε αγγίζαμε αγγίζατε άγγιζαν/αγγίζαν/αγγίζανεάγγιξα/άγγισα άγγιξες/άγγισες άγγιξε/άγγισε αγγίξαμε/αγγίσαμε αγγίξατε/αγγίσατε άγγιξαν/άγγισαν/αγγίξαν/αγγίξανε/αγγίσαν/αγγίσανεέχω αγγίξει/έχω αγγίσει έχεις αγγίξει/έχεις αγγίσει έχει αγγίξει/έχει αγγίσει έχουμε αγγίξει/έχουμε αγγίσει έχετε αγγίξει/έχετε αγγίσει έχουν αγγίξει/έχουν αγγίσειείχα αγγίξει/είχα αγγίσει είχες αγγίξει/είχες αγγίσει είχε αγγίξει/είχε αγγίσει είχαμε αγγίξει/είχαμε αγγίσει είχατε αγγίξει/είχατε αγγίσει είχαν αγγίξει/είχαν αγγίσειθα έχω αγγίξει/θα έχω αγγίσει θα έχεις αγγίξει/θα έχεις αγγίσει θα έχει αγγίξει/θα έχει αγγίσει θα έχουμε αγγίξει/θα έχουμε αγγίσει θα έχετε αγγίξει/θα έχετε αγγίσει θα έχουν αγγίξει/θα έχουν αγγίσειθα αγγίζω θα αγγίζεις θα αγγίζει θα αγγίζομε/θα αγγίζουμε θα αγγίζετε θα αγγίζουν/θα αγγίζουνεθα αγγίξω/θα αγγίσω θα αγγίξεις/θα αγγίσεις θα αγγίξει/θα αγγίσει θα αγγίξομε/θα αγγίξουμε/θα αγγίσομε/θα αγγίσουμε θα αγγίξετε/θα αγγίσετε θα αγγίξουν/θα αγγίσουν/θα αγγίξουνε/θα αγγίσουνε
Υ π ο τ.να αγγίζω να αγγίζεις να αγγίζει να αγγίζομε/να αγγίζουμε να αγγίζετε να αγγίζουν/να αγγίζουνε- - - - - -να αγγίξω/να αγγίσω να αγγίξεις/να αγγίσεις να αγγίξει/να αγγίσει να αγγίξομε/να αγγίξουμε/να αγγίσομε/να αγγίσουμε να αγγίξετε/να αγγίσετε να αγγίξουν/να αγγίσουν/να αγγίξουνε/να αγγίσουνενα έχω αγγίξει/να έχω αγγίσει να έχεις αγγίξει/να έχεις αγγίσει να έχει αγγίξει/να έχει αγγίσει να έχουμε αγγίξει/να έχουμε αγγίσει να έχετε αγγίξει/να έχετε αγγίσει να έχουν αγγίξει/να έχουν αγγίσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- άγγιζε - - αγγίζετε -- - - - - -- άγγιξε/άγγισε - - αγγίξτε/αγγίστε/αγγίχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αγγίξει/αγγίσει-----
Το ρήμα αγγίζω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αγγίζομαι αγγίζεσαι αγγίζεται αγγιζόμαστε αγγίζεστε/αγγιζόσαστε αγγίζονταιαγγιζόμουν/αγγιζόμουνα αγγιζόσουν/αγγιζόσουνα αγγιζόταν/αγγιζότανε αγγιζόμαστε/αγγιζόμασταν αγγιζόσαστε/αγγιζόσασταν αγγίζονταν/αγγιζόντανε/αγγιζόντουσαναγγίστηκα/αγγίχτηκα αγγίστηκες/αγγίχτηκες αγγίστηκε/αγγίχτηκε αγγιστήκαμε/αγγιχτήκαμε αγγιστήκατε/αγγιχτήκατε αγγίστηκαν/αγγίχτηκαν/αγγιστήκαν/αγγιστήκανε/αγγιχτήκαν/αγγιχτήκανεέχω αγγιστεί/έχω αγγιχτεί έχεις αγγιστεί/έχεις αγγιχτεί έχει αγγιστεί/έχει αγγιχτεί έχουμε αγγιστεί/έχουμε αγγιχτεί έχετε αγγιστεί/έχετε αγγιχτεί έχουν αγγιστεί/έχουν αγγιχτείείχα αγγιστεί/είχα αγγιχτεί είχες αγγιστεί/είχες αγγιχτεί είχε αγγιστεί/είχε αγγιχτεί είχαμε αγγιστεί/είχαμε αγγιχτεί είχατε αγγιστεί/είχατε αγγιχτεί είχαν αγγιστεί/είχαν αγγιχτείθα έχω αγγιστεί/θα έχω αγγιχτεί θα έχεις αγγιστεί/θα έχεις αγγιχτεί θα έχει αγγιστεί/θα έχει αγγιχτεί θα έχουμε αγγιστεί/θα έχουμε αγγιχτεί θα έχετε αγγιστεί/θα έχετε αγγιχτεί θα έχουν αγγιστεί/θα έχουν αγγιχτείθα αγγίζομαι θα αγγίζεσαι θα αγγίζεται θα αγγιζόμαστε θα αγγίζεστε/θα αγγιζόσαστε θα αγγίζονταιθα αγγιστώ/θα αγγιχτώ θα αγγιστείς/θα αγγιχτείς θα αγγιστεί/θα αγγιχτεί θα αγγιστούμε/θα αγγιχτούμε θα αγγιστείτε/θα αγγιχτείτε θα αγγιστούν/θα αγγιχτούν/θα αγγιστούνε/θα αγγιχτούνε
Υ π ο τ.να αγγίζομαι να αγγίζεσαι να αγγίζεται να αγγιζόμαστε να αγγίζεστε/να αγγιζόσαστε να αγγίζονται- - - - - -να αγγιστώ/να αγγιχτώ να αγγιστείς/να αγγιχτείς να αγγιστεί/να αγγιχτεί να αγγιστούμε/να αγγιχτούμε να αγγιστείτε/να αγγιχτείτε να αγγιστούν/να αγγιχτούν/να αγγιστούνε/να αγγιχτούνενα έχω αγγιστεί/να έχω αγγιχτεί να έχεις αγγιστεί/να έχεις αγγιχτεί να έχει αγγιστεί/να έχει αγγιχτεί να έχουμε αγγιστεί/να έχουμε αγγιχτεί να έχετε αγγιστεί/να έχετε αγγιχτεί να έχουν αγγιστεί/να έχουν αγγιχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ- - - - αγγίζεστε -- - - - - -- - - - αγγιστείτε/αγγιχτείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--αγγιστεί/αγγιχτεί-----
33Το ρήμα αρπάζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αρπάζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αρπάζω αρπάζεις αρπάζει αρπάζομε/αρπάζουμε/αρπάζομεν αρπάζετε αρπάζουν/αρπάζουνεάρπαζα/ήρπαζον άρπαζες/ήρπαζες άρπαζε/ήρπαζε αρπάζαμε/ηρπάζομεν αρπάζατε/ηρπάζετε άρπαζαν/ήρπαζον/αρπάζαν/αρπάζανεάρπαξα/ήρπασα άρπαξες/ήρπασας άρπαξε/ήρπασε αρπάξαμε/ηρπάσαμεν αρπάξατε/ηρπάσατε άρπαξαν/ήρπασαν/αρπάξαν/αρπάξανεέχω αρπάξει έχεις αρπάξει έχει αρπάξει έχουμε αρπάξει έχετε αρπάξει έχουν αρπάξειείχα αρπάξει είχες αρπάξει είχε αρπάξει είχαμε αρπάξει είχατε αρπάξει είχαν αρπάξειθα έχω αρπάξει θα έχεις αρπάξει θα έχει αρπάξει θα έχουμε αρπάξει θα έχετε αρπάξει θα έχουν αρπάξειθα αρπάζω θα αρπάζεις θα αρπάζει θα αρπάζομε/θα αρπάζουμε/θα αρπάζομεν θα αρπάζετε θα αρπάζουν/θα αρπάζουνεθα αρπάξω θα αρπάξεις/θα αρπάσης θα αρπάξει/θα αρπάση θα αρπάξομε/θα αρπάξουμε/θα αρπάσωμεν θα αρπάξετε θα αρπάξουν/θα αρπάξουνε
Υ π ο τ.να αρπάζω να αρπάζεις να αρπάζει να αρπάζομε/να αρπάζουμε/να αρπάζομεν να αρπάζετε να αρπάζουν/να αρπάζουνε- - - - - -να αρπάξω να αρπάξεις/να αρπάσης να αρπάξει/να αρπάση να αρπάξομε/να αρπάξουμε/να αρπάσωμεν να αρπάξετε να αρπάξουν/να αρπάξουνενα έχω αρπάξει να έχεις αρπάξει να έχει αρπάξει να έχουμε αρπάξει να έχετε αρπάξει να έχουν αρπάξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- άρπα/άρπαζε - - αρπάζετε -- - - - - -- άρπαξε/άρπα - - αρπάξτε/αρπάξατε/αρπάσατε/αρπάχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--αρπάξει-----
34Το ρήμα αρπάζω στην παθητική φωνή
Το ρήμα αρπάζω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αρπάζομαι αρπάζεσαι αρπάζεται αρπαζόμαστε/αρπαζόμεθα αρπάζεστε/αρπάζεσθε/αρπαζόσαστε αρπάζονταιαρπαζόμουν/ηρπαζόμην/αρπαζόμουνα αρπαζόσουν/ηρπάζεσο/αρπαζόσουνα αρπαζόταν/αρπάζετο/ηρπάζετο/αρπαζότανε αρπαζόμαστε/ηρπαζόμεθα/αρπαζόμασταν αρπαζόσαστε/ηρπάζεσθε/αρπαζόσασταν αρπάζονταν/αρπάζοντο/ηρπάζοντο/αρπαζόντανε/αρπαζόντουσαναρπάχτηκα/ηρπάσθην αρπάχτηκες/ηρπάσθης αρπάχτηκε/ηρπάσθη αρπαχτήκαμε/ηρπάσθημεν αρπαχτήκατε/ηρπάσθητε αρπάχτηκαν/ηρπάσθησαν/αρπαχτήκαν/αρπαχτήκανεηρπάγην ηρπάγης ηρπάγη ηρπάγημεν ηρπάγητε ηρπάγησανέχω αρπαχτεί έχεις αρπαχτεί έχει αρπαχτεί έχουμε αρπαχτεί έχετε αρπαχτεί έχουν αρπαχτείείχα αρπαχτεί είχες αρπαχτεί είχε αρπαχτεί είχαμε αρπαχτεί είχατε αρπαχτεί είχαν αρπαχτείθα έχω αρπαχτεί θα έχεις αρπαχτεί θα έχει αρπαχτεί θα έχουμε αρπαχτεί θα έχετε αρπαχτεί θα έχουν αρπαχτείθα αρπάζομαι θα αρπάζεσαι θα αρπάζεται θα αρπαζόμαστε/θα αρπαζόμεθα θα αρπάζεστε/θα αρπάζεσθε/θα αρπαζόσαστε θα αρπάζονταιθα αρπαχτώ θα αρπαχτείς θα αρπαχτεί θα αρπαχτούμε θα αρπαχτείτε θα αρπαχτούν/θα αρπαχτούνε
Υ π ο τ.να αρπάζομαι να αρπάζεσαι να αρπάζεται να αρπαζόμαστε/να αρπαζόμεθα να αρπάζεστε/να αρπάζεσθε/να αρπαζόσαστε να αρπάζονται- - - - - -να αρπαχτώ να αρπαχτείς να αρπαχτεί να αρπαχτούμε να αρπαχτείτε να αρπαχτούν/να αρπαχτούνε- - - - - -να έχω αρπαχτεί να έχεις αρπαχτεί να έχει αρπαχτεί να έχουμε αρπαχτεί να έχετε αρπαχτεί να έχουν αρπαχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αρπάζεστε/αρπάζεσθε -- - - - - -- αρπάξου - - αρπαχτείτε -- - - - αρπαγείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αρπαχτείαρπαγεί/αρπαγή-----
35Το ρήμα φτιάχνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα φτιάχνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φτιάνω/φτιάχνω φτιάνεις/φτιάχνεις φτιάνει/φτιάχνει φτιάνομε/φτιάνουμε/φτιάχνομε/φτιάχνουμε φτιάνετε/φτιάχνετε φτιάνουν/φτιάχνουν/φτιάνουνε/φτιάχνουνεέφτιανα/έφτιαχνα/'φτιανα/'φτιαχνα έφτιανες/έφτιαχνες/'φτιανες/'φτιαχνες έφτιανε/έφτιαχνε/'φτιανε/'φτιαχνε φτιάναμε/φτιάχναμε φτιάνατε/φτιάχνατε έφτιαναν/έφτιαχναν/'φτιαναν/'φτιαχναν/φτιάναν/φτιάνανε/φτιάχναν/φτιάχνανεέφτιαξα/έφτιασα/'φτιαξα/'φτιασα έφτιαξες/έφτιασες/'φτιαξες/'φτιασες έφτιαξε/έφτιασε/'φτιαξε/'φτιασε φτιάξαμε/φτιάσαμε φτιάξατε/φτιάσατε έφτιαξαν/έφτιασαν/'φτιαξαν/'φτιασαν/φτιάξαν/φτιάξανε/φτιάσαν/φτιάσανεέχω φτιάξει/έχω φτιάσει έχεις φτιάξει/έχεις φτιάσει έχει φτιάξει/έχει φτιάσει έχουμε φτιάξει/έχουμε φτιάσει έχετε φτιάξει/έχετε φτιάσει έχουν φτιάξει/έχουν φτιάσειείχα φτιάξει/είχα φτιάσει είχες φτιάξει/είχες φτιάσει είχε φτιάξει/είχε φτιάσει είχαμε φτιάξει/είχαμε φτιάσει είχατε φτιάξει/είχατε φτιάσει είχαν φτιάξει/είχαν φτιάσειθα έχω φτιάξει/θα έχω φτιάσει θα έχεις φτιάξει/θα έχεις φτιάσει θα έχει φτιάξει/θα έχει φτιάσει θα έχουμε φτιάξει/θα έχουμε φτιάσει θα έχετε φτιάξει/θα έχετε φτιάσει θα έχουν φτιάξει/θα έχουν φτιάσειθα φτιάνω/θα φτιάχνω θα φτιάνεις/θα φτιάχνεις θα φτιάνει/θα φτιάχνει θα φτιάνομε/θα φτιάνουμε/θα φτιάχνομε/θα φτιάχνουμε θα φτιάνετε/θα φτιάχνετε θα φτιάνουν/θα φτιάχνουν/θα φτιάνουνε/θα φτιάχνουνεθα φτιάξω/θα φτιάσω θα φτιάξεις/θα φτιάσεις θα φτιάξει/θα φτιάσει θα φτιάξομε/θα φτιάξουμε/θα φτιάσομε/θα φτιάσουμε θα φτιάξετε/θα φτιάσετε θα φτιάξουν/θα φτιάσουν/θα φτιάξουνε/θα φτιάσουνε
Υ π ο τ.να φτιάνω/να φτιάχνω να φτιάνεις/να φτιάχνεις να φτιάνει/να φτιάχνει να φτιάνομε/να φτιάνουμε/να φτιάχνομε/να φτιάχνουμε να φτιάνετε/να φτιάχνετε να φτιάνουν/να φτιάχνουν/να φτιάνουνε/να φτιάχνουνε- - - - - -να φτιάξω/να φτιάσω να φτιάξεις/να φτιάσεις να φτιάξει/να φτιάσει να φτιάξομε/να φτιάξουμε/να φτιάσομε/να φτιάσουμε να φτιάξετε/να φτιάσετε να φτιάξουν/να φτιάσουν/να φτιάξουνε/να φτιάσουνενα έχω φτιάξει/να έχω φτιάσει να έχεις φτιάξει/να έχεις φτιάσει να έχει φτιάξει/να έχει φτιάσει να έχουμε φτιάξει/να έχουμε φτιάσει να έχετε φτιάξει/να έχετε φτιάσει να έχουν φτιάξει/να έχουν φτιάσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- φτιάνε/φτιάχνε - - φτιάνετε/φτιάχνετε -- - - - - -- φτιάξε/φτιάσε/φτιάξ'/φτιάσ'/φτιάχ' - - φτιάξτε/φτιάστε/φτιάχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--φτιάξει/φτιάσει-----
Το ρήμα φτιάχνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φτιάνομαι/φτιάχνομαι φτιάνεσαι/φτιάχνεσαι φτιάνεται/φτιάχνεται φτιανόμαστε/φτιαχνόμαστε φτιάνεστε/φτιάχνεστε/φτιανόσαστε/φτιαχνόσαστε φτιάνονται/φτιάχνονταιφτιανόμουν/φτιαχνόμουν/φτιανόμουνα/φτιαχνόμουνα φτιανόσουν/φτιαχνόσουν/φτιανόσουνα/φτιαχνόσουνα φτιανόταν/φτιαχνόταν/φτιανότανε/φτιαχνότανε φτιανόμαστε/φτιαχνόμαστε/φτιανόμασταν/φτιαχνόμασταν φτιανόσαστε/φτιαχνόσαστε/φτιανόσασταν/φτιαχνόσασταν φτιάνονταν/φτιάχνονταν/φτιανόντανε/φτιανόντουσαν/φτιαχνόντανε/φτιαχνόντουσανφτιάστηκα/φτιάχτηκα φτιάστηκες/φτιάχτηκες φτιάστηκε/φτιάχτηκε φτιαστήκαμε/φτιαχτήκαμε φτιαστήκατε/φτιαχτήκατε φτιάστηκαν/φτιάχτηκαν/φτιαστήκαν/φτιαστήκανε/φτιαχτήκαν/φτιαχτήκανεέχω φτιαστεί/έχω φτιαχτεί έχεις φτιαστεί/έχεις φτιαχτεί έχει φτιαστεί/έχει φτιαχτεί έχουμε φτιαστεί/έχουμε φτιαχτεί έχετε φτιαστεί/έχετε φτιαχτεί έχουν φτιαστεί/έχουν φτιαχτείείχα φτιαστεί/είχα φτιαχτεί είχες φτιαστεί/είχες φτιαχτεί είχε φτιαστεί/είχε φτιαχτεί είχαμε φτιαστεί/είχαμε φτιαχτεί είχατε φτιαστεί/είχατε φτιαχτεί είχαν φτιαστεί/είχαν φτιαχτείθα έχω φτιαστεί/θα έχω φτιαχτεί θα έχεις φτιαστεί/θα έχεις φτιαχτεί θα έχει φτιαστεί/θα έχει φτιαχτεί θα έχουμε φτιαστεί/θα έχουμε φτιαχτεί θα έχετε φτιαστεί/θα έχετε φτιαχτεί θα έχουν φτιαστεί/θα έχουν φτιαχτείθα φτιάνομαι/θα φτιάχνομαι θα φτιάνεσαι/θα φτιάχνεσαι θα φτιάνεται/θα φτιάχνεται θα φτιανόμαστε/θα φτιαχνόμαστε θα φτιάνεστε/θα φτιάχνεστε/θα φτιανόσαστε/θα φτιαχνόσαστε θα φτιάνονται/θα φτιάχνονταιθα φτιαστώ/θα φτιαχτώ θα φτιαστείς/θα φτιαχτείς θα φτιαστεί/θα φτιαχτεί θα φτιαστούμε/θα φτιαχτούμε θα φτιαστείτε/θα φτιαχτείτε θα φτιαστούν/θα φτιαχτούν/θα φτιαστούνε/θα φτιαχτούνε
Υ π ο τ.να φτιάνομαι/να φτιάχνομαι να φτιάνεσαι/να φτιάχνεσαι να φτιάνεται/να φτιάχνεται να φτιανόμαστε/να φτιαχνόμαστε να φτιάνεστε/να φτιάχνεστε/να φτιανόσαστε/να φτιαχνόσαστε να φτιάνονται/να φτιάχνονται- - - - - -να φτιαστώ/να φτιαχτώ να φτιαστείς/να φτιαχτείς να φτιαστεί/να φτιαχτεί να φτιαστούμε/να φτιαχτούμε να φτιαστείτε/να φτιαχτείτε να φτιαστούν/να φτιαχτούν/να φτιαστούνε/να φτιαχτούνενα έχω φτιαστεί/να έχω φτιαχτεί να έχεις φτιαστεί/να έχεις φτιαχτεί να έχει φτιαστεί/να έχει φτιαχτεί να έχουμε φτιαστεί/να έχουμε φτιαχτεί να έχετε φτιαστεί/να έχετε φτιαχτεί να έχουν φτιαστεί/να έχουν φτιαχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- - - - φτιάνεστε/φτιάχνεστε -- - - - - -- φτιάξου/φτιάσου - - φτιαστείτε/φτιαχτείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--φτιαστεί/φτιαχτεί-----
36Το ρήμα εγκαταλείπω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα εγκαταλείπω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.εγκαταλείπω εγκαταλείπεις εγκαταλείπει εγκαταλείπομε/εγκαταλείπουμε/εγκαταλείπομεν εγκαταλείπετε εγκαταλείπουν/εγκαταλείπουνεεγκατέλειπα/εγκατέλειπον εγκατέλειπες εγκατέλειπε εγκαταλείπαμε/εγκατελείπομεν εγκαταλείπατε/εγκατελείπετε εγκατέλειπαν/εγκατέλειπον/εγκαταλείπαν/εγκαταλείπανεεγκατέλειψα εγκατέλειψες/εγκατέλειψας εγκατέλειψε εγκαταλείψαμε/εγκατελείψαμεν εγκαταλείψατε/εγκατελείψατε εγκατέλειψαν/εγκαταλείψαν/εγκαταλείψανεέχω εγκαταλείψει έχεις εγκαταλείψει έχει εγκαταλείψει έχουμε εγκαταλείψει έχετε εγκαταλείψει έχουν εγκαταλείψειείχα εγκαταλείψει είχες εγκαταλείψει είχε εγκαταλείψει είχαμε εγκαταλείψει είχατε εγκαταλείψει είχαν εγκαταλείψειθα έχω εγκαταλείψει θα έχεις εγκαταλείψει θα έχει εγκαταλείψει θα έχουμε εγκαταλείψει θα έχετε εγκαταλείψει θα έχουν εγκαταλείψειθα εγκαταλείπω θα εγκαταλείπεις θα εγκαταλείπει θα εγκαταλείπομε/θα εγκαταλείπουμε/θα εγκαταλείπομεν θα εγκαταλείπετε θα εγκαταλείπουν/θα εγκαταλείπουνεθα εγκαταλείψω θα εγκαταλείψεις/θα εγκαταλείψης θα εγκαταλείψει/θα εγκαταλείψη θα εγκαταλείψομε/θα εγκαταλείψουμε/θα εγκαταλείψωμεν θα εγκαταλείψετε θα εγκαταλείψουν/θα εγκαταλείψουνε
Υ π ο τ.να εγκαταλείπω να εγκαταλείπεις να εγκαταλείπει να εγκαταλείπομε/να εγκαταλείπουμε/να εγκαταλείπομεν να εγκαταλείπετε να εγκαταλείπουν/να εγκαταλείπουνε- - - - - -να εγκαταλείψω να εγκαταλείψεις/να εγκαταλείψης να εγκαταλείψει/να εγκαταλείψη να εγκαταλείψομε/να εγκαταλείψουμε/να εγκαταλείψωμεν να εγκαταλείψετε να εγκαταλείψουν/να εγκαταλείψουνενα έχω εγκαταλείψει να έχεις εγκαταλείψει να έχει εγκαταλείψει να έχουμε εγκαταλείψει να έχετε εγκαταλείψει να έχουν εγκαταλείψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- εγκατάλειπε - - εγκαταλείπετε -- - - - - -- εγκατάλειψε - - εγκαταλείψτε/εγκαταλείψατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--εγκαταλείψει-----
Το ρήμα εγκαταλείπω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλΣυντελ.μέλ.Εξακολ.μέλ.συνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.εγκαταλείπομαι εγκαταλείπεσαι εγκαταλείπεται εγκαταλειπόμαστε/εγκαταλειπόμεθα εγκαταλείπεστε/εγκαταλείπεσθε εγκαταλείπονταιεγκαταλειπόμουν/εγκατελειπόμην εγκαταλειπόσουν/εγκατελείπεσο εγκαταλειπόταν/εγκαταλείπετο/εγκατελείπετο εγκαταλειπόμαστε/εγκατελειπόμεθα εγκαταλειπόσαστε/εγκατελείπεσθε εγκαταλείπονταν/εγκαταλείποντο/εγκατελείποντοεγκαταλείφτηκα/εγκατελείφθην/εγκαταλείφθηκα εγκαταλείφτηκες/εγκατελείφθης/εγκαταλείφθηκες εγκαταλείφτηκε/εγκατελείφθη/εγκαταλείφθηκε εγκαταλειφτήκαμε/εγκατελείφθημεν/εγκαταλειφθήκαμε εγκαταλειφτήκατε/εγκατελείφθητε/εγκαταλειφθήκατε εγκαταλείφτηκαν/εγκατελείφθησαν/εγκαταλειφτήκαν/εγκαταλειφτήκανε/εγκαταλείφθηκανέχω εγκαταλειφτεί/έχω εγκαταλειφθεί έχεις εγκαταλειφτεί/έχεις εγκαταλειφθεί έχει εγκαταλειφτεί/έχει εγκαταλειφθεί έχουμε εγκαταλειφτεί/έχουμε εγκαταλειφθεί έχετε εγκαταλειφτεί/έχετε εγκαταλειφθεί έχουν εγκαταλειφτεί/έχουν εγκαταλειφθείείχα εγκαταλειφτεί/είχα εγκαταλειφθεί είχες εγκαταλειφτεί/είχες εγκαταλειφθεί είχε εγκαταλειφτεί/είχε εγκαταλειφθεί είχαμε εγκαταλειφτεί/είχαμε εγκαταλειφθεί είχατε εγκαταλειφτεί/είχατε εγκαταλειφθεί είχαν εγκαταλειφτεί/είχαν εγκαταλειφθείθα έχω εγκαταλειφτεί/θα έχω εγκαταλειφθεί θα έχεις εγκαταλειφτεί/θα έχεις εγκαταλειφθεί θα έχει εγκαταλειφτεί/θα έχει εγκαταλειφθεί θα έχουμε εγκαταλειφτεί/θα έχουμε εγκαταλειφθεί θα έχετε εγκαταλειφτεί/θα έχετε εγκαταλειφθεί θα έχουν εγκαταλειφτεί/θα έχουν εγκαταλειφθείθα εγκαταλείπομαι θα εγκαταλείπεσαι θα εγκαταλείπεται θα εγκαταλειπόμαστε/θα εγκαταλειπόμεθα θα εγκαταλείπεστε/θα εγκαταλείπεσθε θα εγκαταλείπονταιθα εγκαταλειφτώ/θα εγκαταλειφθώ/θα εγκαταλειφθώ θα εγκαταλειφτείς/θα εγκαταλειφθής/θα εγκαταλειφθείς θα εγκαταλειφτεί/θα εγκαταλειφθή/θα εγκαταλειφθεί θα εγκαταλειφτούμε/θα εγκαταλειφθώμεν/θα εγκαταλειφθούμε θα εγκαταλειφτείτε/θα εγκαταλειφθήτε/θα εγκαταλειφθείτε θα εγκαταλειφτούν/θα εγκαταλειφθούν/θα εγκαταλειφτούνε/θα εγκαταλειφθούν
Υ π ο τ.να εγκαταλείπομαι να εγκαταλείπεσαι να εγκαταλείπεται να εγκαταλειπόμαστε/να εγκαταλειπόμεθα να εγκαταλείπεστε/να εγκαταλείπεσθε να εγκαταλείπονται- - - - - -να εγκαταλειφτώ/να εγκαταλειφθώ/να εγκαταλειφθώ να εγκαταλειφτείς/να εγκαταλειφθής/να εγκαταλειφθείς να εγκαταλειφτεί/να εγκαταλειφθή/να εγκαταλειφθεί να εγκαταλειφτούμε/να εγκαταλειφθώμεν/να εγκαταλειφθούμε να εγκαταλειφτείτε/να εγκαταλειφθήτε/να εγκαταλειφθείτε να εγκαταλειφτούν/να εγκαταλειφθούν/να εγκαταλειφτούνε/να εγκαταλειφθούννα έχω εγκαταλειφτεί/να έχω εγκαταλειφθεί να έχεις εγκαταλειφτεί/να έχεις εγκαταλειφθεί να έχει εγκαταλειφτεί/να έχει εγκαταλειφθεί να έχουμε εγκαταλειφτεί/να έχουμε εγκαταλειφθεί να έχετε εγκαταλειφτεί/να έχετε εγκαταλειφθεί να έχουν εγκαταλειφτεί/να έχουν εγκαταλειφθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- - - - εγκαταλείπεστε/εγκαταλείπεσθε -- - - - - -- - - - εγκαταλειφτείτε/εγκαταλειφθήτε/εγκαταλειφθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--εγκαταλειφτεί/εγκαταλειφθή/εγκαταλειφθεί---  
37Το ρήμα λάμπω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα λάμπω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.λάμπω λάμπεις λάμπει λάμπομε/λάμπουμε/λάμπομεν λάμπετε λάμπουν/λάμπουνεέλαμπα/έλαμπον έλαμπες έλαμπε λάμπαμε/ελάμπομεν λάμπατε/ελάμπετε έλαμπαν/έλαμπον/λάμπαν/λάμπανεέλαμψα έλαμψες/έλαμψας έλαμψε λάμψαμε/ελάμψαμεν λάμψατε/ελάμψατε έλαμψαν/λάμψαν/λάμψανεέχω λάμψει έχεις λάμψει έχει λάμψει έχουμε λάμψει έχετε λάμψει έχουν λάμψειείχα λάμψει είχες λάμψει είχε λάμψει είχαμε λάμψει είχατε λάμψει είχαν λάμψειθα έχω λάμψει θα έχεις λάμψει θα έχει λάμψει θα έχουμε λάμψει θα έχετε λάμψει θα έχουν λάμψειθα λάμπω θα λάμπεις θα λάμπει θα λάμπομε/θα λάμπουμε/θα λάμπομεν θα λάμπετε θα λάμπουν/θα λάμπουνεθα λάμψω θα λάμψεις/θα λάμψης θα λάμψει/θα λάμψη θα λάμψομε/θα λάμψουμε/θα λάμψωμεν θα λάμψετε θα λάμψουν/θα λάμψουνε
Υ π ο τ.να λάμπω να λάμπεις να λάμπει να λάμπομε/να λάμπουμε/να λάμπομεν να λάμπετε να λάμπουν/να λάμπουνε- - - - - -να λάμψω να λάμψεις/να λάμψης να λάμψει/να λάμψη να λάμψομε/να λάμψουμε/να λάμψωμεν να λάμψετε να λάμψουν/να λάμψουνενα έχω λάμψει να έχεις λάμψει να έχει λάμψει να έχουμε λάμψει να έχετε λάμψει να έχουν λάμψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- λάμπε - - λάμπετε -- - - - - -- λάμψε - - λάμψτε/λάμψατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--λάμψει-----
38Το ρήμα έρπω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα έρπω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.έρπω έρπεις έρπει έρπομε/έρπουμε/έρπομεν έρπετε έρπουνείρπον είρπες εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/είρπε είρπομεν είρπετε είρπονθα έρπω θα έρπεις θα έρπει θα έρπομε/θα έρπουμε/θα έρπομεν θα έρπετε θα έρπουν
Υ π ο τ.να έρπω να έρπεις να έρπει να έρπομε/να έρπουμε/να έρπομεν να έρπετε να έρπουν- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- έρπε - - έρπετε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
39Το ρήμα υποθάλπω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα υποθάλπω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.υποθάλπω υποθάλπεις υποθάλπει υποθάλπομε/υποθάλπουμε/υποθάλπομεν υποθάλπετε υποθάλπουνυπέθαλπα/υπέθαλπον υπέθαλπες υπέθαλπε υποθάλπαμε/υπεθάλπομεν υποθάλπατε/υπεθάλπετε υπέθαλπαν/υπέθαλπονυπέθαλψα υπέθαλψες/υπέθαλψας υπέθαλψε υποθάλψαμε/υπεθάλψαμεν υποθάλψατε/υπεθάλψατε υπέθαλψανέχω υποθάλψει έχεις υποθάλψει έχει υποθάλψει έχουμε υποθάλψει έχετε υποθάλψει έχουν υποθάλψειείχα υποθάλψει είχες υποθάλψει είχε υποθάλψει είχαμε υποθάλψει είχατε υποθάλψει είχαν υποθάλψειθα έχω υποθάλψει θα έχεις υποθάλψει θα έχει υποθάλψει θα έχουμε υποθάλψει θα έχετε υποθάλψει θα έχουν υποθάλψειθα υποθάλπω θα υποθάλπεις θα υποθάλπει θα υποθάλπομε/θα υποθάλπουμε/θα υποθάλπομεν θα υποθάλπετε θα υποθάλπουνθα υποθάλψω θα υποθάλψεις/θα υποθάλψης θα υποθάλψει/θα υποθάλψη θα υποθάλψομε/θα υποθάλψουμε/θα υποθάλψωμεν θα υποθάλψετε θα υποθάλψουν
Υ π ο τ.να υποθάλπω να υποθάλπεις να υποθάλπει να υποθάλπομε/να υποθάλπουμε/να υποθάλπομεν να υποθάλπετε να υποθάλπουν- - - - - -να υποθάλψω να υποθάλψεις/να υποθάλψης να υποθάλψει/να υποθάλψη να υποθάλψομε/να υποθάλψουμε/να υποθάλψωμεν να υποθάλψετε να υποθάλψουννα έχω υποθάλψει να έχεις υποθάλψει να έχει υποθάλψει να έχουμε υποθάλψει να έχετε υποθάλψει να έχουν υποθάλψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- υπόθαλπε - - υποθάλπετε -- - - - - -- υπόθαλψε - - υποθάλψετε/υποθάλψτε/υποθάλψατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--υποθάλψει-----
Το ρήμα υποθάλπω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.υποθάλπομαι υποθάλπεσαι υποθάλπεται υποθαλπόμαστε/υποθαλπόμεθα υποθάλπεστε/υποθάλπεσθε υποθάλπονταιυποθαλπόμουν/υπεθαλπόμην υποθαλπόσουν/υπεθάλπεσο υποθαλπόταν/υποθάλπετο/υπεθάλπετο υποθαλπόμαστε/υπεθαλπόμεθα υποθαλπόσαστε/υπεθάλπεσθε υποθάλπονταν/υποθάλποντο/υπεθάλποντο- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -θα υποθάλπομαι θα υποθάλπεσαι θα υποθάλπεται θα υποθαλπόμαστε/θα υποθαλπόμεθα θα υποθάλπεστε/θα υποθάλπεσθε θα υποθάλπονται- - - - - -
Υ π ο τ.να υποθάλπομαι να υποθάλπεσαι να υποθάλπεται να υποθαλπόμαστε/να υποθαλπόμεθα να υποθάλπεστε/να υποθάλπεσθε να υποθάλπονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - υποθάλπεστε/υποθάλπεσθε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--------
40Το ρήμα πέμπω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πέμπω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πέμπω πέμπεις πέμπει πέμπομε/πέμπουμε/πέμπομεν πέμπετε πέμπουνέπεμπα/έπεμπον έπεμπες έπεμπε πέμπαμε/επέμπομεν πέμπατε/επέμπετε έπεμπαν/έπεμπονέπεμψα έπεμψες/έπεμψας έπεμψε πέμψαμε/επέμψαμεν πέμψατε/επέμψατε έπεμψανέχω πέμψει έχεις πέμψει έχει πέμψει έχουμε πέμψει έχετε πέμψει έχουν πέμψειείχα πέμψει είχες πέμψει είχε πέμψει είχαμε πέμψει είχατε πέμψει είχαν πέμψειθα έχω πέμψει θα έχεις πέμψει θα έχει πέμψει θα έχουμε πέμψει θα έχετε πέμψει θα έχουν πέμψειθα πέμπω θα πέμπεις θα πέμπει θα πέμπομε/θα πέμπουμε/θα πέμπομεν θα πέμπετε θα πέμπουνθα πέμψω θα πέμψεις/θα πέμψης θα πέμψει/θα πέμψη θα πέμψομε/θα πέμψουμε/θα πέμψωμεν θα πέμψετε θα πέμψουν
Υ π ο τ.να πέμπω να πέμπεις να πέμπει να πέμπομε/να πέμπουμε/να πέμπομεν να πέμπετε να πέμπουν- - - - - -να πέμψω να πέμψεις/να πέμψης να πέμψει/να πέμψη να πέμψομε/να πέμψουμε/να πέμψωμεν να πέμψετε να πέμψουννα έχω πέμψει να έχεις πέμψει να έχει πέμψει να έχουμε πέμψει να έχετε πέμψει να έχουν πέμψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- πέμπε - - πέμπετε -- - - - - -- πέμψε - - πέμψετε/πέμψατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πέμψει-----
Το ρήμα πέμπω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πέμπομαι πέμπεσαι πέμπεται πεμπόμαστε/πεμπόμεθα πέμπεστε/πέμπεσθε πέμπονταιπεμπόμουν/επεμπόμην πεμπόσουν/επέμπεσο πεμπόταν/επέμπετο πεμπόμαστε/επεμπόμεθα πεμπόσαστε/επέμπεσθε πέμπονταν/επέμποντοεπέμφθην/πέμφθηκα επέμφθης/πέμφθηκες επέμφθη/πέμφθηκε επέμφθημεν/πεμφθήκαμε επέμφθητε/πεμφθήκατε επέμφθησαν/πέμφθηκανέχω πεμφθεί έχεις πεμφθεί έχει πεμφθεί έχουμε πεμφθεί έχετε πεμφθεί έχουν πεμφθείείχα πεμφθεί είχες πεμφθεί είχε πεμφθεί είχαμε πεμφθεί είχατε πεμφθεί είχαν πεμφθείθα έχω πεμφθεί θα έχεις πεμφθεί θα έχει πεμφθεί θα έχουμε πεμφθεί θα έχετε πεμφθεί θα έχουν πεμφθείθα πέμπομαι θα πέμπεσαι θα πέμπεται θα πεμπόμαστε/θα πεμπόμεθα θα πέμπεστε/θα πέμπεσθε θα πέμπονταιθα πεμφθώ/θα πεμφθώ θα πεμφθής/θα πεμφθείς θα πεμφθή/θα πεμφθεί θα πεμφθώμεν/θα πεμφθούμε θα πεμφθήτε/θα πεμφθείτε θα πεμφθούν/θα πεμφθούν
Υ π ο τ.να πέμπομαι να πέμπεσαι να πέμπεται να πεμπόμαστε/να πεμπόμεθα να πέμπεστε/να πέμπεσθε να πέμπονται- - - - - -να πεμφθώ/να πεμφθώ να πεμφθής/να πεμφθείς να πεμφθή/να πεμφθεί να πεμφθώμεν/να πεμφθούμε να πεμφθήτε/να πεμφθείτε να πεμφθούν/να πεμφθούννα έχω πεμφθεί να έχεις πεμφθεί να έχει πεμφθεί να έχουμε πεμφθεί να έχετε πεμφθεί να έχουν πεμφθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - πέμπεστε/πέμπεσθε -- - - - - -- - - - πεμφθήτε/πεμφθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πεμφθή/πεμφθεί-----
41Το ρήμα επιτρέπω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα επιτρέπω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.επιτρέπω επιτρέπεις επιτρέπει επιτρέπομε/επιτρέπουμε/επιτρέπομεν επιτρέπετε επιτρέπουν/επιτρέπουνεεπέτρεπα/επέτρεπον επέτρεπες επέτρεπε επιτρέπαμε/επετρέπομεν επιτρέπατε/επετρέπετε επέτρεπαν/επέτρεπον/επιτρέπαν/επιτρέπανεεπέτρεψα επέτρεψες/επέτρεψας επέτρεψε επιτρέψαμε/επετρέψαμεν επιτρέψατε/επετρέψατε επέτρεψαν/επιτρέψαν/επιτρέψανεέχω επιτρέψει έχεις επιτρέψει έχει επιτρέψει έχουμε επιτρέψει έχετε επιτρέψει έχουν επιτρέψειείχα επιτρέψει είχες επιτρέψει είχε επιτρέψει είχαμε επιτρέψει είχατε επιτρέψει είχαν επιτρέψειθα έχω επιτρέψει θα έχεις επιτρέψει θα έχει επιτρέψει θα έχουμε επιτρέψει θα έχετε επιτρέψει θα έχουν επιτρέψειθα επιτρέπω θα επιτρέπεις θα επιτρέπει θα επιτρέπομε/θα επιτρέπουμε/θα επιτρέπομεν θα επιτρέπετε θα επιτρέπουν/θα επιτρέπουνεθα επιτρέψω θα επιτρέψεις/θα επιτρέψης θα επιτρέψει/θα επιτρέψη θα επιτρέψομε/θα επιτρέψουμε/θα επιτρέψωμεν θα επιτρέψετε θα επιτρέψουν/θα επιτρέψουνε
Υ π ο τ.να επιτρέπω να επιτρέπεις να επιτρέπει να επιτρέπομε/να επιτρέπουμε/να επιτρέπομεν να επιτρέπετε να επιτρέπουν/να επιτρέπουνε- - - - - -να επιτρέψω να επιτρέψεις/να επιτρέψης να επιτρέψει/να επιτρέψη να επιτρέψομε/να επιτρέψουμε/να επιτρέψωμεν να επιτρέψετε να επιτρέψουν/να επιτρέψουνενα έχω επιτρέψει να έχεις επιτρέψει να έχει επιτρέψει να έχουμε επιτρέψει να έχετε επιτρέψει να έχουν επιτρέψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ- επίτρεπε - - επιτρέπετε -- - - - - -- επίτρεψε - - επιτρέψτε/επιτρέψατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--επιτρέψει-----
Το ρήμα επιτρέπω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.επιτρέπομαι επιτρέπεσαι επιτρέπεται επιτρεπόμαστε/επιτρεπόμεθα επιτρέπεστε/επιτρέπεσθε επιτρέπονταιεπιτρεπόμουν/επετρεπόμην επιτρεπόσουν/επετρέπεσο επιτρεπόταν/επιτρέπετο/επετρέπετο επιτρεπόμαστε/επετρεπόμεθα επιτρεπόσαστε/επετρέπεσθε επιτρέπονταν/επιτρέποντο/επετρέποντο- - - - - -επιτράπηκα/επετράπην επιτράπηκες/επετράπης επιτράπηκε/επετράπη επιτραπήκαμε/επετράπημεν επιτραπήκατε/επετράπητε επιτράπηκαν/επετράπησαν/επιτραπήκαν/επιτραπήκανεείμαι επιτετραμμένος είσαι επιτετραμμένος είναι επιτετραμμένος είμαστε επιτετραμμένοι είσαστε επιτετραμμένοι είναι επιτετραμμένοιήμουν επιτετραμμένος ήσουν επιτετραμμένος ήταν επιτετραμμένος ήμασταν επιτετραμμένοι ήσασταν επιτετραμμένοι ήταν επιτετραμμένοιθα είμαι επιτετραμμένος θα είσαι επιτετραμμένος θα είναι επιτετραμμένος θα είμαστε επιτετραμμένοι θα είσαστε επιτετραμμένοι θα είναι επιτετραμμένοιθα επιτρέπομαι θα επιτρέπεσαι θα επιτρέπεται θα επιτρεπόμαστε/θα επιτρεπόμεθα θα επιτρέπεστε/θα επιτρέπεσθε θα επιτρέπονται 
Υ π ο τ.να επιτρέπομαι να επιτρέπεσαι να επιτρέπεται να επιτρεπόμαστε/να επιτρεπόμεθα να επιτρέπεστε/να επιτρέπεσθε να επιτρέπονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -να είμαι επιτετραμμένος να είσαι επιτετραμμένος να είναι επιτετραμμένος να είμαστε επιτετραμμένοι να είσαστε επιτετραμμένοι να είναι επιτετραμμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ- - - - επιτρέπεστε/επιτρέπεσθε -- - - - - -- - - - - -- - - - επιτραπείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.---επιτραπεί/επιτραπή-----
42Το ρήμα βλέπω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα βλέπω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.βλέπω βλέπεις βλέπει βλέπομε/βλέπουμε/βλέπομεν βλέπετε βλέπουν/βλέπουνεέβλεπα/'βλεπα/έβλεπον έβλεπες/'βλεπες/έβλεπες έβλεπε/'βλεπε/έβλεπε βλέπαμε/εβλέπομεν βλέπατε/εβλέπετε έβλεπαν/'βλεπαν/έβλεπον/βλέπαν/βλέπανεείδα/'δα είδες/'δες/είδας είδε/'δε είδαμε/'δαμε/είδαμεν είδατε/'δατε/είδατε είδαν/'δαν/'δανε/είδανεείδον είδες είδε είδομεν είδετε είδονέχω δει/έχω ιδεί έχεις δει/έχεις ιδεί έχει δει/έχει ιδεί έχουμε δει/έχουμε ιδεί έχετε δει/έχετε ιδεί έχουν δει/έχουν ιδείείχα δει/είχα ιδεί είχες δει/είχες ιδεί είχε δει/είχε ιδεί είχαμε δει/είχαμε ιδεί είχατε δει/είχατε ιδεί είχαν δει/είχαν ιδείθα έχω δει/θα έχω ιδεί θα έχεις δει/θα έχεις ιδεί θα έχει δει/θα έχει ιδεί θα έχουμε δει/θα έχουμε ιδεί θα έχετε δει/θα έχετε ιδεί θα έχουν δει/θα έχουν ιδείθα βλέπω θα βλέπεις θα βλέπει θα βλέπομε/θα βλέπουμε/θα βλέπομεν θα βλέπετε θα βλέπουν/θα βλέπουνεθα δω/θα ιδώ θα δεις/θα ιδείς θα δει/θα ιδεί θα δούμε/θα ιδούμε θα δείτε/θα ιδείτε θα δουν/θα ιδούν/θα δούνε
Υ π ο τ.να βλέπω να βλέπεις να βλέπει να βλέπομε/να βλέπουμε/να βλέπομεν να βλέπετε να βλέπουν/να βλέπουνε- - - - - -να δω/να ιδώ να δεις/να ιδείς να δει/να ιδεί να δούμε/να ιδούμε να δείτε/να ιδείτε να δουν/να ιδούν/να δούνε- - - - - -να έχω δει/να έχω ιδεί να έχεις δει/να έχεις ιδεί να έχει δει/να έχει ιδεί να έχουμε δει/να έχουμε ιδεί να έχετε δει/να έχετε ιδεί να έχουν δει/να έχουν ιδεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- βλέπε - - βλέπετε -- - - - - -- δες/ιδέ - - δείτε/δέστε/ιδείτε/ιδέτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--δει/ιδεί/ίδει------
Το ρήμα βλέπω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.βλέπομαι βλέπεσαι βλέπεται βλεπόμαστε/βλεπόμεθα βλέπεστε/βλέπεσθε/βλεπόσαστε βλέπονταιβλεπόμουν/εβλεπόμην/βλεπόμουνα βλεπόσουν/εβλέπεσο/βλεπόσουνα βλεπόταν/εβλέπετο/βλεπότανε βλεπόμαστε/εβλεπόμεθα/βλεπόμασταν βλεπόσαστε/εβλέπεσθε/βλεπόσασταν βλέπονταν/εβλέποντο/βλεπόντανε/βλεπόντουσανειδώθηκα ειδώθηκες ειδώθηκε ειδωθήκαμε ειδωθήκατε ειδώθηκαν/ειδωθήκανεέχω ιδωθεί έχεις ιδωθεί έχει ιδωθεί έχουμε ιδωθεί έχετε ιδωθεί έχουν ιδωθείείχα ιδωθεί είχες ιδωθεί είχε ιδωθεί είχαμε ιδωθεί είχατε ιδωθεί είχαν ιδωθείθα έχω ιδωθεί θα έχεις ιδωθεί θα έχει ιδωθεί θα έχουμε ιδωθεί θα έχετε ιδωθεί θα έχουν ιδωθείθα βλέπομαι θα βλέπεσαι θα βλέπεται θα βλεπόμαστε/θα βλεπόμεθα θα βλέπεστε/θα βλέπεσθε/θα βλεπόσαστε θα βλέπονταιθα ιδωθώ θα ιδωθείς θα ιδωθεί θα ιδωθούμε θα ιδωθείτε θα ιδωθούν/θα ιδωθούνε
Υ π ο τ.να βλέπομαι να βλέπεσαι να βλέπεται να βλεπόμαστε/να βλεπόμεθα να βλέπεστε/να βλέπεσθε/να βλεπόσαστε να βλέπονται- - - - - -να ιδωθώ να ιδωθείς να ιδωθεί να ιδωθούμε να ιδωθείτε να ιδωθούν/να ιδωθούνενα έχω ιδωθεί να έχεις ιδωθεί να έχει ιδωθεί να έχουμε ιδωθεί να έχετε ιδωθεί να έχουν ιδωθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - βλέπεστε/βλέπεσθε -- - - - - -- - - - ιδωθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ιδωθεί-----
43Το ρήμα τρίβω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα τρίβω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.τρίβω τρίβεις τρίβει τρίβομε/τρίβουμε/τρίβομεν τρίβετε τρίβουν/τρίβουνεέτριβα/'τριβα/έτριβον έτριβες/'τριβες έτριβε/'τριβε τρίβαμε/ετρίβομεν τρίβατε/ετρίβετε έτριβαν/'τριβαν/έτριβον/τρίβαν/τρίβανεέτριψα/'τριψα έτριψες/'τριψες/έτριψας έτριψε/'τριψε τρίψαμε/ετρίψαμεν τρίψατε/ετρίψατε έτριψαν/'τριψαν/τρίψαν/τρίψανεέχω τρίψει έχεις τρίψει έχει τρίψει έχουμε τρίψει έχετε τρίψει έχουν τρίψειείχα τρίψει είχες τρίψει είχε τρίψει είχαμε τρίψει είχατε τρίψει είχαν τρίψειθα έχω τρίψει θα έχεις τρίψει θα έχει τρίψει θα έχουμε τρίψει θα έχετε τρίψει θα έχουν τρίψειθα τρίβω θα τρίβεις θα τρίβει θα τρίβομε/θα τρίβουμε/θα τρίβομεν θα τρίβετε θα τρίβουν/θα τρίβουνεθα τρίψω θα τρίψεις/θα τρίψης θα τρίψει/θα τρίψη θα τρίψομε/θα τρίψουμε/θα τρίψωμεν θα τρίψετε θα τρίψουν/θα τρίψουνε
Υ π ο τ.να τρίβω να τρίβεις να τρίβει να τρίβομε/να τρίβουμε/να τρίβομεν να τρίβετε να τρίβουν/να τρίβουνε- - - - - -να τρίψω να τρίψεις/να τρίψης να τρίψει/να τρίψη να τρίψομε/να τρίψουμε/να τρίψωμεν να τρίψετε να τρίψουν/να τρίψουνενα έχω τρίψει να έχεις τρίψει να έχει τρίψει να έχουμε τρίψει να έχετε τρίψει να έχουν τρίψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- τρίβε - - τρίβετε -- - - - - -- τρίψε/τρίφ'/τρίψ' - - τρίψτε/τρίψατε/τρίφτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--τρίψει-----
Το ρήμα τρίβω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.τρίβομαι τρίβεσαι τρίβεται τριβόμαστε/τριβόμεθα τρίβεστε/τρίβεσθε/τριβόσαστε τρίβονταιτριβόμουν/ετριβόμην/τριβόμουνα τριβόσουν/ετρίβεσο/τριβόσουνα τριβόταν/ετρίβετο/τριβότανε τριβόμαστε/ετριβόμεθα/τριβόμασταν τριβόσαστε/ετρίβεσθε/τριβόσασταν τρίβονταν/ετρίβοντο/τριβόντανε/τριβόντουσαντρίφτηκα/ετρίφθην/τρίφθηκα τρίφτηκες/ετρίφθης/τρίφθηκες τρίφτηκε/ετρίφθη/τρίφθηκε τριφτήκαμε/ετρίφθημεν/τριφθήκαμε τριφτήκατε/ετρίφθητε/τριφθήκατε τρίφτηκαν/ετρίφθησαν/τριφτήκαν/τριφτήκανε/τρίφθηκανετρίβην ετρίβης ετρίβη ετρίβημεν ετρίβητε ετρίβησανέχω τριφτεί έχεις τριφτεί έχει τριφτεί έχουμε τριφτεί έχετε τριφτεί έχουν τριφτείείχα τριφτεί είχες τριφτεί είχε τριφτεί είχαμε τριφτεί είχατε τριφτεί είχαν τριφτείθα έχω τριφτεί θα έχεις τριφτεί θα έχει τριφτεί θα έχουμε τριφτεί θα έχετε τριφτεί θα έχουν τριφτείθα τρίβομαι θα τρίβεσαι θα τρίβεται θα τριβόμαστε/θα τριβόμεθα θα τρίβεστε/θα τρίβεσθε/θα τριβόσαστε θα τρίβονταιθα τριφτώ/θα τριφθώ/θα τριφθώ θα τριφτείς/θα τριφθής/θα τριφθείς θα τριφτεί/θα τριφθή/θα τριφθεί θα τριφτούμε/θα τριφθώμεν/θα τριφθούμε θα τριφτείτε/θα τριφθήτε/θα τριφθείτε θα τριφτούν/θα τριφθούν/θα τριφτούνε/θα τριφθούν
Υ π ο τ.να τρίβομαι να τρίβεσαι να τρίβεται να τριβόμαστε/να τριβόμεθα να τρίβεστε/να τρίβεσθε/να τριβόσαστε να τρίβονται- - - - - -να τριφτώ/να τριφθώ/να τριφθώ να τριφτείς/να τριφθής/να τριφθείς να τριφτεί/να τριφθή/να τριφθεί να τριφτούμε/να τριφθώμεν/να τριφθούμε να τριφτείτε/να τριφθήτε/να τριφθείτε να τριφτούν/να τριφθούν/να τριφτούνε/να τριφθούν- - - - - -να έχω τριφτεί να έχεις τριφτεί να έχει τριφτεί να έχουμε τριφτεί να έχετε τριφτεί να έχουν τριφτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - τρίβεστε/τρίβεσθε -- - - - - -- τρίψου - - τριφτείτε/τριφθήτε/τριφθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--τριφτεί/τριφθή/τριφθείτριβή-----
44Το ρήμα κόβω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα κόβω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κόβω κόβεις κόβει κόβομε/κόβουμε κόβετε κόβουν/κόβουνεέκοβα/'κοβα έκοβες/'κοβες έκοβε/'κοβε κόβαμε κόβατε έκοβαν/'κοβαν/κόβαν/κόβανεέκοψα/'κοψα έκοψες/'κοψες έκοψε/'κοψε κόψαμε κόψατε έκοψαν/'κοψαν/κόψαν/κόψανεέχω κόψει έχεις κόψει έχει κόψει έχουμε κόψει έχετε κόψει έχουν κόψειείχα κόψει είχες κόψει είχε κόψει είχαμε κόψει είχατε κόψει είχαν κόψειθα έχω κόψει θα έχεις κόψει θα έχει κόψει θα έχουμε κόψει θα έχετε κόψει θα έχουν κόψειθα κόβω θα κόβεις θα κόβει θα κόβομε/θα κόβουμε θα κόβετε θα κόβουν/θα κόβουνεθα κόψω θα κόψεις θα κόψει θα κόψομε/θα κόψουμε θα κόψετε θα κόψουν/θα κόψουνε
Υ π ο τ.να κόβω να κόβεις να κόβει να κόβομε/να κόβουμε να κόβετε να κόβουν/να κόβουνε- - - - - -να κόψω να κόψεις να κόψει να κόψομε/να κόψουμε να κόψετε να κόψουν/να κόψουνενα έχω κόψει να έχεις κόψει να έχει κόψει να έχουμε κόψει να έχετε κόψει να έχουν κόψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- κόβε - - κόβετε -- - - - - -- κόψε/κόψ' - - κόψτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κόψει-----
Το ρήμα κόβω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κόβομαι κόβεσαι κόβεται κοβόμαστε κόβεστε/κοβόσαστε κόβονταικοβόμουν/κοβόμουνα κοβόσουν/κοβόσουνα κοβόταν/κοβότανε κοβόμαστε/κοβόμασταν κοβόσαστε/κοβόσασταν κόβονταν/κοβόντανε/κοβόντουσαν- - - - - -κόπηκα κόπηκες κόπηκε κοπήκαμε κοπήκατε κόπηκαν/κοπήκαν/κοπήκανεείμαι κομμένος είσαι κομμένος είναι κομμένος είμαστε κομμένοι είσαστε κομμένοι είναι κομμένοιήμουν κομμένος ήσουν κομμένος ήταν κομμένος ήμασταν κομμένοι ήσασταν κομμένοι ήταν κομμένοιθα είμαι κομμένος θα είσαι κομμένος θα είναι κομμένος θα είμαστε κομμένοι θα είσαστε κομμένοι θα είναι κομμένοιθα κόβομαι θα κόβεσαι θα κόβεται θα κοβόμαστε θα κόβεστε/θα κοβόσαστε θα κόβονται 
Υ π ο τ.να κόβομαι να κόβεσαι να κόβεται να κοβόμαστε να κόβεστε/να κοβόσαστε να κόβονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -να είμαι κομμένος να είσαι κομμένος να είναι κομμένος να είμαστε κομμένοι να είσαστε κομμένοι να είναι κομμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - κόβεστε -- - - - - -- - - - - -- - - - κοπείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.---κοπεί-----
45Το ρήμα θλίβω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα θλίβω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.θλίβω θλίβεις θλίβει θλίβομε/θλίβουμε/θλίβομεν θλίβετε θλίβουν/θλίβουνεέθλιβα/έθλιβον έθλιβες έθλιβε θλίβαμε/εθλίβομεν θλίβατε/εθλίβετε έθλιβαν/έθλιβον/θλίβαν/θλίβανεέθλιψα έθλιψες/έθλιψας έθλιψε θλίψαμε/εθλίψαμεν θλίψατε/εθλίψατε έθλιψαν/θλίψαν/θλίψανεέχω θλίψει έχεις θλίψει έχει θλίψει έχουμε θλίψει έχετε θλίψει έχουν θλίψειείχα θλίψει είχες θλίψει είχε θλίψει είχαμε θλίψει είχατε θλίψει είχαν θλίψειθα έχω θλίψει θα έχεις θλίψει θα έχει θλίψει θα έχουμε θλίψει θα έχετε θλίψει θα έχουν θλίψειθα θλίβω θα θλίβεις θα θλίβει θα θλίβομε/θα θλίβουμε/θα θλίβομεν θα θλίβετε θα θλίβουν/θα θλίβουνεθα θλίψω θα θλίψεις/θα θλίψης θα θλίψει/θα θλίψη θα θλίψομε/θα θλίψουμε/θα θλίψωμεν θα θλίψετε θα θλίψουν/θα θλίψουνε
Υ π ο τ.να θλίβω να θλίβεις να θλίβει να θλίβομε/να θλίβουμε/να θλίβομεν να θλίβετε να θλίβουν/να θλίβουνε- - - - - -να θλίψω να θλίψεις/να θλίψης να θλίψει/να θλίψη να θλίψομε/να θλίψουμε/να θλίψωμεν να θλίψετε να θλίψουν/να θλίψουνενα έχω θλίψει να έχεις θλίψει να έχει θλίψει να έχουμε θλίψει να έχετε θλίψει να έχουν θλίψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- θλίβε - - θλίβετε -- - - - - -- θλίψε/θλίψ' - - θλίψτε/θλίψατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--θλίψει-----
Το ρήμα θλίβω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.θλίβομαι θλίβεσαι θλίβεται θλιβόμαστε/θλιβόμεθα θλίβεστε/θλίβεσθε/θλιβόσαστε θλίβονταιθλιβόμουν/εθλιβόμην/θλιβόμουνα θλιβόσουν/εθλίβεσο/θλιβόσουνα θλιβόταν/εθλίβετο/θλιβότανε θλιβόμαστε/εθλιβόμεθα/θλιβόμασταν θλιβόσαστε/εθλίβεσθε/θλιβόσασταν θλίβονταν/εθλίβοντο/θλιβόντανε/θλιβόντουσαν- - - - - -εθλίβην εθλίβης εύχρηστο το γ' πρόσ./εθλίβη εθλίβημεν εθλίβητε εύχρηστο το γ' πρόσ./εθλίβησανείμαι τεθλιμμένος είσαι τεθλιμμένος είναι τεθλιμμένος είμαστε τεθλιμμένοι είσαστε τεθλιμμένοι είναι τεθλιμμένοιήμουν τεθλιμμένος ήσουν τεθλιμμένος ήταν τεθλιμμένος ήμασταν τεθλιμμένοι ήσασταν τεθλιμμένοι ήταν τεθλιμμένοιθα είμαι τεθλιμμένος θα είσαι τεθλιμμένος θα είναι τεθλιμμένος θα είμαστε τεθλιμμένοι θα είσαστε τεθλιμμένοι θα είναι τεθλιμμένοιθα θλίβομαι θα θλίβεσαι θα θλίβεται θα θλιβόμαστε/θα θλιβόμεθα θα θλίβεστε/θα θλίβεσθε/θα θλιβόσαστε θα θλίβονται 
Υ π ο τ.να θλίβομαι να θλίβεσαι να θλίβεται να θλιβόμαστε/να θλιβόμεθα να θλίβεστε/να θλίβεσθε/να θλιβόσαστε να θλίβονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -να είμαι τεθλιμμένος να είσαι τεθλιμμένος να είναι τεθλιμμένος να είμαστε τεθλιμμένοι να είσαστε τεθλιμμένοι να είναι τεθλιμμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - θλίβεστε/θλίβεσθε -- - - - - -- - - - - -- - - - θλιβείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.---θλιβεί/θλιβή-----
46Το ρήμα στύβω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα στύβω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.στύβω στύβεις στύβει στύβομε/στύβουμε στύβετε στύβουν/στύβουνεέστυβα/'στυβα έστυβες/'στυβες έστυβε/'στυβε στύβαμε στύβατε έστυβαν/'στυβαν/στύβαν/στύβανεέστυψα/'στυψα έστυψες/'στυψες έστυψε/'στυψε στύψαμε στύψατε έστυψαν/'στυψαν/στύψαν/στύψανεέχω στύψει έχεις στύψει έχει στύψει έχουμε στύψει έχετε στύψει έχουν στύψειείχα στύψει είχες στύψει είχε στύψει είχαμε στύψει είχατε στύψει είχαν στύψειθα έχω στύψει θα έχεις στύψει θα έχει στύψει θα έχουμε στύψει θα έχετε στύψει θα έχουν στύψειθα στύβω θα στύβεις θα στύβει θα στύβομε/θα στύβουμε θα στύβετε θα στύβουν/θα στύβουνεθα στύψω θα στύψεις θα στύψει θα στύψομε/θα στύψουμε θα στύψετε θα στύψουν/θα στύψουνε
Υ π ο τ.να στύβω να στύβεις να στύβει να στύβομε/να στύβουμε να στύβετε να στύβουν/να στύβουνε- - - - - -να στύψω να στύψεις να στύψει να στύψομε/να στύψουμε να στύψετε να στύψουν/να στύψουνενα έχω στύψει να έχεις στύψει να έχει στύψει να έχουμε στύψει να έχετε στύψει να έχουν στύψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- στύβε - - στύβετε -- - - - - -- στύψε/στύψ' - - στύψτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--στύψει-----
Το ρήμα στύβω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.στύβομαι στύβεσαι στύβεται στυβόμαστε στύβεστε/στυβόσαστε στύβονταιστυβόμουν/στυβόμουνα στυβόσουν/στυβόσουνα στυβόταν/στυβότανε στυβόμαστε/στυβόμασταν στυβόσαστε/στυβόσασταν στύβονταν/στυβόντανε/στυβόντουσανστύφτηκα στύφτηκες στύφτηκε στυφτήκαμε στυφτήκατε στύφτηκαν/στυφτήκαν/στυφτήκανεέχω στυφτεί έχεις στυφτεί έχει στυφτεί έχουμε στυφτεί έχετε στυφτεί έχουν στυφτείείχα στυφτεί είχες στυφτεί είχε στυφτεί είχαμε στυφτεί είχατε στυφτεί είχαν στυφτείθα έχω στυφτεί θα έχεις στυφτεί θα έχει στυφτεί θα έχουμε στυφτεί θα έχετε στυφτεί θα έχουν στυφτείθα στύβομαι θα στύβεσαι θα στύβεται θα στυβόμαστε θα στύβεστε/θα στυβόσαστε θα στύβονταιθα στυφτώ θα στυφτείς θα στυφτεί θα στυφτούμε θα στυφτείτε θα στυφτούν/θα στυφτούνε
Υ π ο τ.να στύβομαι να στύβεσαι να στύβεται να στυβόμαστε να στύβεστε/να στυβόσαστε να στύβονται- - - - - -να στυφτώ να στυφτείς να στυφτεί να στυφτούμε να στυφτείτε να στυφτούν/να στυφτούνενα έχω στυφτεί να έχεις στυφτεί να έχει στυφτεί να έχουμε στυφτεί να έχετε στυφτεί να έχουν στυφτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - στύβεστε -- - - - - -- στύψου - - στυφτείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--στυφτεί-----
47Το ρήμα νίβω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα νίβω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςΣυντ.μέλλονταςΕξ. μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.νίβω νίβεις νίβει νίβομε/νίβουμε νίβετε νίβουν/νίβουνεένιβα/'νιβα ένιβες/'νιβες ένιβε/'νιβε νίβαμε νίβατε ένιβαν/'νιβαν/νίβαν/νίβανεένιψα/'νιψα ένιψες/'νιψες ένιψε/'νιψε νίψαμε νίψατε ένιψαν/'νιψαν/νίψαν/νίψανεέχω νίψει έχεις νίψει έχει νίψει έχουμε νίψει έχετε νίψει έχουν νίψειείχα νίψει είχες νίψει είχε νίψει είχαμε νίψει είχατε νίψει είχαν νίψειθα έχω νίψει θα έχεις νίψει θα έχει νίψει θα έχουμε νίψει θα έχετε νίψει θα έχουν νίψειθα νίβω θα νίβεις θα νίβει θα νίβομε/θα νίβουμε θα νίβετε θα νίβουν/θα νίβουνεθα νίψω θα νίψεις θα νίψει θα νίψομε/θα νίψουμε θα νίψετε θα νίψουν/θα νίψουνε
Υ π ο τ.να νίβω να νίβεις να νίβει να νίβομε/να νίβουμε να νίβετε να νίβουν/να νίβουνε- - - - - -να νίψω να νίψεις να νίψει να νίψομε/να νίψουμε να νίψετε να νίψουν/να νίψουνενα έχω νίψει να έχεις νίψει να έχει νίψει να έχουμε νίψει να έχετε νίψει να έχουν νίψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- νίβε - - νίβετε -- - - - - -- νίψε/νίψ' - - νίψτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--νίψει-----
Το ρήμα νίβω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλΣυντελ.μέλλΕξ.μέλλονταςΣυν. μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.νίβομαι νίβεσαι νίβεται νιβόμαστε νίβεστε/νιβόσαστε νίβονταινιβόμουν/νιβόμουνα νιβόσουν/νιβόσουνα νιβόταν/νιβότανε νιβόμαστε/νιβόμασταν νιβόσαστε/νιβόσασταν νίβονταν/νιβόντανε/νιβόντουσαννίφτηκα νίφτηκες νίφτηκε νιφτήκαμε νιφτήκατε νίφτηκαν/νιφτήκαν/νιφτήκανεέχω νιφτεί έχεις νιφτεί έχει νιφτεί έχουμε νιφτεί έχετε νιφτεί έχουν νιφτείείχα νιφτεί είχες νιφτεί είχε νιφτεί είχαμε νιφτεί είχατε νιφτεί είχαν νιφτείθα έχω νιφτεί θα έχεις νιφτεί θα έχει νιφτεί θα έχουμε νιφτεί θα έχετε νιφτεί θα έχουν νιφτείθα νίβομαι θα νίβεσαι θα νίβεται θα νιβόμαστε θα νίβεστε/θα νιβόσαστε θα νίβονταιθα νιφτώ θα νιφτείς θα νιφτεί θα νιφτούμε θα νιφτείτε θα νιφτούν/θα νιφτούνε
Υ π ο τ.να νίβομαι να νίβεσαι να νίβεται να νιβόμαστε να νίβεστε/να νιβόσαστε να νίβονται- - - - - -να νιφτώ να νιφτείς να νιφτεί να νιφτούμε να νιφτείτε να νιφτούν/να νιφτούνενα έχω νιφτεί να έχεις νιφτεί να έχει νιφτεί να έχουμε νιφτεί να έχετε νιφτεί να έχουν νιφτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - νίβεστε -- - - - - -- νίψου - - νιφτείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--νιφτεί-----
48Το ρήμα ράβω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ράβω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ράβω ράβεις ράβει ράβομε/ράβουμε ράβετε ράβουν/ράβουνεέραβα/'ραβα έραβες/'ραβες έραβε/'ραβε ράβαμε ράβατε έραβαν/'ραβαν/ράβαν/ράβανεέραψα/'ραψα έραψες/'ραψες έραψε/'ραψε ράψαμε ράψατε έραψαν/'ραψαν/ράψαν/ράψανεέχω ράψει έχεις ράψει έχει ράψει έχουμε ράψει έχετε ράψει έχουν ράψειείχα ράψει είχες ράψει είχε ράψει είχαμε ράψει είχατε ράψει είχαν ράψειθα έχω ράψει θα έχεις ράψει θα έχει ράψει θα έχουμε ράψει θα έχετε ράψει θα έχουν ράψειθα ράβω θα ράβεις θα ράβει θα ράβομε/θα ράβουμε θα ράβετε θα ράβουν/θα ράβουνεθα ράψω θα ράψεις θα ράψει θα ράψομε/θα ράψουμε θα ράψετε θα ράψουν/θα ράψουνε
Υ π ο τ.να ράβω να ράβεις να ράβει να ράβομε/να ράβουμε να ράβετε να ράβουν/να ράβουνε- - - - - -να ράψω να ράψεις να ράψει να ράψομε/να ράψουμε να ράψετε να ράψουν/να ράψουνενα έχω ράψει να έχεις ράψει να έχει ράψει να έχουμε ράψει να έχετε ράψει να έχουν ράψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- ράβε - - ράβετε -- - - - - -- ράψε/ράφ'/ράψ' - - ράψτε/ράφτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ράψει-----
Το ρήμα ράβω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ράβομαι ράβεσαι ράβεται ραβόμαστε ράβεστε/ραβόσαστε ράβονταιραβόμουν/ραβόμουνα ραβόσουν/ραβόσουνα ραβόταν/ραβότανε ραβόμαστε/ραβόμασταν ραβόσαστε/ραβόσασταν ράβονταν/ραβόντανε/ραβόντουσανράφτηκα ράφτηκες ράφτηκε ραφτήκαμε ραφτήκατε ράφτηκαν/ραφτήκαν/ραφτήκανεέχω ραφτεί έχεις ραφτεί έχει ραφτεί έχουμε ραφτεί έχετε ραφτεί έχουν ραφτείείχα ραφτεί είχες ραφτεί είχε ραφτεί είχαμε ραφτεί είχατε ραφτεί είχαν ραφτείθα έχω ραφτεί θα έχεις ραφτεί θα έχει ραφτεί θα έχουμε ραφτεί θα έχετε ραφτεί θα έχουν ραφτείθα ράβομαι θα ράβεσαι θα ράβεται θα ραβόμαστε θα ράβεστε/θα ραβόσαστε θα ράβονταιθα ραφτώ θα ραφτείς θα ραφτεί θα ραφτούμε θα ραφτείτε θα ραφτούν/θα ραφτούνε
Υ π ο τ.να ράβομαι να ράβεσαι να ράβεται να ραβόμαστε να ράβεστε/να ραβόσαστε να ράβονται- - - - - -να ραφτώ να ραφτείς να ραφτεί να ραφτούμε να ραφτείτε να ραφτούν/να ραφτούνενα έχω ραφτεί να έχεις ραφτεί να έχει ραφτεί να έχουμε ραφτεί να έχετε ραφτεί να έχουν ραφτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - ράβεστε -- - - - - -- ράψου - - ραφτείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ραφτεί-----
49Το ρήμα κλέβω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα κλέβω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κλέβω κλέβεις κλέβει κλέβομε/κλέβουμε κλέβετε κλέβουν/κλέβουνεέκλεβα/'κλεβα έκλεβες/'κλεβες έκλεβε/'κλεβε κλέβαμε κλέβατε έκλεβαν/'κλεβαν/κλέβαν/κλέβανεέκλεψα/'κλεψα έκλεψες/'κλεψες έκλεψε/'κλεψε κλέψαμε κλέψατε έκλεψαν/'κλεψαν/κλέψαν/κλέψανεέχω κλέψει έχεις κλέψει έχει κλέψει έχουμε κλέψει έχετε κλέψει έχουν κλέψειείχα κλέψει είχες κλέψει είχε κλέψει είχαμε κλέψει είχατε κλέψει είχαν κλέψειθα έχω κλέψει θα έχεις κλέψει θα έχει κλέψει θα έχουμε κλέψει θα έχετε κλέψει θα έχουν κλέψειθα κλέβω θα κλέβεις θα κλέβει θα κλέβομε/θα κλέβουμε θα κλέβετε θα κλέβουν/θα κλέβουνεθα κλέψω θα κλέψεις θα κλέψει θα κλέψομε/θα κλέψουμε θα κλέψετε θα κλέψουν/θα κλέψουνε
Υ π ο τ.να κλέβω να κλέβεις να κλέβει να κλέβομε/να κλέβουμε να κλέβετε να κλέβουν/να κλέβουνε- - - - - -να κλέψω να κλέψεις να κλέψει να κλέψομε/να κλέψουμε να κλέψετε να κλέψουν/να κλέψουνενα έχω κλέψει να έχεις κλέψει να έχει κλέψει να έχουμε κλέψει να έχετε κλέψει να έχουν κλέψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- κλέβε - - κλέβετε -- - - - - -- κλέψε/κλέψ' - - κλέψτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κλέψει-----
Το ρήμα κλέβω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κλέβομαι κλέβεσαι κλέβεται κλεβόμαστε κλέβεστε/κλεβόσαστε κλέβονταικλεβόμουν/κλεβόμουνα κλεβόσουν/κλεβόσουνα κλεβόταν/κλεβότανε κλεβόμαστε/κλεβόμασταν κλεβόσαστε/κλεβόσασταν κλέβονταν/κλεβόντανε/κλεβόντουσανκλέφτηκα κλέφτηκες κλέφτηκε κλεφτήκαμε κλεφτήκατε κλέφτηκαν/κλεφτήκαν/κλεφτήκανεκλάπηκα/εκλάπην κλάπηκες/εκλάπης κλάπηκε/εκλάπη κλαπήκαμε/εκλάπημεν κλαπήκατε/εκλάπητε κλάπηκαν/εκλάπησαν/κλαπήκαν/κλαπήκανεέχω κλεφτεί έχεις κλεφτεί έχει κλεφτεί έχουμε κλεφτεί έχετε κλεφτεί έχουν κλεφτείείχα κλεφτεί είχες κλεφτεί είχε κλεφτεί είχαμε κλεφτεί είχατε κλεφτεί είχαν κλεφτείθα έχω κλεφτεί θα έχεις κλεφτεί θα έχει κλεφτεί θα έχουμε κλεφτεί θα έχετε κλεφτεί θα έχουν κλεφτείθα κλέβομαι θα κλέβεσαι θα κλέβεται θα κλεβόμαστε θα κλέβεστε/θα κλεβόσαστε θα κλέβονταιθα κλεφτώ θα κλεφτείς θα κλεφτεί θα κλεφτούμε θα κλεφτείτε θα κλεφτούν/θα κλεφτούνε
Υ π ο τ.να κλέβομαι να κλέβεσαι να κλέβεται να κλεβόμαστε να κλέβεστε/να κλεβόσαστε να κλέβονται- - - - - -να κλεφτώ να κλεφτείς να κλεφτεί να κλεφτούμε να κλεφτείτε να κλεφτούν/να κλεφτούνε- - - - - -να έχω κλεφτεί να έχεις κλεφτεί να έχει κλεφτεί να έχουμε κλεφτεί να έχετε κλεφτεί να έχουν κλεφτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - κλέβεστε -- - - - - -- - - - κλεφτείτε -- - - - κλαπείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κλεφτείκλαπεί/κλαπή-----
50Το ρήμα αμείβω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αμείβω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αμείβω αμείβεις αμείβει αμείβομε/αμείβουμε/αμείβομεν αμείβετε αμείβουν/αμείβουνεάμειβα/ήμειβον άμειβες/ήμειβες άμειβε/ήμειβε αμείβαμε/ημείβομεν αμείβατε/ημείβετε άμειβαν/ήμειβον/αμείβαν/αμείβανεάμειψα/ήμειψα άμειψες/ήμειψας άμειψε/ήμειψε αμείψαμε/ημείψαμεν αμείψατε/ημείψατε άμειψαν/ήμειψαν/αμείψαν/αμείψανεέχω αμείψει έχεις αμείψει έχει αμείψει έχουμε αμείψει έχετε αμείψει έχουν αμείψειείχα αμείψει είχες αμείψει είχε αμείψει είχαμε αμείψει είχατε αμείψει είχαν αμείψειθα έχω αμείψει θα έχεις αμείψει θα έχει αμείψει θα έχουμε αμείψει θα έχετε αμείψει θα έχουν αμείψειθα αμείβω θα αμείβεις θα αμείβει θα αμείβομε/θα αμείβουμε/θα αμείβομεν θα αμείβετε θα αμείβουν/θα αμείβουνεθα αμείψω θα αμείψεις/θα αμείψης θα αμείψει/θα αμείψη θα αμείψομε/θα αμείψουμε/θα αμείψωμεν θα αμείψετε θα αμείψουν/θα αμείψουνε
Υ π ο τ.να αμείβω να αμείβεις να αμείβει να αμείβομε/να αμείβουμε/να αμείβομεν να αμείβετε να αμείβουν/να αμείβουνε- - - - - -να αμείψω να αμείψεις/να αμείψης να αμείψει/να αμείψη να αμείψομε/να αμείψουμε/να αμείψωμεν να αμείψετε να αμείψουν/να αμείψουνενα έχω αμείψει να έχεις αμείψει να έχει αμείψει να έχουμε αμείψει να έχετε αμείψει να έχουν αμείψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- άμειβε - - αμείβετε -- - - - - -- άμειψε - - αμείψτε/αμείψατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αμείψει-----
Το ρήμα αμείβω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αμείβομαι αμείβεσαι αμείβεται αμειβόμαστε/αμειβόμεθα αμείβεστε/αμείβεσθε/αμειβόσαστε αμείβονταιαμειβόμουν/ημειβόμην/αμειβόμουνα αμειβόσουν/ημείβεσο/αμειβόσουνα αμειβόταν/αμείβετο/ημείβετο/αμειβότανε αμειβόμαστε/ημειβόμεθα/αμειβόμασταν αμειβόσαστε/ημείβεσθε/αμειβόσασταν αμείβονταν/αμείβοντο/ημείβοντο/αμειβόντανε/αμειβόντουσαναμείφτηκα/ημείφθην/αμείφθηκα αμείφτηκες/ημείφθης/αμείφθηκες αμείφτηκε/αμείφθη/ημείφθη/αμείφθηκε αμειφτήκαμε/ημείφθημεν/αμειφθήκαμε αμειφτήκατε/ημείφθητε/αμειφθήκατε αμείφτηκαν/αμείφθησαν/ημείφθησαν/αμειφτήκαν/αμειφτήκανε/αμείφθηκανέχω αμειφτεί/έχω αμειφθεί έχεις αμειφτεί/έχεις αμειφθεί έχει αμειφτεί/έχει αμειφθεί έχουμε αμειφτεί/έχουμε αμειφθεί έχετε αμειφτεί/έχετε αμειφθεί έχουν αμειφτεί/έχουν αμειφθείείχα αμειφτεί/είχα αμειφθεί είχες αμειφτεί/είχες αμειφθεί είχε αμειφτεί/είχε αμειφθεί είχαμε αμειφτεί/είχαμε αμειφθεί είχατε αμειφτεί/είχατε αμειφθεί είχαν αμειφτεί/είχαν αμειφθείθα έχω αμειφτεί/θα έχω αμειφθεί θα έχεις αμειφτεί/θα έχεις αμειφθεί θα έχει αμειφτεί/θα έχει αμειφθεί θα έχουμε αμειφτεί/θα έχουμε αμειφθεί θα έχετε αμειφτεί/θα έχετε αμειφθεί θα έχουν αμειφτεί/θα έχουν αμειφθείθα αμείβομαι θα αμείβεσαι θα αμείβεται θα αμειβόμαστε/θα αμειβόμεθα θα αμείβεστε/θα αμείβεσθε/θα αμειβόσαστε θα αμείβονταιθα αμειφτώ/θα αμειφθώ/θα αμειφθώ θα αμειφτείς/θα αμειφθής/θα αμειφθείς θα αμειφτεί/θα αμειφθή/θα αμειφθεί θα αμειφτούμε/θα αμειφθώμεν/θα αμειφθούμε θα αμειφτείτε/θα αμειφθήτε/θα αμειφθείτε θα αμειφτούν/θα αμειφθούν/θα αμειφτούνε/θα αμειφθούν
Υ π ο τ.να αμείβομαι να αμείβεσαι να αμείβεται να αμειβόμαστε/να αμειβόμεθα να αμείβεστε/να αμείβεσθε/να αμειβόσαστε να αμείβονται- - - - - -να αμειφτώ/να αμειφθώ/να αμειφθώ να αμειφτείς/να αμειφθής/να αμειφθείς να αμειφτεί/να αμειφθή/να αμειφθεί να αμειφτούμε/να αμειφθώμεν/να αμειφθούμε να αμειφτείτε/να αμειφθήτε/να αμειφθείτε να αμειφτούν/να αμειφθούν/να αμειφτούνε/να αμειφθούννα έχω αμειφτεί/να έχω αμειφθεί να έχεις αμειφτεί/να έχεις αμειφθεί να έχει αμειφτεί/να έχει αμειφθεί να έχουμε αμειφτεί/να έχουμε αμειφθεί να έχετε αμειφτεί/να έχετε αμειφθεί να έχουν αμειφτεί/να έχουν αμειφθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- - - - αμείβεστε/αμείβεσθε -- - - - - -- αμείψου - - αμειφτείτε/αμειφθήτε/αμειφθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--αμειφτεί/αμειφθή/αμειφθεί-----
51Το ρήμα γράφω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα γράφω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.γράφω γράφεις γράφει γράφομε/γράφουμε/γράφομεν γράφετε γράφουν/γράφουνεέγραφα/'γραφα/έγραφον έγραφες/'γραφες έγραφε/'γραφε γράφαμε/εγράφομεν γράφατε/εγράφετε έγραφαν/'γραφαν/έγραφον/γράφαν/γράφανεέγραψα/'γραψα έγραψες/'γραψες/έγραψας έγραψε/'γραψε γράψαμε/εγράψαμεν γράψατε/εγράψατε έγραψαν/'γραψαν/γράψαν/γράψανεέχω γράψει έχεις γράψει έχει γράψει έχουμε γράψει έχετε γράψει έχουν γράψειείχα γράψει είχες γράψει είχε γράψει είχαμε γράψει είχατε γράψει είχαν γράψειθα έχω γράψει θα έχεις γράψει θα έχει γράψει θα έχουμε γράψει θα έχετε γράψει θα έχουν γράψειθα γράφω θα γράφεις θα γράφει θα γράφομε/θα γράφουμε/θα γράφομεν θα γράφετε θα γράφουν/θα γράφουνεθα γράψω θα γράψεις/θα γράψης θα γράψει/θα γράψη θα γράψομε/θα γράψουμε/θα γράψωμεν θα γράψετε θα γράψουν/θα γράψουνε
Υ π ο τ.να γράφω να γράφεις να γράφει να γράφομε/να γράφουμε/να γράφομεν να γράφετε να γράφουν/να γράφουνε- - - - - -να γράψω να γράψεις/να γράψης να γράψει/να γράψη να γράψομε/να γράψουμε/να γράψωμεν να γράψετε να γράψουν/να γράψουνενα έχω γράψει να έχεις γράψει να έχει γράψει να έχουμε γράψει να έχετε γράψει να έχουν γράψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- γράφε - - γράφετε -- - - - - -- γράψε/γράφ'/γράψ' - - γράψτε/γράψατε/γράφτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--γράψει-----
Το ρήμα γράφω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.γράφομαι γράφεσαι γράφεται γραφόμαστε/γραφόμεθα γράφεστε/γράφεσθε/γραφόσαστε γράφονταιγραφόμουν/εγραφόμην/γραφόμουνα γραφόσουν/εγράφεσο/γραφόσουνα γραφόταν/εγράφετο/γραφότανε γραφόμαστε/εγραφόμεθα/γραφόμασταν γραφόσαστε/εγράφεσθε/γραφόσασταν γράφονταν/εγράφοντο/γραφόντανε/γραφόντουσανγράφτηκα/γράφθηκα γράφτηκες/γράφθηκες γράφτηκε/γράφθηκε γραφτήκαμε/γραφθήκαμε γραφτήκατε/γραφθήκατε γράφτηκαν/γραφτήκαν/γραφτήκανε/γράφθηκανγράφηκα/εγράφην γράφηκες/εγράφης γράφηκε/εγράφη γραφήκαμε/εγράφημεν γραφήκατε/εγράφητε γράφηκαν/εγράφησαν/γραφήκαν/γραφήκανεέχω γραφτεί έχεις γραφτεί έχει γραφτεί έχουμε γραφτεί έχετε γραφτεί έχουν γραφτείείχα γραφτεί είχες γραφτεί είχε γραφτεί είχαμε γραφτεί είχατε γραφτεί είχαν γραφτείθα έχω γραφτεί θα έχεις γραφτεί θα έχει γραφτεί θα έχουμε γραφτεί θα έχετε γραφτεί θα έχουν γραφτείθα γράφομαι θα γράφεσαι θα γράφεται θα γραφόμαστε/θα γραφόμεθα θα γράφεστε/θα γράφεσθε/θα γραφόσαστε θα γράφονταιθα γραφτώ/θα γραφθώ/θα γραφθώ θα γραφτείς/θα γραφθής/θα γραφθείς θα γραφτεί/θα γραφθή/θα γραφθεί θα γραφτούμε/θα γραφθώμεν/θα γραφθούμε θα γραφτείτε/θα γραφθήτε/θα γραφθείτε θα γραφτούν/θα γραφθούν/θα γραφτούνε/θα γραφθούν
Υ π ο τ.να γράφομαι να γράφεσαι να γράφεται να γραφόμαστε/να γραφόμεθα να γράφεστε/να γράφεσθε/να γραφόσαστε να γράφονται- - - - - -να γραφτώ/να γραφθώ/να γραφθώ να γραφτείς/να γραφθής/να γραφθείς να γραφτεί/να γραφθή/να γραφθεί να γραφτούμε/να γραφθώμεν/να γραφθούμε να γραφτείτε/να γραφθήτε/να γραφθείτε να γραφτούν/να γραφθούν/να γραφτούνε/να γραφθούν- - - - - -να έχω γραφτεί να έχεις γραφτεί να έχει γραφτεί να έχουμε γραφτεί να έχετε γραφτεί να έχουν γραφτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - γράφεστε/γράφεσθε -- - - - - -- γράψου - - γραφτείτε/γραφθήτε/γραφθείτε -- - - - γραφείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--γραφτεί/γραφθή/γραφθείγραφεί/γραφή-----
52Το ρήμα γλείφω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα γλείφω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.γλείφω γλείφεις γλείφει γλείφομε/γλείφουμε γλείφετε γλείφουν/γλείφουνεέγλειφα/'γλειφα έγλειφες/'γλειφες έγλειφε/'γλειφε γλείφαμε γλείφατε έγλειφαν/'γλειφαν/γλείφαν/γλείφανεέγλειψα/'γλειψα έγλειψες/'γλειψες έγλειψε/'γλειψε γλείψαμε γλείψατε έγλειψαν/'γλειψαν/γλείψαν/γλείψανεέχω γλείψει έχεις γλείψει έχει γλείψει έχουμε γλείψει έχετε γλείψει έχουν γλείψειείχα γλείψει είχες γλείψει είχε γλείψει είχαμε γλείψει είχατε γλείψει είχαν γλείψειθα έχω γλείψει θα έχεις γλείψει θα έχει γλείψει θα έχουμε γλείψει θα έχετε γλείψει θα έχουν γλείψειθα γλείφω θα γλείφεις θα γλείφει θα γλείφομε/θα γλείφουμε θα γλείφετε θα γλείφουν/θα γλείφουνεθα γλείψω θα γλείψεις θα γλείψει θα γλείψομε/θα γλείψουμε θα γλείψετε θα γλείψουν/θα γλείψουνε
Υ π ο τ.να γλείφω να γλείφεις να γλείφει να γλείφομε/να γλείφουμε να γλείφετε να γλείφουν/να γλείφουνε- - - - - -να γλείψω να γλείψεις να γλείψει να γλείψομε/να γλείψουμε να γλείψετε να γλείψουν/να γλείψουνενα έχω γλείψει να έχεις γλείψει να έχει γλείψει να έχουμε γλείψει να έχετε γλείψει να έχουν γλείψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- γλείφε - - γλείφετε -- - - - - -- γλείψε/γλείψ' - - γλείψτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--γλείψει-----
Το ρήμα γλείφω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.γλείφομαι γλείφεσαι γλείφεται γλειφόμαστε γλείφεστε/γλειφόσαστε γλείφονταιγλειφόμουν/γλειφόμουνα γλειφόσουν/γλειφόσουνα γλειφόταν/γλειφότανε γλειφόμαστε/γλειφόμασταν γλειφόσαστε/γλειφόσασταν γλείφονταν/γλειφόντανε/γλειφόντουσανγλείφτηκα γλείφτηκες γλείφτηκε γλειφτήκαμε γλειφτήκατε γλείφτηκαν/γλειφτήκαν/γλειφτήκανεέχω γλειφτεί έχεις γλειφτεί έχει γλειφτεί έχουμε γλειφτεί έχετε γλειφτεί έχουν γλειφτείείχα γλειφτεί είχες γλειφτεί είχε γλειφτεί είχαμε γλειφτεί είχατε γλειφτεί είχαν γλειφτείθα έχω γλειφτεί θα έχεις γλειφτεί θα έχει γλειφτεί θα έχουμε γλειφτεί θα έχετε γλειφτεί θα έχουν γλειφτείθα γλείφομαι θα γλείφεσαι θα γλείφεται θα γλειφόμαστε θα γλείφεστε/θα γλειφόσαστε θα γλείφονταιθα γλειφτώ θα γλειφτείς θα γλειφτεί θα γλειφτούμε θα γλειφτείτε θα γλειφτούν/θα γλειφτούνε
Υ π ο τ.να γλείφομαι να γλείφεσαι να γλείφεται να γλειφόμαστε να γλείφεστε/να γλειφόσαστε να γλείφονται- - - - - -να γλειφτώ να γλειφτείς να γλειφτεί να γλειφτούμε να γλειφτείτε να γλειφτούν/να γλειφτούνενα έχω γλειφτεί να έχεις γλειφτεί να έχει γλειφτεί να έχουμε γλειφτεί να έχετε γλειφτεί να έχουν γλειφτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - γλείφεστε -- - - - - -- γλείψου - - γλειφτείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--γλειφτεί-----
53Το ρήμα ανανήφω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ανανήφω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ανανήφω ανανήφεις ανανήφει ανανήφομε/ανανήφουμε/ανανήφομεν ανανήφετε ανανήφουνανένηφα/ανένηφον ανένηφες ανένηφε ανανήφαμε/ανενήφομεν ανανήφατε/ανενήφετε ανένηφαν/ανένηφονανένηψα ανένηψες/ανένηψας ανένηψε ανανήψαμε/ανενήψαμεν ανανήψατε/ανενήψατε ανένηψαν/ανανήψαν/ανανήψανεέχω ανανήψει έχεις ανανήψει έχει ανανήψει έχουμε ανανήψει έχετε ανανήψει έχουν ανανήψειείχα ανανήψει είχες ανανήψει είχε ανανήψει είχαμε ανανήψει είχατε ανανήψει είχαν ανανήψειθα έχω ανανήψει θα έχεις ανανήψει θα έχει ανανήψει θα έχουμε ανανήψει θα έχετε ανανήψει θα έχουν ανανήψειθα ανανήφω θα ανανήφεις θα ανανήφει θα ανανήφομε/θα ανανήφουμε/θα ανανήφομεν θα ανανήφετε θα ανανήφουνθα ανανήψω θα ανανήψεις/θα ανανήψης θα ανανήψει/θα ανανήψη θα ανανήψομε/θα ανανήψουμε/θα ανανήψωμεν θα ανανήψετε θα ανανήψουν/θα ανανήψουνε
Υ π ο τ.να ανανήφω να ανανήφεις να ανανήφει να ανανήφομε/να ανανήφουμε/να ανανήφομεν να ανανήφετε να ανανήφουν- - - - - -να ανανήψω να ανανήψεις/να ανανήψης να ανανήψει/να ανανήψη να ανανήψομε/να ανανήψουμε/να ανανήψωμεν να ανανήψετε να ανανήψουν/να ανανήψουνενα έχω ανανήψει να έχεις ανανήψει να έχει ανανήψει να έχουμε ανανήψει να έχετε ανανήψει να έχουν ανανήψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- ανάνηφε - - ανανήφετε -- - - - - -- ανάνηψε - - ανανήψετε/ανανήψτε/ανανήψατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ανανήψει-----
54Το ρήμα γνέφω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα γνέφω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.γνέφω γνέφεις γνέφει γνέφομε/γνέφουμε γνέφετε γνέφουν/γνέφουνεέγνεφα/'γνεφα έγνεφες/'γνεφες έγνεφε/'γνεφε γνέφαμε γνέφατε έγνεφαν/'γνεφαν/γνέφαν/γνέφανεέγνεψα/'γνεψα έγνεψες/'γνεψες έγνεψε/'γνεψε γνέψαμε γνέψατε έγνεψαν/'γνεψαν/γνέψαν/γνέψανεέχω γνέψει έχεις γνέψει έχει γνέψει έχουμε γνέψει έχετε γνέψει έχουν γνέψειείχα γνέψει είχες γνέψει είχε γνέψει είχαμε γνέψει είχατε γνέψει είχαν γνέψειθα έχω γνέψει θα έχεις γνέψει θα έχει γνέψει θα έχουμε γνέψει θα έχετε γνέψει θα έχουν γνέψειθα γνέφω θα γνέφεις θα γνέφει θα γνέφομε/θα γνέφουμε θα γνέφετε θα γνέφουν/θα γνέφουνεθα γνέψω θα γνέψεις θα γνέψει θα γνέψομε/θα γνέψουμε θα γνέψετε θα γνέψουν/θα γνέψουνε
Υ π ο τ.να γνέφω να γνέφεις να γνέφει να γνέφομε/να γνέφουμε να γνέφετε να γνέφουν/να γνέφουνε- - - - - -να γνέψω να γνέψεις να γνέψει να γνέψομε/να γνέψουμε να γνέψετε να γνέψουν/να γνέψουνενα έχω γνέψει να έχεις γνέψει να έχει γνέψει να έχουμε γνέψει να έχετε γνέψει να έχουν γνέψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- γνέφε - - γνέφετε -- - - - - -- γνέψε/γνέψ' - - γνέψτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--γνέψει-----
55Το ρήμα αλείφω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αλείφω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αλείβω/αλείφω αλείβεις/αλείφεις αλείβει/αλείφει αλείβομε/αλείβουμε/αλείφομε/αλείφουμε/αλείφομεν αλείβετε/αλείφετε αλείβουν/αλείφουν/αλείβουνε/αλείφουνεάλειβα/άλειφα/ήλειφον άλειβες/άλειφες/ήλειφες άλειβε/άλειφε/ήλειφε αλείβαμε/αλείφαμε/ηλείφομεν αλείβατε/αλείφατε/ηλείφετε άλειβαν/άλειφαν/ήλειφον/αλείβαν/αλείβανε/αλείφαν/αλείφανεάλειψα/ήλειψα άλειψες/ήλειψας άλειψε/ήλειψε αλείψαμε/ηλείψαμεν αλείψατε/ηλείψατε άλειψαν/ήλειψαν/αλείψαν/αλείψανεέχω αλείψει έχεις αλείψει έχει αλείψει έχουμε αλείψει έχετε αλείψει έχουν αλείψειείχα αλείψει είχες αλείψει είχε αλείψει είχαμε αλείψει είχατε αλείψει είχαν αλείψειθα έχω αλείψει θα έχεις αλείψει θα έχει αλείψει θα έχουμε αλείψει θα έχετε αλείψει θα έχουν αλείψειθα αλείβω/θα αλείφω θα αλείβεις/θα αλείφεις θα αλείβει/θα αλείφει θα αλείβομε/θα αλείβουμε/θα αλείφομε/θα αλείφουμε/θα αλείφομεν θα αλείβετε/θα αλείφετε θα αλείβουν/θα αλείφουν/θα αλείβουνε/θα αλείφουνεθα αλείψω θα αλείψεις/θα αλείψης θα αλείψει/θα αλείψη θα αλείψομε/θα αλείψουμε/θα αλείψωμεν θα αλείψετε θα αλείψουν/θα αλείψουνε
Υ π ο τ.να αλείβω/να αλείφω να αλείβεις/να αλείφεις να αλείβει/να αλείφει να αλείβομε/να αλείβουμε/να αλείφομε/να αλείφουμε/να αλείφομεν να αλείβετε/να αλείφετε να αλείβουν/να αλείφουν/να αλείβουνε/να αλείφουνε- - - - - -να αλείψω να αλείψεις/να αλείψης να αλείψει/να αλείψη να αλείψομε/να αλείψουμε/να αλείψωμεν να αλείψετε να αλείψουν/να αλείψουνενα έχω αλείψει να έχεις αλείψει να έχει αλείψει να έχουμε αλείψει να έχετε αλείψει να έχουν αλείψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- άλειβε/άλειφε - - αλείβετε/αλείφετε -- - - - - -- άλειψε - - αλείψτε/αλείψατε/αλείφτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αλείψει-----
Το ρήμα αλείφω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αλείβομαι/αλείφομαι αλείβεσαι/αλείφεσαι αλείβεται/αλείφεται αλειβόμαστε/αλειφόμαστε/αλειφόμεθα αλείβεστε/αλείφεστε/αλείφεσθε/αλειβόσαστε/αλειφόσαστε αλείβονται/αλείφονταιαλειβόμουν/αλειφόμουν/ηλειφόμην/αλειβόμουνα/αλειφόμουνα αλειβόσουν/αλειφόσουν/ηλείφεσο/αλειβόσουνα/αλειφόσουνα αλειβόταν/αλειφόταν/αλείφετο/ηλείφετο/αλειβότανε/αλειφότανε αλειβόμαστε/αλειφόμαστε/ηλειφόμεθα/αλειβόμασταν/αλειφόμασταν αλειβόσαστε/αλειφόσαστε/ηλείφεσθε/αλειβόσασταν/αλειφόσασταν αλείβονταν/αλείφονταν/αλείφοντο/ηλείφοντο/αλειβόντανε/αλειβόντουσαν/αλειφόντανε/αλειφόντουσαναλείφτηκα/ηλείφθην/αλείφθηκα αλείφτηκες/ηλείφθης/αλείφθηκες αλείφτηκε/ηλείφθη/αλείφθηκε αλειφτήκαμε/ηλείφθημεν/αλειφθήκαμε αλειφτήκατε/ηλείφθητε/αλειφθήκατε αλείφτηκαν/ηλείφθησαν/αλειφτήκαν/αλειφτήκανε/αλείφθηκανέχω αλειφτεί έχεις αλειφτεί έχει αλειφτεί έχουμε αλειφτεί έχετε αλειφτεί έχουν αλειφτείείχα αλειφτεί είχες αλειφτεί είχε αλειφτεί είχαμε αλειφτεί είχατε αλειφτεί είχαν αλειφτείθα έχω αλειφτεί θα έχεις αλειφτεί θα έχει αλειφτεί θα έχουμε αλειφτεί θα έχετε αλειφτεί θα έχουν αλειφτείθα αλείβομαι/θα αλείφομαι θα αλείβεσαι/θα αλείφεσαι θα αλείβεται/θα αλείφεται θα αλειβόμαστε/θα αλειφόμαστε/θα αλειφόμεθα θα αλείβεστε/θα αλείφεστε/θα αλείφεσθε/θα αλειβόσαστε/θα αλειφόσαστε θα αλείβονται/θα αλείφονταιθα αλειφτώ/θα αλειφθώ/θα αλειφθώ θα αλειφτείς/θα αλειφθής/θα αλειφθείς θα αλειφτεί/θα αλειφθή/θα αλειφθεί θα αλειφτούμε/θα αλειφθώμεν/θα αλειφθούμε θα αλειφτείτε/θα αλειφθήτε/θα αλειφθείτε θα αλειφτούν/θα αλειφθούν/θα αλειφτούνε/θα αλειφθούν
Υ π ο τ.να αλείβομαι/να αλείφομαι να αλείβεσαι/να αλείφεσαι να αλείβεται/να αλείφεται να αλειβόμαστε/να αλειφόμαστε/να αλειφόμεθα να αλείβεστε/να αλείφεστε/να αλείφεσθε/να αλειβόσαστε/να αλειφόσαστε να αλείβονται/να αλείφονται- - - - - -να αλειφτώ/να αλειφθώ/να αλειφθώ να αλειφτείς/να αλειφθής/να αλειφθείς να αλειφτεί/να αλειφθή/να αλειφθεί να αλειφτούμε/να αλειφθώμεν/να αλειφθούμε να αλειφτείτε/να αλειφθήτε/να αλειφθείτε να αλειφτούν/να αλειφθούν/να αλειφτούνε/να αλειφθούννα έχω αλειφτεί να έχεις αλειφτεί να έχει αλειφτεί να έχουμε αλειφτεί να έχετε αλειφτεί να έχουν αλειφτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ- - - - αλείβεστε/αλείφεστε/αλείφεσθε -- - - - - -- αλείψου - - αλειφτείτε/αλειφθήτε/αλειφθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--αλειφτεί/αλειφθή/αλειφθεί-----
56Το ρήμα θρέφω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα θρέφω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.θρέφω θρέφεις θρέφει θρέφομε/θρέφουμε θρέφετε θρέφουν/θρέφουνεέθρεφα/'θρεφα έθρεφες/'θρεφες έθρεφε/'θρεφε θρέφαμε θρέφατε έθρεφαν/'θρεφαν/θρέφαν/θρέφανεέθρεψα/'θρεψα έθρεψες/'θρεψες έθρεψε/'θρεψε θρέψαμε θρέψατε έθρεψαν/'θρεψαν/θρέψαν/θρέψανεέχω θρέψει έχεις θρέψει έχει θρέψει έχουμε θρέψει έχετε θρέψει έχουν θρέψειείχα θρέψει είχες θρέψει είχε θρέψει είχαμε θρέψει είχατε θρέψει είχαν θρέψειθα έχω θρέψει θα έχεις θρέψει θα έχει θρέψει θα έχουμε θρέψει θα έχετε θρέψει θα έχουν θρέψειθα θρέφω θα θρέφεις θα θρέφει θα θρέφομε/θα θρέφουμε θα θρέφετε θα θρέφουν/θα θρέφουνεθα θρέψω θα θρέψεις θα θρέψει θα θρέψομε/θα θρέψουμε θα θρέψετε θα θρέψουν/θα θρέψουνε
Υ π ο τ.να θρέφω να θρέφεις να θρέφει να θρέφομε/να θρέφουμε να θρέφετε να θρέφουν/να θρέφουνε- - - - - -να θρέψω να θρέψεις να θρέψει να θρέψομε/να θρέψουμε να θρέψετε να θρέψουν/να θρέψουνενα έχω θρέψει να έχεις θρέψει να έχει θρέψει να έχουμε θρέψει να έχετε θρέψει να έχουν θρέψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- θρέφε - - θρέφετε -- - - - - -- θρέψε/θρέψ' - - θρέψτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--θρέψει-----
Το ρήμα θρέφω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.θρέφομαι θρέφεσαι θρέφεται θρεφόμαστε θρέφεστε/θρεφόσαστε θρέφονταιθρεφόμουν/θρεφόμουνα θρεφόσουν/θρεφόσουνα θρεφόταν/θρεφότανε θρεφόμαστε/θρεφόμασταν θρεφόσαστε/θρεφόσασταν θρέφονταν/θρεφόντανε/θρεφόντουσαν- - - - - -θράφηκα θράφηκες θράφηκε θραφήκαμε θραφήκατε θράφηκαν/θραφήκαν/θραφήκανεείμαι θρεμμένος είσαι θρεμμένος είναι θρεμμένος είμαστε θρεμμένοι είσαστε θρεμμένοι είναι θρεμμένοιήμουν θρεμμένος ήσουν θρεμμένος ήταν θρεμμένος ήμασταν θρεμμένοι ήσασταν θρεμμένοι ήταν θρεμμένοιθα είμαι θρεμμένος θα είσαι θρεμμένος θα είναι θρεμμένος θα είμαστε θρεμμένοι θα είσαστε θρεμμένοι θα είναι θρεμμένοιθα θρέφομαι θα θρέφεσαι θα θρέφεται θα θρεφόμαστε θα θρέφεστε/θα θρεφόσαστε θα θρέφονται 
Υ π ο τ.να θρέφομαι να θρέφεσαι να θρέφεται να θρεφόμαστε να θρέφεστε/να θρεφόσαστε να θρέφονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -να είμαι θρεμμένος να είσαι θρεμμένος να είναι θρεμμένος να είμαστε θρεμμένοι να είσαστε θρεμμένοι να είναι θρεμμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - θρέφεστε -- - - - - -- θρέψου - - - -- - - - θραφείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.---θραφεί---- 
57Το ρήμα αστράφτω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αστράφτω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αστράφτω αστράφτεις αστράφτει αστράφτομε/αστράφτουμε αστράφτετε αστράφτουν/αστράφτουνεάστραφτα άστραφτες άστραφτε αστράφταμε αστράφτατε άστραφταν/αστράφταν/αστράφτανεάστραψα άστραψες άστραψε αστράψαμε αστράψατε άστραψαν/αστράψαν/αστράψανεέχω αστράψει έχεις αστράψει έχει αστράψει έχουμε αστράψει έχετε αστράψει έχουν αστράψειείχα αστράψει είχες αστράψει είχε αστράψει είχαμε αστράψει είχατε αστράψει είχαν αστράψειθα έχω αστράψει θα έχεις αστράψει θα έχει αστράψει θα έχουμε αστράψει θα έχετε αστράψει θα έχουν αστράψειθα αστράφτω θα αστράφτεις θα αστράφτει θα αστράφτομε/θα αστράφτουμε θα αστράφτετε θα αστράφτουν/θα αστράφτουνεθα αστράψω θα αστράψεις θα αστράψει θα αστράψομε/θα αστράψουμε θα αστράψετε θα αστράψουν/θα αστράψουνε
Υ π ο τ.να αστράφτω να αστράφτεις να αστράφτει να αστράφτομε/να αστράφτουμε να αστράφτετε να αστράφτουν/να αστράφτουνε- - - - - -να αστράψω να αστράψεις να αστράψει να αστράψομε/να αστράψουμε να αστράψετε να αστράψουν/να αστράψουνενα έχω αστράψει να έχεις αστράψει να έχει αστράψει να έχουμε αστράψει να έχετε αστράψει να έχουν αστράψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- άστραφτε - - αστράφτετε -- - - - - -- άστραψε - - αστράψτε/αστράφτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αστράψει-----
58Το ρήμα σκέφτομαι στην παθητική φωνή
Το ρήμα σκέφτομαι στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστος
Ο ρ ι σ τ.σκέπτομαι/σκέφτομαι σκέπτεσαι/σκέφτεσαι σκέπτεται/σκέφτεται σκεπτόμαστε/σκεφτόμαστε/σκεπτόμεθα σκέπτεστε/σκέφτεστε/σκέπτεσθε/σκεφτόσαστε σκέπτονται/σκέφτονταισκεπτόμουν/σκεφτόμουν/εσκεπτόμην/σκεφτόμουνα σκεπτόσουν/σκεφτόσουν/εσκέπτεσο/σκεφτόσουνα σκεπτόταν/σκεφτόταν/εσκέπτετο/σκεφτότανε σκεπτόμαστε/σκεφτόμαστε/εσκεπτόμεθα/σκεφτόμασταν σκεπτόσαστε/σκεφτόσαστε/εσκέπτεσθε/σκεφτόσασταν σκέπτονταν/σκέφτονταν/εσκέπτοντο/σκεφτόντανε/σκεφτόντουσανσκέφτηκα/εσκέφθην/σκέφθηκα σκέφτηκες/εσκέφθης/σκέφθηκες σκέφτηκε/εσκέφθη/σκέφθηκε σκεφτήκαμε/εσκέφθημεν/σκεφθήκαμε σκεφτήκατε/εσκέφθητε/σκεφθήκατε σκέφτηκαν/εσκέφθησαν/σκεφτήκαν/σκεφτήκανε/σκέφθηκαν
Υ π ο τ.να σκέπτομαι/να σκέφτομαι να σκέπτεσαι/να σκέφτεσαι να σκέπτεται/να σκέφτεται να σκεπτόμαστε/να σκεφτόμαστε/να σκεπτόμεθα να σκέπτεστε/να σκέφτεστε/να σκέπτεσθε/να σκεφτόσαστε να σκέπτονται/να σκέφτονται- - - - - -να σκεφτώ/να σκεφθώ/να σκεφθώ να σκεφτείς/να σκεφθής/να σκεφθείς να σκεφτεί/να σκεφθή/να σκεφθεί να σκεφτούμε/να σκεφθώμεν/να σκεφθούμε να σκεφτείτε/να σκεφθήτε/να σκεφθείτε να σκεφτούν/να σκεφθούν/να σκεφτούνε/να σκεφθούν
Π ρ ο σ τ.- - - - σκέπτεστε/σκέφτεστε/σκέπτεσθε -- - - - - -- σκέψου - - σκεφτείτε/σκεφθήτε/σκεφθείτε -
Α.--σκεφτεί/σκεφθή/σκεφθεί
59Το ρήμα ρέβω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ρέβω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ρέβω ρέβεις ρέβει ρέβομε/ρέβουμε ρέβετε ρέβουν/ρέβουνεέρεβα έρεβες έρεβε ρέβαμε ρέβατε έρεβαν/ρέβαν/ρέβανεέρεψα έρεψες έρεψε ρέψαμε ρέψατε έρεψαν/ρέψαν/ρέψανεέχω ρέψει έχεις ρέψει έχει ρέψει έχουμε ρέψει έχετε ρέψει έχουν ρέψειείχα ρέψει είχες ρέψει είχε ρέψει είχαμε ρέψει είχατε ρέψει είχαν ρέψειθα έχω ρέψει θα έχεις ρέψει θα έχει ρέψει θα έχουμε ρέψει θα έχετε ρέψει θα έχουν ρέψειθα ρέβω θα ρέβεις θα ρέβει θα ρέβομε/θα ρέβουμε θα ρέβετε θα ρέβουν/θα ρέβουνεθα ρέψω θα ρέψεις θα ρέψει θα ρέψομε/θα ρέψουμε θα ρέψετε θα ρέψουν/θα ρέψουνε
Υ π ο τ.να ρέβω να ρέβεις να ρέβει να ρέβομε/να ρέβουμε να ρέβετε να ρέβουν/να ρέβουνε- - - - - -να ρέψω να ρέψεις να ρέψει να ρέψομε/να ρέψουμε να ρέψετε να ρέψουν/να ρέψουνενα έχω ρέψει να έχεις ρέψει να έχει ρέψει να έχουμε ρέψει να έχετε ρέψει να έχουν ρέψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- ρέβε - - ρέβετε -- - - - - -- ρέψε - - ρέψτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ρέψει-----
60Το ρήμα συρράπτω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα συρράπτω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συρράπτω συρράπτεις συρράπτει συρράπτομε/συρράπτουμε/συρράπτομεν συρράπτετε συρράπτουν/συρράπτουνεσυνέρραπτα/συνέρραπτον συνέρραπτες συνέρραπτε συρράπταμε/συνερράπτομεν συρράπτατε/συνερράπτετε συνέρραπταν/συνέρραπτον/συρράπταν/συρράπτανεσυνέρραψα συνέρραψες/συνέρραψας συνέρραψε συρράψαμε/συνεράψαμεν συρράψατε/συνεράψατε συνέρραψαν/συρράψαν/συρράψανεέχω συρράψει έχεις συρράψει έχει συρράψει έχουμε συρράψει έχετε συρράψει έχουν συρράψειείχα συρράψει είχες συρράψει είχε συρράψει είχαμε συρράψει είχατε συρράψει είχαν συρράψειθα έχω συρράψει θα έχεις συρράψει θα έχει συρράψει θα έχουμε συρράψει θα έχετε συρράψει θα έχουν συρράψειθα συρράπτω θα συρράπτεις θα συρράπτει θα συρράπτομε/θα συρράπτουμε/θα συρράπτομεν θα συρράπτετε θα συρράπτουν/θα συρράπτουνεθα συρράψω θα συρράψεις/θα συρράψης θα συρράψει/θα συρράψη θα συρράψομε/θα συρράψουμε/θα συρράψωμεν θα συρράψετε θα συρράψουν/θα συρράψουνε
Υ π ο τ.να συρράπτω να συρράπτεις να συρράπτει να συρράπτομε/να συρράπτουμε/να συρράπτομεν να συρράπτετε να συρράπτουν/να συρράπτουνε- - - - - -να συρράψω να συρράψεις/να συρράψης να συρράψει/να συρράψη να συρράψομε/να συρράψουμε/να συρράψωμεν να συρράψετε να συρράψουν/να συρράψουνενα έχω συρράψει να έχεις συρράψει να έχει συρράψει να έχουμε συρράψει να έχετε συρράψει να έχουν συρράψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- σύρραπτε - - συρράπτετε -- - - - - -- σύρραψε - - συρράψτε/συρράψατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συρράψει-----
Το ρήμα συρράπτω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσσυντ μέλλονταςεξμέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συρράπτομαι συρράπτεσαι συρράπτεται συρραπτόμαστε/συρραπτόμεθα συρράπτεστε/συρράπτεσθε συρράπτονταισυρραπτόμουν/συνερραπτόμην συρραπτόσουν/συνερράπτεσο συρραπτόταν/συρράπτετο/συνερράπτετο συρραπτόμαστε/συνερραπτόμεθα συρραπτόσαστε/συνερράπτεσθε συρράπτονταν/συρράπτοντο/συνερράπτοντοσυρράφτηκα/συρράφθηκα συρράφτηκες/συρράφθηκες συρράφτηκε/συρράφθηκε συρραφτήκαμε/συρραφθήκαμε συρραφτήκατε/συρραφθήκατε συρράφτηκαν/συρραφτήκαν/συρραφτήκανε/συρράφθηκανσυνερράφην συνερράφης εύχρηστο το γ' πρόσ./συνερράφη συνερράφημεν συνερράφητε εύχρηστο το γ' πρόσ./συνερράφησαν/συρραφήκαν/συρραφήκανεέχω συρραφτεί/έχω συρραφθεί έχεις συρραφτεί/έχεις συρραφθεί έχει συρραφτεί/έχει συρραφθεί έχουμε συρραφτεί/έχουμε συρραφθεί έχετε συρραφτεί/έχετε συρραφθεί έχουν συρραφτεί/έχουν συρραφθείείχα συρραφτεί/είχα συρραφθεί είχες συρραφτεί/είχες συρραφθεί είχε συρραφτεί/είχε συρραφθεί είχαμε συρραφτεί/είχαμε συρραφθεί είχατε συρραφτεί/είχατε συρραφθεί είχαν συρραφτεί/είχαν συρραφθείθα έχω συρραφτεί/θα έχω συρραφθεί θα έχεις συρραφτεί/θα έχεις συρραφθεί θα έχει συρραφτεί/θα έχει συρραφθεί θα έχουμε συρραφτεί/θα έχουμε συρραφθεί θα έχετε συρραφτεί/θα έχετε συρραφθεί θα έχουν συρραφτεί/θα έχουν συρραφθείθα συρράπτομαι θα συρράπτεσαι θα συρράπτεται θα συρραπτόμαστε/θα συρραπτόμεθα θα συρράπτεστε/θα συρράπτεσθε θα συρράπτονταιθα συρραφτώ/θα συρραφθώ/θα συρραφθώ θα συρραφτείς/θα συρραφθής/θα συρραφθείς θα συρραφτεί/θα συρραφθή/θα συρραφθεί θα συρραφτούμε/θα συρραφθώμεν/θα συρραφθούμε θα συρραφτείτε/θα συρραφθήτε/θα συρραφθείτε θα συρραφτούν/θα συρραφθούν/θα συρραφτούνε/θα συρραφθούν
Υ π ο τ.να συρράπτομαι να συρράπτεσαι να συρράπτεται να συρραπτόμαστε/να συρραπτόμεθα να συρράπτεστε/να συρράπτεσθε να συρράπτονται- - - - - -να συρραφτώ/να συρραφθώ/να συρραφθώ να συρραφτείς/να συρραφθής/να συρραφθείς να συρραφτεί/να συρραφθή/να συρραφθεί να συρραφτούμε/να συρραφθώμεν/να συρραφθούμε να συρραφτείτε/να συρραφθήτε/να συρραφθείτε να συρραφτούν/να συρραφθούν/να συρραφτούνε/να συρραφθούν- - - - - -να έχω συρραφτεί/να έχω συρραφθεί να έχεις συρραφτεί/να έχεις συρραφθεί να έχει συρραφτεί/να έχει συρραφθεί να έχουμε συρραφτεί/να έχουμε συρραφθεί να έχετε συρραφτεί/να έχετε συρραφθεί να έχουν συρραφτεί/να έχουν συρραφθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ- - - - συρράπτεστε/συρράπτεσθε -- - - - - -- - - - συρραφτείτε/συρραφθήτε/συρραφθείτε -- - - - συρραφείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--συρραφτεί/συρραφθή/συρραφθείσυρραφεί/συρραφή-----
61Το ρήμα απορρίπτω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα απορρίπτω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.απορρίπτω απορρίπτεις απορρίπτει απορρίπτομε/απορρίπτουμε/απορρίπτομεν απορρίπτετε απορρίπτουν/απορρίπτουνεαπέρριπτα/απέρριπτον απέρριπτες απέρριπτε απορρίπταμε/απερρίπτομεν απορρίπτατε/απερρίπτετε απέρριπταν/απέρριπτον/απορρίπταν/απορρίπτανεαπέρριψα απέρριψες/απέρριψας απέρριψε απορρίψαμε/απερρίψαμεν απορρίψατε/απερρίψατε απέρριψαν/απορρίψαν/απορρίψανεέχω απορρίψει έχεις απορρίψει έχει απορρίψει έχουμε απορρίψει έχετε απορρίψει έχουν απορρίψειείχα απορρίψει είχες απορρίψει είχε απορρίψει είχαμε απορρίψει είχατε απορρίψει είχαν απορρίψειθα έχω απορρίψει θα έχεις απορρίψει θα έχει απορρίψει θα έχουμε απορρίψει θα έχετε απορρίψει θα έχουν απορρίψειθα απορρίπτω θα απορρίπτεις θα απορρίπτει θα απορρίπτομε/θα απορρίπτουμε/θα απορρίπτομεν θα απορρίπτετε θα απορρίπτουν/θα απορρίπτουνεθα απορρίψω θα απορρίψεις/θα απορρίψης θα απορρίψει/θα απορρίψη θα απορρίψομε/θα απορρίψουμε/θα απορρίψωμεν θα απορρίψετε θα απορρίψουν/θα απορρίψουνε
Υ π ο τ.να απορρίπτω να απορρίπτεις να απορρίπτει να απορρίπτομε/να απορρίπτουμε/να απορρίπτομεν να απορρίπτετε να απορρίπτουν/να απορρίπτουνε- - - - - -να απορρίψω να απορρίψεις/να απορρίψης να απορρίψει/να απορρίψη να απορρίψομε/να απορρίψουμε/να απορρίψωμεν να απορρίψετε να απορρίψουν/να απορρίψουνενα έχω απορρίψει να έχεις απορρίψει να έχει απορρίψει να έχουμε απορρίψει να έχετε απορρίψει να έχουν απορρίψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- απόρριπτε - - απορρίπτετε -- - - - - -- απόρριψε - - απορρίψτε/απορρίψατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--απορρίψει-----
Το ρήμα απορρίπτω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.απορρίπτομαι απορρίπτεσαι απορρίπτεται απορριπτόμαστε/απορριπτόμεθα απορρίπτεστε/απορρίπτεσθε απορρίπτονταιαπορριπτόμουν/απερριπτόμην απορριπτόσουν/απερρίπτεσο απορριπτόταν/απορρίπτετο/απερρίπτετο απορριπτόμαστε/απερριπτόμεθα απορριπτόσαστε/απερρίπτεσθε απορρίπτονταν/απορρίπτοντο/απερρίπτοντοαπερρίφθην/απορρίφθηκα απερρίφθης/απορρίφθηκες απορρίφθη/απερρίφθη/απορρίφθηκε απερρίφθημεν/απορριφθήκαμε απερρίφθητε/απορριφθήκατε απορρίφθησαν/απερρίφθησαν/απορρίφθηκανέχω απορριφθεί έχεις απορριφθεί έχει απορριφθεί έχουμε απορριφθεί έχετε απορριφθεί έχουν απορριφθείείχα απορριφθεί είχες απορριφθεί είχε απορριφθεί είχαμε απορριφθεί είχατε απορριφθεί είχαν απορριφθείθα έχω απορριφθεί θα έχεις απορριφθεί θα έχει απορριφθεί θα έχουμε απορριφθεί θα έχετε απορριφθεί θα έχουν απορριφθείθα απορρίπτομαι θα απορρίπτεσαι θα απορρίπτεται θα απορριπτόμαστε/θα απορριπτόμεθα θα απορρίπτεστε/θα απορρίπτεσθε θα απορρίπτονταιθα απορριφθώ/θα απορριφθώ θα απορριφθής/θα απορριφθείς θα απορριφθή/θα απορριφθεί θα απορριφθώμεν/θα απορριφθούμε θα απορριφθήτε/θα απορριφθείτε θα απορριφθούν/θα απορριφθούν
Υ π ο τ.να απορρίπτομαι να απορρίπτεσαι να απορρίπτεται να απορριπτόμαστε/να απορριπτόμεθα να απορρίπτεστε/να απορρίπτεσθε να απορρίπτονται- - - - - -να απορριφθώ/να απορριφθώ να απορριφθής/να απορριφθείς να απορριφθή/να απορριφθεί να απορριφθώμεν/να απορριφθούμε να απορριφθήτε/να απορριφθείτε να απορριφθούν/να απορριφθούννα έχω απορριφθεί να έχεις απορριφθεί να έχει απορριφθεί να έχουμε απορριφθεί να έχετε απορριφθεί να έχουν απορριφθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - απορρίπτεστε/απορρίπτεσθε -- - - - - -- - - - απορριφθήτε/απορριφθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--απορριφθή/απορριφθεί-----
62Το ρήμα εξάπτω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα εξάπτω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.εξάπτω εξάπτεις εξάπτει εξάπτομε/εξάπτουμε/εξάπτομεν εξάπτετε εξάπτουνεξήπτα/εξήπτον εξήπτες εξήπτε εξάπταμε/εξήπτομεν εξάπτατε/εξήπτετε εξήπταν/εξήπτονεξήψα εξήψες/εξήψας εξήψε εξάψαμε/εξήψαμεν εξάψατε/εξήψατε εξήψανέχω εξάψει έχεις εξάψει έχει εξάψει έχουμε εξάψει έχετε εξάψει έχουν εξάψειείχα εξάψει είχες εξάψει είχε εξάψει είχαμε εξάψει είχατε εξάψει είχαν εξάψειθα έχω εξάψει θα έχεις εξάψει θα έχει εξάψει θα έχουμε εξάψει θα έχετε εξάψει θα έχουν εξάψειθα εξάπτω θα εξάπτεις θα εξάπτει θα εξάπτομε/θα εξάπτουμε/θα εξάπτομεν θα εξάπτετε θα εξάπτουνθα εξάψω θα εξάψεις/θα εξάψης θα εξάψει/θα εξάψη θα εξάψομε/θα εξάψουμε/θα εξάψωμεν θα εξάψετε θα εξάψουν
Υ π ο τ.να εξάπτω να εξάπτεις να εξάπτει να εξάπτομε/να εξάπτουμε/να εξάπτομεν να εξάπτετε να εξάπτουν- - - - - -να εξάψω να εξάψεις/να εξάψης να εξάψει/να εξάψη να εξάψομε/να εξάψουμε/να εξάψωμεν να εξάψετε να εξάψουννα έχω εξάψει να έχεις εξάψει να έχει εξάψει να έχουμε εξάψει να έχετε εξάψει να έχουν εξάψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- έξαπτε - - εξάπτετε -- - - - - -- έξαψε - - εξάψετε/εξάψτε/εξάψατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--εξάψει-----
Το ρήμα εξάπτω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.εξάπτομαι εξάπτεσαι εξάπτεται εξαπτόμαστε/εξαπτόμεθα εξάπτεστε/εξάπτεσθε εξάπτονταιεξαπτόμουν/εξηπτόμην εξαπτόσουν/εξήπτεσο εξαπτόταν/εξήπτετο εξαπτόμαστε/εξηπτόμεθα εξαπτόσαστε/εξήπτεσθε εξάπτονταν/εξήπτοντοεξήφθην/εξάφθηκα εξήφθης/εξάφθηκες εξήφθη/εξάφθηκε εξήφθημεν/εξαφθήκαμε εξήφθητε/εξαφθήκατε εξήφθησαν/εξάφθηκανέχω εξαφθεί έχεις εξαφθεί έχει εξαφθεί έχουμε εξαφθεί έχετε εξαφθεί έχουν εξαφθείείχα εξαφθεί είχες εξαφθεί είχε εξαφθεί είχαμε εξαφθεί είχατε εξαφθεί είχαν εξαφθείθα έχω εξαφθεί θα έχεις εξαφθεί θα έχει εξαφθεί θα έχουμε εξαφθεί θα έχετε εξαφθεί θα έχουν εξαφθείθα εξάπτομαι θα εξάπτεσαι θα εξάπτεται θα εξαπτόμαστε/θα εξαπτόμεθα θα εξάπτεστε/θα εξάπτεσθε θα εξάπτονταιθα εξαφθώ/θα εξαφθώ θα εξαφθής/θα εξαφθείς θα εξαφθή/θα εξαφθεί θα εξαφθώμεν/θα εξαφθούμε θα εξαφθήτε/θα εξαφθείτε θα εξαφθούν/θα εξαφθούν
Υ π ο τ.να εξάπτομαι να εξάπτεσαι να εξάπτεται να εξαπτόμαστε/να εξαπτόμεθα να εξάπτεστε/να εξάπτεσθε να εξάπτονται- - - - - -να εξαφθώ/να εξαφθώ να εξαφθής/να εξαφθείς να εξαφθή/να εξαφθεί να εξαφθώμεν/να εξαφθούμε να εξαφθήτε/να εξαφθείτε να εξαφθούν/να εξαφθούννα έχω εξαφθεί να έχεις εξαφθεί να έχει εξαφθεί να έχουμε εξαφθεί να έχετε εξαφθεί να έχουν εξαφθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - εξάπτεστε/εξάπτεσθε -- - - - - -- - - - εξαφθήτε/εξαφθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--εξαφθή/εξαφθεί-----
63Το ρήμα κάμπτω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα κάμπτω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κάμπτω κάμπτεις κάμπτει κάμπτομε/κάμπτουμε/κάμπτομεν κάμπτετε κάμπτουνέκαμπτα/έκαμπτον έκαμπτες έκαμπτε κάμπταμε/εκάμπτομεν κάμπτατε/εκάμπτετε έκαμπταν/έκαμπτονέκαμψα έκαμψες/έκαμψας έκαμψε κάμψαμε/εκάμψαμεν κάμψατε/εκάμψατε έκαμψανέχω κάμψει έχεις κάμψει έχει κάμψει έχουμε κάμψει έχετε κάμψει έχουν κάμψειείχα κάμψει είχες κάμψει είχε κάμψει είχαμε κάμψει είχατε κάμψει είχαν κάμψειθα έχω κάμψει θα έχεις κάμψει θα έχει κάμψει θα έχουμε κάμψει θα έχετε κάμψει θα έχουν κάμψειθα κάμπτω θα κάμπτεις θα κάμπτει θα κάμπτομε/θα κάμπτουμε/θα κάμπτομεν θα κάμπτετε θα κάμπτουνθα κάμψω θα κάμψεις/θα κάμψης θα κάμψει/θα κάμψη θα κάμψομε/θα κάμψουμε/θα κάμψωμεν θα κάμψετε θα κάμψουν
Υ π ο τ.να κάμπτω να κάμπτεις να κάμπτει να κάμπτομε/να κάμπτουμε/να κάμπτομεν να κάμπτετε να κάμπτουν- - - - - -να κάμψω να κάμψεις/να κάμψης να κάμψει/να κάμψη να κάμψομε/να κάμψουμε/να κάμψωμεν να κάμψετε να κάμψουννα έχω κάμψει να έχεις κάμψει να έχει κάμψει να έχουμε κάμψει να έχετε κάμψει να έχουν κάμψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- κάμπτε - - κάμπτετε -- - - - - -- κάμψε/κάμψ' - - κάμψτε/κάμψατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κάμψει-----
Το ρήμα κάμπτω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κάμπτομαι κάμπτεσαι κάμπτεται καμπτόμαστε/καμπτόμεθα κάμπτεστε/κάμπτεσθε κάμπτονταικαμπτόμουν/εκαμπτόμην καμπτόσουν/εκάμπτεσο καμπτόταν/εκάμπτετο καμπτόμαστε/εκαμπτόμεθα καμπτόσαστε/εκάμπτεσθε κάμπτονταν/εκάμπτοντοεκάμφθην/κάμφθηκα εκάμφθης/κάμφθηκες εκάμφθη/κάμφθηκε εκάμφθημεν/καμφθήκαμε εκάμφθητε/καμφθήκατε εκάμφθησαν/κάμφθηκανέχω καμφθεί έχεις καμφθεί έχει καμφθεί έχουμε καμφθεί έχετε καμφθεί έχουν καμφθείείχα καμφθεί είχες καμφθεί είχε καμφθεί είχαμε καμφθεί είχατε καμφθεί είχαν καμφθείθα έχω καμφθεί θα έχεις καμφθεί θα έχει καμφθεί θα έχουμε καμφθεί θα έχετε καμφθεί θα έχουν καμφθείθα κάμπτομαι θα κάμπτεσαι θα κάμπτεται θα καμπτόμαστε/θα καμπτόμεθα θα κάμπτεστε/θα κάμπτεσθε θα κάμπτονταιθα καμφθώ/θα καμφθώ θα καμφθής/θα καμφθείς θα καμφθή/θα καμφθεί θα καμφθώμεν/θα καμφθούμε θα καμφθήτε/θα καμφθείτε θα καμφθούν/θα καμφθούν
Υ π ο τ.να κάμπτομαι να κάμπτεσαι να κάμπτεται να καμπτόμαστε/να καμπτόμεθα να κάμπτεστε/να κάμπτεσθε να κάμπτονται- - - - - -να καμφθώ/να καμφθώ να καμφθής/να καμφθείς να καμφθή/να καμφθεί να καμφθώμεν/να καμφθούμε να καμφθήτε/να καμφθείτε να καμφθούν/να καμφθούννα έχω καμφθεί να έχεις καμφθεί να έχει καμφθεί να έχουμε καμφθεί να έχετε καμφθεί να έχουν καμφθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - κάμπτεστε/κάμπτεσθε -- - - - - -- - - - καμφθήτε/καμφθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--καμφθή/καμφθεί-----
64Το ρήμα καλύπτω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα καλύπτω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.καλύπτω καλύπτεις καλύπτει καλύπτομε/καλύπτουμε/καλύπτομεν καλύπτετε καλύπτουν/καλύπτουνεκάλυπτα/εκάλυπτον κάλυπτες/εκάλυπτες κάλυπτε/εκάλυπτε καλύπταμε/εκαλύπτομεν καλύπτατε/εκαλύπτετε κάλυπταν/εκάλυπτον/καλύπταν/καλύπτανεκάλυψα/εκάλυψα κάλυψες/εκάλυψας κάλυψε/εκάλυψε καλύψαμε/εκαλύψαμεν καλύψατε/εκαλύψατε κάλυψαν/εκάλυψαν/καλύψαν/καλύψανεέχω καλύψει έχεις καλύψει έχει καλύψει έχουμε καλύψει έχετε καλύψει έχουν καλύψειείχα καλύψει είχες καλύψει είχε καλύψει είχαμε καλύψει είχατε καλύψει είχαν καλύψειθα έχω καλύψει θα έχεις καλύψει θα έχει καλύψει θα έχουμε καλύψει θα έχετε καλύψει θα έχουν καλύψειθα καλύπτω θα καλύπτεις θα καλύπτει θα καλύπτομε/θα καλύπτουμε/θα καλύπτομεν θα καλύπτετε θα καλύπτουν/θα καλύπτουνεθα καλύψω θα καλύψεις/θα καλύψης θα καλύψει/θα καλύψη θα καλύψομε/θα καλύψουμε/θα καλύψωμεν θα καλύψετε θα καλύψουν/θα καλύψουνε
Υ π ο τ.να καλύπτω να καλύπτεις να καλύπτει να καλύπτομε/να καλύπτουμε/να καλύπτομεν να καλύπτετε να καλύπτουν/να καλύπτουνε- - - - - -να καλύψω να καλύψεις/να καλύψης να καλύψει/να καλύψη να καλύψομε/να καλύψουμε/να καλύψωμεν να καλύψετε να καλύψουν/να καλύψουνενα έχω καλύψει να έχεις καλύψει να έχει καλύψει να έχουμε καλύψει να έχετε καλύψει να έχουν καλύψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- κάλυπτε - - καλύπτετε -- - - - - -- κάλυψε - - καλύψτε/καλύψατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--καλύψει-----
Το ρήμα καλύπτω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.καλύπτομαι καλύπτεσαι καλύπτεται καλυπτόμαστε/καλυπτόμεθα καλύπτεστε/καλύπτεσθε καλύπτονταικαλυπτόμουν/εκαλυπτόμην καλυπτόσουν/εκαλύπτεσο καλυπτόταν/καλύπτετο/εκαλύπτετο καλυπτόμαστε/εκαλυπτόμεθα καλυπτόσαστε/εκαλύπτεσθε καλύπτονταν/καλύπτοντο/εκαλύπτοντοκαλύφτηκα/εκαλύφθην/καλύφθηκα καλύφτηκες/εκαλύφθης/καλύφθηκες καλύφτηκε/εκαλύφθη/καλύφθηκε καλυφτήκαμε/εκαλύφθημεν/καλυφθήκαμε καλυφτήκατε/εκαλύφθητε/καλυφθήκατε καλύφτηκαν/εκαλύφθησαν/καλυφτήκαν/καλυφτήκανε/καλύφθηκανέχω καλυφτεί/έχω καλυφθεί έχεις καλυφτεί/έχεις καλυφθεί έχει καλυφτεί/έχει καλυφθεί έχουμε καλυφτεί/έχουμε καλυφθεί έχετε καλυφτεί/έχετε καλυφθεί έχουν καλυφτεί/έχουν καλυφθείείχα καλυφτεί/είχα καλυφθεί είχες καλυφτεί/είχες καλυφθεί είχε καλυφτεί/είχε καλυφθεί είχαμε καλυφτεί/είχαμε καλυφθεί είχατε καλυφτεί/είχατε καλυφθεί είχαν καλυφτεί/είχαν καλυφθείθα έχω καλυφτεί/θα έχω καλυφθεί θα έχεις καλυφτεί/θα έχεις καλυφθεί θα έχει καλυφτεί/θα έχει καλυφθεί θα έχουμε καλυφτεί/θα έχουμε καλυφθεί θα έχετε καλυφτεί/θα έχετε καλυφθεί θα έχουν καλυφτεί/θα έχουν καλυφθείθα καλύπτομαι θα καλύπτεσαι θα καλύπτεται θα καλυπτόμαστε/θα καλυπτόμεθα θα καλύπτεστε/θα καλύπτεσθε θα καλύπτονταιθα καλυφτώ/θα καλυφθώ/θα καλυφθώ θα καλυφτείς/θα καλυφθής/θα καλυφθείς θα καλυφτεί/θα καλυφθή/θα καλυφθεί θα καλυφτούμε/θα καλυφθώμεν/θα καλυφθούμε θα καλυφτείτε/θα καλυφθήτε/θα καλυφθείτε θα καλυφτούν/θα καλυφθούν/θα καλυφτούνε/θα καλυφθούν
Υ π ο τ.να καλύπτομαι να καλύπτεσαι να καλύπτεται να καλυπτόμαστε/να καλυπτόμεθα να καλύπτεστε/να καλύπτεσθε να καλύπτονται- - - - - -να καλυφτώ/να καλυφθώ/να καλυφθώ να καλυφτείς/να καλυφθής/να καλυφθείς να καλυφτεί/να καλυφθή/να καλυφθεί να καλυφτούμε/να καλυφθώμεν/να καλυφθούμε να καλυφτείτε/να καλυφθήτε/να καλυφθείτε να καλυφτούν/να καλυφθούν/να καλυφτούνε/να καλυφθούννα έχω καλυφτεί/να έχω καλυφθεί να έχεις καλυφτεί/να έχεις καλυφθεί να έχει καλυφτεί/να έχει καλυφθεί να έχουμε καλυφτεί/να έχουμε καλυφθεί να έχετε καλυφτεί/να έχετε καλυφθεί να έχουν καλυφτεί/να έχουν καλυφθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ- - - - καλύπτεστε/καλύπτεσθε -- - - - - -- καλύψου - - καλυφτείτε/καλυφθήτε/καλυφθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--καλυφτεί/καλυφθή/καλυφθεί---- 
65Το ρήμα παιδεύω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα παιδεύω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.παιδεύσω/παιδεύω παιδεύεις/παιδεύσεις παιδεύει/παιδεύσει παιδεύομε/παιδεύουμε/παιδεύσομε/παιδεύσουμε/παιδεύομεν παιδεύετε/παιδεύσετε παιδεύουν/παιδεύσουν/παιδεύουνε/παιδεύσουνεπαίδευα/επαίδευον παίδευες/επαίδευες παίδευε/επαίδευε παιδεύαμε/παιδεύσαμε/επαιδεύομεν παιδεύατε/παιδεύσατε/επαιδεύετε παίδευαν/επαίδευον/παιδεύαν/παιδεύανε/παιδεύσαν/παιδεύσανεπαίδευσα/παίδεψα παίδευσες/παίδεψες/επαίδευσας παίδευσε/παίδεψε παιδέψαμε/επαιδεύσαμεν παιδέψατε/επαιδεύσατε παίδευσαν/παίδεψαν/παιδέψαν/παιδέψανεέχω παιδέψει έχεις παιδέψει έχει παιδέψει έχουμε παιδέψει έχετε παιδέψει έχουν παιδέψειείχα παιδέψει είχες παιδέψει είχε παιδέψει είχαμε παιδέψει είχατε παιδέψει είχαν παιδέψειθα έχω παιδέψει θα έχεις παιδέψει θα έχει παιδέψει θα έχουμε παιδέψει θα έχετε παιδέψει θα έχουν παιδέψειθα παιδεύσω/θα παιδεύω θα παιδεύεις/θα παιδεύσεις θα παιδεύει/θα παιδεύσει θα παιδεύομε/θα παιδεύουμε/θα παιδεύσομε/θα παιδεύσουμε/θα παιδεύομεν θα παιδεύετε/θα παιδεύσετε θα παιδεύουν/θα παιδεύσουν/θα παιδεύουνε/θα παιδεύσουνεθα παιδέψω θα παιδέψεις/θα παιδεύσης θα παιδέψει/θα παιδεύση θα παιδέψομε/θα παιδέψουμε/θα παιδεύσωμεν θα παιδέψετε θα παιδέψουν/θα παιδέψουνε
Υ π ο τ.να παιδεύσω/να παιδεύω να παιδεύεις/να παιδεύσεις να παιδεύει/να παιδεύσει να παιδεύομε/να παιδεύουμε/να παιδεύσομε/να παιδεύσουμε/να παιδεύομεν να παιδεύετε/να παιδεύσετε να παιδεύουν/να παιδεύσουν/να παιδεύουνε/να παιδεύσουνε- - - - - -να παιδέψω να παιδέψεις/να παιδεύσης να παιδέψει/να παιδεύση να παιδέψομε/να παιδέψουμε/να παιδεύσωμεν να παιδέψετε να παιδέψουν/να παιδέψουνενα έχω παιδέψει να έχεις παιδέψει να έχει παιδέψει να έχουμε παιδέψει να έχετε παιδέψει να έχουν παιδέψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- παίδευε - - παιδεύετε/παιδεύσετε -- - - - - -- παίδευσε/παίδεψε - - παιδεύστε/παιδέψτε/παιδεύσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--παιδέψει-----
Το ρήμα παιδεύω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέΣυντ. μέλΕξακ.μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.παιδεύομαι/παιδεύσομαι παιδεύεσαι/παιδεύσεσαι παιδεύεται/παιδεύσεται παιδευόμαστε/παιδευόμεθα παιδεύεστε/παιδεύσεστε/παιδεύεσθε/παιδευόσαστε παιδεύονται/παιδεύσονταιπαιδευόμουν/επαιδευόμην/παιδευόμουνα παιδευόσουν/επαιδεύεσο/παιδευόσουνα παιδευόταν/επαιδεύετο/παιδευότανε παιδευόμαστε/επαιδευόμεθα/παιδευόμασταν παιδευόσαστε/επαιδεύεσθε/παιδευόσασταν παιδεύονταν/παιδεύσονταν/επαιδεύοντο/παιδευόντανε/παιδευόντουσανπαιδεύτηκα/επαιδεύθην/παιδεύθηκα παιδεύτηκες/επαιδεύθης/παιδεύθηκες παιδεύτηκε/επαιδεύθη/παιδεύθηκε παιδευτήκαμε/επαιδεύθημεν/παιδευθήκαμε παιδευτήκατε/επαιδεύθητε/παιδευθήκατε παιδεύτηκαν/επαιδεύθησαν/παιδευτήκαν/παιδευτήκανε/παιδεύθηκανέχω παιδευτεί/έχω παιδευθεί έχεις παιδευτεί/έχεις παιδευθεί έχει παιδευτεί/έχει παιδευθεί έχουμε παιδευτεί/έχουμε παιδευθεί έχετε παιδευτεί/έχετε παιδευθεί έχουν παιδευτεί/έχουν παιδευθείείχα παιδευτεί/είχα παιδευθεί είχες παιδευτεί/είχες παιδευθεί είχε παιδευτεί/είχε παιδευθεί είχαμε παιδευτεί/είχαμε παιδευθεί είχατε παιδευτεί/είχατε παιδευθεί είχαν παιδευτεί/είχαν παιδευθείθα έχω παιδευτεί/θα έχω παιδευθεί θα έχεις παιδευτεί/θα έχεις παιδευθεί θα έχει παιδευτεί/θα έχει παιδευθεί θα έχουμε παιδευτεί/θα έχουμε παιδευθεί θα έχετε παιδευτεί/θα έχετε παιδευθεί θα έχουν παιδευτεί/θα έχουν παιδευθείθα παιδεύομαι/θα παιδεύσομαι θα παιδεύεσαι/θα παιδεύσεσαι θα παιδεύεται/θα παιδεύσεται θα παιδευόμαστε/θα παιδευόμεθα θα παιδεύεστε/θα παιδεύσεστε/θα παιδεύεσθε/θα παιδευόσαστε θα παιδεύονται/θα παιδεύσονταιθα παιδευτώ/θα παιδευθώ/θα παιδευθώ θα παιδευτείς/θα παιδευθής/θα παιδευθείς θα παιδευτεί/θα παιδευθή/θα παιδευθεί θα παιδευτούμε/θα παιδευθώμεν/θα παιδευθούμε θα παιδευτείτε/θα παιδευθήτε/θα παιδευθείτε θα παιδευτούν/θα παιδευθούν/θα παιδευτούνε/θα παιδευθούν
Υ π ο τ.να παιδεύομαι/να παιδεύσομαι να παιδεύεσαι/να παιδεύσεσαι να παιδεύεται/να παιδεύσεται να παιδευόμαστε/να παιδευόμεθα να παιδεύεστε/να παιδεύσεστε/να παιδεύεσθε/να παιδευόσαστε να παιδεύονται/να παιδεύσονται- - - - - -να παιδευτώ/να παιδευθώ/να παιδευθώ να παιδευτείς/να παιδευθής/να παιδευθείς να παιδευτεί/να παιδευθή/να παιδευθεί να παιδευτούμε/να παιδευθώμεν/να παιδευθούμε να παιδευτείτε/να παιδευθήτε/να παιδευθείτε να παιδευτούν/να παιδευθούν/να παιδευτούνε/να παιδευθούννα έχω παιδευτεί/να έχω παιδευθεί να έχεις παιδευτεί/να έχεις παιδευθεί να έχει παιδευτεί/να έχει παιδευθεί να έχουμε παιδευτεί/να έχουμε παιδευθεί να έχετε παιδευτεί/να έχετε παιδευθεί να έχουν παιδευτεί/να έχουν παιδευθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ- - - - παιδεύεστε/παιδεύσεστε/παιδεύεσθε -- - - - - -- παιδεύσου/παιδέψου - - παιδευτείτε/παιδευθήτε/παιδευθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--παιδευτεί/παιδευθή/παιδευθεί-----
66Το ρήμα κυριεύω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα κυριεύω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλΣυντ.μέλΕξακ. μέλσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κυριεύω κυριεύεις κυριεύει κυριεύομε/κυριεύουμε/κυριεύομεν κυριεύετε κυριεύουν/κυριεύουνεκυρίευα/εκυρίευον κυρίευες/εκυρίευες κυρίευε/εκυρίευε κυριεύαμε/εκυριεύομεν κυριεύατε/εκυριεύετε κυρίευαν/εκυρίευον/κυριεύαν/κυριεύανεκυρίευσα/κυρίεψα/εκυρίευσα κυρίευσες/κυρίεψες/εκυρίευσας κυρίευσε/κυρίεψε/εκυρίευσε κυριεύσαμε/κυριέψαμε/εκυριεύσαμεν κυριεύσατε/κυριέψατε/εκυριεύσατε κυρίευσαν/κυρίεψαν/εκυρίευσαν/κυριεύσαν/κυριεύσανε/κυριέψαν/κυριέψανεέχω κυριεύσει/έχω κυριέψει έχεις κυριεύσει/έχεις κυριέψει έχει κυριεύσει/έχει κυριέψει έχουμε κυριεύσει/έχουμε κυριέψει έχετε κυριεύσει/έχετε κυριέψει έχουν κυριεύσει/έχουν κυριέψειείχα κυριεύσει/είχα κυριέψει είχες κυριεύσει/είχες κυριέψει είχε κυριεύσει/είχε κυριέψει είχαμε κυριεύσει/είχαμε κυριέψει είχατε κυριεύσει/είχατε κυριέψει είχαν κυριεύσει/είχαν κυριέψειθα έχω κυριεύσει/θα έχω κυριέψει θα έχεις κυριεύσει/θα έχεις κυριέψει θα έχει κυριεύσει/θα έχει κυριέψει θα έχουμε κυριεύσει/θα έχουμε κυριέψει θα έχετε κυριεύσει/θα έχετε κυριέψει θα έχουν κυριεύσει/θα έχουν κυριέψειθα κυριεύω θα κυριεύεις θα κυριεύει θα κυριεύομε/θα κυριεύουμε/θα κυριεύομεν θα κυριεύετε θα κυριεύουν/θα κυριεύουνεθα κυριεύσω/θα κυριέψω θα κυριεύσεις/θα κυριέψεις/θα κυριεύσης θα κυριεύσει/θα κυριέψει/θα κυριεύση θα κυριεύσομε/θα κυριεύσουμε/θα κυριέψομε/θα κυριέψουμε/θα κυριεύσωμεν θα κυριεύσετε/θα κυριέψετε θα κυριεύσουν/θα κυριέψουν/θα κυριεύσουνε/θα κυριέψουνε
Υ π ο τ.να κυριεύω να κυριεύεις να κυριεύει να κυριεύομε/να κυριεύουμε/να κυριεύομεν να κυριεύετε να κυριεύουν/να κυριεύουνε- - - - - -να κυριεύσω/να κυριέψω να κυριεύσεις/να κυριέψεις/να κυριεύσης να κυριεύσει/να κυριέψει/να κυριεύση να κυριεύσομε/να κυριεύσουμε/να κυριέψομε/να κυριέψουμε/να κυριεύσωμεν να κυριεύσετε/να κυριέψετε να κυριεύσουν/να κυριέψουν/να κυριεύσουνε/να κυριέψουνενα έχω κυριεύσει/να έχω κυριέψει να έχεις κυριεύσει/να έχεις κυριέψει να έχει κυριεύσει/να έχει κυριέψει να έχουμε κυριεύσει/να έχουμε κυριέψει να έχετε κυριεύσει/να έχετε κυριέψει να έχουν κυριεύσει/να έχουν κυριέψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- κυρίευε - - κυριεύετε -- - - - - -- κυρίευσε/κυρίεψε - - κυριεύστε/κυριέψτε/κυριεύσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--κυριεύσει/κυριέψει-----
Το ρήμα κυριεύω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλΣυντ.μέλλονταςΕξακ.μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κυριεύομαι κυριεύεσαι κυριεύεται κυριευόμαστε/κυριευόμεθα κυριεύεστε/κυριεύεσθε/κυριευόσαστε κυριεύονταικυριευόμουν/εκυριευόμην/κυριευόμουνα κυριευόσουν/εκυριεύεσο/κυριευόσουνα κυριευόταν/κυριεύετο/εκυριεύετο/κυριευότανε κυριευόμαστε/εκυριευόμεθα/κυριευόμασταν κυριευόσαστε/εκυριεύεσθε/κυριευόσασταν κυριεύονταν/κυριεύοντο/εκυριεύοντο/κυριευόντανε/κυριευόντουσανκυριεύτηκα/εκυριεύθην/κυριεύθηκα κυριεύτηκες/εκυριεύθης/κυριεύθηκες κυριεύτηκε/εκυριεύθη/κυριεύθηκε κυριευτήκαμε/εκυριεύθημεν/κυριευθήκαμε κυριευτήκατε/εκυριεύθητε/κυριευθήκατε κυριεύτηκαν/εκυριεύθησαν/κυριευτήκαν/κυριευτήκανε/κυριεύθηκανέχω κυριευτεί/έχω κυριευθεί έχεις κυριευτεί/έχεις κυριευθεί έχει κυριευτεί/έχει κυριευθεί έχουμε κυριευτεί/έχουμε κυριευθεί έχετε κυριευτεί/έχετε κυριευθεί έχουν κυριευτεί/έχουν κυριευθείείχα κυριευτεί/είχα κυριευθεί είχες κυριευτεί/είχες κυριευθεί είχε κυριευτεί/είχε κυριευθεί είχαμε κυριευτεί/είχαμε κυριευθεί είχατε κυριευτεί/είχατε κυριευθεί είχαν κυριευτεί/είχαν κυριευθείθα έχω κυριευτεί/θα έχω κυριευθεί θα έχεις κυριευτεί/θα έχεις κυριευθεί θα έχει κυριευτεί/θα έχει κυριευθεί θα έχουμε κυριευτεί/θα έχουμε κυριευθεί θα έχετε κυριευτεί/θα έχετε κυριευθεί θα έχουν κυριευτεί/θα έχουν κυριευθείθα κυριεύομαι θα κυριεύεσαι θα κυριεύεται θα κυριευόμαστε/θα κυριευόμεθα θα κυριεύεστε/θα κυριεύεσθε/θα κυριευόσαστε θα κυριεύονταιθα κυριευτώ/θα κυριευθώ/θα κυριευθώ θα κυριευτείς/θα κυριευθής/θα κυριευθείς θα κυριευτεί/θα κυριευθή/θα κυριευθεί θα κυριευτούμε/θα κυριευθώμεν/θα κυριευθούμε θα κυριευτείτε/θα κυριευθήτε/θα κυριευθείτε θα κυριευτούν/θα κυριευθούν/θα κυριευτούνε/θα κυριευθούν
Υ π ο τ.να κυριεύομαι να κυριεύεσαι να κυριεύεται να κυριευόμαστε/να κυριευόμεθα να κυριεύεστε/να κυριεύεσθε/να κυριευόσαστε να κυριεύονται- - - - - -να κυριευτώ/να κυριευθώ/να κυριευθώ να κυριευτείς/να κυριευθής/να κυριευθείς να κυριευτεί/να κυριευθή/να κυριευθεί να κυριευτούμε/να κυριευθώμεν/να κυριευθούμε να κυριευτείτε/να κυριευθήτε/να κυριευθείτε να κυριευτούν/να κυριευθούν/να κυριευτούνε/να κυριευθούννα έχω κυριευτεί/να έχω κυριευθεί να έχεις κυριευτεί/να έχεις κυριευθεί να έχει κυριευτεί/να έχει κυριευθεί να έχουμε κυριευτεί/να έχουμε κυριευθεί να έχετε κυριευτεί/να έχετε κυριευθεί να έχουν κυριευτεί/να έχουν κυριευθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- - - - κυριεύεστε/κυριεύεσθε -- - - - - -- - - - κυριευτείτε/κυριευθήτε/κυριευθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--κυριευτεί/κυριευθή/κυριευθεί-----
67Το ρήμα πλέκω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πλέκω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πλέκω πλέκεις πλέκει πλέκομε/πλέκουμε/πλέκομεν πλέκετε πλέκουν/πλέκουνεέπλεκα/'πλεκα/έπλεκον έπλεκες/'πλεκες έπλεκε/'πλεκε πλέκαμε/επλέκομεν πλέκατε/επλέκετε έπλεκαν/'πλεκαν/έπλεκον/πλέκαν/πλέκανεέπλεξα/'πλεξα έπλεξες/'πλεξες/έπλεξας έπλεξε/'πλεξε πλέξαμε/επλέξαμεν πλέξατε/επλέξατε έπλεξαν/'πλεξαν/πλέξαν/πλέξανεέχω πλέξει έχεις πλέξει έχει πλέξει έχουμε πλέξει έχετε πλέξει έχουν πλέξειείχα πλέξει είχες πλέξει είχε πλέξει είχαμε πλέξει είχατε πλέξει είχαν πλέξειθα έχω πλέξει θα έχεις πλέξει θα έχει πλέξει θα έχουμε πλέξει θα έχετε πλέξει θα έχουν πλέξειθα πλέκω θα πλέκεις θα πλέκει θα πλέκομε/θα πλέκουμε/θα πλέκομεν θα πλέκετε θα πλέκουν/θα πλέκουνεθα πλέξω θα πλέξεις/θα πλέξης θα πλέξει/θα πλέξη θα πλέξομε/θα πλέξουμε/θα πλέξωμεν θα πλέξετε θα πλέξουν/θα πλέξουνε
Υ π ο τ.να πλέκω να πλέκεις να πλέκει να πλέκομε/να πλέκουμε/να πλέκομεν να πλέκετε να πλέκουν/να πλέκουνε- - - - - -να πλέξω να πλέξεις/να πλέξης να πλέξει/να πλέξη να πλέξομε/να πλέξουμε/να πλέξωμεν να πλέξετε να πλέξουν/να πλέξουνενα έχω πλέξει να έχεις πλέξει να έχει πλέξει να έχουμε πλέξει να έχετε πλέξει να έχουν πλέξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- πλέκε - - πλέκετε -- - - - - -- πλέξε/πλέξ'/πλέχ' - - πλέξτε/πλέξατε/πλέχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πλέξει-----
Το ρήμα πλέκω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πλέκομαι πλέκεσαι πλέκεται πλεκόμαστε/πλεκόμεθα πλέκεστε/πλέκεσθε/πλεκόσαστε πλέκονταιπλεκόμουν/επλεκόμην/πλεκόμουνα πλεκόσουν/επλέκεσο/πλεκόσουνα πλεκόταν/επλέκετο/πλεκότανε πλεκόμαστε/επλεκόμεθα/πλεκόμασταν πλεκόσαστε/επλέκεσθε/πλεκόσασταν πλέκονταν/επλέκοντο/πλεκόντανε/πλεκόντουσανπλέχτηκα/επλέχθην/πλέχθηκα πλέχτηκες/επλέχθης/πλέχθηκες πλέχτηκε/επλέχθη/πλέχθηκε πλεχτήκαμε/επλέχθημεν/πλεχθήκαμε πλεχτήκατε/επλέχθητε/πλεχθήκατε πλέχτηκαν/επλέχθησαν/πλεχτήκαν/πλεχτήκανε/πλέχθηκανέχω πλεχτεί έχεις πλεχτεί έχει πλεχτεί έχουμε πλεχτεί έχετε πλεχτεί έχουν πλεχτείείχα πλεχτεί είχες πλεχτεί είχε πλεχτεί είχαμε πλεχτεί είχατε πλεχτεί είχαν πλεχτείθα έχω πλεχτεί θα έχεις πλεχτεί θα έχει πλεχτεί θα έχουμε πλεχτεί θα έχετε πλεχτεί θα έχουν πλεχτείθα πλέκομαι θα πλέκεσαι θα πλέκεται θα πλεκόμαστε/θα πλεκόμεθα θα πλέκεστε/θα πλέκεσθε/θα πλεκόσαστε θα πλέκονταιθα πλεχτώ/θα πλεχθώ/θα πλεχθώ θα πλεχτείς/θα πλεχθής/θα πλεχθείς θα πλεχτεί/θα πλεχθή/θα πλεχθεί θα πλεχτούμε/θα πλεχθώμεν/θα πλεχθούμε θα πλεχτείτε/θα πλεχθήτε/θα πλεχθείτε θα πλεχτούν/θα πλεχθούν/θα πλεχτούνε/θα πλεχθούν
Υ π ο τ.να πλέκομαι να πλέκεσαι να πλέκεται να πλεκόμαστε/να πλεκόμεθα να πλέκεστε/να πλέκεσθε/να πλεκόσαστε να πλέκονται- - - - - -να πλεχτώ/να πλεχθώ/να πλεχθώ να πλεχτείς/να πλεχθής/να πλεχθείς να πλεχτεί/να πλεχθή/να πλεχθεί να πλεχτούμε/να πλεχθώμεν/να πλεχθούμε να πλεχτείτε/να πλεχθήτε/να πλεχθείτε να πλεχτούν/να πλεχθούν/να πλεχτούνε/να πλεχθούννα έχω πλεχτεί να έχεις πλεχτεί να έχει πλεχτεί να έχουμε πλεχτεί να έχετε πλεχτεί να έχουν πλεχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - πλέκεστε/πλέκεσθε -- - - - - -- πλέξου - - πλεχτείτε/πλεχθήτε/πλεχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--πλεχτεί/πλεχθή/πλεχθεί-----
68Το ρήμα διώκω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα διώκω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διώκω διώκεις διώκει διώκομε/διώκουμε/διώκομεν διώκετε διώκουνδίωκα/εδίωκον/εδίωκα δίωκες/εδίωκες δίωκε/εδίωκε διώκαμε/εδιώκομεν διώκατε/εδιώκετε δίωκαν/εδίωκον/εδίωκανδίωξα/εδίωξα δίωξες/εδίωξας/εδίωξες δίωξε/εδίωξε διώξαμε/εδιώξαμεν διώξατε/εδιώξατε δίωξαν/εδίωξανέχω διώξει έχεις διώξει έχει διώξει έχουμε διώξει έχετε διώξει έχουν διώξειείχα διώξει είχες διώξει είχε διώξει είχαμε διώξει είχατε διώξει είχαν διώξειθα έχω διώξει θα έχεις διώξει θα έχει διώξει θα έχουμε διώξει θα έχετε διώξει θα έχουν διώξειθα διώκω θα διώκεις θα διώκει θα διώκομε/θα διώκουμε/θα διώκομεν θα διώκετε θα διώκουνθα διώξω θα διώξεις/θα διώξης θα διώξει/θα διώξη θα διώξομε/θα διώξουμε/θα διώξωμεν θα διώξετε θα διώξουν
Υ π ο τ.να διώκω να διώκεις να διώκει να διώκομε/να διώκουμε/να διώκομεν να διώκετε να διώκουν- - - - - -να διώξω να διώξεις/να διώξης να διώξει/να διώξη να διώξομε/να διώξουμε/να διώξωμεν να διώξετε να διώξουννα έχω διώξει να έχεις διώξει να έχει διώξει να έχουμε διώξει να έχετε διώξει να έχουν διώξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- δίωκε - - διώκετε -- - - - - -- δίωξε - - διώξετε/διώξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--διώξει-----
Το ρήμα διώκω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διώκομαι διώκεσαι διώκεται διωκόμαστε/διωκόμεθα διώκεστε/διώκεσθε διώκονταιδιωκόμουν/εδιωκόμην διωκόσουν/εδιώκεσο διωκόταν/εδιώκετο διωκόμαστε/εδιωκόμεθα διωκόσαστε/εδιώκεσθε διώκονταν/εδιώκοντοεδιώχθην/διώχθηκα εδιώχθης/διώχθηκες εδιώχθη/διώχθηκε εδιώχθημεν/διωχθήκαμε εδιώχθητε/διωχθήκατε εδιώχθησαν/διώχθηκανέχω διωχθεί έχεις διωχθεί έχει διωχθεί έχουμε διωχθεί έχετε διωχθεί έχουν διωχθείείχα διωχθεί είχες διωχθεί είχε διωχθεί είχαμε διωχθεί είχατε διωχθεί είχαν διωχθείθα έχω διωχθεί θα έχεις διωχθεί θα έχει διωχθεί θα έχουμε διωχθεί θα έχετε διωχθεί θα έχουν διωχθείθα διώκομαι θα διώκεσαι θα διώκεται θα διωκόμαστε/θα διωκόμεθα θα διώκεστε/θα διώκεσθε θα διώκονταιθα διωχθώ/θα διωχθώ θα διωχθής/θα διωχθείς θα διωχθή/θα διωχθεί θα διωχθώμεν/θα διωχθούμε θα διωχθήτε/θα διωχθείτε θα διωχθούν/θα διωχθούν
Υ π ο τ.να διώκομαι να διώκεσαι να διώκεται να διωκόμαστε/να διωκόμεθα να διώκεστε/να διώκεσθε να διώκονται- - - - - -να διωχθώ/να διωχθώ να διωχθής/να διωχθείς να διωχθή/να διωχθεί να διωχθώμεν/να διωχθούμε να διωχθήτε/να διωχθείτε να διωχθούν/να διωχθούννα έχω διωχθεί να έχεις διωχθεί να έχει διωχθεί να έχουμε διωχθεί να έχετε διωχθεί να έχουν διωχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - διώκεστε/διώκεσθε -- - - - - -- - - - διωχθήτε/διωχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--διωχθή/διωχθεί-----
69Το ρήμα διδάσκω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα διδάσκω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διδάσκω διδάσκεις διδάσκει διδάσκομε/διδάσκουμε/διδάσκομεν διδάσκετε διδάσκουν/διδάσκουνεδίδασκα/εδίδασκον δίδασκες δίδασκε διδάσκαμε/εδιδάσκομεν διδάσκατε/εδιδάσκετε δίδασκαν/εδίδασκον/διδάσκαν/διδάσκανεδίδαξα/εδίδαξα δίδαξες/εδίδαξας δίδαξε/εδίδαξε διδάξαμε/εδιδάξαμεν διδάξατε/εδιδάξατε δίδαξαν/εδίδαξαν/διδάξαν/διδάξανεέχω διδάξει έχεις διδάξει έχει διδάξει έχουμε διδάξει έχετε διδάξει έχουν διδάξειείχα διδάξει είχες διδάξει είχε διδάξει είχαμε διδάξει είχατε διδάξει είχαν διδάξειθα έχω διδάξει θα έχεις διδάξει θα έχει διδάξει θα έχουμε διδάξει θα έχετε διδάξει θα έχουν διδάξειθα διδάσκω θα διδάσκεις θα διδάσκει θα διδάσκομε/θα διδάσκουμε/θα διδάσκομεν θα διδάσκετε θα διδάσκουν/θα διδάσκουνεθα διδάξω θα διδάξεις/θα διδάξης θα διδάξει/θα διδάξη θα διδάξομε/θα διδάξουμε/θα διδάξωμεν θα διδάξετε θα διδάξουν/θα διδάξουνε
Υ π ο τ.να διδάσκω να διδάσκεις να διδάσκει να διδάσκομε/να διδάσκουμε/να διδάσκομεν να διδάσκετε να διδάσκουν/να διδάσκουνε- - - - - -να διδάξω να διδάξεις/να διδάξης να διδάξει/να διδάξη να διδάξομε/να διδάξουμε/να διδάξωμεν να διδάξετε να διδάξουν/να διδάξουνενα έχω διδάξει να έχεις διδάξει να έχει διδάξει να έχουμε διδάξει να έχετε διδάξει να έχουν διδάξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- δίδασκε - - διδάσκετε -- - - - - -- δίδαξε - - διδάξτε/διδάξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--διδάξει-----
Το ρήμα διδάσκω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διδάσκομαι διδάσκεσαι διδάσκεται διδασκόμαστε/διδασκόμεθα διδάσκεστε/διδάσκεσθε διδάσκονταιδιδασκόμουν/εδιδασκόμην διδασκόσουν/εδιδάσκεσο διδασκόταν/διδάσκετο/εδιδάσκετο διδασκόμαστε/εδιδασκόμεθα διδασκόσαστε/εδιδάσκεσθε διδάσκονταν/διδάσκοντο/εδιδάσκοντοδιδάχτηκα/εδιδάχθην/διδάχθηκα διδάχτηκες/εδιδάχθης/διδάχθηκες διδάχτηκε/εδιδάχθη/διδάχθηκε διδαχτήκαμε/εδιδάχθημεν/διδαχθήκαμε διδαχτήκατε/εδιδάχθητε/διδαχθήκατε διδάχτηκαν/εδιδάχθησαν/διδαχτήκαν/διδαχτήκανε/διδάχθηκανέχω διδαχτεί/έχω διδαχθεί έχεις διδαχτεί/έχεις διδαχθεί έχει διδαχτεί/έχει διδαχθεί έχουμε διδαχτεί/έχουμε διδαχθεί έχετε διδαχτεί/έχετε διδαχθεί έχουν διδαχτεί/έχουν διδαχθείείχα διδαχτεί/είχα διδαχθεί είχες διδαχτεί/είχες διδαχθεί είχε διδαχτεί/είχε διδαχθεί είχαμε διδαχτεί/είχαμε διδαχθεί είχατε διδαχτεί/είχατε διδαχθεί είχαν διδαχτεί/είχαν διδαχθείθα έχω διδαχτεί/θα έχω διδαχθεί θα έχεις διδαχτεί/θα έχεις διδαχθεί θα έχει διδαχτεί/θα έχει διδαχθεί θα έχουμε διδαχτεί/θα έχουμε διδαχθεί θα έχετε διδαχτεί/θα έχετε διδαχθεί θα έχουν διδαχτεί/θα έχουν διδαχθείθα διδάσκομαι θα διδάσκεσαι θα διδάσκεται θα διδασκόμαστε/θα διδασκόμεθα θα διδάσκεστε/θα διδάσκεσθε θα διδάσκονταιθα διδαχτώ/θα διδαχθώ/θα διδαχθώ θα διδαχτείς/θα διδαχθής/θα διδαχθείς θα διδαχτεί/θα διδαχθή/θα διδαχθεί θα διδαχτούμε/θα διδαχθώμεν/θα διδαχθούμε θα διδαχτείτε/θα διδαχθήτε/θα διδαχθείτε θα διδαχτούν/θα διδαχθούν/θα διδαχτούνε/θα διδαχθούν
Υ π ο τ.να διδάσκομαι να διδάσκεσαι να διδάσκεται να διδασκόμαστε/να διδασκόμεθα να διδάσκεστε/να διδάσκεσθε να διδάσκονται- - - - - -να διδαχτώ/να διδαχθώ/να διδαχθώ να διδαχτείς/να διδαχθής/να διδαχθείς να διδαχτεί/να διδαχθή/να διδαχθεί να διδαχτούμε/να διδαχθώμεν/να διδαχθούμε να διδαχτείτε/να διδαχθήτε/να διδαχθείτε να διδαχτούν/να διδαχθούν/να διδαχτούνε/να διδαχθούννα έχω διδαχτεί/να έχω διδαχθεί να έχεις διδαχτεί/να έχεις διδαχθεί να έχει διδαχτεί/να έχει διδαχθεί να έχουμε διδαχτεί/να έχουμε διδαχθεί να έχετε διδαχτεί/να έχετε διδαχθεί να έχουν διδαχτεί/να έχουν διδαχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ- - - - διδάσκεστε/διδάσκεσθε -- - - - - -- διδάξου - - διδαχτείτε/διδαχθήτε/διδαχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--διδαχτεί/διδαχθή/διδαχθεί-----
70Το ρήμα τήκω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα τήκω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.τήκω τήκεις τήκει τήκομε/τήκουμε/τήκομεν τήκετε τήκουνέτηκα/έτηκον έτηκες έτηκε τήκαμε/ετήκομεν τήκατε/ετήκετε έτηκαν/έτηκονέτηξα έτηξες/έτηξας έτηξε τήξαμε/ετήξαμεν τήξατε/ετήξατε έτηξανέχω τήξει έχεις τήξει έχει τήξει έχουμε τήξει έχετε τήξει έχουν τήξειείχα τήξει είχες τήξει είχε τήξει είχαμε τήξει είχατε τήξει είχαν τήξειθα έχω τήξει θα έχεις τήξει θα έχει τήξει θα έχουμε τήξει θα έχετε τήξει θα έχουν τήξειθα τήκω θα τήκεις θα τήκει θα τήκομε/θα τήκουμε/θα τήκομεν θα τήκετε θα τήκουνθα τήξω θα τήξεις/θα τήξης θα τήξει/θα τήξη θα τήξομε/θα τήξουμε/θα τήξωμεν θα τήξετε θα τήξουν
Υ π ο τ.να τήκω να τήκεις να τήκει να τήκομε/να τήκουμε/να τήκομεν να τήκετε να τήκουν- - - - - -να τήξω να τήξεις/να τήξης να τήξει/να τήξη να τήξομε/να τήξουμε/να τήξωμεν να τήξετε να τήξουννα έχω τήξει να έχεις τήξει να έχει τήξει να έχουμε τήξει να έχετε τήξει να έχουν τήξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- τήκε - - τήκετε -- - - - - -- τήξε - - τήξετε/τήξτε/τήξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--τήξει-----
Το ρήμα τήκω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.τήκομαι τήκεσαι τήκεται τηκόμαστε/τηκόμεθα τήκεστε/τήκεσθε τήκονταιτηκόμουν/ετηκόμην τηκόσουν/ετήκεσο τηκόταν/ετήκετο τηκόμαστε/ετηκόμεθα τηκόσαστε/ετήκεσθε τήκονταν/ετήκοντοετήχθην/τήχθηκα ετήχθης/τήχθηκες ετήχθη/τήχθηκε ετήχθημεν/τηχθήκαμε ετήχθητε/τηχθήκατε ετήχθησαν/τήχθηκανετάκην ετάκης ετάκη ετάκημεν ετάκητε ετάκησανέχω τηχθεί έχεις τηχθεί έχει τηχθεί έχουμε τηχθεί έχετε τηχθεί έχουν τηχθείείχα τηχθεί είχες τηχθεί είχε τηχθεί είχαμε τηχθεί είχατε τηχθεί είχαν τηχθείθα έχω τηχθεί θα έχεις τηχθεί θα έχει τηχθεί θα έχουμε τηχθεί θα έχετε τηχθεί θα έχουν τηχθείθα τήκομαι θα τήκεσαι θα τήκεται θα τηκόμαστε/θα τηκόμεθα θα τήκεστε/θα τήκεσθε θα τήκονταιθα τηχθώ/θα τηχθώ θα τηχθής/θα τηχθείς θα τηχθή/θα τηχθεί θα τηχθώμεν/θα τηχθούμε θα τηχθήτε/θα τηχθείτε θα τηχθούν/θα τηχθούν
Υ π ο τ.να τήκομαι να τήκεσαι να τήκεται να τηκόμαστε/να τηκόμεθα να τήκεστε/να τήκεσθε να τήκονται- - - - - -να τηχθώ/να τηχθώ να τηχθής/να τηχθείς να τηχθή/να τηχθεί να τηχθώμεν/να τηχθούμε να τηχθήτε/να τηχθείτε να τηχθούν/να τηχθούν- - - - - -να έχω τηχθεί να έχεις τηχθεί να έχει τηχθεί να έχουμε τηχθεί να έχετε τηχθεί να έχουν τηχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - τήκεστε/τήκεσθε -- - - - - -- - - - τηχθήτε/τηχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--τηχθή/τηχθείτακή-----
71Το ρήμα αναλίσκω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αναλίσκω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αναλίσκω αναλίσκεις αναλίσκει αναλίσκομε/αναλίσκουμε/αναλίσκομεν αναλίσκετε αναλίσκουνανήλισκον ανήλισκες ανήλισκε ανηλίσκομεν ανηλίσκετε ανήλισκονθα αναλίσκω θα αναλίσκεις θα αναλίσκει θα αναλίσκομε/θα αναλίσκουμε/θα αναλίσκομεν θα αναλίσκετε θα αναλίσκουν
Υ π ο τ.να αναλίσκω να αναλίσκεις να αναλίσκει να αναλίσκομε/να αναλίσκουμε/να αναλίσκομεν να αναλίσκετε να αναλίσκουν- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- ανάλισκε - - αναλίσκετε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
Το ρήμα αναλίσκω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αναλίσκομαι αναλίσκεσαι αναλίσκεται αναλισκόμαστε/αναλισκόμεθα αναλίσκεστε/αναλίσκεσθε αναλίσκονταιαναλισκόμουν/ανηλισκόμην αναλισκόσουν/ανηλίσκεσο αναλισκόταν/ανηλίσκετο αναλισκόμαστε/ανηλισκόμεθα αναλισκόσαστε/ανηλίσκεσθε αναλίσκονταν/ανηλίσκοντοθα αναλίσκομαι θα αναλίσκεσαι θα αναλίσκεται θα αναλισκόμαστε/θα αναλισκόμεθα θα αναλίσκεστε/θα αναλίσκεσθε θα αναλίσκονται
Υ π ο τ.να αναλίσκομαι να αναλίσκεσαι να αναλίσκεται να αναλισκόμαστε/να αναλισκόμεθα να αναλίσκεστε/να αναλίσκεσθε να αναλίσκονται- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αναλίσκεστε/αναλίσκεσθε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
72Το ρήμα έλκω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα έλκω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.έλκω έλκεις έλκει έλκομε/έλκουμε/έλκομεν έλκετε έλκουνείλκον είλκες εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/είλκε είλκομεν είλκετε εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/είλκον- - - - - -έχω έλξει έχεις έλξει έχει έλξει έχουμε έλξει έχετε έλξει έχουν έλξειείχα έλξει είχες έλξει είχε έλξει είχαμε έλξει είχατε έλξει είχαν έλξειθα έχω έλξει θα έχεις έλξει θα έχει έλξει θα έχουμε έλξει θα έχετε έλξει θα έχουν έλξειθα έλκω θα έλκεις θα έλκει θα έλκομε/θα έλκουμε/θα έλκομεν θα έλκετε θα έλκουνθα έλξω θα έλξεις/θα έλξης θα έλξει/θα έλξη θα έλξομε/θα έλξουμε/θα έλξωμεν θα έλξετε θα έλξουν
Υ π ο τ.να έλκω να έλκεις να έλκει να έλκομε/να έλκουμε/να έλκομεν να έλκετε να έλκουν- - - - - -να έλξω να έλξεις/να έλξης να έλξει/να έλξη να έλξομε/να έλξουμε/να έλξωμεν να έλξετε να έλξουννα έχω έλξει να έχεις έλξει να έχει έλξει να έχουμε έλξει να έχετε έλξει να έχουν έλξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- έλκε - - έλκετε -- - - - - -- έλξε - - έλξετε/έλξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--έλξει-----
Το ρήμα έλκω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.έλκομαι έλκεσαι έλκεται ελκόμαστε/ελκόμεθα έλκεστε/έλκεσθε έλκονταιελκόμουν/ειλκόμην ελκόσουν/είλκεσο ελκόταν/είλκετο ελκόμαστε/ειλκόμεθα ελκόσαστε/είλκεσθε έλκονταν/είλκοντο- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -θα έλκομαι θα έλκεσαι θα έλκεται θα ελκόμαστε/θα ελκόμεθα θα έλκεστε/θα έλκεσθε θα έλκονται- - - - - -
Υ π ο τ.να έλκομαι να έλκεσαι να έλκεται να ελκόμαστε/να ελκόμεθα να έλκεστε/να έλκεσθε να έλκονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - έλκεστε/έλκεσθε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--------
73Το ρήμα φλέγω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα φλέγω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φλέγω φλέγεις φλέγει φλέγομε/φλέγουμε/φλέγομεν φλέγετε φλέγουν/φλέγουνεέφλεγα/έφλεγον έφλεγες έφλεγε φλέγαμε/εφλέγομεν φλέγατε/εφλέγετε έφλεγαν/έφλεγον/φλέγαν/φλέγανεθα φλέγω θα φλέγεις θα φλέγει θα φλέγομε/θα φλέγουμε/θα φλέγομεν θα φλέγετε θα φλέγουν/θα φλέγουνε
Υ π ο τ.να φλέγω να φλέγεις να φλέγει να φλέγομε/να φλέγουμε/να φλέγομεν να φλέγετε να φλέγουν/να φλέγουνε- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- φλέγε - - φλέγετε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
Το ρήμα φλέγω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστος βεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φλέγομαι φλέγεσαι φλέγεται φλεγόμαστε/φλεγόμεθα φλέγεστε/φλέγεσθε/φλεγόσαστε φλέγονταιφλεγόμουν/εφλεγόμην/φλεγόμουνα φλεγόσουν/εφλέγεσο/φλεγόσουνα φλεγόταν/εφλέγετο/φλεγότανε φλεγόμαστε/εφλεγόμεθα/φλεγόμασταν φλεγόσαστε/εφλέγεσθε/φλεγόσασταν φλέγονταν/εφλέγοντο/φλεγόντανε/φλεγόντουσανεφλέγην εφλέγης εύχρηστο το γ' πρόσ./εφλέγη εφλέγημεν εφλέγητε εύχρηστο το γ' πρόσ./εφλέγησανθα φλέγομαι θα φλέγεσαι θα φλέγεται θα φλεγόμαστε/θα φλεγόμεθα θα φλέγεστε/θα φλέγεσθε/θα φλεγόσαστε θα φλέγονται
Υ π ο τ.να φλέγομαι να φλέγεσαι να φλέγεται να φλεγόμαστε/να φλεγόμεθα να φλέγεστε/να φλέγεσθε/να φλεγόσαστε να φλέγονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - φλέγεστε/φλέγεσθε -- - - - - -- - - - φλεγείτε -- - - - - -
Α.--φλεγεί/φλεγή-
74Το ρήμα φέγγω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα φέγγω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φέγγω φέγγεις φέγγει φέγγομε/φέγγουμε/φέγγομεν φέγγετε φέγγουν/φέγγουνεέφεγγα/'φεγγα/έφεγγον έφεγγες/'φεγγες έφεγγε/'φεγγε φέγγαμε/εφέγγομεν φέγγατε/εφέγγετε έφεγγαν/'φεγγαν/έφεγγον/φέγγαν/φέγγανεέφεξα/'φεξα έφεξες/'φεξες/έφεξας έφεξε/'φεξε φέξαμε/εφέξαμεν φέξατε/εφέξατε έφεξαν/'φεξαν/φέξαν/φέξανεέχω φέξει έχεις φέξει έχει φέξει έχουμε φέξει έχετε φέξει έχουν φέξειείχα φέξει είχες φέξει είχε φέξει είχαμε φέξει είχατε φέξει είχαν φέξειθα έχω φέξει θα έχεις φέξει θα έχει φέξει θα έχουμε φέξει θα έχετε φέξει θα έχουν φέξειθα φέγγω θα φέγγεις θα φέγγει θα φέγγομε/θα φέγγουμε/θα φέγγομεν θα φέγγετε θα φέγγουν/θα φέγγουνεθα φέξω θα φέξεις/θα φέξης θα φέξει/θα φέξη θα φέξομε/θα φέξουμε/θα φέξωμεν θα φέξετε θα φέξουν/θα φέξουνε
Υ π ο τ.να φέγγω να φέγγεις να φέγγει να φέγγομε/να φέγγουμε/να φέγγομεν να φέγγετε να φέγγουν/να φέγγουνε- - - - - -να φέξω να φέξεις/να φέξης να φέξει/να φέξη να φέξομε/να φέξουμε/να φέξωμεν να φέξετε να φέξουν/να φέξουνενα έχω φέξει να έχεις φέξει να έχει φέξει να έχουμε φέξει να έχετε φέξει να έχουν φέξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- φέγγε - - φέγγετε -- - - - - -- φέξε/φέξ' - - φέξτε/φέξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--φέξει-----
75Το ρήμα ψέγω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ψέγω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ψέγω ψέγεις ψέγει ψέγομε/ψέγουμε/ψέγομεν ψέγετε ψέγουν/ψέγουνεέψεγα/έψεγον έψεγες έψεγε ψέγαμε/εψέγομεν ψέγατε/εψέγετε έψεγαν/έψεγον/ψέγαν/ψέγανεέψεξα έψεξες/έψεξας έψεξε ψέξαμε/εψέξαμεν ψέξατε/εψέξατε έψεξαν/ψέξαν/ψέξανεέχω ψέξει έχεις ψέξει έχει ψέξει έχουμε ψέξει έχετε ψέξει έχουν ψέξειείχα ψέξει είχες ψέξει είχε ψέξει είχαμε ψέξει είχατε ψέξει είχαν ψέξειθα έχω ψέξει θα έχεις ψέξει θα έχει ψέξει θα έχουμε ψέξει θα έχετε ψέξει θα έχουν ψέξειθα ψέγω θα ψέγεις θα ψέγει θα ψέγομε/θα ψέγουμε/θα ψέγομεν θα ψέγετε θα ψέγουν/θα ψέγουνεθα ψέξω θα ψέξεις/θα ψέξης θα ψέξει/θα ψέξη θα ψέξομε/θα ψέξουμε/θα ψέξωμεν θα ψέξετε θα ψέξουν/θα ψέξουνε
Υ π ο τ.να ψέγω να ψέγεις να ψέγει να ψέγομε/να ψέγουμε/να ψέγομεν να ψέγετε να ψέγουν/να ψέγουνε- - - - - -να ψέξω να ψέξεις/να ψέξης να ψέξει/να ψέξη να ψέξομε/να ψέξουμε/να ψέξωμεν να ψέξετε να ψέξουν/να ψέξουνενα έχω ψέξει να έχεις ψέξει να έχει ψέξει να έχουμε ψέξει να έχετε ψέξει να έχουν ψέξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- ψέγε - - ψέγετε -- - - - - -- ψέξε - - ψέξτε/ψέξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ψέξει-----
76Το ρήμα σφίγγω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα σφίγγω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σφίγγω σφίγγεις σφίγγει σφίγγομε/σφίγγουμε/σφίγγομεν σφίγγετε σφίγγουν/σφίγγουνεέσφιγγα/'σφιγγα/έσφιγγον έσφιγγες/'σφιγγες έσφιγγε/'σφιγγε σφίγγαμε/εσφίγγομεν σφίγγατε/εσφίγγετε έσφιγγαν/'σφιγγαν/έσφιγγον/σφίγγαν/σφίγγανεέσφιξα/'σφιξα έσφιξες/'σφιξες/έσφιξας έσφιξε/'σφιξε σφίξαμε/εσφίγξαμεν/εσφίξαμεν σφίξατε/εσφίγξατε/εσφίξατε έσφιξαν/'σφιξαν/σφίξαν/σφίξανεέχω σφίξει έχεις σφίξει έχει σφίξει έχουμε σφίξει έχετε σφίξει έχουν σφίξειείχα σφίξει είχες σφίξει είχε σφίξει είχαμε σφίξει είχατε σφίξει είχαν σφίξειθα έχω σφίξει θα έχεις σφίξει θα έχει σφίξει θα έχουμε σφίξει θα έχετε σφίξει θα έχουν σφίξειθα σφίγγω θα σφίγγεις θα σφίγγει θα σφίγγομε/θα σφίγγουμε/θα σφίγγομεν θα σφίγγετε θα σφίγγουν/θα σφίγγουνεθα σφίξω θα σφίξεις/θα σφίγξης/θα σφίξης θα σφίξει/θα σφίγξη/θα σφίξη θα σφίξομε/θα σφίξουμε/θα σφίγξωμεν/θα σφίξωμεν θα σφίξετε θα σφίξουν/θα σφίξουνε
Υ π ο τ.να σφίγγω να σφίγγεις να σφίγγει να σφίγγομε/να σφίγγουμε/να σφίγγομεν να σφίγγετε να σφίγγουν/να σφίγγουνε- - - - - -να σφίξω να σφίξεις/να σφίγξης/να σφίξης να σφίξει/να σφίγξη/να σφίξη να σφίξομε/να σφίξουμε/να σφίγξωμεν/να σφίξωμεν να σφίξετε να σφίξουν/να σφίξουνενα έχω σφίξει να έχεις σφίξει να έχει σφίξει να έχουμε σφίξει να έχετε σφίξει να έχουν σφίξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- σφίγγε - - σφίγγετε -- - - - - -- σφίγξε/σφίξε/σφίξ'/σφίχ' - - σφίξτε/σφίγξατε/σφίξατε/σφίχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σφίξει-----
Το ρήμα σφίγγω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σφίγγομαι σφίγγεσαι σφίγγεται σφιγγόμαστε/σφιγγόμεθα σφίγγεστε/σφίγγεσθε/σφιγγόσαστε σφίγγονταισφιγγόμουν/εσφιγγόμην/σφιγγόμουνα σφιγγόσουν/εσφίγγεσο/σφιγγόσουνα σφιγγόταν/εσφίγγετο/σφιγγότανε σφιγγόμαστε/εσφιγγόμεθα/σφιγγόμασταν σφιγγόσαστε/εσφίγγεσθε/σφιγγόσασταν σφίγγονταν/εσφίγγοντο/σφιγγόντανε/σφιγγόντουσανσφίχτηκα/εσφίγχθην/εσφίχθην/σφίχθηκα σφίχτηκες/εσφίγχθης/εσφίχθης/σφίχθηκες σφίχτηκε/εσφίγχθη/εσφίχθη/σφίχθηκε σφιχτήκαμε/εσφίγχθημεν/εσφίχθημεν/σφιχθήκαμε σφιχτήκατε/εσφίγχθητε/εσφίχθητε/σφιχθήκατε σφίχτηκαν/εσφίγχθησαν/εσφίχθησαν/σφιχτήκαν/σφιχτήκανε/σφίχθηκανέχω σφιχτεί έχεις σφιχτεί έχει σφιχτεί έχουμε σφιχτεί έχετε σφιχτεί έχουν σφιχτείείχα σφιχτεί είχες σφιχτεί είχε σφιχτεί είχαμε σφιχτεί είχατε σφιχτεί είχαν σφιχτείθα έχω σφιχτεί θα έχεις σφιχτεί θα έχει σφιχτεί θα έχουμε σφιχτεί θα έχετε σφιχτεί θα έχουν σφιχτείθα σφίγγομαι θα σφίγγεσαι θα σφίγγεται θα σφιγγόμαστε/θα σφιγγόμεθα θα σφίγγεστε/θα σφίγγεσθε/θα σφιγγόσαστε θα σφίγγονταιθα σφιχτώ/θα σφιγχθώ/θα σφιχθώ/θα σφιχθώ θα σφιχτείς/θα σφιγχθής/θα σφιχθής/θα σφιχθείς θα σφιχτεί/θα σφιγχθή/θα σφιχθή/θα σφιχθεί θα σφιχτούμε/θα σφιγχθώμεν/θα σφιχθώμεν/θα σφιχθούμε θα σφιχτείτε/θα σφιγχθήτε/θα σφιχθήτε/θα σφιχθείτε θα σφιχτούν/θα σφιγχθούν/θα σφιχθούν/θα σφιχτούνε/θα σφιχθούν
Υ π ο τ.να σφίγγομαι να σφίγγεσαι να σφίγγεται να σφιγγόμαστε/να σφιγγόμεθα να σφίγγεστε/να σφίγγεσθε/να σφιγγόσαστε να σφίγγονται- - - - - -να σφιχτώ/να σφιγχθώ/να σφιχθώ/να σφιχθώ να σφιχτείς/να σφιγχθής/να σφιχθής/να σφιχθείς να σφιχτεί/να σφιγχθή/να σφιχθή/να σφιχθεί να σφιχτούμε/να σφιγχθώμεν/να σφιχθώμεν/να σφιχθούμε να σφιχτείτε/να σφιγχθήτε/να σφιχθήτε/να σφιχθείτε να σφιχτούν/να σφιγχθούν/να σφιχθούν/να σφιχτούνε/να σφιχθούννα έχω σφιχτεί να έχεις σφιχτεί να έχει σφιχτεί να έχουμε σφιχτεί να έχετε σφιχτεί να έχουν σφιχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ- - - - σφίγγεστε/σφίγγεσθε -- - - - - -- σφίξου - - σφιχτείτε/σφιγχθήτε/σφιχθήτε/σφιχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--σφιχτεί/σφιγχθή/σφιχθή/σφιχθεί-----
77Το ρήμα τυλίγω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα τυλίγω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.τυλίγω τυλίγεις τυλίγει τυλίγομε/τυλίγουμε τυλίγετε τυλίγουν/τυλίγουνετύλιγα τύλιγες τύλιγε τυλίγαμε τυλίγατε τύλιγαν/τυλίγαν/τυλίγανετύλιξα τύλιξες τύλιξε τυλίξαμε τυλίξατε τύλιξαν/τυλίξαν/τυλίξανεέχω τυλίξει έχεις τυλίξει έχει τυλίξει έχουμε τυλίξει έχετε τυλίξει έχουν τυλίξειείχα τυλίξει είχες τυλίξει είχε τυλίξει είχαμε τυλίξει είχατε τυλίξει είχαν τυλίξειθα έχω τυλίξει θα έχεις τυλίξει θα έχει τυλίξει θα έχουμε τυλίξει θα έχετε τυλίξει θα έχουν τυλίξειθα τυλίγω θα τυλίγεις θα τυλίγει θα τυλίγομε/θα τυλίγουμε θα τυλίγετε θα τυλίγουν/θα τυλίγουνεθα τυλίξω θα τυλίξεις θα τυλίξει θα τυλίξομε/θα τυλίξουμε θα τυλίξετε θα τυλίξουν/θα τυλίξουνε
Υ π ο τ.να τυλίγω να τυλίγεις να τυλίγει να τυλίγομε/να τυλίγουμε να τυλίγετε να τυλίγουν/να τυλίγουνε- - - - - -να τυλίξω να τυλίξεις να τυλίξει να τυλίξομε/να τυλίξουμε να τυλίξετε να τυλίξουν/να τυλίξουνενα έχω τυλίξει να έχεις τυλίξει να έχει τυλίξει να έχουμε τυλίξει να έχετε τυλίξει να έχουν τυλίξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- τύλιγε - - τυλίγετε -- - - - - -- τύλιξε - - τυλίξτε/τυλίχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--τυλίξει-----
Το ρήμα τυλίγω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.τυλίγομαι τυλίγεσαι τυλίγεται τυλιγόμαστε τυλίγεστε/τυλιγόσαστε τυλίγονταιτυλιγόμουν/τυλιγόμουνα τυλιγόσουν/τυλιγόσουνα τυλιγόταν/τυλιγότανε τυλιγόμαστε/τυλιγόμασταν τυλιγόσαστε/τυλιγόσασταν τυλίγονταν/τυλιγόντανε/τυλιγόντουσαντυλίχτηκα τυλίχτηκες τυλίχτηκε τυλιχτήκαμε τυλιχτήκατε τυλίχτηκαν/τυλιχτήκαν/τυλιχτήκανεέχω τυλιχτεί έχεις τυλιχτεί έχει τυλιχτεί έχουμε τυλιχτεί έχετε τυλιχτεί έχουν τυλιχτείείχα τυλιχτεί είχες τυλιχτεί είχε τυλιχτεί είχαμε τυλιχτεί είχατε τυλιχτεί είχαν τυλιχτείθα έχω τυλιχτεί θα έχεις τυλιχτεί θα έχει τυλιχτεί θα έχουμε τυλιχτεί θα έχετε τυλιχτεί θα έχουν τυλιχτείθα τυλίγομαι θα τυλίγεσαι θα τυλίγεται θα τυλιγόμαστε θα τυλίγεστε/θα τυλιγόσαστε θα τυλίγονταιθα τυλιχτώ θα τυλιχτείς θα τυλιχτεί θα τυλιχτούμε θα τυλιχτείτε θα τυλιχτούν/θα τυλιχτούνε
Υ π ο τ.να τυλίγομαι να τυλίγεσαι να τυλίγεται να τυλιγόμαστε να τυλίγεστε/να τυλιγόσαστε να τυλίγονται- - - - - -να τυλιχτώ να τυλιχτείς να τυλιχτεί να τυλιχτούμε να τυλιχτείτε να τυλιχτούν/να τυλιχτούνενα έχω τυλιχτεί να έχεις τυλιχτεί να έχει τυλιχτεί να έχουμε τυλιχτεί να έχετε τυλιχτεί να έχουν τυλιχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - τυλίγεστε -- - - - - -- τυλίξου - - τυλιχτείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--τυλιχτεί-----
78Το ρήμα λήγω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα λήγω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.λήγω λήγεις λήγει λήγομε/λήγουμε/λήγομεν λήγετε λήγουν/λήγουνεέληγα/έληγον έληγες έληγε λήγαμε/ελήγομεν λήγατε/ελήγετε έληγαν/έληγον/λήγαν/λήγανεέληξα έληξες/έληξας έληξε λήξαμε/ελήξαμεν λήξατε/ελήξατε έληξαν/λήξαν/λήξανεέχω λήξει έχεις λήξει έχει λήξει έχουμε λήξει έχετε λήξει έχουν λήξειείχα λήξει είχες λήξει είχε λήξει είχαμε λήξει είχατε λήξει είχαν λήξειθα έχω λήξει θα έχεις λήξει θα έχει λήξει θα έχουμε λήξει θα έχετε λήξει θα έχουν λήξειθα λήγω θα λήγεις θα λήγει θα λήγομε/θα λήγουμε/θα λήγομεν θα λήγετε θα λήγουν/θα λήγουνεθα λήξω θα λήξεις/θα λήξης θα λήξει/θα λήξη θα λήξομε/θα λήξουμε/θα λήξωμεν θα λήξετε θα λήξουν/θα λήξουνε
Υ π ο τ.να λήγω να λήγεις να λήγει να λήγομε/να λήγουμε/να λήγομεν να λήγετε να λήγουν/να λήγουνε- - - - - -να λήξω να λήξεις/να λήξης να λήξει/να λήξη να λήξομε/να λήξουμε/να λήξωμεν να λήξετε να λήξουν/να λήξουνενα έχω λήξει να έχεις λήξει να έχει λήξει να έχουμε λήξει να έχετε λήξει να έχουν λήξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- λήγε - - λήγετε -- - - - - -- λήξε - - λήξτε/λήξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--λήξει-----
Το ρήμα λήγω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.- - - - - -- - - - - -είμαι ληγμένος είσαι ληγμένος είναι ληγμένος είμαστε ληγμένοι είσαστε ληγμένοι είναι ληγμένοιήμουν ληγμένος ήσουν ληγμένος ήταν ληγμένος ήμασταν ληγμένοι ήσασταν ληγμένοι ήταν ληγμένοιθα είμαι ληγμένος θα είσαι ληγμένος θα είναι ληγμένος θα είμαστε ληγμένοι θα είσαστε ληγμένοι θα είναι ληγμένοι- - - - - -- - - - - -
Υ π ο τ.- - - - - -- - - - - -να είμαι ληγμένος να είσαι ληγμένος να είναι ληγμένος να είμαστε ληγμένοι να είσαστε ληγμένοι να είναι ληγμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-------
79Το ρήμα στέργω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα στέργω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.στέργω στέργεις στέργει στέργομε/στέργουμε/στέργομεν στέργετε στέργουν/στέργουνεέστεργα/έστεργον έστεργες έστεργε στέργαμε/εστέργομεν στέργατε/εστέργετε έστεργαν/έστεργον/στέργαν/στέργανεέστερξα έστερξες/έστερξας έστερξε στέρξαμε/εστέρξαμεν στέρξατε/εστέρξατε έστερξαν/στέρξαν/στέρξανεέχω στέρξει έχεις στέρξει έχει στέρξει έχουμε στέρξει έχετε στέρξει έχουν στέρξειείχα στέρξει είχες στέρξει είχε στέρξει είχαμε στέρξει είχατε στέρξει είχαν στέρξειθα έχω στέρξει θα έχεις στέρξει θα έχει στέρξει θα έχουμε στέρξει θα έχετε στέρξει θα έχουν στέρξειθα στέργω θα στέργεις θα στέργει θα στέργομε/θα στέργουμε/θα στέργομεν θα στέργετε θα στέργουν/θα στέργουνεθα στέρξω θα στέρξεις/θα στέρξης θα στέρξει/θα στέρξη θα στέρξομε/θα στέρξουμε/θα στέρξωμεν θα στέρξετε θα στέρξουν/θα στέρξουνε
Υ π ο τ.να στέργω να στέργεις να στέργει να στέργομε/να στέργουμε/να στέργομεν να στέργετε να στέργουν/να στέργουνε- - - - - -να στέρξω να στέρξεις/να στέρξης να στέρξει/να στέρξη να στέρξομε/να στέρξουμε/να στέρξωμεν να στέρξετε να στέρξουν/να στέρξουνενα έχω στέρξει να έχεις στέρξει να έχει στέρξει να έχουμε στέρξει να έχετε στέρξει να έχουν στέρξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- στέργε - - στέργετε -- - - - - -- στέρξε - - στέρξτε/στέρξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--στέρξει-----
80Το ρήμα θέλγω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα θέλγω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.θέλγω θέλγεις θέλγει θέλγομε/θέλγουμε/θέλγομεν θέλγετε θέλγουνέθελγα/έθελγον έθελγες έθελγε θέλγαμε/εθέλγομεν θέλγατε/εθέλγετε έθελγαν/έθελγονέθελξα έθελξες/έθελξας έθελξε θέλξαμε/εθέλξαμεν θέλξατε/εθέλξατε έθελξανέχω θέλξει έχεις θέλξει έχει θέλξει έχουμε θέλξει έχετε θέλξει έχουν θέλξειείχα θέλξει είχες θέλξει είχε θέλξει είχαμε θέλξει είχατε θέλξει είχαν θέλξειθα έχω θέλξει θα έχεις θέλξει θα έχει θέλξει θα έχουμε θέλξει θα έχετε θέλξει θα έχουν θέλξειθα θέλγω θα θέλγεις θα θέλγει θα θέλγομε/θα θέλγουμε/θα θέλγομεν θα θέλγετε θα θέλγουνθα θέλξω θα θέλξεις/θα θέλξης θα θέλξει/θα θέλξη θα θέλξομε/θα θέλξουμε/θα θέλξωμεν θα θέλξετε θα θέλξουν
Υ π ο τ.να θέλγω να θέλγεις να θέλγει να θέλγομε/να θέλγουμε/να θέλγομεν να θέλγετε να θέλγουν- - - - - -να θέλξω να θέλξεις/να θέλξης να θέλξει/να θέλξη να θέλξομε/να θέλξουμε/να θέλξωμεν να θέλξετε να θέλξουννα έχω θέλξει να έχεις θέλξει να έχει θέλξει να έχουμε θέλξει να έχετε θέλξει να έχουν θέλξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- θέλγε - - θέλγετε -- - - - - -- θέλξε - - θέλξτε/θέλξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--θέλξει-----
Το ρήμα θέλγω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.θέλγομαι θέλγεσαι θέλγεται θελγόμαστε/θελγόμεθα θέλγεστε/θέλγεσθε θέλγονταιθελγόμουν/εθελγόμην θελγόσουν/εθέλγεσο θελγόταν/εθέλγετο θελγόμαστε/εθελγόμεθα θελγόσαστε/εθέλγεσθε θέλγονταν/εθέλγοντοεθέλχθην εθέλχθης εθέλχθη εθέλχθημεν εθέλχθητε εθέλχθησανέχω θελχθεί έχεις θελχθεί έχει θελχθεί έχουμε θελχθεί έχετε θελχθεί έχουν θελχθείείχα θελχθεί είχες θελχθεί είχε θελχθεί είχαμε θελχθεί είχατε θελχθεί είχαν θελχθείθα έχω θελχθεί θα έχεις θελχθεί θα έχει θελχθεί θα έχουμε θελχθεί θα έχετε θελχθεί θα έχουν θελχθείθα θέλγομαι θα θέλγεσαι θα θέλγεται θα θελγόμαστε/θα θελγόμεθα θα θέλγεστε/θα θέλγεσθε θα θέλγονταιθα θελχθώ/θα θελχθώ θα θελχθείς/θα θελχθής θα θελχθεί/θα θελχθή θα θελχθούμε/θα θελχθώμεν θα θελχθείτε/θα θελχθήτε θα θελχθούν/θα θελχθούν
Υ π ο τ.να θέλγομαι να θέλγεσαι να θέλγεται να θελγόμαστε/να θελγόμεθα να θέλγεστε/να θέλγεσθε να θέλγονται- - - - - -να θελχθώ/να θελχθώ να θελχθείς/να θελχθής να θελχθεί/να θελχθή να θελχθούμε/να θελχθώμεν να θελχθείτε/να θελχθήτε να θελχθούν/να θελχθούννα έχω θελχθεί να έχεις θελχθεί να έχει θελχθεί να έχουμε θελχθεί να έχετε θελχθεί να έχουν θελχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - θέλγεστε/θέλγεσθε -- - - - - -- - - - θελχθείτε/θελχθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--θελχθεί/θελχθή-----
81Το ρήμα θίγω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα θίγω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.θίγω θίγεις θίγει θίγομε/θίγουμε/θίγομεν θίγετε θίγουν/θίγουνεέθιγα/'θιγα/έθιγον έθιγες/'θιγες έθιγε/'θιγε θίγαμε/εθίγομεν θίγατε/εθίγετε έθιγαν/'θιγαν/έθιγον/θίγαν/θίγανεέθιξα/'θιξα έθιξες/'θιξες/έθιξας έθιξε/'θιξε θίξαμε/εθίξαμεν θίξατε/εθίξατε έθιξαν/'θιξαν/θίξαν/θίξανεέχω θίξει έχεις θίξει έχει θίξει έχουμε θίξει έχετε θίξει έχουν θίξειείχα θίξει είχες θίξει είχε θίξει είχαμε θίξει είχατε θίξει είχαν θίξειθα έχω θίξει θα έχεις θίξει θα έχει θίξει θα έχουμε θίξει θα έχετε θίξει θα έχουν θίξειθα θίγω θα θίγεις θα θίγει θα θίγομε/θα θίγουμε/θα θίγομεν θα θίγετε θα θίγουν/θα θίγουνεθα θίξω θα θίξεις/θα θίξης θα θίξει/θα θίξη θα θίξομε/θα θίξουμε/θα θίξωμεν θα θίξετε θα θίξουν/θα θίξουνε
Υ π ο τ.να θίγω να θίγεις να θίγει να θίγομε/να θίγουμε/να θίγομεν να θίγετε να θίγουν/να θίγουνε- - - - - -να θίξω να θίξεις/να θίξης να θίξει/να θίξη να θίξομε/να θίξουμε/να θίξωμεν να θίξετε να θίξουν/να θίξουνενα έχω θίξει να έχεις θίξει να έχει θίξει να έχουμε θίξει να έχετε θίξει να έχουν θίξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- θίγε - - θίγετε -- - - - - -- θίξε/θίξ' - - θίξτε/θίξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--θίξει-----
Το ρήμα θίγω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.θίγομαι θίγεσαι θίγεται θιγόμαστε/θιγόμεθα θίγεστε/θίγεσθε θίγονταιθιγόμουν/εθιγόμην θιγόσουν/εθίγεσο θιγόταν/εθίγετο θιγόμαστε/εθιγόμεθα θιγόσαστε/εθίγεσθε θίγονταν/εθίγοντοθίχτηκα/εθίχθην/θίχθηκα θίχτηκες/εθίχθης/θίχθηκες θίχτηκε/εθίχθη/θίχθηκε θιχτήκαμε/εθίχθημεν/θιχθήκαμε θιχτήκατε/εθίχθητε/θιχθήκατε θίχτηκαν/εθίχθησαν/θιχτήκαν/θιχτήκανε/θίχθηκανεθίγην εθίγης εύχρηστο το γ' πρόσ./εθίγη εθίγημεν εθίγητε εύχρηστο το γ' πρόσ./εθίγησανέχω θιχτεί/έχω θιχθεί έχεις θιχτεί/έχεις θιχθεί έχει θιχτεί/έχει θιχθεί έχουμε θιχτεί/έχουμε θιχθεί έχετε θιχτεί/έχετε θιχθεί έχουν θιχτεί/έχουν θιχθείείχα θιχτεί/είχα θιχθεί είχες θιχτεί/είχες θιχθεί είχε θιχτεί/είχε θιχθεί είχαμε θιχτεί/είχαμε θιχθεί είχατε θιχτεί/είχατε θιχθεί είχαν θιχτεί/είχαν θιχθείθα έχω θιχτεί/θα έχω θιχθεί θα έχεις θιχτεί/θα έχεις θιχθεί θα έχει θιχτεί/θα έχει θιχθεί θα έχουμε θιχτεί/θα έχουμε θιχθεί θα έχετε θιχτεί/θα έχετε θιχθεί θα έχουν θιχτεί/θα έχουν θιχθείθα θίγομαι θα θίγεσαι θα θίγεται θα θιγόμαστε/θα θιγόμεθα θα θίγεστε/θα θίγεσθε θα θίγονταιθα θιχτώ/θα θιχθώ/θα θιχθώ θα θιχτείς/θα θιχθής/θα θιχθείς θα θιχτεί/θα θιχθή/θα θιχθεί θα θιχτούμε/θα θιχθώμεν/θα θιχθούμε θα θιχτείτε/θα θιχθήτε/θα θιχθείτε θα θιχτούν/θα θιχθούν/θα θιχτούνε/θα θιχθούν
Υ π ο τ.να θίγομαι να θίγεσαι να θίγεται να θιγόμαστε/να θιγόμεθα να θίγεστε/να θίγεσθε να θίγονται- - - - - -να θιχτώ/να θιχθώ/να θιχθώ να θιχτείς/να θιχθής/να θιχθείς να θιχτεί/να θιχθή/να θιχθεί να θιχτούμε/να θιχθώμεν/να θιχθούμε να θιχτείτε/να θιχθήτε/να θιχθείτε να θιχτούν/να θιχθούν/να θιχτούνε/να θιχθούν- - - - - -να έχω θιχτεί/να έχω θιχθεί να έχεις θιχτεί/να έχεις θιχθεί να έχει θιχτεί/να έχει θιχθεί να έχουμε θιχτεί/να έχουμε θιχθεί να έχετε θιχτεί/να έχετε θιχθεί να έχουν θιχτεί/να έχουν θιχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - θίγεστε/θίγεσθε -- - - - - -- - - - θιχτείτε/θιχθήτε/θιχθείτε -- - - - θιγείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--θιχτεί/θιχθή/θιχθείθιγεί/θιγή---  
82Το ρήμα ανοίγω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ανοίγω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ανοίγω ανοίγεις ανοίγει ανοίγομε/ανοίγουμε/ανοίγομεν ανοίγετε ανοίγουν/ανοίγουνεάνοιγα/ήνοιγον άνοιγες/ήνοιγες άνοιγε/ήνοιγε ανοίγαμε/ηνοίγομεν ανοίγατε/ηνοίγετε άνοιγαν/ήνοιγον/ανοίγαν/ανοίγανεάνοιξα/ήνοιξα άνοιξες/ήνοιξας άνοιξε/ήνοιξε ανοίξαμε/ηνοίξαμεν ανοίξατε/ηνοίξατε άνοιξαν/ήνοιξαν/ανοίξαν/ανοίξανεέχω ανοίξει έχεις ανοίξει έχει ανοίξει έχουμε ανοίξει έχετε ανοίξει έχουν ανοίξειείχα ανοίξει είχες ανοίξει είχε ανοίξει είχαμε ανοίξει είχατε ανοίξει είχαν ανοίξειθα έχω ανοίξει θα έχεις ανοίξει θα έχει ανοίξει θα έχουμε ανοίξει θα έχετε ανοίξει θα έχουν ανοίξειθα ανοίγω θα ανοίγεις θα ανοίγει θα ανοίγομε/θα ανοίγουμε/θα ανοίγομεν θα ανοίγετε θα ανοίγουν/θα ανοίγουνεθα ανοίξω θα ανοίξεις/θα ανοίξης θα ανοίξει/θα ανοίξη θα ανοίξομε/θα ανοίξουμε/θα ανοίξωμεν θα ανοίξετε θα ανοίξουν/θα ανοίξουνε
Υ π ο τ.να ανοίγω να ανοίγεις να ανοίγει να ανοίγομε/να ανοίγουμε/να ανοίγομεν να ανοίγετε να ανοίγουν/να ανοίγουνε- - - - - -να ανοίξω να ανοίξεις/να ανοίξης να ανοίξει/να ανοίξη να ανοίξομε/να ανοίξουμε/να ανοίξωμεν να ανοίξετε να ανοίξουν/να ανοίξουνενα έχω ανοίξει να έχεις ανοίξει να έχει ανοίξει να έχουμε ανοίξει να έχετε ανοίξει να έχουν ανοίξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- άνοιγε - - ανοίγετε -- - - - - -- άνοιξε - - ανοίξτε/ανοίξατε/ανοίχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ανοίξει-----
Το ρήμα ανοίγω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ανοίγομαι ανοίγεσαι ανοίγεται ανοιγόμαστε/ανοιγόμεθα ανοίγεστε/ανοίγεσθε/ανοιγόσαστε ανοίγονταιανοιγόμουν/ηνοιγόμην/ανοιγόμουνα ανοιγόσουν/ηνοίγεσο/ανοιγόσουνα ανοιγόταν/ανοίγετο/ηνοίγετο/ανοιγότανε ανοιγόμαστε/ηνοιγόμεθα/ανοιγόμασταν ανοιγόσαστε/ηνοίγεσθε/ανοιγόσασταν ανοίγονταν/ανοίγοντο/ηνοίγοντο/ανοιγόντανε/ανοιγόντουσανανοίχτηκα/ηνοίχθην/ανοίχθηκα ανοίχτηκες/ηνοίχθης/ανοίχθηκες ανοίχτηκε/ανοίχθη/ηνοίχθη/ανοίχθηκε ανοιχτήκαμε/ηνοίχθημεν/ανοιχθήκαμε ανοιχτήκατε/ηνοίχθητε/ανοιχθήκατε ανοίχτηκαν/ανοίχθησαν/ηνοίχθησαν/ανοιχτήκαν/ανοιχτήκανε/ανοίχθηκανέχω ανοιχτεί έχεις ανοιχτεί έχει ανοιχτεί έχουμε ανοιχτεί έχετε ανοιχτεί έχουν ανοιχτείείχα ανοιχτεί είχες ανοιχτεί είχε ανοιχτεί είχαμε ανοιχτεί είχατε ανοιχτεί είχαν ανοιχτείθα έχω ανοιχτεί θα έχεις ανοιχτεί θα έχει ανοιχτεί θα έχουμε ανοιχτεί θα έχετε ανοιχτεί θα έχουν ανοιχτείθα ανοίγομαι θα ανοίγεσαι θα ανοίγεται θα ανοιγόμαστε/θα ανοιγόμεθα θα ανοίγεστε/θα ανοίγεσθε/θα ανοιγόσαστε θα ανοίγονταιθα ανοιχτώ/θα ανοιχθώ/θα ανοιχθώ θα ανοιχτείς/θα ανοιχθής/θα ανοιχθείς θα ανοιχτεί/θα ανοιχθή/θα ανοιχθεί θα ανοιχτούμε/θα ανοιχθώμεν/θα ανοιχθούμε θα ανοιχτείτε/θα ανοιχθήτε/θα ανοιχθείτε θα ανοιχτούν/θα ανοιχθούν/θα ανοιχτούνε/θα ανοιχθούν
Υ π ο τ.να ανοίγομαι να ανοίγεσαι να ανοίγεται να ανοιγόμαστε/να ανοιγόμεθα να ανοίγεστε/να ανοίγεσθε/να ανοιγόσαστε να ανοίγονται- - - - - -να ανοιχτώ/να ανοιχθώ/να ανοιχθώ να ανοιχτείς/να ανοιχθής/να ανοιχθείς να ανοιχτεί/να ανοιχθή/να ανοιχθεί να ανοιχτούμε/να ανοιχθώμεν/να ανοιχθούμε να ανοιχτείτε/να ανοιχθήτε/να ανοιχθείτε να ανοιχτούν/να ανοιχθούν/να ανοιχτούνε/να ανοιχθούννα έχω ανοιχτεί να έχεις ανοιχτεί να έχει ανοιχτεί να έχουμε ανοιχτεί να έχετε ανοιχτεί να έχουν ανοιχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - ανοίγεστε/ανοίγεσθε -- - - - - -- ανοίξου - - ανοιχτείτε/ανοιχθήτε/ανοιχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ανοιχτεί/ανοιχθή/ανοιχθεί-----
83Το ρήμα συλλέγω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα συλλέγω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συλλέγω συλλέγεις συλλέγει συλλέγομε/συλλέγουμε/συλλέγομεν συλλέγετε συλλέγουν/συλλέγουνεσυνέλεγα/συνέλεγον συνέλεγες συνέλεγε συλλέγαμε/συνελέγομεν συλλέγατε/συνελέγετε συνέλεγαν/συνέλεγον/συλλέγαν/συλλέγανεσυνέλεξα συνέλεξες/συνέλεξας συνέλεξε συλλέξαμε/συνελέξαμεν συλλέξατε/συνελέξατε συνέλεξαν/συλλέξαν/συλλέξανεέχω συλλέξει έχεις συλλέξει έχει συλλέξει έχουμε συλλέξει έχετε συλλέξει έχουν συλλέξειείχα συλλέξει είχες συλλέξει είχε συλλέξει είχαμε συλλέξει είχατε συλλέξει είχαν συλλέξειθα έχω συλλέξει θα έχεις συλλέξει θα έχει συλλέξει θα έχουμε συλλέξει θα έχετε συλλέξει θα έχουν συλλέξειθα συλλέγω θα συλλέγεις θα συλλέγει θα συλλέγομε/θα συλλέγουμε/θα συλλέγομεν θα συλλέγετε θα συλλέγουν/θα συλλέγουνεθα συλλέξω θα συλλέξεις/θα συλλέξης θα συλλέξει/θα συλλέξη θα συλλέξομε/θα συλλέξουμε/θα συλλέξωμεν θα συλλέξετε θα συλλέξουν/θα συλλέξουνε
Υ π ο τ.να συλλέγω να συλλέγεις να συλλέγει να συλλέγομε/να συλλέγουμε/να συλλέγομεν να συλλέγετε να συλλέγουν/να συλλέγουνε- - - - - -να συλλέξω να συλλέξεις/να συλλέξης να συλλέξει/να συλλέξη να συλλέξομε/να συλλέξουμε/να συλλέξωμεν να συλλέξετε να συλλέξουν/να συλλέξουνενα έχω συλλέξει να έχεις συλλέξει να έχει συλλέξει να έχουμε συλλέξει να έχετε συλλέξει να έχουν συλλέξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- σύλλεγε - - συλλέγετε -- - - - - -- σύλλεξε - - συλλέξτε/συλλέξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συλλέξει-----
Το ρήμα συλλέγω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατιαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυνΣυντ.μέλλονταςΕξ. μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συλλέγομαι συλλέγεσαι συλλέγεται συλλεγόμαστε/συλλεγόμεθα συλλέγεστε/συλλέγεσθε συλλέγονταισυλλεγόμουν/συνελεγόμην συλλεγόσουν/συνελέγεσο συλλεγόταν/συνελέγετο συλλεγόμαστε/συνελεγόμεθα συλλεγόσαστε/συνελέγεσθε συλλέγονταν/συνελέγοντοσυλλέχτηκα/συνελέχθην/συλλέχθηκα συλλέχτηκες/συνελέχθης/συλλέχθηκες συλλέχτηκε/συνελέχθη/συλλέχθηκε συλλεχτήκαμε/συνελέχθημεν/συλλεχθήκαμε συλλεχτήκατε/συνελέχθητε/συλλεχθήκατε συλλέχτηκαν/συνελέχθησαν/συλλεχτήκαν/συλλεχτήκανε/συλλέχθηκανσυνελέγην συνελέγης εύχρηστο το γ' πρόσ./συνελέγη συνελέγημεν συνελέγητε εύχρηστο το γ' πρόσ./συνελέγησανέχω συλλεχτεί/έχω συλλεχθεί έχεις συλλεχτεί/έχεις συλλεχθεί έχει συλλεχτεί/έχει συλλεχθεί έχουμε συλλεχτεί/έχουμε συλλεχθεί έχετε συλλεχτεί/έχετε συλλεχθεί έχουν συλλεχτεί/έχουν συλλεχθείείχα συλλεχτεί/είχα συλλεχθεί είχες συλλεχτεί/είχες συλλεχθεί είχε συλλεχτεί/είχε συλλεχθεί είχαμε συλλεχτεί/είχαμε συλλεχθεί είχατε συλλεχτεί/είχατε συλλεχθεί είχαν συλλεχτεί/είχαν συλλεχθείθα έχω συλλεχτεί/θα έχω συλλεχθεί θα έχεις συλλεχτεί/θα έχεις συλλεχθεί θα έχει συλλεχτεί/θα έχει συλλεχθεί θα έχουμε συλλεχτεί/θα έχουμε συλλεχθεί θα έχετε συλλεχτεί/θα έχετε συλλεχθεί θα έχουν συλλεχτεί/θα έχουν συλλεχθείθα συλλέγομαι θα συλλέγεσαι θα συλλέγεται θα συλλεγόμαστε/θα συλλεγόμεθα θα συλλέγεστε/θα συλλέγεσθε θα συλλέγονταιθα συλλεχτώ/θα συλλεχθώ/θα συλλεχθώ θα συλλεχτείς/θα συλλεχθής/θα συλλεχθείς θα συλλεχτεί/θα συλλεχθή/θα συλλεχθεί θα συλλεχτούμε/θα συλλεχθώμεν/θα συλλεχθούμε θα συλλεχτείτε/θα συλλεχθήτε/θα συλλεχθείτε θα συλλεχτούν/θα συλλεχθούν/θα συλλεχτούνε/θα συλλεχθούν
Υ π ο τ.να συλλέγομαι να συλλέγεσαι να συλλέγεται να συλλεγόμαστε/να συλλεγόμεθα να συλλέγεστε/να συλλέγεσθε να συλλέγονται- - - - - -να συλλεχτώ/να συλλεχθώ/να συλλεχθώ να συλλεχτείς/να συλλεχθής/να συλλεχθείς να συλλεχτεί/να συλλεχθή/να συλλεχθεί να συλλεχτούμε/να συλλεχθώμεν/να συλλεχθούμε να συλλεχτείτε/να συλλεχθήτε/να συλλεχθείτε να συλλεχτούν/να συλλεχθούν/να συλλεχτούνε/να συλλεχθούν- - - - - -να έχω συλλεχτεί/να έχω συλλεχθεί να έχεις συλλεχτεί/να έχεις συλλεχθεί να έχει συλλεχτεί/να έχει συλλεχθεί να έχουμε συλλεχτεί/να έχουμε συλλεχθεί να έχετε συλλεχτεί/να έχετε συλλεχθεί να έχουν συλλεχτεί/να έχουν συλλεχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ- - - - συλλέγεστε/συλλέγεσθε -- - - - - -- - - - συλλεχτείτε/συλλεχθήτε/συλλεχθείτε -- - - - συλλεγείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--συλλεχτεί/συλλεχθή/συλλεχθείσυλλεγεί/συλλεγή-----
84Το ρήμα ελέγχω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ελέγχω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ελέγχω ελέγχεις ελέγχει ελέγχομε/ελέγχουμε/ελέγχομεν ελέγχετε ελέγχουν/ελέγχουνεέλεγχα/ήλεγχον/ήλεγχα έλεγχες/ήλεγχες έλεγχε/ήλεγχε ελέγχαμε/ηλέγχομεν ελέγχατε/ηλέγχετε έλεγχαν/ήλεγχον/ελέγχαν/ελέγχανε/ήλεγχανέλεγξα/ήλεγξα έλεγξες/ήλεγξας/ήλεγξες έλεγξε/ήλεγξε ελέγξαμε/ηλέγξαμεν ελέγξατε/ηλέγξατε έλεγξαν/ελέγξαν/ελέγξανε/ήλεγξανέχω ελέγξει έχεις ελέγξει έχει ελέγξει έχουμε ελέγξει έχετε ελέγξει έχουν ελέγξειείχα ελέγξει είχες ελέγξει είχε ελέγξει είχαμε ελέγξει είχατε ελέγξει είχαν ελέγξειθα έχω ελέγξει θα έχεις ελέγξει θα έχει ελέγξει θα έχουμε ελέγξει θα έχετε ελέγξει θα έχουν ελέγξειθα ελέγχω θα ελέγχεις θα ελέγχει θα ελέγχομε/θα ελέγχουμε/θα ελέγχομεν θα ελέγχετε θα ελέγχουν/θα ελέγχουνεθα ελέγξω θα ελέγξεις/θα ελέγξης θα ελέγξει/θα ελέγξη θα ελέγξομε/θα ελέγξουμε/θα ελέγξωμεν θα ελέγξετε θα ελέγξουν/θα ελέγξουνε
Υ π ο τ.να ελέγχω να ελέγχεις να ελέγχει να ελέγχομε/να ελέγχουμε/να ελέγχομεν να ελέγχετε να ελέγχουν/να ελέγχουνε- - - - - -να ελέγξω να ελέγξεις/να ελέγξης να ελέγξει/να ελέγξη να ελέγξομε/να ελέγξουμε/να ελέγξωμεν να ελέγξετε να ελέγξουν/να ελέγξουνενα έχω ελέγξει να έχεις ελέγξει να έχει ελέγξει να έχουμε ελέγξει να έχετε ελέγξει να έχουν ελέγξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- έλεγχε - - ελέγχετε -- - - - - -- έλεγξε - - ελέγξτε/ελέγξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ελέγξει-----
Το ρήμα ελέγχω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ελέγχομαι ελέγχεσαι ελέγχεται ελεγχόμαστε/ελεγχόμεθα ελέγχεστε/ελέγχεσθε ελέγχονταιελεγχόμουν/ηλεγχόμην ελεγχόσουν/ηλέγχεσο ελεγχόταν/ελέγχετο/ηλέγχετο ελεγχόμαστε/ηλεγχόμεθα ελεγχόσαστε/ηλέγχεσθε ελέγχονταν/ελέγχοντο/ηλέγχοντοηλέγχθην/ελέγχθηκα ηλέγχθης/ελέγχθηκες ελέγχθη/ηλέγχθη/ελέγχθηκε ηλέγχθημεν/ελεγχθήκαμε ηλέγχθητε/ελεγχθήκατε ελέγχθησαν/ηλέγχθησαν/ελέγχθηκανέχω ελεγχθεί έχεις ελεγχθεί έχει ελεγχθεί έχουμε ελεγχθεί έχετε ελεγχθεί έχουν ελεγχθείείχα ελεγχθεί είχες ελεγχθεί είχε ελεγχθεί είχαμε ελεγχθεί είχατε ελεγχθεί είχαν ελεγχθείθα έχω ελεγχθεί θα έχεις ελεγχθεί θα έχει ελεγχθεί θα έχουμε ελεγχθεί θα έχετε ελεγχθεί θα έχουν ελεγχθείθα ελέγχομαι θα ελέγχεσαι θα ελέγχεται θα ελεγχόμαστε/θα ελεγχόμεθα θα ελέγχεστε/θα ελέγχεσθε θα ελέγχονταιθα ελεγχθώ/θα ελεγχθώ θα ελεγχθής/θα ελεγχθείς θα ελεγχθή/θα ελεγχθεί θα ελεγχθώμεν/θα ελεγχθούμε θα ελεγχθήτε/θα ελεγχθείτε θα ελεγχθούν/θα ελεγχθούν
Υ π ο τ.να ελέγχομαι να ελέγχεσαι να ελέγχεται να ελεγχόμαστε/να ελεγχόμεθα να ελέγχεστε/να ελέγχεσθε να ελέγχονται- - - - - -να ελεγχθώ/να ελεγχθώ να ελεγχθής/να ελεγχθείς να ελεγχθή/να ελεγχθεί να ελεγχθώμεν/να ελεγχθούμε να ελεγχθήτε/να ελεγχθείτε να ελεγχθούν/να ελεγχθούννα έχω ελεγχθεί να έχεις ελεγχθεί να έχει ελεγχθεί να έχουμε ελεγχθεί να έχετε ελεγχθεί να έχουν ελεγχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - ελέγχεστε/ελέγχεσθε -- - - - - -- - - - ελεγχθήτε/ελεγχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ελεγχθή/ελεγχθεί-----
85Το ρήμα αντέχω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αντέχω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αντέχω αντέχεις αντέχει αντέχομε/αντέχουμε αντέχετε αντέχουν/αντέχουνεάντεχα άντεχες άντεχε αντέχαμε αντέχατε άντεχαν/αντέχαν/αντέχανεάνθεξα/άντεξα άνθεξες/άντεξες άνθεξε/άντεξε ανθέξαμε/αντέξαμε ανθέξατε/αντέξατε άνθεξαν/άντεξαν/ανθέξαν/ανθέξανε/αντέξαν/αντέξανεέχω ανθέξει/έχω αντέξει έχεις ανθέξει/έχεις αντέξει έχει ανθέξει/έχει αντέξει έχουμε ανθέξει/έχουμε αντέξει έχετε ανθέξει/έχετε αντέξει έχουν ανθέξει/έχουν αντέξειείχα ανθέξει/είχα αντέξει είχες ανθέξει/είχες αντέξει είχε ανθέξει/είχε αντέξει είχαμε ανθέξει/είχαμε αντέξει είχατε ανθέξει/είχατε αντέξει είχαν ανθέξει/είχαν αντέξειθα έχω ανθέξει/θα έχω αντέξει θα έχεις ανθέξει/θα έχεις αντέξει θα έχει ανθέξει/θα έχει αντέξει θα έχουμε ανθέξει/θα έχουμε αντέξει θα έχετε ανθέξει/θα έχετε αντέξει θα έχουν ανθέξει/θα έχουν αντέξειθα αντέχω θα αντέχεις θα αντέχει θα αντέχομε/θα αντέχουμε θα αντέχετε θα αντέχουν/θα αντέχουνεθα ανθέξω/θα αντέξω θα ανθέξεις/θα αντέξεις θα ανθέξει/θα αντέξει θα ανθέξομε/θα ανθέξουμε/θα αντέξομε/θα αντέξουμε θα ανθέξετε/θα αντέξετε θα ανθέξουν/θα αντέξουν/θα ανθέξουνε/θα αντέξουνε
Υ π ο τ.να αντέχω να αντέχεις να αντέχει να αντέχομε/να αντέχουμε να αντέχετε να αντέχουν/να αντέχουνε- - - - - -να ανθέξω/να αντέξω να ανθέξεις/να αντέξεις να ανθέξει/να αντέξει να ανθέξομε/να ανθέξουμε/να αντέξομε/να αντέξουμε να ανθέξετε/να αντέξετε να ανθέξουν/να αντέξουν/να ανθέξουνε/να αντέξουνενα έχω ανθέξει/να έχω αντέξει να έχεις ανθέξει/να έχεις αντέξει να έχει ανθέξει/να έχει αντέξει να έχουμε ανθέξει/να έχουμε αντέξει να έχετε ανθέξει/να έχετε αντέξει να έχουν ανθέξει/να έχουν αντέξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- άντεχε - - αντέχετε -- - - - - -- άνθεξε/άντεξε - - αντέξτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--ανθέξει/αντέξει-----
Το ρήμα αντέχω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςΣυντ.μέλεξακολουθητικός μέλλονταςΣυν.μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αντέχομαι αντέχεσαι αντέχεται αντεχόμαστε αντέχεστε/αντεχόσαστε αντέχονταιαντεχόμουν/αντεχόμουνα αντεχόσουν/αντεχόσουνα αντεχόταν/αντεχότανε αντεχόμαστε/αντεχόμασταν αντεχόσαστε/αντεχόσασταν αντέχονταν/αντεχόντανε/αντεχόντουσαν- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -θα αντέχομαι θα αντέχεσαι θα αντέχεται θα αντεχόμαστε θα αντέχεστε/θα αντεχόσαστε θα αντέχονται- - - - - -
Υ π ο τ.να αντέχομαι να αντέχεσαι να αντέχεται να αντεχόμαστε να αντέχεστε/να αντεχόσαστε να αντέχονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αντέχεστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--------
86Το ρήμα ανέχομαι στην παθητική φωνή
Το ρήμα ανέχομαι στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστος
Ο ρ ι σ τ.ανέχομαι ανέχεσαι ανέχεται ανεχόμαστε/ανεχόμεθα ανέχεστε/ανέχεσθε/ανεχόσαστε ανέχονταιανεχόμουν/ηνειχόμην/ανεχόμουνα ανεχόσουν/ηνείχεσο/ανεχόσουνα ανεχόταν/ηνείχετο/ανεχότανε ανεχόμαστε/ηνειχόμεθα/ανεχόμασταν ανεχόσαστε/ηνείχεσθε/ανεχόσασταν ανέχονταν/ηνείχοντο/ανεχόντανε/ανεχόντουσανανέχτηκα/ηνέχθην/ανέχθηκα ανέχτηκες/ηνέχθης/ανέχθηκες ανέχτηκε/ανέχθη/ηνέχθη/ανέχθηκε ανεχτήκαμε/ηνέχθημεν/ανεχθήκαμε ανεχτήκατε/ηνέχθητε/ανεχθήκατε ανέχτηκαν/ανέχθησαν/ηνέχθησαν/ανεχτήκαν/ανεχτήκανε/ανέχθηκαν
Υ π ο τ.να ανέχομαι να ανέχεσαι να ανέχεται να ανεχόμαστε/να ανεχόμεθα να ανέχεστε/να ανέχεσθε/να ανεχόσαστε να ανέχονται- - - - - -να ανεχτώ/να ανεχθώ/να ανεχθώ να ανεχτείς/να ανεχθής/να ανεχθείς να ανεχτεί/να ανεχθή/να ανεχθεί να ανεχτούμε/να ανεχθώμεν/να ανεχθούμε να ανεχτείτε/να ανεχθήτε/να ανεχθείτε να ανεχτούν/να ανεχθούν/να ανεχτούνε/να ανεχθούν
Π ρ ο σ τ.- - - - ανέχεστε/ανέχεσθε -- - - - - -- ανέξου - - ανεχτείτε/ανεχθήτε/ανεχθείτε -
Α.--ανεχτεί/ανεχθή/ανεχθεί
87Το ρήμα πάσχω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πάσχω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστος βεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πάσχω πάσχεις πάσχει πάσχομε/πάσχουμε/πάσχομεν πάσχετε πάσχουν/πάσχουνεέπασχα/έπασχον έπασχες έπασχε πάσχαμε/επάσχομεν πάσχατε/επάσχετε έπασχαν/έπασχον/πάσχαν/πάσχανεέπαθον έπαθες έπαθε επάθομεν επάθετε έπαθονθα πάσχω θα πάσχεις θα πάσχει θα πάσχομε/θα πάσχουμε/θα πάσχομεν θα πάσχετε θα πάσχουν/θα πάσχουνε
Υ π ο τ.να πάσχω να πάσχεις να πάσχει να πάσχομε/να πάσχουμε/να πάσχομεν να πάσχετε να πάσχουν/να πάσχουνε- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- πάσχε - - πάσχετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.----
88Το ρήμα βήχω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα βήχω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.βήχω βήχεις βήχει βήχομε/βήχουμε βήχετε βήχουν/βήχουνεέβηχα έβηχες έβηχε βήχαμε βήχατε έβηχαν/βήχαν/βήχανεέβηξα έβηξες έβηξε βηξαμε βηξατε έβηξαν/βηξαν/βηξανεέχω βηξει έχεις βηξει έχει βηξει έχουμε βηξει έχετε βηξει έχουν βηξειείχα βηξει είχες βηξει είχε βηξει είχαμε βηξει είχατε βηξει είχαν βηξειθα έχω βηξει θα έχεις βηξει θα έχει βηξει θα έχουμε βηξει θα έχετε βηξει θα έχουν βηξειθα βήχω θα βήχεις θα βήχει θα βήχομε/θα βήχουμε θα βήχετε θα βήχουν/θα βήχουνεθα βηξω θα βηξεις θα βηξει θα βηξομε/θα βηξουμε θα βηξετε θα βηξουν/θα βηξουνε
Υ π ο τ.να βήχω να βήχεις να βήχει να βήχομε/να βήχουμε να βήχετε να βήχουν/να βήχουνε- - - - - -να βηξω να βηξεις να βηξει να βηξομε/να βηξουμε να βηξετε να βηξουν/να βηξουνενα έχω βηξει να έχεις βηξει να έχει βηξει να έχουμε βηξει να έχετε βηξει να έχουν βηξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- βήχε - - βήχετε -- - - - - -- βηξε - - βηξτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--βηξει-----
89Το ρήμα υπάρχω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα υπάρχω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.υπάρχω υπάρχεις υπάρχει υπάρχομε/υπάρχουμε/υπάρχομεν υπάρχετε υπάρχουν/υπάρχουνευπήρχα/υπήρχον υπήρχες υπήρχε υπήρχαμε/υπήρχομεν υπήρχατε/υπήρχετε υπήρχαν/υπήρχον/υπήρχανευπήρξα υπήρξες/υπήρξας υπήρξε υπήρξαμε/υπήρξαμεν υπήρξατε υπήρξαν/υπήρξανεέχω υπάρξει έχεις υπάρξει έχει υπάρξει έχουμε υπάρξει έχετε υπάρξει έχουν υπάρξειείχα υπάρξει είχες υπάρξει είχε υπάρξει είχαμε υπάρξει είχατε υπάρξει είχαν υπάρξειθα έχω υπάρξει θα έχεις υπάρξει θα έχει υπάρξει θα έχουμε υπάρξει θα έχετε υπάρξει θα έχουν υπάρξειθα υπάρχω θα υπάρχεις θα υπάρχει θα υπάρχομε/θα υπάρχουμε/θα υπάρχομεν θα υπάρχετε θα υπάρχουν/θα υπάρχουνεθα υπάρξω θα υπάρξεις/θα υπάρξης θα υπάρξει/θα υπάρξη θα υπάρξομε/θα υπάρξουμε/θα υπάρξωμεν θα υπάρξετε θα υπάρξουν/θα υπάρξουνε
Υ π ο τ.να υπάρχω να υπάρχεις να υπάρχει να υπάρχομε/να υπάρχουμε/να υπάρχομεν να υπάρχετε να υπάρχουν/να υπάρχουνε- - - - - -να υπάρξω να υπάρξεις/να υπάρξης να υπάρξει/να υπάρξη να υπάρξομε/να υπάρξουμε/να υπάρξωμεν να υπάρξετε να υπάρξουν/να υπάρξουνενα έχω υπάρξει να έχεις υπάρξει να έχει υπάρξει να έχουμε υπάρξει να έχετε υπάρξει να έχουν υπάρξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - υπάρχετε -- - - - - -- - - - υπάρξετε/υπάρξτε/υπάρξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--υπάρξει-----
90Το ρήμα τρέχω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα τρέχω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.τρέχω τρέχεις τρέχει τρέχομε/τρέχουμε/τρέχομεν τρέχετε τρέχουν/τρέχουνεέτρεχα/'τρεχα/έτρεχον έτρεχες/'τρεχες έτρεχε/'τρεχε τρέχαμε/ετρέχομεν τρέχατε/ετρέχετε έτρεχαν/'τρεχαν/έτρεχον/τρέχαν/τρέχανεέτρεξα/'τρεξα έτρεξες/'τρεξες/έτρεξας έτρεξε/'τρεξε τρέξαμε/ετρέξαμεν τρέξατε/ετρέξατε έτρεξαν/'τρεξαν/τρέξαν/τρέξανεέχω τρέξει έχεις τρέξει έχει τρέξει έχουμε τρέξει έχετε τρέξει έχουν τρέξειείχα τρέξει είχες τρέξει είχε τρέξει είχαμε τρέξει είχατε τρέξει είχαν τρέξειθα έχω τρέξει θα έχεις τρέξει θα έχει τρέξει θα έχουμε τρέξει θα έχετε τρέξει θα έχουν τρέξειθα τρέχω θα τρέχεις θα τρέχει θα τρέχομε/θα τρέχουμε/θα τρέχομεν θα τρέχετε θα τρέχουν/θα τρέχουνεθα τρέξω θα τρέξεις/θα τρέξης θα τρέξει/θα τρέξη θα τρέξομε/θα τρέξουμε/θα τρέξωμεν θα τρέξετε θα τρέξουν/θα τρέξουνε
Υ π ο τ.να τρέχω να τρέχεις να τρέχει να τρέχομε/να τρέχουμε/να τρέχομεν να τρέχετε να τρέχουν/να τρέχουνε- - - - - -να τρέξω να τρέξεις/να τρέξης να τρέξει/να τρέξη να τρέξομε/να τρέξουμε/να τρέξωμεν να τρέξετε να τρέξουν/να τρέξουνενα έχω τρέξει να έχεις τρέξει να έχει τρέξει να έχουμε τρέξει να έχετε τρέξει να έχουν τρέξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- τρέχα/τρέχε - - τρεχάτε/τρέχετε -- - - - - -- τρέξε/τρέχα - - τρέξτε/τρέξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--τρέξει-----
91Το ρήμα ψύχω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ψύχω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ψύχω ψύχεις ψύχει ψύχομε/ψύχουμε/ψύχομεν ψύχετε ψύχουνέψυχα/έψυχον έψυχες έψυχε ψύχαμε/εψύχομεν ψύχατε/εψύχετε έψυχαν/έψυχονέψυξα έψυξες/έψυξας έψυξε ψύξαμε/εψύξαμεν ψύξατε/εψύξατε έψυξανέχω ψύξει έχεις ψύξει έχει ψύξει έχουμε ψύξει έχετε ψύξει έχουν ψύξειείχα ψύξει είχες ψύξει είχε ψύξει είχαμε ψύξει είχατε ψύξει είχαν ψύξειθα έχω ψύξει θα έχεις ψύξει θα έχει ψύξει θα έχουμε ψύξει θα έχετε ψύξει θα έχουν ψύξειθα ψύχω θα ψύχεις θα ψύχει θα ψύχομε/θα ψύχουμε/θα ψύχομεν θα ψύχετε θα ψύχουνθα ψύξω θα ψύξεις/θα ψύξης θα ψύξει/θα ψύξη θα ψύξομε/θα ψύξουμε/θα ψύξωμεν θα ψύξετε θα ψύξουν
Υ π ο τ.να ψύχω να ψύχεις να ψύχει να ψύχομε/να ψύχουμε/να ψύχομεν να ψύχετε να ψύχουν- - - - - -να ψύξω να ψύξεις/να ψύξης να ψύξει/να ψύξη να ψύξομε/να ψύξουμε/να ψύξωμεν να ψύξετε να ψύξουννα έχω ψύξει να έχεις ψύξει να έχει ψύξει να έχουμε ψύξει να έχετε ψύξει να έχουν ψύξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- ψύχε - - ψύχετε -- - - - - -- ψύξε - - ψύξτε/ψύξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ψύξει-----
ο ρήμα ψύχω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ψύχομαι ψύχεσαι ψύχεται ψυχόμαστε/ψυχόμεθα ψύχεστε/ψύχεσθε ψύχονταιψυχόμουν/εψυχόμην ψυχόσουν/εψύχεσο ψυχόταν/εψύχετο ψυχόμαστε/εψυχόμεθα ψυχόσαστε/εψύχεσθε ψύχονταν/εψύχοντοεψύχθην/ψύχθηκα εψύχθης/ψύχθηκες εψύχθη/ψύχθηκε εψύχθημεν/ψυχθήκαμε εψύχθητε/ψυχθήκατε εψύχθησαν/ψύχθηκανεψύγην εψύγης εψύγη εψύγημεν εψύγητε εψύγησανέχω ψυχθεί έχεις ψυχθεί έχει ψυχθεί έχουμε ψυχθεί έχετε ψυχθεί έχουν ψυχθείείχα ψυχθεί είχες ψυχθεί είχε ψυχθεί είχαμε ψυχθεί είχατε ψυχθεί είχαν ψυχθείθα έχω ψυχθεί θα έχεις ψυχθεί θα έχει ψυχθεί θα έχουμε ψυχθεί θα έχετε ψυχθεί θα έχουν ψυχθείθα ψύχομαι θα ψύχεσαι θα ψύχεται θα ψυχόμαστε/θα ψυχόμεθα θα ψύχεστε/θα ψύχεσθε θα ψύχονταιθα ψυχθώ/θα ψυχθώ θα ψυχθής/θα ψυχθείς θα ψυχθή/θα ψυχθεί θα ψυχθώμεν/θα ψυχθούμε θα ψυχθήτε/θα ψυχθείτε θα ψυχθούν/θα ψυχθούν
Υ π ο τ.να ψύχομαι να ψύχεσαι να ψύχεται να ψυχόμαστε/να ψυχόμεθα να ψύχεστε/να ψύχεσθε να ψύχονται- - - - - -να ψυχθώ/να ψυχθώ να ψυχθής/να ψυχθείς να ψυχθή/να ψυχθεί να ψυχθώμεν/να ψυχθούμε να ψυχθήτε/να ψυχθείτε να ψυχθούν/να ψυχθούν- - - - - -να έχω ψυχθεί να έχεις ψυχθεί να έχει ψυχθεί να έχουμε ψυχθεί να έχετε ψυχθεί να έχουν ψυχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - ψύχεστε/ψύχεσθε -- - - - - -- - - - ψυχθήτε/ψυχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ψυχθή/ψυχθείψυγή-----
92Το ρήμα βρέχω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα βρέχω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.βρέχω βρέχεις βρέχει βρέχομε/βρέχουμε/βρέχομεν βρέχετε βρέχουν/βρέχουνεέβρεχα/'βρεχα/έβρεχον έβρεχες/'βρεχες έβρεχε/'βρεχε βρέχαμε/εβρέχομεν βρέχατε/εβρέχετε έβρεχαν/'βρεχαν/έβρεχον/βρέχαν/βρέχανεέβρεξα/'βρεξα έβρεξες/'βρεξες/έβρεξας έβρεξε/'βρεξε βρέξαμε/εβρέξαμεν βρέξατε/εβρέξατε έβρεξαν/'βρεξαν/βρέξαν/βρέξανεέχω βρέξει έχεις βρέξει έχει βρέξει έχουμε βρέξει έχετε βρέξει έχουν βρέξειείχα βρέξει είχες βρέξει είχε βρέξει είχαμε βρέξει είχατε βρέξει είχαν βρέξειθα έχω βρέξει θα έχεις βρέξει θα έχει βρέξει θα έχουμε βρέξει θα έχετε βρέξει θα έχουν βρέξειθα βρέχω θα βρέχεις θα βρέχει θα βρέχομε/θα βρέχουμε/θα βρέχομεν θα βρέχετε θα βρέχουν/θα βρέχουνεθα βρέξω θα βρέξεις/θα βρέξης θα βρέξει/θα βρέξη θα βρέξομε/θα βρέξουμε/θα βρέξωμεν θα βρέξετε θα βρέξουν/θα βρέξουνε
Υ π ο τ.να βρέχω να βρέχεις να βρέχει να βρέχομε/να βρέχουμε/να βρέχομεν να βρέχετε να βρέχουν/να βρέχουνε- - - - - -να βρέξω να βρέξεις/να βρέξης να βρέξει/να βρέξη να βρέξομε/να βρέξουμε/να βρέξωμεν να βρέξετε να βρέξουν/να βρέξουνενα έχω βρέξει να έχεις βρέξει να έχει βρέξει να έχουμε βρέξει να έχετε βρέξει να έχουν βρέξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- βρέχε - - βρέχετε -- - - - - -- βρέξε/βρέξ' - - βρέξτε/βρέξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--βρέξει-----
Το ρήμα βρέχω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.βρέχομαι βρέχεσαι βρέχεται βρεχόμαστε/βρεχόμεθα βρέχεστε/βρέχεσθε/βρεχόσαστε βρέχονταιβρεχόμουν/εβρεχόμην/βρεχόμουνα βρεχόσουν/εβρέχεσο/βρεχόσουνα βρεχόταν/εβρέχετο/βρεχότανε βρεχόμαστε/εβρεχόμεθα/βρεχόμασταν βρεχόσαστε/εβρέχεσθε/βρεχόσασταν βρέχονταν/εβρέχοντο/βρεχόντανε/βρεχόντουσαν- - - - - -βράχηκα/εβράχην βράχηκες/εβράχης βράχηκε/εβράχη βραχήκαμε/εβράχημεν βραχήκατε/εβράχητε βράχηκαν/εβράχησαν/βραχήκαν/βραχήκανεείμαι βρεμένος είσαι βρεμένος είναι βρεμένος είμαστε βρεμένοι είσαστε βρεμένοι είναι βρεμένοιήμουν βρεμένος ήσουν βρεμένος ήταν βρεμένος ήμασταν βρεμένοι ήσασταν βρεμένοι ήταν βρεμένοιθα είμαι βρεμένος θα είσαι βρεμένος θα είναι βρεμένος θα είμαστε βρεμένοι θα είσαστε βρεμένοι θα είναι βρεμένοιθα βρέχομαι θα βρέχεσαι θα βρέχεται θα βρεχόμαστε/θα βρεχόμεθα θα βρέχεστε/θα βρέχεσθε/θα βρεχόσαστε θα βρέχονται 
Υ π ο τ.να βρέχομαι να βρέχεσαι να βρέχεται να βρεχόμαστε/να βρεχόμεθα να βρέχεστε/να βρέχεσθε/να βρεχόσαστε να βρέχονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -να είμαι βρεμένος να είσαι βρεμένος να είναι βρεμένος να είμαστε βρεμένοι να είσαστε βρεμένοι να είναι βρεμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - βρέχεστε/βρέχεσθε -- - - - - -- - - - - -- - - - βραχείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.---βραχεί/βραχή-----
93Το ρήμα ψάχνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ψάχνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ψάχνω ψάχνεις ψάχνει ψάχνομε/ψάχνουμε ψάχνετε ψάχνουν/ψάχνουνεέψαχνα/'ψαχνα έψαχνες/'ψαχνες έψαχνε/'ψαχνε ψάχναμε ψάχνατε έψαχναν/'ψαχναν/ψάχναν/ψάχνανεέψαξα/'ψαξα έψαξες/'ψαξες έψαξε/'ψαξε ψάξαμε ψάξατε έψαξαν/'ψαξαν/ψάξαν/ψάξανεέχω ψάξει έχεις ψάξει έχει ψάξει έχουμε ψάξει έχετε ψάξει έχουν ψάξειείχα ψάξει είχες ψάξει είχε ψάξει είχαμε ψάξει είχατε ψάξει είχαν ψάξειθα έχω ψάξει θα έχεις ψάξει θα έχει ψάξει θα έχουμε ψάξει θα έχετε ψάξει θα έχουν ψάξειθα ψάχνω θα ψάχνεις θα ψάχνει θα ψάχνομε/θα ψάχνουμε θα ψάχνετε θα ψάχνουν/θα ψάχνουνεθα ψάξω θα ψάξεις θα ψάξει θα ψάξομε/θα ψάξουμε θα ψάξετε θα ψάξουν/θα ψάξουνε
Υ π ο τ.να ψάχνω να ψάχνεις να ψάχνει να ψάχνομε/να ψάχνουμε να ψάχνετε να ψάχνουν/να ψάχνουνε- - - - - -να ψάξω να ψάξεις να ψάξει να ψάξομε/να ψάξουμε να ψάξετε να ψάξουν/να ψάξουνενα έχω ψάξει να έχεις ψάξει να έχει ψάξει να έχουμε ψάξει να έχετε ψάξει να έχουν ψάξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- ψάχνε - - ψάχνετε -- - - - - -- ψάξε/ψάξ'/ψάχ' - - ψάξτε/ψάχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ψάξει-----
Το ρήμα ψάχνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ψάχνομαι ψάχνεσαι ψάχνεται ψαχνόμαστε ψάχνεστε/ψαχνόσαστε ψάχνονταιψαχνόμουν/ψαχνόμουνα ψαχνόσουν/ψαχνόσουνα ψαχνόταν/ψαχνότανε ψαχνόμαστε/ψαχνόμασταν ψαχνόσαστε/ψαχνόσασταν ψάχνονταν/ψαχνόντανε/ψαχνόντουσανψάχτηκα ψάχτηκες ψάχτηκε ψαχτήκαμε ψαχτήκατε ψάχτηκαν/ψαχτήκαν/ψαχτήκανεέχω ψαχτεί έχεις ψαχτεί έχει ψαχτεί έχουμε ψαχτεί έχετε ψαχτεί έχουν ψαχτείείχα ψαχτεί είχες ψαχτεί είχε ψαχτεί είχαμε ψαχτεί είχατε ψαχτεί είχαν ψαχτείθα έχω ψαχτεί θα έχεις ψαχτεί θα έχει ψαχτεί θα έχουμε ψαχτεί θα έχετε ψαχτεί θα έχουν ψαχτείθα ψάχνομαι θα ψάχνεσαι θα ψάχνεται θα ψαχνόμαστε θα ψάχνεστε/θα ψαχνόσαστε θα ψάχνονταιθα ψαχτώ θα ψαχτείς θα ψαχτεί θα ψαχτούμε θα ψαχτείτε θα ψαχτούν/θα ψαχτούνε
Υ π ο τ.να ψάχνομαι να ψάχνεσαι να ψάχνεται να ψαχνόμαστε να ψάχνεστε/να ψαχνόσαστε να ψάχνονται- - - - - -να ψαχτώ να ψαχτείς να ψαχτεί να ψαχτούμε να ψαχτείτε να ψαχτούν/να ψαχτούνενα έχω ψαχτεί να έχεις ψαχτεί να έχει ψαχτεί να έχουμε ψαχτεί να έχετε ψαχτεί να έχουν ψαχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - ψάχνεστε -- - - - - -- ψάξου - - ψαχτείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ψαχτεί-----
94Το ρήμα σπρώχνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα σπρώχνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σπρώχνω σπρώχνεις σπρώχνει σπρώχνομε/σπρώχνουμε σπρώχνετε σπρώχνουν/σπρώχνουνεέσπρωχνα/'σπρωχνα έσπρωχνες/'σπρωχνες έσπρωχνε/'σπρωχνε σπρώχναμε σπρώχνατε έσπρωχναν/'σπρωχναν/σπρώχναν/σπρώχνανεέσπρωξα/'σπρωξα έσπρωξες/'σπρωξες έσπρωξε/'σπρωξε σπρώξαμε σπρώξατε έσπρωξαν/'σπρωξαν/σπρώξαν/σπρώξανεέχω σπρώξει έχεις σπρώξει έχει σπρώξει έχουμε σπρώξει έχετε σπρώξει έχουν σπρώξειείχα σπρώξει είχες σπρώξει είχε σπρώξει είχαμε σπρώξει είχατε σπρώξει είχαν σπρώξειθα έχω σπρώξει θα έχεις σπρώξει θα έχει σπρώξει θα έχουμε σπρώξει θα έχετε σπρώξει θα έχουν σπρώξειθα σπρώχνω θα σπρώχνεις θα σπρώχνει θα σπρώχνομε/θα σπρώχνουμε θα σπρώχνετε θα σπρώχνουν/θα σπρώχνουνεθα σπρώξω θα σπρώξεις θα σπρώξει θα σπρώξομε/θα σπρώξουμε θα σπρώξετε θα σπρώξουν/θα σπρώξουνε
Υ π ο τ.να σπρώχνω να σπρώχνεις να σπρώχνει να σπρώχνομε/να σπρώχνουμε να σπρώχνετε να σπρώχνουν/να σπρώχνουνε- - - - - -να σπρώξω να σπρώξεις να σπρώξει να σπρώξομε/να σπρώξουμε να σπρώξετε να σπρώξουν/να σπρώξουνενα έχω σπρώξει να έχεις σπρώξει να έχει σπρώξει να έχουμε σπρώξει να έχετε σπρώξει να έχουν σπρώξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- σπρώχνε - - σπρώχνετε -- - - - - -- σπρώξε/σπρώξ'/σπρώχ' - - σπρώξτε/σπρώχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σπρώξει-----
Το ρήμα σπρώχνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σπρώχνομαι σπρώχνεσαι σπρώχνεται σπρωχνόμαστε σπρώχνεστε/σπρωχνόσαστε σπρώχνονταισπρωχνόμουν/σπρωχνόμουνα σπρωχνόσουν/σπρωχνόσουνα σπρωχνόταν/σπρωχνότανε σπρωχνόμαστε/σπρωχνόμασταν σπρωχνόσαστε/σπρωχνόσασταν σπρώχνονταν/σπρωχνόντανε/σπρωχνόντουσανσπρώχτηκα σπρώχτηκες σπρώχτηκε σπρωχτήκαμε σπρωχτήκατε σπρώχτηκαν/σπρωχτήκαν/σπρωχτήκανεέχω σπρωχτεί έχεις σπρωχτεί έχει σπρωχτεί έχουμε σπρωχτεί έχετε σπρωχτεί έχουν σπρωχτείείχα σπρωχτεί είχες σπρωχτεί είχε σπρωχτεί είχαμε σπρωχτεί είχατε σπρωχτεί είχαν σπρωχτείθα έχω σπρωχτεί θα έχεις σπρωχτεί θα έχει σπρωχτεί θα έχουμε σπρωχτεί θα έχετε σπρωχτεί θα έχουν σπρωχτείθα σπρώχνομαι θα σπρώχνεσαι θα σπρώχνεται θα σπρωχνόμαστε θα σπρώχνεστε/θα σπρωχνόσαστε θα σπρώχνονταιθα σπρωχτώ θα σπρωχτείς θα σπρωχτεί θα σπρωχτούμε θα σπρωχτείτε θα σπρωχτούν/θα σπρωχτούνε
Υ π ο τ.να σπρώχνομαι να σπρώχνεσαι να σπρώχνεται να σπρωχνόμαστε να σπρώχνεστε/να σπρωχνόσαστε να σπρώχνονται- - - - - -να σπρωχτώ να σπρωχτείς να σπρωχτεί να σπρωχτούμε να σπρωχτείτε να σπρωχτούν/να σπρωχτούνενα έχω σπρωχτεί να έχεις σπρωχτεί να έχει σπρωχτεί να έχουμε σπρωχτεί να έχετε σπρωχτεί να έχουν σπρωχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - σπρώχνεστε -- - - - - -- σπρώξου - - σπρωχτείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σπρωχτεί-----
95Το ρήμα διώχνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα διώχνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διώχνω διώχνεις διώχνει διώχνομε/διώχνουμε διώχνετε διώχνουν/διώχνουνεέδιωχνα/'διωχνα έδιωχνες/'διωχνες έδιωχνε/'διωχνε διώχναμε διώχνατε έδιωχναν/'διωχναν/διώχναν/διώχνανεέδιωξα/'διωξα έδιωξες/'διωξες έδιωξε/'διωξε διώξαμε διώξατε έδιωξαν/'διωξαν/διώξαν/διώξανεέχω διώξει έχεις διώξει έχει διώξει έχουμε διώξει έχετε διώξει έχουν διώξειείχα διώξει είχες διώξει είχε διώξει είχαμε διώξει είχατε διώξει είχαν διώξειθα έχω διώξει θα έχεις διώξει θα έχει διώξει θα έχουμε διώξει θα έχετε διώξει θα έχουν διώξειθα διώχνω θα διώχνεις θα διώχνει θα διώχνομε/θα διώχνουμε θα διώχνετε θα διώχνουν/θα διώχνουνεθα διώξω θα διώξεις θα διώξει θα διώξομε/θα διώξουμε θα διώξετε θα διώξουν/θα διώξουνε
Υ π ο τ.να διώχνω να διώχνεις να διώχνει να διώχνομε/να διώχνουμε να διώχνετε να διώχνουν/να διώχνουνε- - - - - -να διώξω να διώξεις να διώξει να διώξομε/να διώξουμε να διώξετε να διώξουν/να διώξουνενα έχω διώξει να έχεις διώξει να έχει διώξει να έχουμε διώξει να έχετε διώξει να έχουν διώξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- διώχνε - - διώχνετε -- - - - - -- διώξε/διώξ'/διώχ' - - διώξτε/διώχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--διώξει-----
Το ρήμα διώχνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διώχνομαι διώχνεσαι διώχνεται διωχνόμαστε διώχνεστε/διωχνόσαστε διώχνονταιδιωχνόμουν/διωχνόμουνα διωχνόσουν/διωχνόσουνα διωχνόταν/διωχνότανε διωχνόμαστε/διωχνόμασταν διωχνόσαστε/διωχνόσασταν διώχνονταν/διωχνόντανε/διωχνόντουσανδιώχτηκα διώχτηκες διώχτηκε διωχτήκαμε διωχτήκατε διώχτηκαν/διωχτήκαν/διωχτήκανεέχω διωχτεί έχεις διωχτεί έχει διωχτεί έχουμε διωχτεί έχετε διωχτεί έχουν διωχτείείχα διωχτεί είχες διωχτεί είχε διωχτεί είχαμε διωχτεί είχατε διωχτεί είχαν διωχτείθα έχω διωχτεί θα έχεις διωχτεί θα έχει διωχτεί θα έχουμε διωχτεί θα έχετε διωχτεί θα έχουν διωχτείθα διώχνομαι θα διώχνεσαι θα διώχνεται θα διωχνόμαστε θα διώχνεστε/θα διωχνόσαστε θα διώχνονταιθα διωχτώ θα διωχτείς θα διωχτεί θα διωχτούμε θα διωχτείτε θα διωχτούν/θα διωχτούνε
Υ π ο τ.να διώχνομαι να διώχνεσαι να διώχνεται να διωχνόμαστε να διώχνεστε/να διωχνόσαστε να διώχνονται- - - - - -να διωχτώ να διωχτείς να διωχτεί να διωχτούμε να διωχτείτε να διωχτούν/να διωχτούνενα έχω διωχτεί να έχεις διωχτεί να έχει διωχτεί να έχουμε διωχτεί να έχετε διωχτεί να έχουν διωχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - διώχνεστε -- - - - - -- - - - διωχτείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--διωχτεί-----
96Το ρήμα δείχνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα δείχνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.δείχνω δείχνεις δείχνει δείχνομε/δείχνουμε δείχνετε δείχνουν/δείχνουνεέδειχνα/'δειχνα έδειχνες/'δειχνες έδειχνε/'δειχνε δείχναμε δείχνατε έδειχναν/'δειχναν/δείχναν/δείχνανεέδειξα/'δειξα έδειξες/'δειξες έδειξε/'δειξε δείξαμε δείξατε έδειξαν/'δειξαν/δείξαν/δείξανεέχω δείξει έχεις δείξει έχει δείξει έχουμε δείξει έχετε δείξει έχουν δείξειείχα δείξει είχες δείξει είχε δείξει είχαμε δείξει είχατε δείξει είχαν δείξειθα έχω δείξει θα έχεις δείξει θα έχει δείξει θα έχουμε δείξει θα έχετε δείξει θα έχουν δείξειθα δείχνω θα δείχνεις θα δείχνει θα δείχνομε/θα δείχνουμε θα δείχνετε θα δείχνουν/θα δείχνουνεθα δείξω θα δείξεις θα δείξει θα δείξομε/θα δείξουμε θα δείξετε θα δείξουν/θα δείξουνε
Υ π ο τ.να δείχνω να δείχνεις να δείχνει να δείχνομε/να δείχνουμε να δείχνετε να δείχνουν/να δείχνουνε- - - - - -να δείξω να δείξεις να δείξει να δείξομε/να δείξουμε να δείξετε να δείξουν/να δείξουνενα έχω δείξει να έχεις δείξει να έχει δείξει να έχουμε δείξει να έχετε δείξει να έχουν δείξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- δείχνε - - δείχνετε -- - - - - -- δείξε/δείξ'/δείχ' - - δείξτε/δείχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--δείξει-----
Το ρήμα δείχνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.δείχνομαι δείχνεσαι δείχνεται δειχνόμαστε δείχνεστε/δειχνόσαστε δείχνονταιδειχνόμουν/δειχνόμουνα δειχνόσουν/δειχνόσουνα δειχνόταν/δειχνότανε δειχνόμαστε/δειχνόμασταν δειχνόσαστε/δειχνόσασταν δείχνονταν/δειχνόντανε/δειχνόντουσανδείχτηκα δείχτηκες δείχτηκε δειχτήκαμε δειχτήκατε δείχτηκαν/δειχτήκαν/δειχτήκανεέχω δειχτεί έχεις δειχτεί έχει δειχτεί έχουμε δειχτεί έχετε δειχτεί έχουν δειχτείείχα δειχτεί είχες δειχτεί είχε δειχτεί είχαμε δειχτεί είχατε δειχτεί είχαν δειχτείθα έχω δειχτεί θα έχεις δειχτεί θα έχει δειχτεί θα έχουμε δειχτεί θα έχετε δειχτεί θα έχουν δειχτείθα δείχνομαι θα δείχνεσαι θα δείχνεται θα δειχνόμαστε θα δείχνεστε/θα δειχνόσαστε θα δείχνονταιθα δειχτώ θα δειχτείς θα δειχτεί θα δειχτούμε θα δειχτείτε θα δειχτούν/θα δειχτούνε
Υ π ο τ.να δείχνομαι να δείχνεσαι να δείχνεται να δειχνόμαστε να δείχνεστε/να δειχνόσαστε να δείχνονται- - - - - -να δειχτώ να δειχτείς να δειχτεί να δειχτούμε να δειχτείτε να δειχτούν/να δειχτούνενα έχω δειχτεί να έχεις δειχτεί να έχει δειχτεί να έχουμε δειχτεί να έχετε δειχτεί να έχουν δειχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - δείχνεστε -- - - - - -- δείξου - - δειχτείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--δειχτεί-----
97Το ρήμα ρίχνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ρίχνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ρίχνω ρίχνεις ρίχνει ρίχνομε/ρίχνουμε ρίχνετε ρίχνουν/ρίχνουνεέριχνα/'ριχνα έριχνες/'ριχνες έριχνε/'ριχνε ρίχναμε ρίχνατε έριχναν/'ριχναν/ρίχναν/ρίχνανεέριξα/'ριξα έριξες/'ριξες έριξε/'ριξε ρίξαμε ρίξατε έριξαν/'ριξαν/ρίξαν/ρίξανεέχω ρίξει έχεις ρίξει έχει ρίξει έχουμε ρίξει έχετε ρίξει έχουν ρίξειείχα ρίξει είχες ρίξει είχε ρίξει είχαμε ρίξει είχατε ρίξει είχαν ρίξειθα έχω ρίξει θα έχεις ρίξει θα έχει ρίξει θα έχουμε ρίξει θα έχετε ρίξει θα έχουν ρίξειθα ρίχνω θα ρίχνεις θα ρίχνει θα ρίχνομε/θα ρίχνουμε θα ρίχνετε θα ρίχνουν/θα ρίχνουνεθα ρίξω θα ρίξεις θα ρίξει θα ρίξομε/θα ρίξουμε θα ρίξετε θα ρίξουν/θα ρίξουνε
Υ π ο τ.να ρίχνω να ρίχνεις να ρίχνει να ρίχνομε/να ρίχνουμε να ρίχνετε να ρίχνουν/να ρίχνουνε- - - - - -να ρίξω να ρίξεις να ρίξει να ρίξομε/να ρίξουμε να ρίξετε να ρίξουν/να ρίξουνενα έχω ρίξει να έχεις ρίξει να έχει ρίξει να έχουμε ρίξει να έχετε ρίξει να έχουν ρίξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- ρίχνε - - ρίχνετε -- - - - - -- ρίξε/ρίξ'/ρίχ' - - ρίξτε/ρίχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ρίξει-----
Το ρήμα ρίχνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ρίχνομαι ρίχνεσαι ρίχνεται ριχνόμαστε ρίχνεστε/ριχνόσαστε ρίχνονταιριχνόμουν/ριχνόμουνα ριχνόσουν/ριχνόσουνα ριχνόταν/ριχνότανε ριχνόμαστε/ριχνόμασταν ριχνόσαστε/ριχνόσασταν ρίχνονταν/ριχνόντανε/ριχνόντουσανρίχτηκα ρίχτηκες ρίχτηκε ριχτήκαμε ριχτήκατε ρίχτηκαν/ριχτήκαν/ριχτήκανεέχω ριχτεί έχεις ριχτεί έχει ριχτεί έχουμε ριχτεί έχετε ριχτεί έχουν ριχτείείχα ριχτεί είχες ριχτεί είχε ριχτεί είχαμε ριχτεί είχατε ριχτεί είχαν ριχτείθα έχω ριχτεί θα έχεις ριχτεί θα έχει ριχτεί θα έχουμε ριχτεί θα έχετε ριχτεί θα έχουν ριχτείθα ρίχνομαι θα ρίχνεσαι θα ρίχνεται θα ριχνόμαστε θα ρίχνεστε/θα ριχνόσαστε θα ρίχνονταιθα ριχτώ θα ριχτείς θα ριχτεί θα ριχτούμε θα ριχτείτε θα ριχτούν/θα ριχτούνε
Υ π ο τ.να ρίχνομαι να ρίχνεσαι να ρίχνεται να ριχνόμαστε να ρίχνεστε/να ριχνόσαστε να ρίχνονται- - - - - -να ριχτώ να ριχτείς να ριχτεί να ριχτούμε να ριχτείτε να ριχτούν/να ριχτούνενα έχω ριχτεί να έχεις ριχτεί να έχει ριχτεί να έχουμε ριχτεί να έχετε ριχτεί να έχουν ριχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - ρίχνεστε -- - - - - -- ρίξου - - ριχτείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ριχτεί-----
98Το ρήμα πράττω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πράττω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πράττω πράττεις πράττει πράττομε/πράττουμε/πράττομεν πράττετε πράττουν/πράττουνεέπραττα/έπραττον έπραττες έπραττε πράτταμε/επράττομεν πράττατε/επράττετε έπρατταν/έπραττον/πράτταν/πράττανεέπραξα έπραξες/έπραξας έπραξε πράξαμε/επράξαμεν πράξατε/επράξατε έπραξαν/πράξαν/πράξανεέχω πράξει έχεις πράξει έχει πράξει έχουμε πράξει έχετε πράξει έχουν πράξειείχα πράξει είχες πράξει είχε πράξει είχαμε πράξει είχατε πράξει είχαν πράξειθα έχω πράξει θα έχεις πράξει θα έχει πράξει θα έχουμε πράξει θα έχετε πράξει θα έχουν πράξειθα πράττω θα πράττεις θα πράττει θα πράττομε/θα πράττουμε/θα πράττομεν θα πράττετε θα πράττουν/θα πράττουνεθα πράξω θα πράξεις/θα πράξης θα πράξει/θα πράξη θα πράξομε/θα πράξουμε/θα πράξωμεν θα πράξετε θα πράξουν/θα πράξουνε
Υ π ο τ.να πράττω να πράττεις να πράττει να πράττομε/να πράττουμε/να πράττομεν να πράττετε να πράττουν/να πράττουνε- - - - - -να πράξω να πράξεις/να πράξης να πράξει/να πράξη να πράξομε/να πράξουμε/να πράξωμεν να πράξετε να πράξουν/να πράξουνενα έχω πράξει να έχεις πράξει να έχει πράξει να έχουμε πράξει να έχετε πράξει να έχουν πράξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- πράττε - - πράττετε -- - - - - -- πράξε - - πράξτε/πράξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πράξει-----
Το ρήμα πράττω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πράττομαι πράττεσαι πράττεται πραττόμαστε/πραττόμεθα πράττεστε/πράττεσθε πράττονταιπραττόμουν/επραττόμην πραττόσουν/επράττεσο πραττόταν/επράττετο πραττόμαστε/επραττόμεθα πραττόσαστε/επράττεσθε πράττονταν/επράττοντοεπράχθην/πράχθηκα επράχθης/πράχθηκες επράχθη/πράχθηκε επράχθημεν/πραχθήκαμε επράχθητε/πραχθήκατε επράχθησαν/πράχθηκανέχω πραχθεί έχεις πραχθεί έχει πραχθεί έχουμε πραχθεί έχετε πραχθεί έχουν πραχθείείχα πραχθεί είχες πραχθεί είχε πραχθεί είχαμε πραχθεί είχατε πραχθεί είχαν πραχθείθα έχω πραχθεί θα έχεις πραχθεί θα έχει πραχθεί θα έχουμε πραχθεί θα έχετε πραχθεί θα έχουν πραχθείθα πράττομαι θα πράττεσαι θα πράττεται θα πραττόμαστε/θα πραττόμεθα θα πράττεστε/θα πράττεσθε θα πράττονταιθα πραχθώ/θα πραχθώ θα πραχθής/θα πραχθείς θα πραχθή/θα πραχθεί θα πραχθώμεν/θα πραχθούμε θα πραχθήτε/θα πραχθείτε θα πραχθούν/θα πραχθούν
Υ π ο τ.να πράττομαι να πράττεσαι να πράττεται να πραττόμαστε/να πραττόμεθα να πράττεστε/να πράττεσθε να πράττονται- - - - - -να πραχθώ/να πραχθώ να πραχθής/να πραχθείς να πραχθή/να πραχθεί να πραχθώμεν/να πραχθούμε να πραχθήτε/να πραχθείτε να πραχθούν/να πραχθούννα έχω πραχθεί να έχεις πραχθεί να έχει πραχθεί να έχουμε πραχθεί να έχετε πραχθεί να έχουν πραχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - πράττεστε/πράττεσθε -- - - - - -- - - - πραχθήτε/πραχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πραχθή/πραχθεί-----
99Το ρήμα πλήττω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πλήττω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πλήττω πλήττεις πλήττει πλήττομε/πλήττουμε/πλήττομεν πλήττετε πλήττουν/πλήττουνεέπληττα/έπληττον έπληττες έπληττε πλήτταμε/επλήττομεν πλήττατε/επλήττετε έπλητταν/έπληττον/πλήτταν/πλήττανεέπληξα έπληξες/έπληξας έπληξε πλήξαμε/επλήξαμεν πλήξατε/επλήξατε έπληξανέχω πλήξει έχεις πλήξει έχει πλήξει έχουμε πλήξει έχετε πλήξει έχουν πλήξειείχα πλήξει είχες πλήξει είχε πλήξει είχαμε πλήξει είχατε πλήξει είχαν πλήξειθα έχω πλήξει θα έχεις πλήξει θα έχει πλήξει θα έχουμε πλήξει θα έχετε πλήξει θα έχουν πλήξειθα πλήττω θα πλήττεις θα πλήττει θα πλήττομε/θα πλήττουμε/θα πλήττομεν θα πλήττετε θα πλήττουν/θα πλήττουνεθα πλήξω θα πλήξεις/θα πλήξης θα πλήξει/θα πλήξη θα πλήξομε/θα πλήξουμε/θα πλήξωμεν θα πλήξετε θα πλήξουν
Υ π ο τ.να πλήττω να πλήττεις να πλήττει να πλήττομε/να πλήττουμε/να πλήττομεν να πλήττετε να πλήττουν/να πλήττουνε- - - - - -να πλήξω να πλήξεις/να πλήξης να πλήξει/να πλήξη να πλήξομε/να πλήξουμε/να πλήξωμεν να πλήξετε να πλήξουννα έχω πλήξει να έχεις πλήξει να έχει πλήξει να έχουμε πλήξει να έχετε πλήξει να έχουν πλήξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- πλήττε - - πλήττετε -- - - - - -- πλήξε - - πλήξετε/πλήξτε/πλήξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Το ρήμα πλήττω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πλήττομαι πλήττεσαι πλήττεται πληττόμαστε/πληττόμεθα πλήττεστε/πλήττεσθε πλήττονταιπληττόμουν/επληττόμην πληττόσουν/επλήττεσο πληττόταν/επλήττετο πληττόμαστε/επληττόμεθα πληττόσαστε/επλήττεσθε πλήττονταν/επλήττοντο- - - - - -πλήγηκα/επλήγην πλήγηκες/επλήγης πλήγηκε/επλήγη πληγήκαμε/επλήγημεν πληγήκατε/επλήγητε πλήγηκαν/επλήγησαν   θα πλήττομαι θα πλήττεσαι θα πλήττεται θα πληττόμαστε/θα πληττόμεθα θα πλήττεστε/θα πλήττεσθε θα πλήττονται 
Υ π ο τ.να πλήττομαι να πλήττεσαι να πλήττεται να πληττόμαστε/να πληττόμεθα να πλήττεστε/να πλήττεσθε να πλήττονται- - - - - -- - - - - -- - - - - - - - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - πλήττεστε/πλήττεσθε -- - - - - -- - - - - -- - - - πληγείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.---πληγεί/πληγή-----
100Το ρήμα φρίττω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα φρίττω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φρίττω φρίττεις φρίττει φρίττομε/φρίττουμε/φρίττομεν φρίττετε φρίττουν/φρίττουνεέφριττα/έφριττον έφριττες έφριττε φρίτταμε/εφρίττομεν φρίττατε/εφρίττετε έφριτταν/έφριττον/φρίτταν/φρίττανεέφριξα έφριξες/έφριξας έφριξε φρίξαμε/εφρίξαμεν φρίξατε/εφρίξατε έφριξαν/φρίξαν/φρίξανεέχω φρίξει έχεις φρίξει έχει φρίξει έχουμε φρίξει έχετε φρίξει έχουν φρίξειείχα φρίξει είχες φρίξει είχε φρίξει είχαμε φρίξει είχατε φρίξει είχαν φρίξειθα έχω φρίξει θα έχεις φρίξει θα έχει φρίξει θα έχουμε φρίξει θα έχετε φρίξει θα έχουν φρίξειθα φρίττω θα φρίττεις θα φρίττει θα φρίττομε/θα φρίττουμε/θα φρίττομεν θα φρίττετε θα φρίττουν/θα φρίττουνεθα φρίξω θα φρίξεις/θα φρίξης θα φρίξει/θα φρίξη θα φρίξομε/θα φρίξουμε/θα φρίξωμεν θα φρίξετε θα φρίξουν/θα φρίξουνε
Υ π ο τ.να φρίττω να φρίττεις να φρίττει να φρίττομε/να φρίττουμε/να φρίττομεν να φρίττετε να φρίττουν/να φρίττουνε- - - - - -να φρίξω να φρίξεις/να φρίξης να φρίξει/να φρίξη να φρίξομε/να φρίξουμε/να φρίξωμεν να φρίξετε να φρίξουν/να φρίξουνενα έχω φρίξει να έχεις φρίξει να έχει φρίξει να έχουμε φρίξει να έχετε φρίξει να έχουν φρίξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- φρίττε - - φρίττετε -- - - - - -- φρίξε - - φρίξτε/φρίξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--φρίξει-----
101Το ρήμα απαλλάσσω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα απαλλάσσω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.απαλλάσσω απαλλάσσεις απαλλάσσει απαλλάσσομε/απαλλάσσουμε/απαλλάσσομεν απαλλάσσετε απαλλάσσουν/απαλλάσσουνεαπάλλασσα/απήλλασσον/απήλλασσα απάλλασσες/απήλλασσες απάλλασσε/απήλλασσε απαλλάσσαμε/απηλλάσσομεν απαλλάσσατε/απηλλάσσετε απάλλασσαν/απήλλασσον/απαλλάσσαν/απαλλάσσανε/απήλλασσαναπάλλαξα/απήλλαξα απάλλαξες/απήλλαξας/απήλλαξες απάλλαξε/απήλλαξε απαλλάξαμε/απηλλάξαμεν απαλλάξατε/απηλλάξατε απάλλαξαν/απαλλάξαν/απαλλάξανε/απήλλαξανέχω απαλλάξει έχεις απαλλάξει έχει απαλλάξει έχουμε απαλλάξει έχετε απαλλάξει έχουν απαλλάξειείχα απαλλάξει είχες απαλλάξει είχε απαλλάξει είχαμε απαλλάξει είχατε απαλλάξει είχαν απαλλάξειθα έχω απαλλάξει θα έχεις απαλλάξει θα έχει απαλλάξει θα έχουμε απαλλάξει θα έχετε απαλλάξει θα έχουν απαλλάξειθα απαλλάσσω θα απαλλάσσεις θα απαλλάσσει θα απαλλάσσομε/θα απαλλάσσουμε/θα απαλλάσσομεν θα απαλλάσσετε θα απαλλάσσουν/θα απαλλάσσουνεθα απαλλάξω θα απαλλάξεις/θα απαλλάξης θα απαλλάξει/θα απαλλάξη θα απαλλάξομε/θα απαλλάξουμε/θα απαλλάξωμεν θα απαλλάξετε θα απαλλάξουν/θα απαλλάξουνε
Υ π ο τ.να απαλλάσσω να απαλλάσσεις να απαλλάσσει να απαλλάσσομε/να απαλλάσσουμε/να απαλλάσσομεν να απαλλάσσετε να απαλλάσσουν/να απαλλάσσουνε- - - - - -να απαλλάξω να απαλλάξεις/να απαλλάξης να απαλλάξει/να απαλλάξη να απαλλάξομε/να απαλλάξουμε/να απαλλάξωμεν να απαλλάξετε να απαλλάξουν/να απαλλάξουνενα έχω απαλλάξει να έχεις απαλλάξει να έχει απαλλάξει να έχουμε απαλλάξει να έχετε απαλλάξει να έχουν απαλλάξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- απάλλασσε - - απαλλάσσετε -- - - - - -- απάλλαξε - - απαλλάξτε/απαλλάξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--απαλλάξει-----
Το ρήμα απαλλάσσω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλσυντ μέλεξακ μέλσυνοπτικός μέλ
Ο ρ ι σ τ.απαλλάσσομαι απαλλάσσεσαι απαλλάσσεται απαλλασσόμαστε/απαλλασσόμεθα απαλλάσσεστε/απαλλάσσεσθε απαλλάσσονταιαπαλλασσόμουν/απηλλασσόμην απαλλασσόσουν/απηλλάσσεσο απαλλασσόταν/απαλλάσσετο/απηλλάσσετο απαλλασσόμαστε/απηλλασσόμεθα απαλλασσόσαστε/απηλλάσσεσθε απαλλάσσονταν/απαλλάσσοντο/απηλλάσσοντοαπαλλάχτηκα/απαλλάχθηκα απαλλάχτηκες/απαλλάχθηκες απαλλάχτηκε/απαλλάχθηκε απαλλαχτήκαμε/απαλλαχθήκαμε απαλλαχτήκατε/απαλλαχθήκατε απαλλάχτηκαν/απαλλαχτήκαν/απαλλαχτήκανε/απαλλάχθηκαναπηλλάγην απηλλάγης εύχρηστο το γ' πρόσ./απηλλάγη απαλλαγήκαμε/απηλλάγημεν απαλλαγήκατε/απηλλάγητε εύχρηστο το γ' πρόσ./απηλλάγησανέχω απαλλαχτεί/έχω απαλλαχθεί έχεις απαλλαχτεί/έχεις απαλλαχθεί έχει απαλλαχτεί/έχει απαλλαχθεί έχουμε απαλλαχτεί/έχουμε απαλλαχθεί έχετε απαλλαχτεί/έχετε απαλλαχθεί έχουν απαλλαχτεί/έχουν απαλλαχθείείχα απαλλαχτεί/είχα απαλλαχθεί είχες απαλλαχτεί/είχες απαλλαχθεί είχε απαλλαχτεί/είχε απαλλαχθεί είχαμε απαλλαχτεί/είχαμε απαλλαχθεί είχατε απαλλαχτεί/είχατε απαλλαχθεί είχαν απαλλαχτεί/είχαν απαλλαχθείθα έχω απαλλαχτεί/θα έχω απαλλαχθεί θα έχεις απαλλαχτεί/θα έχεις απαλλαχθεί θα έχει απαλλαχτεί/θα έχει απαλλαχθεί θα έχουμε απαλλαχτεί/θα έχουμε απαλλαχθεί θα έχετε απαλλαχτεί/θα έχετε απαλλαχθεί θα έχουν απαλλαχτεί/θα έχουν απαλλαχθείθα απαλλάσσομαι θα απαλλάσσεσαι θα απαλλάσσεται θα απαλλασσόμαστε/θα απαλλασσόμεθα θα απαλλάσσεστε/θα απαλλάσσεσθε θα απαλλάσσονταιθα απαλλαχτώ/θα απαλλαχθώ θα απαλλαχτείς/θα απαλλαχθείς θα απαλλαχτεί/θα απαλλαχθεί θα απαλλαχτούμε/θα απαλλαχθούμε θα απαλλαχτείτε/θα απαλλαχθείτε θα απαλλαχτούν/θα απαλλαχτούνε/θα απαλλαχθούν
Υ π ο τ.να απαλλάσσομαι να απαλλάσσεσαι να απαλλάσσεται να απαλλασσόμαστε/να απαλλασσόμεθα να απαλλάσσεστε/να απαλλάσσεσθε να απαλλάσσονται- - - - - -να απαλλαχτώ/να απαλλαχθώ να απαλλαχτείς/να απαλλαχθείς να απαλλαχτεί/να απαλλαχθεί να απαλλαχτούμε/να απαλλαχθούμε να απαλλαχτείτε/να απαλλαχθείτε να απαλλαχτούν/να απαλλαχτούνε/να απαλλαχθούν- - - - - -να έχω απαλλαχτεί/να έχω απαλλαχθεί να έχεις απαλλαχτεί/να έχεις απαλλαχθεί να έχει απαλλαχτεί/να έχει απαλλαχθεί να έχουμε απαλλαχτεί/να έχουμε απαλλαχθεί να έχετε απαλλαχτεί/να έχετε απαλλαχθεί να έχουν απαλλαχτεί/να έχουν απαλλαχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- - - - απαλλάσσεστε/απαλλάσσεσθε -- - - - - -- απαλλάξου - - απαλλαχτείτε/απαλλαχθείτε -- - - - απαλλαγείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--απαλλαχτεί/απαλλαχθείαπαλλαγεί/απαλλαγή---- 
102Το ρήμα αναπτύσσω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αναπτύσσω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αναπτύσσω αναπτύσσεις αναπτύσσει αναπτύσσομε/αναπτύσσουμε/αναπτύσσομεν αναπτύσσετε αναπτύσσουν/αναπτύσσουνεανέπτυσσα/ανέπτυσσον ανέπτυσσες ανέπτυσσε αναπτύσσαμε/ανεπτύσσομεν αναπτύσσατε/ανεπτύσσετε ανέπτυσσαν/ανέπτυσσον/αναπτύσσαν/αναπτύσσανεανέπτυξα ανέπτυξες/ανέπτυξας ανέπτυξε αναπτύξαμε/ανεπτύξαμεν αναπτύξατε/ανεπτύξατε ανέπτυξαν/αναπτύξαν/αναπτύξανεέχω αναπτύξει έχεις αναπτύξει έχει αναπτύξει έχουμε αναπτύξει έχετε αναπτύξει έχουν αναπτύξειείχα αναπτύξει είχες αναπτύξει είχε αναπτύξει είχαμε αναπτύξει είχατε αναπτύξει είχαν αναπτύξειθα έχω αναπτύξει θα έχεις αναπτύξει θα έχει αναπτύξει θα έχουμε αναπτύξει θα έχετε αναπτύξει θα έχουν αναπτύξειθα αναπτύσσω θα αναπτύσσεις θα αναπτύσσει θα αναπτύσσομε/θα αναπτύσσουμε/θα αναπτύσσομεν θα αναπτύσσετε θα αναπτύσσουν/θα αναπτύσσουνεθα αναπτύξω θα αναπτύξεις/θα αναπτύξης θα αναπτύξει/θα αναπτύξη θα αναπτύξομε/θα αναπτύξουμε/θα αναπτύξωμεν θα αναπτύξετε θα αναπτύξουν/θα αναπτύξουνε
Υ π ο τ.να αναπτύσσω να αναπτύσσεις να αναπτύσσει να αναπτύσσομε/να αναπτύσσουμε/να αναπτύσσομεν να αναπτύσσετε να αναπτύσσουν/να αναπτύσσουνε- - - - - -να αναπτύξω να αναπτύξεις/να αναπτύξης να αναπτύξει/να αναπτύξη να αναπτύξομε/να αναπτύξουμε/να αναπτύξωμεν να αναπτύξετε να αναπτύξουν/να αναπτύξουνενα έχω αναπτύξει να έχεις αναπτύξει να έχει αναπτύξει να έχουμε αναπτύξει να έχετε αναπτύξει να έχουν αναπτύξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- ανάπτυσσε - - αναπτύσσετε -- - - - - -- ανάπτυξε - - αναπτύξτε/αναπτύξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αναπτύξει-----
Το ρήμα αναπτύσσω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αναπτύσσομαι αναπτύσσεσαι αναπτύσσεται αναπτυσσόμαστε/αναπτυσσόμεθα αναπτύσσεστε/αναπτύσσεσθε αναπτύσσονταιαναπτυσσόμουν/ανεπτυσσόμην αναπτυσσόσουν/ανεπτύσσεσο αναπτυσσόταν/αναπτύσσετο/ανεπτύσσετο αναπτυσσόμαστε/ανεπτυσσόμεθα αναπτυσσόσαστε/ανεπτύσσεσθε αναπτύσσονταν/αναπτύσσοντο/ανεπτύσσοντοανεπτύχθην/αναπτύχθηκα ανεπτύχθης/αναπτύχθηκες ανεπτύχθη/αναπτύχθηκε ανεπτύχθημεν/αναπτυχθήκαμε ανεπτύχθητε/αναπτυχθήκατε ανεπτύχθησαν/αναπτύχθηκανέχω αναπτυχθεί έχεις αναπτυχθεί έχει αναπτυχθεί έχουμε αναπτυχθεί έχετε αναπτυχθεί έχουν αναπτυχθείείχα αναπτυχθεί είχες αναπτυχθεί είχε αναπτυχθεί είχαμε αναπτυχθεί είχατε αναπτυχθεί είχαν αναπτυχθείθα έχω αναπτυχθεί θα έχεις αναπτυχθεί θα έχει αναπτυχθεί θα έχουμε αναπτυχθεί θα έχετε αναπτυχθεί θα έχουν αναπτυχθείθα αναπτύσσομαι θα αναπτύσσεσαι θα αναπτύσσεται θα αναπτυσσόμαστε/θα αναπτυσσόμεθα θα αναπτύσσεστε/θα αναπτύσσεσθε θα αναπτύσσονταιθα αναπτυχθώ/θα αναπτυχθώ θα αναπτυχθής/θα αναπτυχθείς θα αναπτυχθή/θα αναπτυχθεί θα αναπτυχθώμεν/θα αναπτυχθούμε θα αναπτυχθήτε/θα αναπτυχθείτε θα αναπτυχθούν/θα αναπτυχθούν
Υ π ο τ.να αναπτύσσομαι να αναπτύσσεσαι να αναπτύσσεται να αναπτυσσόμαστε/να αναπτυσσόμεθα να αναπτύσσεστε/να αναπτύσσεσθε να αναπτύσσονται- - - - - -να αναπτυχθώ/να αναπτυχθώ να αναπτυχθής/να αναπτυχθείς να αναπτυχθή/να αναπτυχθεί να αναπτυχθώμεν/να αναπτυχθούμε να αναπτυχθήτε/να αναπτυχθείτε να αναπτυχθούν/να αναπτυχθούννα έχω αναπτυχθεί να έχεις αναπτυχθεί να έχει αναπτυχθεί να έχουμε αναπτυχθεί να έχετε αναπτυχθεί να έχουν αναπτυχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αναπτύσσεστε/αναπτύσσεσθε -- - - - - -- αναπτύξου - - αναπτυχθήτε/αναπτυχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αναπτυχθή/αναπτυχθεί-----
103Το ρήμα εκτυλίσσω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα εκτυλίσσω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.εκτυλίσσω εκτυλίσσεις εκτυλίσσει εκτυλίσσομε/εκτυλίσσουμε/εκτυλίσσομεν εκτυλίσσετε εκτυλίσσουνεκτύλισσα/εξετύλισσον εκτύλισσες/εξετύλισσες εκτύλισσε/εξετύλισσε εκτυλίσσαμε/εξετυλίσσομεν εκτυλίσσατε/εξετυλίσσετε εκτύλισσαν/εξετύλισσονεκτύλιξα/εξετύλιξα εκτύλιξες/εξετύλιξας εκτύλιξε/εξετύλιξε εκτυλίξαμε/εξετυλίξαμεν εκτυλίξατε/εξετυλίξατε εκτύλιξαν/εξετύλιξανέχω εκτυλίξει έχεις εκτυλίξει έχει εκτυλίξει έχουμε εκτυλίξει έχετε εκτυλίξει έχουν εκτυλίξειείχα εκτυλίξει είχες εκτυλίξει είχε εκτυλίξει είχαμε εκτυλίξει είχατε εκτυλίξει είχαν εκτυλίξειθα έχω εκτυλίξει θα έχεις εκτυλίξει θα έχει εκτυλίξει θα έχουμε εκτυλίξει θα έχετε εκτυλίξει θα έχουν εκτυλίξειθα εκτυλίσσω θα εκτυλίσσεις θα εκτυλίσσει θα εκτυλίσσομε/θα εκτυλίσσουμε/θα εκτυλίσσομεν θα εκτυλίσσετε θα εκτυλίσσουνθα εκτυλίξω θα εκτυλίξεις/θα εκτυλίξης θα εκτυλίξει/θα εκτυλίξη θα εκτυλίξομε/θα εκτυλίξουμε/θα εκτυλίξωμεν θα εκτυλίξετε θα εκτυλίξουν
Υ π ο τ.να εκτυλίσσω να εκτυλίσσεις να εκτυλίσσει να εκτυλίσσομε/να εκτυλίσσουμε/να εκτυλίσσομεν να εκτυλίσσετε να εκτυλίσσουν- - - - - -να εκτυλίξω να εκτυλίξεις/να εκτυλίξης να εκτυλίξει/να εκτυλίξη να εκτυλίξομε/να εκτυλίξουμε/να εκτυλίξωμεν να εκτυλίξετε να εκτυλίξουννα έχω εκτυλίξει να έχεις εκτυλίξει να έχει εκτυλίξει να έχουμε εκτυλίξει να έχετε εκτυλίξει να έχουν εκτυλίξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- εκτύλισσε - - εκτυλίσσετε -- - - - - -- εκτύλιξε - - εκτυλίξτε/εκτυλίξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--εκτυλίξει-----
Το ρήμα εκτυλίσσω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.εκτυλίσσομαι εκτυλίσσεσαι εκτυλίσσεται εκτυλισσόμαστε/εκτυλισσόμεθα εκτυλίσσεστε/εκτυλίσσεσθε εκτυλίσσονταιεκτυλισσόμουν/εξετυλισσόμην εκτυλισσόσουν/εξετυλίσσεσο εκτυλισσόταν/εκτυλίσσετο/εξετυλίσσετο εκτυλισσόμαστε/εξετυλισσόμεθα εκτυλισσόσαστε/εξετυλίσσεσθε εκτυλίσσονταν/εκτυλίσσοντο/εξετυλίσσοντοεξετυλίχθην/εκτυλίχθηκα εξετυλίχθης/εκτυλίχθηκες εξετυλίχθη/εκτυλίχθηκε εξετυλίχθημεν/εκτυλιχθήκαμε εξετυλίχθητε/εκτυλιχθήκατε εξετυλίχθησαν/εκτυλίχθηκανέχω εκτυλιχθεί έχεις εκτυλιχθεί έχει εκτυλιχθεί έχουμε εκτυλιχθεί έχετε εκτυλιχθεί έχουν εκτυλιχθείείχα εκτυλιχθεί είχες εκτυλιχθεί είχε εκτυλιχθεί είχαμε εκτυλιχθεί είχατε εκτυλιχθεί είχαν εκτυλιχθείθα έχω εκτυλιχθεί θα έχεις εκτυλιχθεί θα έχει εκτυλιχθεί θα έχουμε εκτυλιχθεί θα έχετε εκτυλιχθεί θα έχουν εκτυλιχθείθα εκτυλίσσομαι θα εκτυλίσσεσαι θα εκτυλίσσεται θα εκτυλισσόμαστε/θα εκτυλισσόμεθα θα εκτυλίσσεστε/θα εκτυλίσσεσθε θα εκτυλίσσονταιθα εκτυλιχθώ/θα εκτυλιχθώ θα εκτυλιχθής/θα εκτυλιχθείς θα εκτυλιχθή/θα εκτυλιχθεί θα εκτυλιχθώμεν/θα εκτυλιχθούμε θα εκτυλιχθήτε/θα εκτυλιχθείτε θα εκτυλιχθούν/θα εκτυλιχθούν
Υ π ο τ.να εκτυλίσσομαι να εκτυλίσσεσαι να εκτυλίσσεται να εκτυλισσόμαστε/να εκτυλισσόμεθα να εκτυλίσσεστε/να εκτυλίσσεσθε να εκτυλίσσονται- - - - - -να εκτυλιχθώ/να εκτυλιχθώ να εκτυλιχθής/να εκτυλιχθείς να εκτυλιχθή/να εκτυλιχθεί να εκτυλιχθώμεν/να εκτυλιχθούμε να εκτυλιχθήτε/να εκτυλιχθείτε να εκτυλιχθούν/να εκτυλιχθούννα έχω εκτυλιχθεί να έχεις εκτυλιχθεί να έχει εκτυλιχθεί να έχουμε εκτυλιχθεί να έχετε εκτυλιχθεί να έχουν εκτυλιχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - εκτυλίσσεστε/εκτυλίσσεσθε -- - - - - -- - - - εκτυλιχθήτε/εκτυλιχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--εκτυλιχθή/εκτυλιχθεί-----
104Το ρήμα στηρίζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα στηρίζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.στηρίζω στηρίζεις στηρίζει στηρίζομε/στηρίζουμε/στηρίζομεν στηρίζετε στηρίζουν/στηρίζουνεστήριζα/εστήριζον στήριζες/εστήριζες στήριζε/εστήριζε στηρίζαμε/εστηρίζομεν στηρίζατε/εστηρίζετε στήριζαν/εστήριζον/στηρίζαν/στηρίζανεστήριξα/εστήριξα στήριξες/εστήριξας στήριξε/εστήριξε στηρίξαμε/εστηρίξαμεν στηρίξατε/εστηρίξατε στήριξαν/εστήριξαν/στηρίξαν/στηρίξανεέχω στηρίξει έχεις στηρίξει έχει στηρίξει έχουμε στηρίξει έχετε στηρίξει έχουν στηρίξειείχα στηρίξει είχες στηρίξει είχε στηρίξει είχαμε στηρίξει είχατε στηρίξει είχαν στηρίξειθα έχω στηρίξει θα έχεις στηρίξει θα έχει στηρίξει θα έχουμε στηρίξει θα έχετε στηρίξει θα έχουν στηρίξειθα στηρίζω θα στηρίζεις θα στηρίζει θα στηρίζομε/θα στηρίζουμε/θα στηρίζομεν θα στηρίζετε θα στηρίζουν/θα στηρίζουνεθα στηρίξω θα στηρίξεις/θα στηρίξης θα στηρίξει/θα στηρίξη θα στηρίξομε/θα στηρίξουμε/θα στηρίξωμεν θα στηρίξετε θα στηρίξουν/θα στηρίξουνε
Υ π ο τ.να στηρίζω να στηρίζεις να στηρίζει να στηρίζομε/να στηρίζουμε/να στηρίζομεν να στηρίζετε να στηρίζουν/να στηρίζουνε- - - - - -να στηρίξω να στηρίξεις/να στηρίξης να στηρίξει/να στηρίξη να στηρίξομε/να στηρίξουμε/να στηρίξωμεν να στηρίξετε να στηρίξουν/να στηρίξουνενα έχω στηρίξει να έχεις στηρίξει να έχει στηρίξει να έχουμε στηρίξει να έχετε στηρίξει να έχουν στηρίξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- στήριζε - - στηρίζετε -- - - - - -- στήριξε - - στηρίξτε/στηρίξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--στηρίξει-----
Το ρήμα στηρίζω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντσυντ μέλεξακ μέλσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.στηρίζομαι στηρίζεσαι στηρίζεται στηριζόμαστε/στηριζόμεθα στηρίζεστε/στηρίζεσθε/στηριζόσαστε στηρίζονταιστηριζόμουν/εστηριζόμην/στηριζόμουνα στηριζόσουν/εστηρίζεσο/στηριζόσουνα στηριζόταν/στηρίζετο/εστηρίζετο/στηριζότανε στηριζόμαστε/εστηριζόμεθα/στηριζόμασταν στηριζόσαστε/εστηρίζεσθε/στηριζόσασταν στηρίζονταν/στηρίζοντο/εστηρίζοντο/στηριζόντανε/στηριζόντουσανστηρίχτηκα/εστηρίχθην/στηρίχθηκα στηρίχτηκες/εστηρίχθης/στηρίχθηκες στηρίχτηκε/εστηρίχθη/στηρίχθηκε στηριχτήκαμε/εστηρίχθημεν/στηριχθήκαμε στηριχτήκατε/εστηρίχθητε/στηριχθήκατε στηρίχτηκαν/εστηρίχθησαν/στηριχτήκαν/στηριχτήκανε/στηρίχθηκανέχω στηριχτεί/έχω στηριχθεί έχεις στηριχτεί/έχεις στηριχθεί έχει στηριχτεί/έχει στηριχθεί έχουμε στηριχτεί/έχουμε στηριχθεί έχετε στηριχτεί/έχετε στηριχθεί έχουν στηριχτεί/έχουν στηριχθείείχα στηριχτεί/είχα στηριχθεί είχες στηριχτεί/είχες στηριχθεί είχε στηριχτεί/είχε στηριχθεί είχαμε στηριχτεί/είχαμε στηριχθεί είχατε στηριχτεί/είχατε στηριχθεί είχαν στηριχτεί/είχαν στηριχθείθα έχω στηριχτεί/θα έχω στηριχθεί θα έχεις στηριχτεί/θα έχεις στηριχθεί θα έχει στηριχτεί/θα έχει στηριχθεί θα έχουμε στηριχτεί/θα έχουμε στηριχθεί θα έχετε στηριχτεί/θα έχετε στηριχθεί θα έχουν στηριχτεί/θα έχουν στηριχθείθα στηρίζομαι θα στηρίζεσαι θα στηρίζεται θα στηριζόμαστε/θα στηριζόμεθα θα στηρίζεστε/θα στηρίζεσθε/θα στηριζόσαστε θα στηρίζονταιθα στηριχτώ/θα στηριχθώ/θα στηριχθώ θα στηριχτείς/θα στηριχθής/θα στηριχθείς θα στηριχτεί/θα στηριχθή/θα στηριχθεί θα στηριχτούμε/θα στηριχθώμεν/θα στηριχθούμε θα στηριχτείτε/θα στηριχθήτε/θα στηριχθείτε θα στηριχτούν/θα στηριχθούν/θα στηριχτούνε/θα στηριχθούν
Υ π ο τ.να στηρίζομαι να στηρίζεσαι να στηρίζεται να στηριζόμαστε/να στηριζόμεθα να στηρίζεστε/να στηρίζεσθε/να στηριζόσαστε να στηρίζονται- - - - - -να στηριχτώ/να στηριχθώ/να στηριχθώ να στηριχτείς/να στηριχθής/να στηριχθείς να στηριχτεί/να στηριχθή/να στηριχθεί να στηριχτούμε/να στηριχθώμεν/να στηριχθούμε να στηριχτείτε/να στηριχθήτε/να στηριχθείτε να στηριχτούν/να στηριχθούν/να στηριχτούνε/να στηριχθούννα έχω στηριχτεί/να έχω στηριχθεί να έχεις στηριχτεί/να έχεις στηριχθεί να έχει στηριχτεί/να έχει στηριχθεί να έχουμε στηριχτεί/να έχουμε στηριχθεί να έχετε στηριχτεί/να έχετε στηριχθεί να έχουν στηριχτεί/να έχουν στηριχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- - - - στηρίζεστε/στηρίζεσθε -- - - - - -- στηρίξου - - στηριχτείτε/στηριχθήτε/στηριχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--στηριχτεί/στηριχθή/στηριχθεί-----
105Το ρήμα πήζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πήζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πήζω πήζεις πήζει πήζομε/πήζουμε πήζετε πήζουν/πήζουνεέπηζα/'πηζα έπηζες/'πηζες έπηζε/'πηζε πήζαμε πήζατε έπηζαν/'πηζαν/πήζαν/πήζανεέπηξα/'πηξα έπηξες/'πηξες έπηξε/'πηξε πήξαμε πήξατε έπηξαν/'πηξαν/πήξαν/πήξανεέχω πήξει έχεις πήξει έχει πήξει έχουμε πήξει έχετε πήξει έχουν πήξειείχα πήξει είχες πήξει είχε πήξει είχαμε πήξει είχατε πήξει είχαν πήξειθα έχω πήξει θα έχεις πήξει θα έχει πήξει θα έχουμε πήξει θα έχετε πήξει θα έχουν πήξειθα πήζω θα πήζεις θα πήζει θα πήζομε/θα πήζουμε θα πήζετε θα πήζουν/θα πήζουνεθα πήξω θα πήξεις θα πήξει θα πήξομε/θα πήξουμε θα πήξετε θα πήξουν/θα πήξουνε
Υ π ο τ.να πήζω να πήζεις να πήζει να πήζομε/να πήζουμε να πήζετε να πήζουν/να πήζουνε- - - - - -να πήξω να πήξεις να πήξει να πήξομε/να πήξουμε να πήξετε να πήξουν/να πήξουνενα έχω πήξει να έχεις πήξει να έχει πήξει να έχουμε πήξει να έχετε πήξει να έχουν πήξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- πήζε - - πήζετε -- - - - - -- πήξε/πήξ' - - πήξτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πήξει-----
Το ρήμα πήζω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.- - - - - -- - - - - -είμαι πηγμένος είσαι πηγμένος είναι πηγμένος είμαστε πηγμένοι είσαστε πηγμένοι είναι πηγμένοιήμουν πηγμένος ήσουν πηγμένος ήταν πηγμένος ήμασταν πηγμένοι ήσασταν πηγμένοι ήταν πηγμένοιθα είμαι πηγμένος θα είσαι πηγμένος θα είναι πηγμένος θα είμαστε πηγμένοι θα είσαστε πηγμένοι θα είναι πηγμένοι- - - - - -- - - - - -
Υ π ο τ.- - - - - -- - - - - -να είμαι πηγμένος να είσαι πηγμένος να είναι πηγμένος να είμαστε πηγμένοι να είσαστε πηγμένοι να είναι πηγμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-------
106Το ρήμα αλλάζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αλλάζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αλλάζω αλλάζεις αλλάζει αλλάζομε/αλλάζουμε αλλάζετε αλλάζουν/αλλάζουνεάλλαζα άλλαζες άλλαζε αλλάζαμε αλλάζατε άλλαζαν/αλλάζαν/αλλάζανεάλλαξα άλλαξες άλλαξε αλλάξαμε αλλάξατε άλλαξαν/αλλάξαν/αλλάξανεέχω αλλάξει έχεις αλλάξει έχει αλλάξει έχουμε αλλάξει έχετε αλλάξει έχουν αλλάξειείχα αλλάξει είχες αλλάξει είχε αλλάξει είχαμε αλλάξει είχατε αλλάξει είχαν αλλάξειθα έχω αλλάξει θα έχεις αλλάξει θα έχει αλλάξει θα έχουμε αλλάξει θα έχετε αλλάξει θα έχουν αλλάξειθα αλλάζω θα αλλάζεις θα αλλάζει θα αλλάζομε/θα αλλάζουμε θα αλλάζετε θα αλλάζουν/θα αλλάζουνεθα αλλάξω θα αλλάξεις θα αλλάξει θα αλλάξομε/θα αλλάξουμε θα αλλάξετε θα αλλάξουν/θα αλλάξουνε
Υ π ο τ.να αλλάζω να αλλάζεις να αλλάζει να αλλάζομε/να αλλάζουμε να αλλάζετε να αλλάζουν/να αλλάζουνε- - - - - -να αλλάξω να αλλάξεις να αλλάξει να αλλάξομε/να αλλάξουμε να αλλάξετε να αλλάξουν/να αλλάξουνενα έχω αλλάξει να έχεις αλλάξει να έχει αλλάξει να έχουμε αλλάξει να έχετε αλλάξει να έχουν αλλάξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- άλλαζε - - αλλάζετε -- - - - - -- άλλαξε - - αλλάξτε/αλλάχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αλλάξει-----
Το ρήμα αλλάζω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αλλάζομαι αλλάζεσαι αλλάζεται αλλαζόμαστε αλλάζεστε/αλλαζόσαστε αλλάζονταιαλλαζόμουν/αλλαζόμουνα αλλαζόσουν/αλλαζόσουνα αλλαζόταν/αλλαζότανε αλλαζόμαστε/αλλαζόμασταν αλλαζόσαστε/αλλαζόσασταν αλλάζονταν/αλλαζόντανε/αλλαζόντουσαναλλάχτηκα αλλάχτηκες αλλάχτηκε αλλαχτήκαμε αλλαχτήκατε αλλάχτηκαν/αλλαχτήκαν/αλλαχτήκανεέχω αλλαχτεί έχεις αλλαχτεί έχει αλλαχτεί έχουμε αλλαχτεί έχετε αλλαχτεί έχουν αλλαχτείείχα αλλαχτεί είχες αλλαχτεί είχε αλλαχτεί είχαμε αλλαχτεί είχατε αλλαχτεί είχαν αλλαχτείθα έχω αλλαχτεί θα έχεις αλλαχτεί θα έχει αλλαχτεί θα έχουμε αλλαχτεί θα έχετε αλλαχτεί θα έχουν αλλαχτείθα αλλάζομαι θα αλλάζεσαι θα αλλάζεται θα αλλαζόμαστε θα αλλάζεστε/θα αλλαζόσαστε θα αλλάζονταιθα αλλαχτώ θα αλλαχτείς θα αλλαχτεί θα αλλαχτούμε θα αλλαχτείτε θα αλλαχτούν/θα αλλαχτούνε
Υ π ο τ.να αλλάζομαι να αλλάζεσαι να αλλάζεται να αλλαζόμαστε να αλλάζεστε/να αλλαζόσαστε να αλλάζονται- - - - - -να αλλαχτώ να αλλαχτείς να αλλαχτεί να αλλαχτούμε να αλλαχτείτε να αλλαχτούν/να αλλαχτούνενα έχω αλλαχτεί να έχεις αλλαχτεί να έχει αλλαχτεί να έχουμε αλλαχτεί να έχετε αλλαχτεί να έχουν αλλαχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αλλάζεστε -- - - - - -- - - - αλλαχτείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αλλαχτεί-----
107Το ρήμα παίζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα παίζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.παίζω παίζεις παίζει παίζομε/παίζουμε/παίζομεν παίζετε παίζουν/παίζουνεέπαιζα/'παιζα/έπαιζον έπαιζες/'παιζες έπαιζε/'παιζε παίζαμε/επαίζομεν παίζατε/επαίζετε έπαιζαν/'παιζαν/έπαιζον/παίζαν/παίζανεέπαιξα/'παιξα έπαιξες/'παιξες/έπαιξας έπαιξε/'παιξε παίξαμε/επαίξαμεν παίξατε/επαίξατε έπαιξαν/'παιξαν/παίξαν/παίξανεέχω παίξει έχεις παίξει έχει παίξει έχουμε παίξει έχετε παίξει έχουν παίξειείχα παίξει είχες παίξει είχε παίξει είχαμε παίξει είχατε παίξει είχαν παίξειθα έχω παίξει θα έχεις παίξει θα έχει παίξει θα έχουμε παίξει θα έχετε παίξει θα έχουν παίξειθα παίζω θα παίζεις θα παίζει θα παίζομε/θα παίζουμε/θα παίζομεν θα παίζετε θα παίζουν/θα παίζουνεθα παίξω θα παίξεις/θα παίξης θα παίξει/θα παίξη θα παίξομε/θα παίξουμε/θα παίξωμεν θα παίξετε θα παίξουν/θα παίξουνε
Υ π ο τ.να παίζω να παίζεις να παίζει να παίζομε/να παίζουμε/να παίζομεν να παίζετε να παίζουν/να παίζουνε- - - - - -να παίξω να παίξεις/να παίξης να παίξει/να παίξη να παίξομε/να παίξουμε/να παίξωμεν να παίξετε να παίξουν/να παίξουνενα έχω παίξει να έχεις παίξει να έχει παίξει να έχουμε παίξει να έχετε παίξει να έχουν παίξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- παίζε - - παίζετε -- - - - - -- παίξε/παίξ'/παίχ' - - παίξτε/παίξατε/παίχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--παίξει-----
Το ρήμα παίζω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.παίζομαι παίζεσαι παίζεται παιζόμαστε/παιζόμεθα παίζεστε/παίζεσθε/παιζόσαστε παίζονταιπαιζόμουν/επαιζόμην/παιζόμουνα παιζόσουν/επαίζεσο/παιζόσουνα παιζόταν/επαίζετο/παιζότανε παιζόμαστε/επαιζόμεθα/παιζόμασταν παιζόσαστε/επαίζεσθε/παιζόσασταν παίζονταν/επαίζοντο/παιζόντανε/παιζόντουσανπαίχτηκα/επαίχθην/παίχθηκα παίχτηκες/επαίχθης/παίχθηκες παίχτηκε/επαίχθη/παίχθηκε παιχτήκαμε/επαίχθημεν/παιχθήκαμε παιχτήκατε/επαίχθητε/παιχθήκατε παίχτηκαν/επαίχθησαν/παιχτήκαν/παιχτήκανε/παίχθηκανέχω παιχτεί έχεις παιχτεί έχει παιχτεί έχουμε παιχτεί έχετε παιχτεί έχουν παιχτείείχα παιχτεί είχες παιχτεί είχε παιχτεί είχαμε παιχτεί είχατε παιχτεί είχαν παιχτείθα έχω παιχτεί θα έχεις παιχτεί θα έχει παιχτεί θα έχουμε παιχτεί θα έχετε παιχτεί θα έχουν παιχτείθα παίζομαι θα παίζεσαι θα παίζεται θα παιζόμαστε/θα παιζόμεθα θα παίζεστε/θα παίζεσθε/θα παιζόσαστε θα παίζονταιθα παιχτώ/θα παιχθώ/θα παιχθώ θα παιχτείς/θα παιχθής/θα παιχθείς θα παιχτεί/θα παιχθή/θα παιχθεί θα παιχτούμε/θα παιχθώμεν/θα παιχθούμε θα παιχτείτε/θα παιχθήτε/θα παιχθείτε θα παιχτούν/θα παιχθούν/θα παιχτούνε/θα παιχθούν
Υ π ο τ.να παίζομαι να παίζεσαι να παίζεται να παιζόμαστε/να παιζόμεθα να παίζεστε/να παίζεσθε/να παιζόσαστε να παίζονται- - - - - -να παιχτώ/να παιχθώ/να παιχθώ να παιχτείς/να παιχθής/να παιχθείς να παιχτεί/να παιχθή/να παιχθεί να παιχτούμε/να παιχθώμεν/να παιχθούμε να παιχτείτε/να παιχθήτε/να παιχθείτε να παιχτούν/να παιχθούν/να παιχτούνε/να παιχθούννα έχω παιχτεί να έχεις παιχτεί να έχει παιχτεί να έχουμε παιχτεί να έχετε παιχτεί να έχουν παιχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - παίζεστε/παίζεσθε -- - - - - -- - - - παιχτείτε/παιχθήτε/παιχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--παιχτεί/παιχθή/παιχθεί-----
108Το ρήμα κρώζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα κρώζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κρώζω κρώζεις κρώζει κρώζομε/κρώζουμε/κρώζομεν κρώζετε κρώζουν/κρώζουνεέκρωζα/έκρωζον έκρωζες έκρωζε κρώζαμε/εκρώζομεν κρώζατε/εκρώζετε έκρωζαν/έκρωζον/κρώζαν/κρώζανεέκρωξα έκρωξες/έκρωξας έκρωξε κρώξαμε/εκρώξαμεν κρώξατε/εκρώξατε έκρωξαν/κρώξαν/κρώξανεέχω κρώξει έχεις κρώξει έχει κρώξει έχουμε κρώξει έχετε κρώξει έχουν κρώξειείχα κρώξει είχες κρώξει είχε κρώξει είχαμε κρώξει είχατε κρώξει είχαν κρώξειθα έχω κρώξει θα έχεις κρώξει θα έχει κρώξει θα έχουμε κρώξει θα έχετε κρώξει θα έχουν κρώξειθα κρώζω θα κρώζεις θα κρώζει θα κρώζομε/θα κρώζουμε/θα κρώζομεν θα κρώζετε θα κρώζουν/θα κρώζουνεθα κρώξω θα κρώξεις/θα κρώξης θα κρώξει/θα κρώξη θα κρώξομε/θα κρώξουμε/θα κρώξωμεν θα κρώξετε θα κρώξουν/θα κρώξουνε
Υ π ο τ.να κρώζω να κρώζεις να κρώζει να κρώζομε/να κρώζουμε/να κρώζομεν να κρώζετε να κρώζουν/να κρώζουνε- - - - - -να κρώξω να κρώξεις/να κρώξης να κρώξει/να κρώξη να κρώξομε/να κρώξουμε/να κρώξωμεν να κρώξετε να κρώξουν/να κρώξουνενα έχω κρώξει να έχεις κρώξει να έχει κρώξει να έχουμε κρώξει να έχετε κρώξει να έχουν κρώξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- κρώζε - - κρώζετε -- - - - - -- κρώξε - - κρώξτε/κρώξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κρώξει-----
109Το ρήμα σκούζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα σκούζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σκούζω σκούζεις σκούζει σκούζομε/σκούζουμε σκούζετε σκούζουν/σκούζουνεέσκουζα έσκουζες έσκουζε σκούζαμε σκούζατε έσκουζαν/σκούζαν/σκούζανεέσκουξα έσκουξες έσκουξε σκούξαμε σκούξατε έσκουξαν/σκούξαν/σκούξανεέχω σκούξει έχεις σκούξει έχει σκούξει έχουμε σκούξει έχετε σκούξει έχουν σκούξειείχα σκούξει είχες σκούξει είχε σκούξει είχαμε σκούξει είχατε σκούξει είχαν σκούξειθα έχω σκούξει θα έχεις σκούξει θα έχει σκούξει θα έχουμε σκούξει θα έχετε σκούξει θα έχουν σκούξειθα σκούζω θα σκούζεις θα σκούζει θα σκούζομε/θα σκούζουμε θα σκούζετε θα σκούζουν/θα σκούζουνεθα σκούξω θα σκούξεις θα σκούξει θα σκούξομε/θα σκούξουμε θα σκούξετε θα σκούξουν/θα σκούξουνε
Υ π ο τ.να σκούζω να σκούζεις να σκούζει να σκούζομε/να σκούζουμε να σκούζετε να σκούζουν/να σκούζουνε- - - - - -να σκούξω να σκούξεις να σκούξει να σκούξομε/να σκούξουμε να σκούξετε να σκούξουν/να σκούξουνενα έχω σκούξει να έχεις σκούξει να έχει σκούξει να έχουμε σκούξει να έχετε σκούξει να έχουν σκούξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- σκούζε - - σκούζετε -- - - - - -- σκούξε - - σκούξτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σκούξει-----
110Το ρήμα πρήζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πρήζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πρήζω πρήζεις πρήζει πρήζομε/πρήζουμε πρήζετε πρήζουν/πρήζουνεέπρηζα/'πρηζα έπρηζες/'πρηζες έπρηζε/'πρηζε πρήζαμε πρήζατε έπρηζαν/'πρηζαν/πρήζαν/πρήζανεέπρηξα/'πρηξα έπρηξες/'πρηξες έπρηξε/'πρηξε πρήξαμε πρήξατε έπρηξαν/'πρηξαν/πρήξαν/πρήξανεέχω πρήξει έχεις πρήξει έχει πρήξει έχουμε πρήξει έχετε πρήξει έχουν πρήξειείχα πρήξει είχες πρήξει είχε πρήξει είχαμε πρήξει είχατε πρήξει είχαν πρήξειθα έχω πρήξει θα έχεις πρήξει θα έχει πρήξει θα έχουμε πρήξει θα έχετε πρήξει θα έχουν πρήξειθα πρήζω θα πρήζεις θα πρήζει θα πρήζομε/θα πρήζουμε θα πρήζετε θα πρήζουν/θα πρήζουνεθα πρήξω θα πρήξεις θα πρήξει θα πρήξομε/θα πρήξουμε θα πρήξετε θα πρήξουν/θα πρήξουνε
Υ π ο τ.να πρήζω να πρήζεις να πρήζει να πρήζομε/να πρήζουμε να πρήζετε να πρήζουν/να πρήζουνε- - - - - -να πρήξω να πρήξεις να πρήξει να πρήξομε/να πρήξουμε να πρήξετε να πρήξουν/να πρήξουνενα έχω πρήξει να έχεις πρήξει να έχει πρήξει να έχουμε πρήξει να έχετε πρήξει να έχουν πρήξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- πρήζε - - πρήζετε -- - - - - -- πρήξε/πρήξ' - - πρήξτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πρήξει-----
Το ρήμα πρήζω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πρήζομαι πρήζεσαι πρήζεται πρηζόμαστε πρήζεστε/πρηζόσαστε πρήζονταιπρηζόμουν/πρηζόμουνα πρηζόσουν/πρηζόσουνα πρηζόταν/πρηζότανε πρηζόμαστε/πρηζόμασταν πρηζόσαστε/πρηζόσασταν πρήζονταν/πρηζόντανε/πρηζόντουσανπρήστηκα πρήστηκες πρήστηκε πρηστήκαμε πρηστήκατε πρήστηκαν/πρηστήκαν/πρηστήκανεέχω πρηστεί έχεις πρηστεί έχει πρηστεί έχουμε πρηστεί έχετε πρηστεί έχουν πρηστείείχα πρηστεί είχες πρηστεί είχε πρηστεί είχαμε πρηστεί είχατε πρηστεί είχαν πρηστείθα έχω πρηστεί θα έχεις πρηστεί θα έχει πρηστεί θα έχουμε πρηστεί θα έχετε πρηστεί θα έχουν πρηστείθα πρήζομαι θα πρήζεσαι θα πρήζεται θα πρηζόμαστε θα πρήζεστε/θα πρηζόσαστε θα πρήζονταιθα πρηστώ θα πρηστείς θα πρηστεί θα πρηστούμε θα πρηστείτε θα πρηστούν/θα πρηστούνε
Υ π ο τ.να πρήζομαι να πρήζεσαι να πρήζεται να πρηζόμαστε να πρήζεστε/να πρηζόσαστε να πρήζονται- - - - - -να πρηστώ να πρηστείς να πρηστεί να πρηστούμε να πρηστείτε να πρηστούν/να πρηστούνενα έχω πρηστεί να έχεις πρηστεί να έχει πρηστεί να έχουμε πρηστεί να έχετε πρηστεί να έχουν πρηστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - πρήζεστε -- - - - - -- - - - πρηστείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πρηστεί-----
111Το ρήμα χαίρω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα χαίρω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.χαίρω χαίρεις χαίρει χαίρομε/χαίρουμε/χαίρομεν χαίρετε χαίρουνέχαιρα/έχαιρον έχαιρες έχαιρε χαίραμε/εχαίρομεν χαίρατε/εχαίρετε έχαιραν/έχαιρονθα χαίρω θα χαίρεις θα χαίρει θα χαίρομε/θα χαίρουμε/θα χαίρομεν θα χαίρετε θα χαίρουν
Υ π ο τ.να χαίρω να χαίρεις να χαίρει να χαίρομε/να χαίρουμε/να χαίρομεν να χαίρετε να χαίρουν- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- χαίρε - - χαίρετε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
Το ρήμα χαίρομαι στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστος β
Ο ρ ι σ τ.χαίρομαι χαίρεσαι χαίρεται χαιρόμαστε/χαιρόμεθα χαίρεστε/χαίρεσθε/χαιρόσαστε χαίρονταιχαιρόμουν/εχαιρόμην/χαιρόμουνα χαιρόσουν/εχαίρεσο/χαιρόσουνα χαιρόταν/εχαίρετο/χαιρότανε χαιρόμαστε/εχαιρόμεθα/χαιρόμασταν χαιρόσαστε/εχαίρεσθε/χαιρόσασταν χαίρονταν/εχαίροντο/χαιρόντανε/χαιρόντουσανχάρηκα/εχάρην χάρηκες/εχάρης χάρηκε/εχάρη χαρήκαμε/εχάρημεν χαρήκατε/εχάρητε χάρηκαν/εχάρησαν/χαρήκαν/χαρήκανε
Υ π ο τ.να χαίρομαι να χαίρεσαι να χαίρεται να χαιρόμαστε/να χαιρόμεθα να χαίρεστε/να χαίρεσθε/να χαιρόσαστε να χαίρονται- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - χαίρεστε/χαίρεσθε -- - - - - -- - - - χαρείτε -
Α.--χαρεί/χαρή
112Το ρήμα φέρω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα φέρω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φέρω φέρεις φέρει φέρομε/φέρουμε/φέρομεν φέρετε φέρουν/φέρουνεέφερα/έφερον έφερες έφερε φέραμε/εφέρομεν φέρατε/εφέρετε έφεραν/έφερον/φέραν/φέρανεέφερα έφερες/έφερας έφερε φέραμε/εφέραμεν φέρατε/εφέρατε έφεραν/φέραν/φέρανεέχω φέρει έχεις φέρει έχει φέρει έχουμε φέρει έχετε φέρει έχουν φέρειείχα φέρει είχες φέρει είχε φέρει είχαμε φέρει είχατε φέρει είχαν φέρειθα έχω φέρει θα έχεις φέρει θα έχει φέρει θα έχουμε φέρει θα έχετε φέρει θα έχουν φέρειθα φέρω θα φέρεις θα φέρει θα φέρομε/θα φέρουμε/θα φέρομεν θα φέρετε θα φέρουν/θα φέρουνεθα φέρω θα φέρεις/θα φέρης θα φέρει/θα φέρη θα φέρομε/θα φέρουμε/θα φέρωμεν θα φέρετε θα φέρουν/θα φέρουνε
Υ π ο τ.να φέρω να φέρεις να φέρει να φέρομε/να φέρουμε/να φέρομεν να φέρετε να φέρουν/να φέρουνε- - - - - -να φέρω να φέρεις/να φέρης να φέρει/να φέρη να φέρομε/να φέρουμε/να φέρωμεν να φέρετε να φέρουν/να φέρουνενα έχω φέρει να έχεις φέρει να έχει φέρει να έχουμε φέρει να έχετε φέρει να έχουν φέρει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- φέρε - - φέρετε -- - - - - -- φέρε - - φέρετε/φέρατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--φέρει-----
Το ρήμα φέρω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φέρομαι φέρεσαι φέρεται φερόμαστε/φερόμεθα φέρεστε/φέρεσθε/φερόσαστε φέρονταιφερόμουν/εφερόμην/φερόμουνα φερόσουν/εφέρεσο/φερόσουνα φερόταν/εφέρετο/φερότανε φερόμαστε/εφερόμεθα/φερόμασταν φερόσαστε/εφέρεσθε/φερόσασταν φέρονταν/εφέροντο/φερόντανε/φερόντουσανφέρθηκα/εφέρθην φέρθηκες/εφέρθης φέρθηκε/εφέρθη φερθήκαμε/εφέρθημεν φερθήκατε/εφέρθητε φέρθηκαν/εφέρθησαν/φερθήκαν/φερθήκανεέχω φερθεί έχεις φερθεί έχει φερθεί έχουμε φερθεί έχετε φερθεί έχουν φερθείείχα φερθεί είχες φερθεί είχε φερθεί είχαμε φερθεί είχατε φερθεί είχαν φερθείθα έχω φερθεί θα έχεις φερθεί θα έχει φερθεί θα έχουμε φερθεί θα έχετε φερθεί θα έχουν φερθείθα φέρομαι θα φέρεσαι θα φέρεται θα φερόμαστε/θα φερόμεθα θα φέρεστε/θα φέρεσθε/θα φερόσαστε θα φέρονταιθα φερθώ/θα φερθώ θα φερθείς/θα φερθής θα φερθεί/θα φερθή θα φερθούμε/θα φερθώμεν θα φερθείτε/θα φερθήτε θα φερθούν/θα φερθούν/θα φερθούνε
Υ π ο τ.να φέρομαι να φέρεσαι να φέρεται να φερόμαστε/να φερόμεθα να φέρεστε/να φέρεσθε/να φερόσαστε να φέρονται- - - - - -να φερθώ/να φερθώ να φερθείς/να φερθής να φερθεί/να φερθή να φερθούμε/να φερθώμεν να φερθείτε/να φερθήτε να φερθούν/να φερθούν/να φερθούνενα έχω φερθεί να έχεις φερθεί να έχει φερθεί να έχουμε φερθεί να έχετε φερθεί να έχουν φερθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - φέρεστε/φέρεσθε -- - - - - -- - - - φερθείτε/φερθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--φερθεί/φερθή-----
113Το ρήμα φθείρω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα φθείρω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φθείρω φθείρεις φθείρει φθείρομε/φθείρουμε/φθείρομεν φθείρετε φθείρουν/φθείρουνεέφθειρα/'φθειρα/έφθειρον έφθειρες/'φθειρες έφθειρε/'φθειρε φθείραμε/εφθείρομεν φθείρατε/εφθείρετε έφθειραν/'φθειραν/έφθειρον/φθείραν/φθείρανεέφθειρα/'φθειρα έφθειρες/'φθειρες/έφθειρας έφθειρε/'φθειρε φθείραμε/εφθείραμεν φθείρατε/εφθείρατε έφθειραν/'φθειραν/φθείραν/φθείρανεέχω φθείρει έχεις φθείρει έχει φθείρει έχουμε φθείρει έχετε φθείρει έχουν φθείρειείχα φθείρει είχες φθείρει είχε φθείρει είχαμε φθείρει είχατε φθείρει είχαν φθείρειθα έχω φθείρει θα έχεις φθείρει θα έχει φθείρει θα έχουμε φθείρει θα έχετε φθείρει θα έχουν φθείρειθα φθείρω θα φθείρεις θα φθείρει θα φθείρομε/θα φθείρουμε/θα φθείρομεν θα φθείρετε θα φθείρουν/θα φθείρουνεθα φθείρω θα φθείρεις/θα φθείρης θα φθείρει/θα φθείρη θα φθείρομε/θα φθείρουμε/θα φθείρωμεν θα φθείρετε θα φθείρουν/θα φθείρουνε
Υ π ο τ.να φθείρω να φθείρεις να φθείρει να φθείρομε/να φθείρουμε/να φθείρομεν να φθείρετε να φθείρουν/να φθείρουνε- - - - - -να φθείρω να φθείρεις/να φθείρης να φθείρει/να φθείρη να φθείρομε/να φθείρουμε/να φθείρωμεν να φθείρετε να φθείρουν/να φθείρουνενα έχω φθείρει να έχεις φθείρει να έχει φθείρει να έχουμε φθείρει να έχετε φθείρει να έχουν φθείρει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- φθείρε - - φθείρετε -- - - - - -- φθείρε - - φθείρετε/φθείρτε/φθείρατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--φθείρει-----
Το ρήμα φθείρω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φθείρομαι φθείρεσαι φθείρεται φθειρόμαστε/φθειρόμεθα φθείρεστε/φθείρεσθε φθείρονταιφθειρόμουν/εφθειρόμην φθειρόσουν/εφθείρεσο φθειρόταν/εφθείρετο φθειρόμαστε/εφθειρόμεθα φθειρόσαστε/εφθείρεσθε φθείρονταν/εφθείροντο- - - - - -φθάρηκα/εφθάρην φθάρηκες/εφθάρης φθάρηκε/εφθάρη φθαρήκαμε/εφθάρημεν φθαρήκατε/εφθάρητε φθάρηκαν/εφθάρησαν/φθαρήκαν/φθαρήκανεείμαι εφθαρμένος είσαι εφθαρμένος είναι εφθαρμένος είμαστε εφθαρμένοι είσαστε εφθαρμένοι είναι εφθαρμένοιήμουν εφθαρμένος ήσουν εφθαρμένος ήταν εφθαρμένος ήμασταν εφθαρμένοι ήσασταν εφθαρμένοι ήταν εφθαρμένοιθα είμαι εφθαρμένος θα είσαι εφθαρμένος θα είναι εφθαρμένος θα είμαστε εφθαρμένοι θα είσαστε εφθαρμένοι θα είναι εφθαρμένοιθα φθείρομαι θα φθείρεσαι θα φθείρεται θα φθειρόμαστε/θα φθειρόμεθα θα φθείρεστε/θα φθείρεσθε θα φθείρονται 
Υ π ο τ.να φθείρομαι να φθείρεσαι να φθείρεται να φθειρόμαστε/να φθειρόμεθα να φθείρεστε/να φθείρεσθε να φθείρονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -να είμαι εφθαρμένος να είσαι εφθαρμένος να είναι εφθαρμένος να είμαστε εφθαρμένοι να είσαστε εφθαρμένοι να είναι εφθαρμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - φθείρεστε/φθείρεσθε -- - - - - -- - - - - -- - - - φθαρείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.---φθαρεί/φθαρή-----
114Το ρήμα σύρω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα σύρω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σύρω σύρεις σύρει σύρομε/σύρουμε/σύρομεν σύρετε σύρουν/σύρουνεέσυρα/έσυρον έσυρες έσυρε σύραμε/εσύρομεν σύρατε/εσύρετε έσυραν/έσυρον/σύραν/σύρανεέσυρα έσυρες/έσυρας έσυρε σύραμε/εσύραμεν σύρατε/εσύρατε έσυραν/σύραν/σύρανεέχω σύρει έχεις σύρει έχει σύρει έχουμε σύρει έχετε σύρει έχουν σύρειείχα σύρει είχες σύρει είχε σύρει είχαμε σύρει είχατε σύρει είχαν σύρειθα έχω σύρει θα έχεις σύρει θα έχει σύρει θα έχουμε σύρει θα έχετε σύρει θα έχουν σύρειθα σύρω θα σύρεις θα σύρει θα σύρομε/θα σύρουμε/θα σύρομεν θα σύρετε θα σύρουν/θα σύρουνεθα σύρω θα σύρεις/θα σύρης θα σύρει/θα σύρη θα σύρομε/θα σύρουμε/θα σύρωμεν θα σύρετε θα σύρουν/θα σύρουνε
Υ π ο τ.να σύρω να σύρεις να σύρει να σύρομε/να σύρουμε/να σύρομεν να σύρετε να σύρουν/να σύρουνε- - - - - -να σύρω να σύρεις/να σύρης να σύρει/να σύρη να σύρομε/να σύρουμε/να σύρωμεν να σύρετε να σύρουν/να σύρουνενα έχω σύρει να έχεις σύρει να έχει σύρει να έχουμε σύρει να έχετε σύρει να έχουν σύρει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- σύρε - - σύρετε -- - - - - -- σύρε/σύρ' - - σύρετε/σύρατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σύρει-----
Το ρήμα σύρω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σύρομαι σύρεσαι σύρεται συρόμαστε/συρόμεθα σύρεστε/σύρεσθε σύρονταισυρόμουν/εσυρόμην συρόσουν/εσύρεσο συρόταν/εσύρετο συρόμαστε/εσυρόμεθα συρόσαστε/εσύρεσθε σύρονταν/εσύροντοσύρθηκα/εσύρθην σύρθηκες/εσύρθης σύρθηκε/εσύρθη συρθήκαμε/εσύρθημεν συρθήκατε/εσύρθητε σύρθηκαν/εσύρθησαν/συρθήκαν/συρθήκανεέχω συρθεί έχεις συρθεί έχει συρθεί έχουμε συρθεί έχετε συρθεί έχουν συρθείείχα συρθεί είχες συρθεί είχε συρθεί είχαμε συρθεί είχατε συρθεί είχαν συρθείθα έχω συρθεί θα έχεις συρθεί θα έχει συρθεί θα έχουμε συρθεί θα έχετε συρθεί θα έχουν συρθείθα σύρομαι θα σύρεσαι θα σύρεται θα συρόμαστε/θα συρόμεθα θα σύρεστε/θα σύρεσθε θα σύρονταιθα συρθώ/θα συρθώ θα συρθείς/θα συρθής θα συρθεί/θα συρθή θα συρθούμε/θα συρθώμεν θα συρθείτε/θα συρθήτε θα συρθούν/θα συρθούν/θα συρθούνε
Υ π ο τ.να σύρομαι να σύρεσαι να σύρεται να συρόμαστε/να συρόμεθα να σύρεστε/να σύρεσθε να σύρονται- - - - - -να συρθώ/να συρθώ να συρθείς/να συρθής να συρθεί/να συρθή να συρθούμε/να συρθώμεν να συρθείτε/να συρθήτε να συρθούν/να συρθούν/να συρθούνενα έχω συρθεί να έχεις συρθεί να έχει συρθεί να έχουμε συρθεί να έχετε συρθεί να έχουν συρθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - σύρεστε/σύρεσθε -- - - - - -- - - - συρθείτε/συρθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συρθεί/συρθή-----
115Το ρήμα οφείλω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα οφείλω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.οφείλω οφείλεις οφείλει οφείλομε/οφείλουμε/οφείλομεν οφείλετε οφείλουν/οφείλουνεόφειλα/ώφειλον όφειλες/ώφειλες όφειλε/ώφειλε οφείλαμε/ωφείλομεν οφείλατε/ωφείλετε όφειλαν/ώφειλον/οφείλαν/οφείλανεθα οφείλω θα οφείλεις θα οφείλει θα οφείλομε/θα οφείλουμε/θα οφείλομεν θα οφείλετε θα οφείλουν/θα οφείλουνε
Υ π ο τ.να οφείλω να οφείλεις να οφείλει να οφείλομε/να οφείλουμε/να οφείλομεν να οφείλετε να οφείλουν/να οφείλουνε- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- όφειλε - - οφείλετε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
Το ρήμα οφείλω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.οφείλομαι οφείλεσαι οφείλεται οφειλόμαστε/οφειλόμεθα οφείλεστε/οφείλεσθε οφείλονταιοφειλόμουν/ωφειλόμην οφειλόσουν/ωφείλεσο οφειλόταν/ωφείλετο οφειλόμαστε/ωφειλόμεθα οφειλόσαστε/ωφείλεσθε οφείλονταν/ωφείλοντοθα οφείλομαι θα οφείλεσαι θα οφείλεται θα οφειλόμαστε/θα οφειλόμεθα θα οφείλεστε/θα οφείλεσθε θα οφείλονται
Υ π ο τ.να οφείλομαι να οφείλεσαι να οφείλεται να οφειλόμαστε/να οφειλόμεθα να οφείλεστε/να οφείλεσθε να οφείλονται- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - οφείλεστε/οφείλεσθε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
116Το ρήμα κρίνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα κρίνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κρίνω κρίνεις κρίνει κρίνομε/κρίνουμε/κρίνομεν κρίνετε κρίνουν/κρίνουνεέκρινα/'κρινα/έκρινον έκρινες/'κρινες έκρινε/'κρινε κρίναμε/εκρίνομεν κρίνατε/εκρίνετε έκριναν/'κριναν/έκρινον/κρίναν/κρίνανεέκρινα/'κρινα έκρινες/'κρινες/έκρινας έκρινε/'κρινε κρίναμε/εκρίναμεν κρίνατε/εκρίνατε έκριναν/'κριναν/κρίναν/κρίνανεέχω κρίνει έχεις κρίνει έχει κρίνει έχουμε κρίνει έχετε κρίνει έχουν κρίνειείχα κρίνει είχες κρίνει είχε κρίνει είχαμε κρίνει είχατε κρίνει είχαν κρίνειθα έχω κρίνει θα έχεις κρίνει θα έχει κρίνει θα έχουμε κρίνει θα έχετε κρίνει θα έχουν κρίνειθα κρίνω θα κρίνεις θα κρίνει θα κρίνομε/θα κρίνουμε/θα κρίνομεν θα κρίνετε θα κρίνουν/θα κρίνουνεθα κρίνω θα κρίνεις/θα κρίνης θα κρίνει/θα κρίνη θα κρίνομε/θα κρίνουμε/θα κρίνωμεν θα κρίνετε θα κρίνουν/θα κρίνουνε
Υ π ο τ.να κρίνω να κρίνεις να κρίνει να κρίνομε/να κρίνουμε/να κρίνομεν να κρίνετε να κρίνουν/να κρίνουνε- - - - - -να κρίνω να κρίνεις/να κρίνης να κρίνει/να κρίνη να κρίνομε/να κρίνουμε/να κρίνωμεν να κρίνετε να κρίνουν/να κρίνουνενα έχω κρίνει να έχεις κρίνει να έχει κρίνει να έχουμε κρίνει να έχετε κρίνει να έχουν κρίνει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- κρίνε - - κρίνετε -- - - - - -- κρίνε - - κρίνετε/κρίντε/κρίνατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κρίνει-----
Το ρήμα κρίνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κρίνομαι κρίνεσαι κρίνεται κρινόμαστε/κρινόμεθα κρίνεστε/κρίνεσθε κρίνονταικρινόμουν/εκρινόμην κρινόσουν/εκρίνεσο κρινόταν/εκρίνετο κρινόμαστε/εκρινόμεθα κρινόσαστε/εκρίνεσθε κρίνονταν/εκρίνοντοκρίθηκα/εκρίθην κρίθηκες/εκρίθης κρίθηκε/εκρίθη κριθήκαμε/εκρίθημεν κριθήκατε/εκρίθητε κρίθηκαν/εκρίθησαν/κριθήκαν/κριθήκανεέχω κριθεί έχεις κριθεί έχει κριθεί έχουμε κριθεί έχετε κριθεί έχουν κριθείείχα κριθεί είχες κριθεί είχε κριθεί είχαμε κριθεί είχατε κριθεί είχαν κριθείθα έχω κριθεί θα έχεις κριθεί θα έχει κριθεί θα έχουμε κριθεί θα έχετε κριθεί θα έχουν κριθείθα κρίνομαι θα κρίνεσαι θα κρίνεται θα κρινόμαστε/θα κρινόμεθα θα κρίνεστε/θα κρίνεσθε θα κρίνονταιθα κριθώ/θα κριθώ θα κριθείς/θα κριθής θα κριθεί/θα κριθή θα κριθούμε/θα κριθώμεν θα κριθείτε/θα κριθήτε θα κριθούν/θα κριθούν/θα κριθούνε
Υ π ο τ.να κρίνομαι να κρίνεσαι να κρίνεται να κρινόμαστε/να κρινόμεθα να κρίνεστε/να κρίνεσθε να κρίνονται- - - - - -να κριθώ/να κριθώ να κριθείς/να κριθής να κριθεί/να κριθή να κριθούμε/να κριθώμεν να κριθείτε/να κριθήτε να κριθούν/να κριθούν/να κριθούνενα έχω κριθεί να έχεις κριθεί να έχει κριθεί να έχουμε κριθεί να έχετε κριθεί να έχουν κριθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - κρίνεστε/κρίνεσθε -- - - - - -- - - - κριθείτε/κριθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κριθεί/κριθή-----
117Το ρήμα διευρύνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα διευρύνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διευρύνω διευρύνεις διευρύνει διευρύνομε/διευρύνουμε/διευρύνομεν διευρύνετε διευρύνουνδιεύρυνα/διηύρυνον διεύρυνες/διηύρυνες διεύρυνε/διηύρυνε διευρύναμε/διηυρύνομεν διευρύνατε/διηυρύνετε διεύρυναν/διηύρυνονδιεύρυνα/διηύρυνα διεύρυνες/διηύρυνας διεύρυνε/διηύρυνε διευρύναμε/διηυρύναμεν διευρύνατε/διηυρύνατε διεύρυναν/διηύρυνανέχω διευρύνει έχεις διευρύνει έχει διευρύνει έχουμε διευρύνει έχετε διευρύνει έχουν διευρύνειείχα διευρύνει είχες διευρύνει είχε διευρύνει είχαμε διευρύνει είχατε διευρύνει είχαν διευρύνειθα έχω διευρύνει θα έχεις διευρύνει θα έχει διευρύνει θα έχουμε διευρύνει θα έχετε διευρύνει θα έχουν διευρύνειθα διευρύνω θα διευρύνεις θα διευρύνει θα διευρύνομε/θα διευρύνουμε/θα διευρύνομεν θα διευρύνετε θα διευρύνουνθα διευρύνω θα διευρύνεις/θα διευρύνης θα διευρύνει/θα διευρύνη θα διευρύνομε/θα διευρύνουμε/θα διευρύνωμεν θα διευρύνετε θα διευρύνουν
Υ π ο τ.να διευρύνω να διευρύνεις να διευρύνει να διευρύνομε/να διευρύνουμε/να διευρύνομεν να διευρύνετε να διευρύνουν- - - - - -να διευρύνω να διευρύνεις/να διευρύνης να διευρύνει/να διευρύνη να διευρύνομε/να διευρύνουμε/να διευρύνωμεν να διευρύνετε να διευρύνουννα έχω διευρύνει να έχεις διευρύνει να έχει διευρύνει να έχουμε διευρύνει να έχετε διευρύνει να έχουν διευρύνει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- διεύρυνε - - διευρύνετε -- - - - - -- διεύρυνε - - διευρύνετε/διευρύνατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--διευρύνει-----
Το ρήμα διευρύνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διευρύνομαι διευρύνεσαι διευρύνεται διευρυνόμαστε/διευρυνόμεθα διευρύνεστε/διευρύνεσθε διευρύνονταιδιευρυνόμουν/διηυρυνόμην διευρυνόσουν/διηυρύνεσο διευρυνόταν/διευρύνετο/διηυρύνετο διευρυνόμαστε/διηυρυνόμεθα διευρυνόσαστε/διηυρύνεσθε διευρύνονταν/διευρύνοντο/διηυρύνοντοδιευρύνθηκα/διηυρύνθην διευρύνθηκες/διηυρύνθης διευρύνθηκε/διευρύνθη/διηυρύνθη διευρυνθήκαμε/διηυρύνθημεν διευρυνθήκατε/διηυρύνθητε διευρύνθηκαν/διευρύνθησαν/διηυρύνθησανέχω διευρυνθεί έχεις διευρυνθεί έχει διευρυνθεί έχουμε διευρυνθεί έχετε διευρυνθεί έχουν διευρυνθείείχα διευρυνθεί είχες διευρυνθεί είχε διευρυνθεί είχαμε διευρυνθεί είχατε διευρυνθεί είχαν διευρυνθείθα έχω διευρυνθεί θα έχεις διευρυνθεί θα έχει διευρυνθεί θα έχουμε διευρυνθεί θα έχετε διευρυνθεί θα έχουν διευρυνθείθα διευρύνομαι θα διευρύνεσαι θα διευρύνεται θα διευρυνόμαστε/θα διευρυνόμεθα θα διευρύνεστε/θα διευρύνεσθε θα διευρύνονταιθα διευρυνθώ/θα διευρυνθώ θα διευρυνθείς/θα διευρυνθής θα διευρυνθεί/θα διευρυνθή θα διευρυνθούμε/θα διευρυνθώμεν θα διευρυνθείτε/θα διευρυνθήτε θα διευρυνθούν/θα διευρυνθούν
Υ π ο τ.να διευρύνομαι να διευρύνεσαι να διευρύνεται να διευρυνόμαστε/να διευρυνόμεθα να διευρύνεστε/να διευρύνεσθε να διευρύνονται- - - - - -να διευρυνθώ/να διευρυνθώ να διευρυνθείς/να διευρυνθής να διευρυνθεί/να διευρυνθή να διευρυνθούμε/να διευρυνθώμεν να διευρυνθείτε/να διευρυνθήτε να διευρυνθούν/να διευρυνθούννα έχω διευρυνθεί να έχεις διευρυνθεί να έχει διευρυνθεί να έχουμε διευρυνθεί να έχετε διευρυνθεί να έχουν διευρυνθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - διευρύνεστε/διευρύνεσθε -- - - - - -- διευρύνσου - - διευρυνθείτε/διευρυνθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--διευρυνθεί/διευρυνθή-----
118Το ρήμα τέμνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα τέμνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.τέμνω τέμνεις τέμνει τέμνομε/τέμνουμε/τέμνομεν τέμνετε τέμνουνέτεμνα/έτεμνον έτεμνες έτεμνε τέμναμε/ετέμνομεν τέμνατε/ετέμνετε έτεμναν/έτεμνονέτμησα έτμησες έτμησε τμήσαμε τμήσατε έτμησανέταμα/έταμον έταμες/έταμες έταμε/έταμε ετάμαμε/ετάμομεν ετάματε/ετάμετε έταμαν/έταμονέχω τμήσει έχεις τμήσει έχει τμήσει έχουμε τμήσει έχετε τμήσει έχουν τμήσειείχα τμήσει είχες τμήσει είχε τμήσει είχαμε τμήσει είχατε τμήσει είχαν τμήσειθα έχω τμήσει θα έχεις τμήσει θα έχει τμήσει θα έχουμε τμήσει θα έχετε τμήσει θα έχουν τμήσειθα τέμνω θα τέμνεις θα τέμνει θα τέμνομε/θα τέμνουμε/θα τέμνομεν θα τέμνετε θα τέμνουνθα τμήσω θα τμήσεις θα τμήσει θα τμήσομε/θα τμήσουμε θα τμήσετε θα τμήσουν
Υ π ο τ.να τέμνω να τέμνεις να τέμνει να τέμνομε/να τέμνουμε/να τέμνομεν να τέμνετε να τέμνουν- - - - - -να τμήσω να τμήσεις να τμήσει να τμήσομε/να τμήσουμε να τμήσετε να τμήσουν- - - - - -να έχω τμήσει να έχεις τμήσει να έχει τμήσει να έχουμε τμήσει να έχετε τμήσει να έχουν τμήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- τέμνε - - τέμνετε -- - - - - -- τμήσε - - τμήσετε -- τάμε - - τάμετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--τμήσειτάμει-----
Το ρήμα τέμνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.τέμνομαι τέμνεσαι τέμνεται τεμνόμαστε/τεμνόμεθα τέμνεστε/τέμνεσθε τέμνονταιτεμνόμουν/ετεμνόμην τεμνόσουν/ετέμνεσο τεμνόταν/ετέμνετο τεμνόμαστε/ετεμνόμεθα τεμνόσαστε/ετέμνεσθε τέμνονταν/ετέμνοντοτμήθηκα/ετμήθην τμήθηκες/ετμήθης τμήθηκε/ετμήθη τμηθήκαμε/ετμήθημεν τμηθήκατε/ετμήθητε τμήθηκαν/ετμήθησανέχω τμηθεί έχεις τμηθεί έχει τμηθεί έχουμε τμηθεί έχετε τμηθεί έχουν τμηθείείχα τμηθεί είχες τμηθεί είχε τμηθεί είχαμε τμηθεί είχατε τμηθεί είχαν τμηθείθα έχω τμηθεί θα έχεις τμηθεί θα έχει τμηθεί θα έχουμε τμηθεί θα έχετε τμηθεί θα έχουν τμηθείθα τέμνομαι θα τέμνεσαι θα τέμνεται θα τεμνόμαστε/θα τεμνόμεθα θα τέμνεστε/θα τέμνεσθε θα τέμνονταιθα τμηθώ/θα τμηθώ θα τμηθείς/θα τμηθής θα τμηθεί/θα τμηθή θα τμηθούμε/θα τμηθώμεν θα τμηθείτε/θα τμηθήτε θα τμηθούν/θα τμηθούν
Υ π ο τ.να τέμνομαι να τέμνεσαι να τέμνεται να τεμνόμαστε/να τεμνόμεθα να τέμνεστε/να τέμνεσθε να τέμνονται- - - - - -να τμηθώ/να τμηθώ να τμηθείς/να τμηθής να τμηθεί/να τμηθή να τμηθούμε/να τμηθώμεν να τμηθείτε/να τμηθήτε να τμηθούν/να τμηθούννα έχω τμηθεί να έχεις τμηθεί να έχει τμηθεί να έχουμε τμηθεί να έχετε τμηθεί να έχουν τμηθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - τέμνεστε/τέμνεσθε -- - - - - -- - - - τμηθείτε/τμηθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--τμηθεί/τμηθή-----
119Το ρήμα σερβίρω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα σερβίρω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σερβίρω σερβίρεις σερβίρει σερβίρομε/σερβίρουμε σερβίρετε σερβίρουν/σερβίρουνεσερβίριζα/σέρβιρα σερβίριζες/σέρβιρες σερβίριζε/σέρβιρε σερβίραμε σερβίρατε σερβίριζαν/σέρβιραν/σερβίραν/σερβίρανεσερβίρισα/σέρβιρα σερβίρισες/σέρβιρες σερβίρισε/σέρβιρε σερβίραμε σερβίρατε σερβίρισαν/σέρβιραν/σερβίραν/σερβίρανεέχω σερβίρει έχεις σερβίρει έχει σερβίρει έχουμε σερβίρει έχετε σερβίρει έχουν σερβίρειείχα σερβίρει είχες σερβίρει είχε σερβίρει είχαμε σερβίρει είχατε σερβίρει είχαν σερβίρειθα έχω σερβίρει θα έχεις σερβίρει θα έχει σερβίρει θα έχουμε σερβίρει θα έχετε σερβίρει θα έχουν σερβίρειθα σερβίρω θα σερβίρεις θα σερβίρει θα σερβίρομε/θα σερβίρουμε θα σερβίρετε θα σερβίρουν/θα σερβίρουνεθα σερβίρω θα σερβίρεις θα σερβίρει θα σερβίρομε/θα σερβίρουμε θα σερβίρετε θα σερβίρουν/θα σερβίρουνε
Υ π ο τ.να σερβίρω να σερβίρεις να σερβίρει να σερβίρομε/να σερβίρουμε να σερβίρετε να σερβίρουν/να σερβίρουνε- - - - - -να σερβίρω να σερβίρεις να σερβίρει να σερβίρομε/να σερβίρουμε να σερβίρετε να σερβίρουν/να σερβίρουνενα έχω σερβίρει να έχεις σερβίρει να έχει σερβίρει να έχουμε σερβίρει να έχετε σερβίρει να έχουν σερβίρει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- σερβίριζε/σέρβιρε - - σερβίρετε -- - - - - -- σερβίρισε/σέρβιρε - - σερβίρετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σερβίρει-----
Το ρήμα σερβίρω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σερβίρομαι σερβίρεσαι σερβίρεται σερβιριζόμαστε σερβίρεστε/σερβιριζόσαστε σερβίρονταισερβιριζόμουν/σερβιριζόμουνα σερβιριζόσουν/σερβιριζόσουνα σερβιριζόταν/σερβιριζότανε σερβιριζόμαστε/σερβιριζόμασταν σερβιριζόσαστε/σερβιριζόσασταν σερβιρίζονταν/σερβίρονταν/σερβιριζόντανε/σερβιριζόντουσανσερβιρίστηκα σερβιρίστηκες σερβιρίστηκε σερβιριστήκαμε σερβιριστήκατε σερβιρίστηκαν/σερβιριστήκαν/σερβιριστήκανεέχω σερβιριστεί έχεις σερβιριστεί έχει σερβιριστεί έχουμε σερβιριστεί έχετε σερβιριστεί έχουν σερβιριστείείχα σερβιριστεί είχες σερβιριστεί είχε σερβιριστεί είχαμε σερβιριστεί είχατε σερβιριστεί είχαν σερβιριστείθα έχω σερβιριστεί θα έχεις σερβιριστεί θα έχει σερβιριστεί θα έχουμε σερβιριστεί θα έχετε σερβιριστεί θα έχουν σερβιριστείθα σερβίρομαι θα σερβίρεσαι θα σερβίρεται θα σερβιριζόμαστε θα σερβίρεστε/θα σερβιριζόσαστε θα σερβίρονταιθα σερβιριστώ θα σερβιριστείς θα σερβιριστεί θα σερβιριστούμε θα σερβιριστείτε θα σερβιριστούν/θα σερβιριστούνε
Υ π ο τ.να σερβίρομαι να σερβίρεσαι να σερβίρεται να σερβιριζόμαστε να σερβίρεστε/να σερβιριζόσαστε να σερβίρονται- - - - - -να σερβιριστώ να σερβιριστείς να σερβιριστεί να σερβιριστούμε να σερβιριστείτε να σερβιριστούν/να σερβιριστούνενα έχω σερβιριστεί να έχεις σερβιριστεί να έχει σερβιριστεί να έχουμε σερβιριστεί να έχετε σερβιριστεί να έχουν σερβιριστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - σερβίρεστε -- - - - - -- σερβιρίσου - - σερβιριστείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--σερβιριστεί-----
120Το ρήμα πακετάρω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πακετάρω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πακετάρω πακετάρεις πακετάρει πακετάρομε/πακετάρουμε πακετάρετε πακετάρουν/πακετάρουνεπακετάριζα πακετάριζες πακετάριζε πακετάραμε πακετάρατε πακετάριζαν/πακετάραν/πακετάρανεπακετάρισα πακετάρισες πακετάρισε πακετάραμε πακετάρατε πακετάρισαν/πακετάραν/πακετάρανεέχω πακετάρει έχεις πακετάρει έχει πακετάρει έχουμε πακετάρει έχετε πακετάρει έχουν πακετάρειείχα πακετάρει είχες πακετάρει είχε πακετάρει είχαμε πακετάρει είχατε πακετάρει είχαν πακετάρειθα έχω πακετάρει θα έχεις πακετάρει θα έχει πακετάρει θα έχουμε πακετάρει θα έχετε πακετάρει θα έχουν πακετάρειθα πακετάρω θα πακετάρεις θα πακετάρει θα πακετάρομε/θα πακετάρουμε θα πακετάρετε θα πακετάρουν/θα πακετάρουνεθα πακετάρω θα πακετάρεις θα πακετάρει θα πακετάρομε/θα πακετάρουμε θα πακετάρετε θα πακετάρουν/θα πακετάρουνε
Υ π ο τ.να πακετάρω να πακετάρεις να πακετάρει να πακετάρομε/να πακετάρουμε να πακετάρετε να πακετάρουν/να πακετάρουνε- - - - - -να πακετάρω να πακετάρεις να πακετάρει να πακετάρομε/να πακετάρουμε να πακετάρετε να πακετάρουν/να πακετάρουνενα έχω πακετάρει να έχεις πακετάρει να έχει πακετάρει να έχουμε πακετάρει να έχετε πακετάρει να έχουν πακετάρει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- πακετάριζε - - πακετάρετε -- - - - - -- πακετάρισε - - πακετάρετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πακετάρει-----
Το ρήμα πακετάρω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πακετάρομαι πακετάρεσαι πακετάρεται πακεταριζόμαστε πακετάρεστε/πακεταριζόσαστε πακετάρονταιπακεταριζόμουν/πακεταριζόμουνα πακεταριζόσουν/πακεταριζόσουνα πακεταριζόταν/πακεταριζότανε πακεταριζόμαστε/πακεταριζόμασταν πακεταριζόσαστε/πακεταριζόσασταν πακεταρίζονταν/πακετάρονταν/πακεταριζόντανε/πακεταριζόντουσανπακεταρίστηκα πακεταρίστηκες πακεταρίστηκε πακεταριστήκαμε πακεταριστήκατε πακεταρίστηκαν/πακεταριστήκαν/πακεταριστήκανεέχω πακεταριστεί έχεις πακεταριστεί έχει πακεταριστεί έχουμε πακεταριστεί έχετε πακεταριστεί έχουν πακεταριστείείχα πακεταριστεί είχες πακεταριστεί είχε πακεταριστεί είχαμε πακεταριστεί είχατε πακεταριστεί είχαν πακεταριστείθα έχω πακεταριστεί θα έχεις πακεταριστεί θα έχει πακεταριστεί θα έχουμε πακεταριστεί θα έχετε πακεταριστεί θα έχουν πακεταριστείθα πακετάρομαι θα πακετάρεσαι θα πακετάρεται θα πακεταριζόμαστε θα πακετάρεστε/θα πακεταριζόσαστε θα πακετάρονταιθα πακεταριστώ θα πακεταριστείς θα πακεταριστεί θα πακεταριστούμε θα πακεταριστείτε θα πακεταριστούν/θα πακεταριστούνε
Υ π ο τ.να πακετάρομαι να πακετάρεσαι να πακετάρεται να πακεταριζόμαστε να πακετάρεστε/να πακεταριζόσαστε να πακετάρονται- - - - - -να πακεταριστώ να πακεταριστείς να πακεταριστεί να πακεταριστούμε να πακεταριστείτε να πακεταριστούν/να πακεταριστούνενα έχω πακεταριστεί να έχεις πακεταριστεί να έχει πακεταριστεί να έχουμε πακεταριστεί να έχετε πακεταριστεί να έχουν πακεταριστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - πακετάρεστε -- - - - - -- - - - πακεταριστείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πακεταριστεί-----
121Το ρήμα καίω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα καίω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.καίω καις/καίεις καίει καίμε/καίομεν καίτε/καίετε καίνε/καίουν/καινέκαιγα/'καιγα/έκαιον έκαιγες/'καιγες/έκαιες έκαιγε/'καιγε/έκαιε καίγαμε/εκαίομεν καίγατε/εκαίετε έκαιγαν/'καιγαν/έκαιον/καίγαν/καίγανεέκαψα/'καψα/έκαυσα έκαψες/'καψες/έκαυσας έκαψε/'καψε/έκαυσε κάψαμε/εκαύσαμεν κάψατε/εκαύσατε έκαψαν/'καψαν/έκαυσαν/κάψαν/κάψανεέχω κάψει έχεις κάψει έχει κάψει έχουμε κάψει έχετε κάψει έχουν κάψειείχα κάψει είχες κάψει είχε κάψει είχαμε κάψει είχατε κάψει είχαν κάψειθα έχω κάψει θα έχεις κάψει θα έχει κάψει θα έχουμε κάψει θα έχετε κάψει θα έχουν κάψειθα καίω θα καις/θα καίεις θα καίει θα καίμε/θα καίομεν θα καίτε/θα καίετε θα καίνε/θα καίουν/θα καινθα κάψω/θα καύσω θα κάψεις/θα καύσης θα κάψει/θα καύση θα κάψομε/θα κάψουμε/θα καύσωμεν θα κάψετε θα κάψουν/θα κάψουνε
Υ π ο τ.να καίω να καις/να καίεις να καίει να καίμε/να καίομεν να καίτε/να καίετε να καίνε/να καίουν/να καιν- - - - - -να κάψω/να καύσω να κάψεις/να καύσης να κάψει/να καύση να κάψομε/να κάψουμε/να καύσωμεν να κάψετε να κάψουν/να κάψουνενα έχω κάψει να έχεις κάψει να έχει κάψει να έχουμε κάψει να έχετε κάψει να έχουν κάψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- καίγε/καίε - - καίτε -- - - - - -- κάψε/καύσον/κάψ' - - κάψτε/καύτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κάψει-----
Το ρήμα καίω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.καίγομαι/καίομαι καίγεσαι/καίεσαι καίγεται/καίεται καιγόμαστε/καιόμεθα καίγεστε/καίεσθε/καιγόσαστε καίγονται/καίονταικαιγόμουν/εκαιόμην/καιγόμουνα καιγόσουν/εκαίεσο/καιγόσουνα καιγόταν/εκαίετο/καιγότανε καιγόμαστε/εκαιόμεθα/καιγόμασταν καιγόσαστε/εκαίεσθε/καιγόσασταν καίγονταν/εκαίοντο/καιγόντανε/καιγόντουσανεκαύθην εκαύθης εκαύθη εκαύθημεν εκαύθητε εκαύθησανκάηκα/εκάην κάηκες/εκάης κάηκε/εκάη καήκαμε/εκάημεν καήκατε/εκάητε κάηκαν/εκάησαν/καήκαν/καήκανε   θα καίγομαι/θα καίομαι θα καίγεσαι/θα καίεσαι θα καίγεται/θα καίεται θα καιγόμαστε/θα καιόμεθα θα καίγεστε/θα καίεσθε/θα καιγόσαστε θα καίγονται/θα καίονταιθα καυθώ θα καυθής θα καυθή θα καυθώμεν θα καυθήτε θα καυθούν
Υ π ο τ.να καίγομαι/να καίομαι να καίγεσαι/να καίεσαι να καίγεται/να καίεται να καιγόμαστε/να καιόμεθα να καίγεστε/να καίεσθε/να καιγόσαστε να καίγονται/να καίονται- - - - - -να καυθώ να καυθής να καυθή να καυθώμεν να καυθήτε να καυθούν- - - - - - - - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - καίγεστε/καίεσθε -- - - - - -- κάψου - - καυθήτε -- - - - καείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--καυθήκαεί/καή-----
122Το ρήμα κλαίω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα κλαίω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κλαίω κλαις/κλαίεις κλαίει κλαίμε/κλαίομεν κλαίτε/κλαίετε κλαίνε/κλαίουν/κλαινέκλαιγα/'κλαιγα/έκλαιον έκλαιγες/'κλαιγες/έκλαιες έκλαιγε/'κλαιγε/έκλαιε κλαίγαμε/εκλαίομεν κλαίγατε/εκλαίετε έκλαιγαν/'κλαιγαν/έκλαιον/κλαίγαν/κλαίγανεέκλαψα/'κλαψα/έκλαυσα έκλαψες/'κλαψες/έκλαυσας έκλαψε/'κλαψε/έκλαυσε κλάψαμε/εκλαύσαμεν κλάψατε/εκλαύσατε έκλαψαν/'κλαψαν/έκλαυσαν/κλάψαν/κλάψανεέχω κλάψει έχεις κλάψει έχει κλάψει έχουμε κλάψει έχετε κλάψει έχουν κλάψειείχα κλάψει είχες κλάψει είχε κλάψει είχαμε κλάψει είχατε κλάψει είχαν κλάψειθα έχω κλάψει θα έχεις κλάψει θα έχει κλάψει θα έχουμε κλάψει θα έχετε κλάψει θα έχουν κλάψειθα κλαίω θα κλαις/θα κλαίεις θα κλαίει θα κλαίμε/θα κλαίομεν θα κλαίτε/θα κλαίετε θα κλαίνε/θα κλαίουν/θα κλαινθα κλάψω θα κλάψεις/θα κλαύσης θα κλάψει/θα κλαύση θα κλάψομε/θα κλάψουμε/θα κλαύσωμεν θα κλάψετε θα κλάψουν/θα κλάψουνε
Υ π ο τ.να κλαίω να κλαις/να κλαίεις να κλαίει να κλαίμε/να κλαίομεν να κλαίτε/να κλαίετε να κλαίνε/να κλαίουν/να κλαιν- - - - - -να κλάψω να κλάψεις/να κλαύσης να κλάψει/να κλαύση να κλάψομε/να κλάψουμε/να κλαύσωμεν να κλάψετε να κλάψουν/να κλάψουνενα έχω κλάψει να έχεις κλάψει να έχει κλάψει να έχουμε κλάψει να έχετε κλάψει να έχουν κλάψει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- κλαίγε - - κλαίτε -- - - - - -- κλάψε/κλάψ' - - κλάψτε/κλαύτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κλάψει-----
Το ρήμα κλαίω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κλαίγομαι/κλαίομαι κλαίγεσαι/κλαίεσαι κλαίγεται/κλαίεται κλαιγόμαστε/κλαιόμεθα κλαίγεστε/κλαίεσθε/κλαιγόσαστε κλαίγονται/κλαίονταικλαιγόμουν/εκλαιόμην/κλαιγόμουνα κλαιγόσουν/εκλαίεσο/κλαιγόσουνα κλαιγόταν/εκλαίετο/κλαιγότανε κλαιγόμαστε/εκλαιόμεθα/κλαιγόμασταν κλαιγόσαστε/εκλαίεσθε/κλαιγόσασταν κλαίγονταν/εκλαίοντο/κλαιγόντανε/κλαιγόντουσανκλαύτηκα/εκλαύθην κλαύτηκες/εκλαύθης κλαύτηκε/εκλαύθη κλαυτήκαμε/εκλαύθημεν κλαυτήκατε/εκλαύθητε κλαύτηκαν/εκλαύθησαν/κλαυτήκαν/κλαυτήκανεέχω κλαυτεί έχεις κλαυτεί έχει κλαυτεί έχουμε κλαυτεί έχετε κλαυτεί έχουν κλαυτείείχα κλαυτεί είχες κλαυτεί είχε κλαυτεί είχαμε κλαυτεί είχατε κλαυτεί είχαν κλαυτείθα έχω κλαυτεί θα έχεις κλαυτεί θα έχει κλαυτεί θα έχουμε κλαυτεί θα έχετε κλαυτεί θα έχουν κλαυτείθα κλαίγομαι/θα κλαίομαι θα κλαίγεσαι/θα κλαίεσαι θα κλαίγεται/θα κλαίεται θα κλαιγόμαστε/θα κλαιόμεθα θα κλαίγεστε/θα κλαίεσθε/θα κλαιγόσαστε θα κλαίγονται/θα κλαίονταιθα κλαυτώ/θα κλαυθώ θα κλαυτείς/θα κλαυθής θα κλαυτεί/θα κλαυθή θα κλαυτούμε/θα κλαυθώμεν θα κλαυτείτε/θα κλαυθήτε θα κλαυτούν/θα κλαυθούν/θα κλαυτούνε
Υ π ο τ.να κλαίγομαι/να κλαίομαι να κλαίγεσαι/να κλαίεσαι να κλαίγεται/να κλαίεται να κλαιγόμαστε/να κλαιόμεθα να κλαίγεστε/να κλαίεσθε/να κλαιγόσαστε να κλαίγονται/να κλαίονται- - - - - -να κλαυτώ/να κλαυθώ να κλαυτείς/να κλαυθής να κλαυτεί/να κλαυθή να κλαυτούμε/να κλαυθώμεν να κλαυτείτε/να κλαυθήτε να κλαυτούν/να κλαυθούν/να κλαυτούνενα έχω κλαυτεί να έχεις κλαυτεί να έχει κλαυτεί να έχουμε κλαυτεί να έχετε κλαυτεί να έχουν κλαυτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - κλαίγεστε/κλαίεσθε -- - - - - -- κλάψου - - κλαυτείτε/κλαυθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κλαυτεί/κλαυθή-----
123Το ρήμα φταίω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα φταίω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φταίω φταις φταίει φταίμε φταίτε φταίνε/φταινέφταιγα/'φταιγα έφταιγες/'φταιγες έφταιγε/'φταιγε φταίγαμε φταίγατε έφταιγαν/'φταιγαν/φταίγαν/φταίγανεέφταιξα/'φταιξα έφταιξες/'φταιξες έφταιξε/'φταιξε φταίξαμε φταίξατε έφταιξαν/'φταιξαν/φταίξαν/φταίξανεέχω φταίξει έχεις φταίξει έχει φταίξει έχουμε φταίξει έχετε φταίξει έχουν φταίξειείχα φταίξει είχες φταίξει είχε φταίξει είχαμε φταίξει είχατε φταίξει είχαν φταίξειθα έχω φταίξει θα έχεις φταίξει θα έχει φταίξει θα έχουμε φταίξει θα έχετε φταίξει θα έχουν φταίξειθα φταίω θα φταις θα φταίει θα φταίμε θα φταίτε θα φταίνε/θα φταινθα φταίξω θα φταίξεις θα φταίξει θα φταίξομε/θα φταίξουμε θα φταίξετε θα φταίξουν/θα φταίξουνε
Υ π ο τ.να φταίω να φταις να φταίει να φταίμε να φταίτε να φταίνε/να φταιν- - - - - -να φταίξω να φταίξεις να φταίξει να φταίξομε/να φταίξουμε να φταίξετε να φταίξουν/να φταίξουνενα έχω φταίξει να έχεις φταίξει να έχει φταίξει να έχουμε φταίξει να έχετε φταίξει να έχουν φταίξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - φταίτε -- - - - - -- φταίξε - - φταίξτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--φταίξει-----
124Το ρήμα σπάω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα σπάω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σπάζω/σπάω σπας/σπάζεις σπάει/σπάζει σπάζομε/σπάζουμε/σπάμε σπάζετε/σπάτε σπάζουν/σπάνε/σπαν/σπάζουνεέσπαγα/έσπαζα/'σπαγα/'σπαζα έσπαγες/έσπαζες/'σπαγες/'σπαζες έσπαγε/έσπαζε/'σπαγε/'σπαζε σπάγαμε/σπάζαμε σπάγατε/σπάζατε έσπαγαν/έσπαζαν/'σπαγαν/'σπαζαν/σπάγαν/σπάγανε/σπάζαν/σπάζανεέσπασα/'σπασα έσπασες/'σπασες έσπασε/'σπασε σπάσαμε σπάσατε έσπασαν/'σπασαν/σπάσαν/σπάσανεέχω σπάσει έχεις σπάσει έχει σπάσει έχουμε σπάσει έχετε σπάσει έχουν σπάσειείχα σπάσει είχες σπάσει είχε σπάσει είχαμε σπάσει είχατε σπάσει είχαν σπάσειθα έχω σπάσει θα έχεις σπάσει θα έχει σπάσει θα έχουμε σπάσει θα έχετε σπάσει θα έχουν σπάσειθα σπάζω/θα σπάω θα σπας/θα σπάζεις θα σπάει/θα σπάζει θα σπάζομε/θα σπάζουμε/θα σπάμε θα σπάζετε/θα σπάτε θα σπάζουν/θα σπάνε/θα σπαν/θα σπάζουνεθα σπάσω θα σπάσεις θα σπάσει θα σπάσομε/θα σπάσουμε θα σπάσετε θα σπάσουν/θα σπάσουνε
Υ π ο τ.να σπάζω/να σπάω να σπας/να σπάζεις να σπάει/να σπάζει να σπάζομε/να σπάζουμε/να σπάμε να σπάζετε/να σπάτε να σπάζουν/να σπάνε/να σπαν/να σπάζουνε- - - - - -να σπάσω να σπάσεις να σπάσει να σπάσομε/να σπάσουμε να σπάσετε να σπάσουν/να σπάσουνενα έχω σπάσει να έχεις σπάσει να έχει σπάσει να έχουμε σπάσει να έχετε σπάσει να έχουν σπάσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- σπάε/σπάζε - - σπάζετε/σπάτε -- - - - - -- σπάσε/σπάσ' - - σπάστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σπάσει-----
Το ρήμα σπάω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.σπάζομαι σπάζεσαι σπάζεται σπαζόμαστε σπάζεστε/σπαζόσαστε σπάζονταισπαζόμουν/σπαζόμουνα σπαζόσουν/σπαζόσουνα σπαζόταν/σπαζότανε σπαζόμαστε/σπαζόμασταν σπαζόσαστε/σπαζόσασταν σπάζονταν/σπαζόντανε/σπαζόντουσανσπάστηκα σπάστηκες σπάστηκε σπαστήκαμε σπαστήκατε σπάστηκαν/σπαστήκαν/σπαστήκανεέχω σπαστεί έχεις σπαστεί έχει σπαστεί έχουμε σπαστεί έχετε σπαστεί έχουν σπαστείείχα σπαστεί είχες σπαστεί είχε σπαστεί είχαμε σπαστεί είχατε σπαστεί είχαν σπαστείθα έχω σπαστεί θα έχεις σπαστεί θα έχει σπαστεί θα έχουμε σπαστεί θα έχετε σπαστεί θα έχουν σπαστείθα σπάζομαι θα σπάζεσαι θα σπάζεται θα σπαζόμαστε θα σπάζεστε/θα σπαζόσαστε θα σπάζονταιθα σπαστώ θα σπαστείς θα σπαστεί θα σπαστούμε θα σπαστείτε θα σπαστούν/θα σπαστούνε
Υ π ο τ.να σπάζομαι να σπάζεσαι να σπάζεται να σπαζόμαστε να σπάζεστε/να σπαζόσαστε να σπάζονται- - - - - -να σπαστώ να σπαστείς να σπαστεί να σπαστούμε να σπαστείτε να σπαστούν/να σπαστούνενα έχω σπαστεί να έχεις σπαστεί να έχει σπαστεί να έχουμε σπαστεί να έχετε σπαστεί να έχουν σπαστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - σπάζεστε -- - - - - -- - - - σπαστείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σπαστεί-----
125Το ρήμα ακούω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ακούω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ακούω ακούς/ακούεις ακούει ακούμε/ακούομεν ακούτε/ακούετε ακούν/ακούουν/ακούνεάκουγα/ήκουον άκουγες/ήκουες άκουγε/ήκουε ακούγαμε/ηκούομεν ακούγατε/ηκούετε άκουγαν/ήκουον/ακούγαν/ακούγανεάκουσα/ήκουσα άκουσες/ήκουσας άκουσε/ήκουσε ακούσαμε/ηκούσαμεν ακούσατε/ηκούσατε άκουσαν/ήκουσαν/ακούσαν/ακούσανεέχω ακούσει έχεις ακούσει έχει ακούσει έχουμε ακούσει έχετε ακούσει έχουν ακούσειείχα ακούσει είχες ακούσει είχε ακούσει είχαμε ακούσει είχατε ακούσει είχαν ακούσειθα έχω ακούσει θα έχεις ακούσει θα έχει ακούσει θα έχουμε ακούσει θα έχετε ακούσει θα έχουν ακούσειθα ακούω θα ακούς/θα ακούεις θα ακούει θα ακούμε/θα ακούομεν θα ακούτε/θα ακούετε θα ακούν/θα ακούουν/θα ακούνεθα ακούσω θα ακούσεις/θα ακούσης θα ακούσει/θα ακούση θα ακούσομε/θα ακούσουμε/θα ακούσωμεν θα ακούσετε θα ακούσουν/θα ακούσουνε
Υ π ο τ.να ακούω να ακούς/να ακούεις να ακούει να ακούμε/να ακούομεν να ακούτε/να ακούετε να ακούν/να ακούουν/να ακούνε- - - - - -να ακούσω να ακούσεις/να ακούσης να ακούσει/να ακούση να ακούσομε/να ακούσουμε/να ακούσωμεν να ακούσετε να ακούσουν/να ακούσουνενα έχω ακούσει να έχεις ακούσει να έχει ακούσει να έχουμε ακούσει να έχετε ακούσει να έχουν ακούσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- άκου/άκουγε ακουέτω - ακούτε -- - - - - -- άκου/άκουσε/άκουσον - - ακούστε/ακούσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ακούσει-----
Το ρήμα ακούω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ακούγομαι/ακούομαι ακούγεσαι/ακούεσαι ακούγεται/ακούεται ακουγόμαστε/ακουόμεθα ακούγεστε/ακούεσθε/ακουγόσαστε ακούγονται/ακούονταιακουγόμουν/ηκουόμην/ακουγόμουνα ακουγόσουν/ηκούεσο/ακουγόσουνα ακουγόταν/ακούετο/ηκούετο/ακουγότανε ακουγόμαστε/ηκουόμεθα/ακουγόμασταν ακουγόσαστε/ηκούεσθε/ακουγόσασταν ακούγονταν/ακούοντο/ηκούοντο/ακουγόντανε/ακουγόντουσανακούστηκα/ηκούσθην/ακούσθηκα ακούστηκες/ηκούσθης/ακούσθηκες ακούστηκε/ηκούσθη/ακούσθηκε ακουστήκαμε/ηκούσθημεν/ακουσθήκαμε ακουστήκατε/ηκούσθητε/ακουσθήκατε ακούστηκαν/ηκούσθησαν/ακουστήκαν/ακουστήκανε/ακούσθηκανέχω ακουστεί έχεις ακουστεί έχει ακουστεί έχουμε ακουστεί έχετε ακουστεί έχουν ακουστείείχα ακουστεί είχες ακουστεί είχε ακουστεί είχαμε ακουστεί είχατε ακουστεί είχαν ακουστείθα έχω ακουστεί θα έχεις ακουστεί θα έχει ακουστεί θα έχουμε ακουστεί θα έχετε ακουστεί θα έχουν ακουστείθα ακούγομαι/θα ακούομαι θα ακούγεσαι/θα ακούεσαι θα ακούγεται/θα ακούεται θα ακουγόμαστε/θα ακουόμεθα θα ακούγεστε/θα ακούεσθε/θα ακουγόσαστε θα ακούγονται/θα ακούονταιθα ακουστώ/θα ακουσθώ/θα ακουσθώ θα ακουστείς/θα ακουσθής/θα ακουσθείς θα ακουστεί/θα ακουσθή/θα ακουσθεί θα ακουστούμε/θα ακουσθώμεν/θα ακουσθούμε θα ακουστείτε/θα ακουσθήτε/θα ακουσθείτε θα ακουστούν/θα ακουσθούν/θα ακουστούνε/θα ακουσθούν
Υ π ο τ.να ακούγομαι/να ακούομαι να ακούγεσαι/να ακούεσαι να ακούγεται/να ακούεται να ακουγόμαστε/να ακουόμεθα να ακούγεστε/να ακούεσθε/να ακουγόσαστε να ακούγονται/να ακούονται- - - - - -να ακουστώ/να ακουσθώ/να ακουσθώ να ακουστείς/να ακουσθής/να ακουσθείς να ακουστεί/να ακουσθή/να ακουσθεί να ακουστούμε/να ακουσθώμεν/να ακουσθούμε να ακουστείτε/να ακουσθήτε/να ακουσθείτε να ακουστούν/να ακουσθούν/να ακουστούνε/να ακουσθούννα έχω ακουστεί να έχεις ακουστεί να έχει ακουστεί να έχουμε ακουστεί να έχετε ακουστεί να έχουν ακουστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - ακούγεστε/ακούεσθε -- - - - - -- - - - ακουστείτε/ακουσθήτε/ακουσθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--ακουστεί/ακουσθή/ακουσθεί-----
126Το ρήμα φυλάω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα φυλάω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςμέλαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικΣυντελ.μέλεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλ
Ο ρ ι σ τ.φυλάγω/φυλάσσω/φυλάω/φυλώ φυλάγεις/φυλάσσεις/φυλάς φυλά/φυλάγει/φυλάει/φυλάσσει φυλούμε/φυλάγομε/φυλάγουμε/φυλάμε/φυλάσσομε/φυλάσσουμε/φυλάσσομεν φυλάγετε/φυλάσσετε/φυλάτε φυλούν/φυλάγουν/φυλάσσουν/φυλούνε/φυλάγουνε/φυλάν/φυλάνεφυλούσα/φύλαγα/φύλασσα/εφύλασσον φυλούσες/φύλαγες/φύλασσες/εφύλασσες φυλούσε/φύλαγε/φύλασσε/εφύλασσε φυλούσαμε/φυλάγαμε/φυλάσσαμε/εφυλάσσομεν φυλούσατε/φυλάγατε/φυλάσσατε/εφυλάσσετε φυλούσαν/φύλαγαν/φύλασσαν/εφύλασσον/φυλούσανε/φυλάγαν/φυλάγανε- - - - - -φύλαξα/εφύλαξα φύλαξες/εφύλαξας φύλαξε/εφύλαξε φυλάξαμε/εφυλάξαμεν φυλάξατε/εφυλάξατε φύλαξαν/εφύλαξαν/φυλάξαν/φυλάξανεέχω φυλάξει έχεις φυλάξει έχει φυλάξει έχουμε φυλάξει έχετε φυλάξει έχουν φυλάξειείχα φυλάξει είχες φυλάξει είχε φυλάξει είχαμε φυλάξει είχατε φυλάξει είχαν φυλάξειθα έχω φυλάξει θα έχεις φυλάξει θα έχει φυλάξει θα έχουμε φυλάξει θα έχετε φυλάξει θα έχουν φυλάξειθα φυλάγω/θα φυλάσσω/θα φυλάω/θα φυλώ θα φυλάγεις/θα φυλάσσεις/θα φυλάς θα φυλά/θα φυλάγει/θα φυλάει/θα φυλάσσει θα φυλούμε/θα φυλάγομε/θα φυλάγουμε/θα φυλάμε/θα φυλάσσομε/θα φυλάσσουμε/θα φυλάσσομεν θα φυλάγετε/θα φυλάσσετε/θα φυλάτε θα φυλούν/θα φυλάγουν/θα φυλάσσουν/θα φυλούνε/θα φυλάγουνε/θα φυλάν/θα φυλάνεθα φυλάξω θα φυλάξεις/θα φυλάξης θα φυλάξει/θα φυλάξη θα φυλάξομε/θα φυλάξουμε/θα φυλάξωμεν θα φυλάξετε θα φυλάξουν/θα φυλάξουνε
Υ π ο τ.να φυλάγω/να φυλάσσω/να φυλάω/να φυλώ να φυλάγεις/να φυλάσσεις/να φυλάς να φυλά/να φυλάγει/να φυλάει/να φυλάσσει να φυλούμε/να φυλάγομε/να φυλάγουμε/να φυλάμε/να φυλάσσομε/να φυλάσσουμε/να φυλάσσομεν να φυλάγετε/να φυλάσσετε/να φυλάτε να φυλούν/να φυλάγουν/να φυλάσσουν/να φυλούνε/να φυλάγουνε/να φυλάν/να φυλάνε- - - - - -- - - - - -να φυλάξω να φυλάξεις/να φυλάξης να φυλάξει/να φυλάξη να φυλάξομε/να φυλάξουμε/να φυλάξωμεν να φυλάξετε να φυλάξουν/να φυλάξουνενα έχω φυλάξει να έχεις φυλάξει να έχει φυλάξει να έχουμε φυλάξει να έχετε φυλάξει να έχουν φυλάξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ- φύλα/φύλαγε/φύλασσε - - φυλάγετε/φυλάσσετε/φυλάτε -- - - - - -- - - - - -- φύλαξε/φύλα - - φυλάξτε/φυλάξατε/φυλάχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α---φυλάξει---- 
Το ρήμα φυλάω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλεξακολουθητικός μέλσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φυλάγομαι/φυλάσσομαι φυλάγεσαι/φυλάσσεσαι φυλάγεται/φυλάσσεται φυλαγόμαστε/φυλασσόμαστε/φυλασσόμεθα φυλάγεστε/φυλάσσεστε/φυλάσσεσθε/φυλαγόσαστε φυλάγονται/φυλάσσονταιφυλαγόμουν/φυλασσόμουν/εφυλασσόμην/φυλαγόμουνα φυλαγόσουν/φυλασσόσουν/εφυλάσσεσο/φυλαγόσουνα φυλαγόταν/φυλασσόταν/φυλάσσετο/εφυλάσσετο/φυλαγότανε φυλαγόμαστε/φυλασσόμαστε/εφυλασσόμεθα/φυλαγόμασταν φυλαγόσαστε/φυλασσόσαστε/εφυλάσσεσθε/φυλαγόσασταν φυλάγονταν/φυλάσσονταν/φυλάσσοντο/εφυλάσσοντο/φυλαγόντανε/φυλαγόντουσανφυλάχτηκα/εφυλάχθην/φυλάχθηκα φυλάχτηκες/εφυλάχθης/φυλάχθηκες φυλάχτηκε/εφυλάχθη/φυλάχθηκε φυλαχτήκαμε/εφυλάχθημεν/φυλαχθήκαμε φυλαχτήκατε/εφυλάχθητε/φυλαχθήκατε φυλάχτηκαν/εφυλάχθησαν/φυλαχτήκαν/φυλαχτήκανε/φυλάχθηκανέχω φυλαχτεί/έχω φυλαχθεί έχεις φυλαχτεί/έχεις φυλαχθεί έχει φυλαχτεί/έχει φυλαχθεί έχουμε φυλαχτεί/έχουμε φυλαχθεί έχετε φυλαχτεί/έχετε φυλαχθεί έχουν φυλαχτεί/έχουν φυλαχθείείχα φυλαχτεί/είχα φυλαχθεί είχες φυλαχτεί/είχες φυλαχθεί είχε φυλαχτεί/είχε φυλαχθεί είχαμε φυλαχτεί/είχαμε φυλαχθεί είχατε φυλαχτεί/είχατε φυλαχθεί είχαν φυλαχτεί/είχαν φυλαχθείθα έχω φυλαχτεί/θα έχω φυλαχθεί θα έχεις φυλαχτεί/θα έχεις φυλαχθεί θα έχει φυλαχτεί/θα έχει φυλαχθεί θα έχουμε φυλαχτεί/θα έχουμε φυλαχθεί θα έχετε φυλαχτεί/θα έχετε φυλαχθεί θα έχουν φυλαχτεί/θα έχουν φυλαχθείθα φυλάγομαι/θα φυλάσσομαι θα φυλάγεσαι/θα φυλάσσεσαι θα φυλάγεται/θα φυλάσσεται θα φυλαγόμαστε/θα φυλασσόμαστε/θα φυλασσόμεθα θα φυλάγεστε/θα φυλάσσεστε/θα φυλάσσεσθε/θα φυλαγόσαστε θα φυλάγονται/θα φυλάσσονταιθα φυλαχτώ/θα φυλαχθώ/θα φυλαχθώ θα φυλαχτείς/θα φυλαχθής/θα φυλαχθείς θα φυλαχτεί/θα φυλαχθή/θα φυλαχθεί θα φυλαχτούμε/θα φυλαχθώμεν/θα φυλαχθούμε θα φυλαχτείτε/θα φυλαχθήτε/θα φυλαχθείτε θα φυλαχτούν/θα φυλαχθούν/θα φυλαχτούνε/θα φυλαχθούν
Υ π ο τ.να φυλάγομαι/να φυλάσσομαι να φυλάγεσαι/να φυλάσσεσαι να φυλάγεται/να φυλάσσεται να φυλαγόμαστε/να φυλασσόμαστε/να φυλασσόμεθα να φυλάγεστε/να φυλάσσεστε/να φυλάσσεσθε/να φυλαγόσαστε να φυλάγονται/να φυλάσσονται- - - - - -να φυλαχτώ/να φυλαχθώ/να φυλαχθώ να φυλαχτείς/να φυλαχθής/να φυλαχθείς να φυλαχτεί/να φυλαχθή/να φυλαχθεί να φυλαχτούμε/να φυλαχθώμεν/να φυλαχθούμε να φυλαχτείτε/να φυλαχθήτε/να φυλαχθείτε να φυλαχτούν/να φυλαχθούν/να φυλαχτούνε/να φυλαχθούννα έχω φυλαχτεί/να έχω φυλαχθεί να έχεις φυλαχτεί/να έχεις φυλαχθεί να έχει φυλαχτεί/να έχει φυλαχθεί να έχουμε φυλαχτεί/να έχουμε φυλαχθεί να έχετε φυλαχτεί/να έχετε φυλαχθεί να έχουν φυλαχτεί/να έχουν φυλαχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ- - - - φυλάγεστε/φυλάσσεστε/φυλάσσεσθε -- - - - - -- φυλάξου - - φυλαχτείτε/φυλαχθήτε/φυλαχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--φυλαχτεί/φυλαχθή/φυλαχθεί-----
127Το ρήμα ζητώ στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ζητώ στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ζητάω/ζητώ ζητείς/ζητάς ζητεί/ζητά/ζητάει ζητούμε/ζητάμε/ζητούμεν ζητείτε/ζητάτε ζητούν/ζητούνε/ζητάν/ζητάνεζητούσα/εζήτουν/ζήταγα ζητούσες/εζήτεις/ζήταγες ζητούσε/εζήτει/ζήταγε ζητούσαμε/εζητούμεν/ζητάγαμε ζητούσατε/εζητείτε/ζητάγατε ζητούσαν/εζήτουν/ζητούσανε/ζητάγανε/ζήταγανζήτησα/εζήτησα ζήτησες/εζήτησας ζήτησε/εζήτησε ζητήσαμε/εζητήσαμεν ζητήσατε/εζητήσατε ζήτησαν/εζήτησαν/ζητήσαν/ζητήσανεέχω ζητήσει έχεις ζητήσει έχει ζητήσει έχουμε ζητήσει έχετε ζητήσει έχουν ζητήσειείχα ζητήσει είχες ζητήσει είχε ζητήσει είχαμε ζητήσει είχατε ζητήσει είχαν ζητήσειθα έχω ζητήσει θα έχεις ζητήσει θα έχει ζητήσει θα έχουμε ζητήσει θα έχετε ζητήσει θα έχουν ζητήσειθα ζητάω/θα ζητώ θα ζητείς/θα ζητάς θα ζητεί/θα ζητά/θα ζητάει θα ζητούμε/θα ζητάμε/θα ζητούμεν θα ζητείτε/θα ζητάτε θα ζητούν/θα ζητούνε/θα ζητάν/θα ζητάνεθα ζητήσω θα ζητήσεις/θα ζητήσης θα ζητήσει/θα ζητήση θα ζητήσομε/θα ζητήσουμε/θα ζητήσωμεν θα ζητήσετε θα ζητήσουν/θα ζητήσουνε
Υ π ο τ.να ζητάω/να ζητώ να ζητείς/να ζητάς να ζητεί/να ζητά/να ζητάει να ζητούμε/να ζητάμε/να ζητούμεν να ζητείτε/να ζητάτε να ζητούν/να ζητούνε/να ζητάν/να ζητάνε- - - - - -να ζητήσω να ζητήσεις/να ζητήσης να ζητήσει/να ζητήση να ζητήσομε/να ζητήσουμε/να ζητήσωμεν να ζητήσετε να ζητήσουν/να ζητήσουνενα έχω ζητήσει να έχεις ζητήσει να έχει ζητήσει να έχουμε ζητήσει να έχετε ζητήσει να έχουν ζητήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- ζήτα/ζήταγε - - ζητείτε/ζητάτε -- - - - - -- ζήτησε/ζήτα - - ζητήστε/ζητήσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ζητήσει-----
Το ρήμα ζητώ στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ζητιέμαι/ζητούμαι ζητείσαι/ζητιέσαι ζητείται/ζητιέται ζητιόμαστε/ζητούμαστε/ζητούμεθα ζητείστε/ζητιέστε/ζητείσθε/ζητιόσαστε ζητιούνται/ζητούνται/ζητιόνταιζητιόμουν/ζητούμουν/εζητούμην/ζητιόμουνα ζητιόσουν/ζητούσουν/εζητείσο/ζητιόσουνα ζητιόταν/ζητούνταν/εζητείτο/ζητιότανε ζητιόμαστε/ζητούμασταν/ζητούμαστε/εζητούμεθα/ζητιόμασταν ζητιόσαστε/ζητούσασταν/ζητούσαστε/εζητείσθε/ζητιόσασταν ζητιόνταν/ζητούνταν/εζητούντο/ζητιούνταν/ζητιόντανε/ζητιόντουσανζητήθηκα/εζητήθην ζητήθηκες/εζητήθης ζητήθηκε/εζητήθη ζητηθήκαμε/εζητήθημεν ζητηθήκατε/εζητήθητε ζητήθηκαν/εζητήθησαν/ζητηθήκαν/ζητηθήκανεέχω ζητηθεί έχεις ζητηθεί έχει ζητηθεί έχουμε ζητηθεί έχετε ζητηθεί έχουν ζητηθείείχα ζητηθεί είχες ζητηθεί είχε ζητηθεί είχαμε ζητηθεί είχατε ζητηθεί είχαν ζητηθείθα έχω ζητηθεί θα έχεις ζητηθεί θα έχει ζητηθεί θα έχουμε ζητηθεί θα έχετε ζητηθεί θα έχουν ζητηθείθα ζητιέμαι/θα ζητούμαι θα ζητείσαι/θα ζητιέσαι θα ζητείται/θα ζητιέται θα ζητιόμαστε/θα ζητούμαστε/θα ζητούμεθα θα ζητείστε/θα ζητιέστε/θα ζητείσθε/θα ζητιόσαστε θα ζητιούνται/θα ζητούνται/θα ζητιόνταιθα ζητηθώ/θα ζητηθώ θα ζητηθείς/θα ζητηθής θα ζητηθεί/θα ζητηθή θα ζητηθούμε/θα ζητηθώμεν θα ζητηθείτε/θα ζητηθήτε θα ζητηθούν/θα ζητηθούν/θα ζητηθούνε
Υ π ο τ.να ζητιέμαι/να ζητούμαι να ζητείσαι/να ζητιέσαι να ζητείται/να ζητιέται να ζητιόμαστε/να ζητούμαστε/να ζητούμεθα να ζητείστε/να ζητιέστε/να ζητείσθε/να ζητιόσαστε να ζητιούνται/να ζητούνται/να ζητιόνται- - - - - -να ζητηθώ/να ζητηθώ να ζητηθείς/να ζητηθής να ζητηθεί/να ζητηθή να ζητηθούμε/να ζητηθώμεν να ζητηθείτε/να ζητηθήτε να ζητηθούν/να ζητηθούν/να ζητηθούνενα έχω ζητηθεί να έχεις ζητηθεί να έχει ζητηθεί να έχουμε ζητηθεί να έχετε ζητηθεί να έχουν ζητηθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - ζητείστε/ζητιέστε -- - - - - -- - - - ζητηθείτε/ζητηθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--ζητηθεί/ζητηθή-----
128Το ρήμα πληρώ στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πληρώ στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πληρώ πληροίς πληροί πληρούμε/πληρούμεν πληροίτε/πληρούτε πληρούνπληρούσα/επλήρουν πληρούσες/επλήρους πληρούσε/επλήρου πληρούσαμε/επληρούμεν πληρούσατε/επληρούτε πληρούσαν/επλήρουνθα πληρώ θα πληροίς θα πληροί θα πληρούμε/θα πληρούμεν θα πληροίτε/θα πληρούτε θα πληρούν
Υ π ο τ.να πληρώ να πληροίς να πληροί να πληρούμε/να πληρούμεν να πληροίτε/να πληρούτε να πληρούν- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - πληροίτε/πληρούτε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
129Το ρήμα πληρώ στην παθητική φωνή
Το ρήμα πληρώ στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πληρούμαι πληρούσαι πληρούται πληρούμεθα πληρούσθε πληρούνταιεπληρούμην επληρούσο επληρούτο επληρούμεθα επληρούσθε επληρούντοθα πληρούμαι θα πληρούσαι θα πληρούται θα πληρούμεθα θα πληρούσθε θα πληρούνται
Υ π ο τ.να πληρούμαι να πληρούσαι να πληρούται να πληρούμεθα να πληρούσθε να πληρούνται- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.---
130Το ρήμα αξιώνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αξιώνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αξιώνω/αξιώ αξιώνεις/αξιοίς αξιώνει/αξιοί αξιώνομε/αξιώνουμε/αξιούμεν/αξιώνομεν/αξιούμε αξιώνετε/αξιούτε αξιώνουν/αξιούν/αξιώνουνεαξίωνα/ηξίουν/ηξίωνον αξίωνες/ηξίους/ηξίωνες αξίωνε/ηξίου/ηξίωνε αξιώναμε/ηξιούμεν/ηξιώνομεν αξιώνατε/ηξιούτε/ηξιώνετε αξίωναν/ηξίουν/ηξίωνον/αξιώναν/αξιώνανεαξίωσα/ηξίωσα αξίωσες/ηξίωσας αξίωσε/ηξίωσε αξιώσαμε/ηξιώσαμεν αξιώσατε/ηξιώσατε αξίωσαν/ηξίωσαν/αξιώσαν/αξιώσανεέχω αξιώσει έχεις αξιώσει έχει αξιώσει έχουμε αξιώσει έχετε αξιώσει έχουν αξιώσειείχα αξιώσει είχες αξιώσει είχε αξιώσει είχαμε αξιώσει είχατε αξιώσει είχαν αξιώσειθα έχω αξιώσει θα έχεις αξιώσει θα έχει αξιώσει θα έχουμε αξιώσει θα έχετε αξιώσει θα έχουν αξιώσειθα αξιώνω/θα αξιώ θα αξιώνεις/θα αξιοίς θα αξιώνει/θα αξιοί θα αξιώνομε/θα αξιώνουμε/θα αξιούμεν/θα αξιώνομεν/θα αξιούμε θα αξιώνετε/θα αξιούτε θα αξιώνουν/θα αξιούν/θα αξιώνουνεθα αξιώσω θα αξιώσεις/θα αξιώσης θα αξιώσει/θα αξιώση θα αξιώσομε/θα αξιώσουμε/θα αξιώσωμεν θα αξιώσετε θα αξιώσουν/θα αξιώσουνε
Υ π ο τ.να αξιώνω/να αξιώ να αξιώνεις/να αξιοίς να αξιώνει/να αξιοί να αξιώνομε/να αξιώνουμε/να αξιούμεν/να αξιώνομεν/να αξιούμε να αξιώνετε/να αξιούτε να αξιώνουν/να αξιούν/να αξιώνουνε- - - - - -να αξιώσω να αξιώσεις/να αξιώσης να αξιώσει/να αξιώση να αξιώσομε/να αξιώσουμε/να αξιώσωμεν να αξιώσετε να αξιώσουν/να αξιώσουνενα έχω αξιώσει να έχεις αξιώσει να έχει αξιώσει να έχουμε αξιώσει να έχετε αξιώσει να έχουν αξιώσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- αξίωνε - - αξιώνετε/αξιούτε -- - - - - -- αξίωσε - - αξιώστε/αξιώσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αξιώσει-----
Το ρήμα αξιώνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αξιώνομαι/αξιούμαι αξιώνεσαι/αξιούσαι αξιώνεται/αξιούται αξιωνόμαστε/αξιωνόμεθα/αξιούμεθα αξιώνεστε/αξιώνεσθε/αξιούσθε/αξιωνόσαστε αξιώνονται/αξιούνταιαξιωνόμουν/ηξιούμην/ηξιωνόμην/αξιωνόμουνα αξιωνόσουν/ηξιούσο/ηξιώνεσο/αξιωνόσουνα αξιωνόταν/αξιώνετο/ηξιούτο/ηξιώνετο/αξιωνότανε αξιωνόμαστε/ηξιούμεθα/ηξιωνόμεθα/αξιωνόμασταν αξιωνόσαστε/ηξιούσθε/ηξιώνεσθε/αξιωνόσασταν αξιώνονταν/αξιώνοντο/ηξιούντο/ηξιώνοντο/αξιωνόντανε/αξιωνόντουσαναξιώθηκα/ηξιώθην αξιώθηκες/ηξιώθης αξιώθηκε/αξιώθη/ηξιώθη αξιωθήκαμε/ηξιώθημεν αξιωθήκατε/ηξιώθητε αξιώθηκαν/αξιώθησαν/ηξιώθησαν/αξιωθήκαν/αξιωθήκανεέχω αξιωθεί έχεις αξιωθεί έχει αξιωθεί έχουμε αξιωθεί έχετε αξιωθεί έχουν αξιωθείείχα αξιωθεί είχες αξιωθεί είχε αξιωθεί είχαμε αξιωθεί είχατε αξιωθεί είχαν αξιωθείθα έχω αξιωθεί θα έχεις αξιωθεί θα έχει αξιωθεί θα έχουμε αξιωθεί θα έχετε αξιωθεί θα έχουν αξιωθείθα αξιώνομαι/θα αξιούμαι θα αξιώνεσαι/θα αξιούσαι θα αξιώνεται/θα αξιούται θα αξιωνόμαστε/θα αξιωνόμεθα/θα αξιούμεθα θα αξιώνεστε/θα αξιώνεσθε/θα αξιούσθε/θα αξιωνόσαστε θα αξιώνονται/θα αξιούνταιθα αξιωθώ/θα αξιωθώ θα αξιωθείς/θα αξιωθής θα αξιωθεί/θα αξιωθή θα αξιωθούμε/θα αξιωθώμεν θα αξιωθείτε/θα αξιωθήτε θα αξιωθούν/θα αξιωθούν/θα αξιωθούνε
Υ π ο τ.να αξιώνομαι/να αξιούμαι να αξιώνεσαι/να αξιούσαι να αξιώνεται/να αξιούται να αξιωνόμαστε/να αξιωνόμεθα/να αξιούμεθα να αξιώνεστε/να αξιώνεσθε/να αξιούσθε/να αξιωνόσαστε να αξιώνονται/να αξιούνται- - - - - -να αξιωθώ/να αξιωθώ να αξιωθείς/να αξιωθής να αξιωθεί/να αξιωθή να αξιωθούμε/να αξιωθώμεν να αξιωθείτε/να αξιωθήτε να αξιωθούν/να αξιωθούν/να αξιωθούνενα έχω αξιωθεί να έχεις αξιωθεί να έχει αξιωθεί να έχουμε αξιωθεί να έχετε αξιωθεί να έχουν αξιωθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αξιώνεστε/αξιώνεσθε -- - - - - -- αξιώσου - - αξιωθείτε/αξιωθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--αξιωθεί/αξιωθή-----
131Το ρήμα βάλλω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα βάλλω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.βάλλω βάλλεις βάλλει βάλλομε/βάλλουμε/βάλλομεν βάλλετε βάλλουνέβαλλα/έβαλλον έβαλλες έβαλλε βάλλαμε/εβάλλομεν βάλλατε/εβάλλετε έβαλλαν/έβαλλονέβαλα έβαλες έβαλε βάλαμε βάλατε έβαλανέβαλον έβαλες έβαλε εβάλομεν εβάλετε έβαλονέχω βάλει έχεις βάλει έχει βάλει έχουμε βάλει έχετε βάλει έχουν βάλειείχα βάλει είχες βάλει είχε βάλει είχαμε βάλει είχατε βάλει είχαν βάλειθα έχω βάλει θα έχεις βάλει θα έχει βάλει θα έχουμε βάλει θα έχετε βάλει θα έχουν βάλειθα βάλλω θα βάλλεις θα βάλλει θα βάλλομε/θα βάλλουμε/θα βάλλομεν θα βάλλετε θα βάλλουνθα βάλω θα βάλεις/θα βάλης θα βάλει/θα βάλη θα βάλομε/θα βάλουμε/θα βάλωμεν θα βάλετε θα βάλουν
Υ π ο τ.να βάλλω να βάλλεις να βάλλει να βάλλομε/να βάλλουμε/να βάλλομεν να βάλλετε να βάλλουν- - - - - -να βάλω να βάλεις/να βάλης να βάλει/να βάλη να βάλομε/να βάλουμε/να βάλωμεν να βάλετε να βάλουν- - - - - -να έχω βάλει να έχεις βάλει να έχει βάλει να έχουμε βάλει να έχετε βάλει να έχουν βάλει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- βάλλε - - βάλλετε -- - - - - -- βάλε - - βάλετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--βάλει------
132Το ρήμα βάλλω στην παθητική φωνή
Το ρήμα βάλλω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.βάλλομαι βάλλεσαι βάλλεται βαλλόμαστε/βαλλόμεθα βάλλεστε/βάλλεσθε βάλλονταιβαλλόμουν/εβαλλόμην βαλλόσουν/εβάλλεσο βαλλόταν/εβάλλετο βαλλόμαστε/εβαλλόμεθα βαλλόσαστε/εβάλλεσθε βάλλονταν/εβάλλοντοβλήθηκα/εβλήθην βλήθηκες/εβλήθης βλήθηκε/εβλήθη βληθήκαμε/εβλήθημεν βληθήκατε/εβλήθητε βλήθηκαν/εβλήθησανέχω βληθεί έχεις βληθεί έχει βληθεί έχουμε βληθεί έχετε βληθεί έχουν βληθείείχα βληθεί είχες βληθεί είχε βληθεί είχαμε βληθεί είχατε βληθεί είχαν βληθείθα έχω βληθεί θα έχεις βληθεί θα έχει βληθεί θα έχουμε βληθεί θα έχετε βληθεί θα έχουν βληθείθα βάλλομαι θα βάλλεσαι θα βάλλεται θα βαλλόμαστε/θα βαλλόμεθα θα βάλλεστε/θα βάλλεσθε θα βάλλονταιθα βληθώ/θα βληθώ θα βληθείς/θα βληθής θα βληθεί/θα βληθή θα βληθούμε/θα βληθώμεν θα βληθείτε/θα βληθήτε θα βληθούν/θα βληθούν
Υ π ο τ.να βάλλομαι να βάλλεσαι να βάλλεται να βαλλόμαστε/να βαλλόμεθα να βάλλεστε/να βάλλεσθε να βάλλονται- - - - - -να βληθώ/να βληθώ να βληθείς/να βληθής να βληθεί/να βληθή να βληθούμε/να βληθώμεν να βληθείτε/να βληθήτε να βληθούν/να βληθούννα έχω βληθεί να έχεις βληθεί να έχει βληθεί να έχουμε βληθεί να έχετε βληθεί να έχουν βληθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - βάλλεστε/βάλλεσθε -- - - - - -- - - - βληθείτε/βληθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--βληθεί/βληθή-----
133Το ρήμα υποβάλλω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα υποβάλλω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.υποβάλλω υποβάλλεις υποβάλλει υποβάλλομε/υποβάλλουμε/υποβάλλομεν υποβάλλετε υποβάλλουν/υποβάλλουνευπέβαλλα/υπέβαλλον υπέβαλλες υπέβαλλε υποβάλλαμε/υπεβάλλομεν υποβάλλατε/υπεβάλλετε υπέβαλλαν/υπέβαλλον/υποβάλλαν/υποβάλλανευπέβαλα υπέβαλες υπέβαλε υποβάλαμε υποβάλατε υπέβαλαν/υποβάλαν/υποβάλανευπέβαλον υπέβαλες υπέβαλε υπεβάλομεν υπεβάλετε υπέβαλονέχω υποβάλει έχεις υποβάλει έχει υποβάλει έχουμε υποβάλει έχετε υποβάλει έχουν υποβάλειείχα υποβάλει είχες υποβάλει είχε υποβάλει είχαμε υποβάλει είχατε υποβάλει είχαν υποβάλειθα έχω υποβάλει θα έχεις υποβάλει θα έχει υποβάλει θα έχουμε υποβάλει θα έχετε υποβάλει θα έχουν υποβάλειθα υποβάλλω θα υποβάλλεις θα υποβάλλει θα υποβάλλομε/θα υποβάλλουμε/θα υποβάλλομεν θα υποβάλλετε θα υποβάλλουν/θα υποβάλλουνεθα υποβάλω θα υποβάλεις/θα υποβάλης θα υποβάλει/θα υποβάλη θα υποβάλομε/θα υποβάλουμε/θα υποβάλωμεν θα υποβάλετε θα υποβάλουν/θα υποβάλουνε
Υ π ο τ.να υποβάλλω να υποβάλλεις να υποβάλλει να υποβάλλομε/να υποβάλλουμε/να υποβάλλομεν να υποβάλλετε να υποβάλλουν/να υποβάλλουνε- - - - - -να υποβάλω να υποβάλεις/να υποβάλης να υποβάλει/να υποβάλη να υποβάλομε/να υποβάλουμε/να υποβάλωμεν να υποβάλετε να υποβάλουν/να υποβάλουνε- - - - - -να έχω υποβάλει να έχεις υποβάλει να έχει υποβάλει να έχουμε υποβάλει να έχετε υποβάλει να έχουν υποβάλει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ- υπόβαλλε - - υποβάλλετε -- - - - - -- υπόβαλε - - υποβάλετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--υποβάλει------
134Το ρήμα υποβάλλω στην παθητική φωνή
Το ρήμα υποβάλλω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.υποβάλλομαι υποβάλλεσαι υποβάλλεται υποβαλλόμαστε/υποβαλλόμεθα υποβάλλεστε/υποβάλλεσθε υποβάλλονταιυποβαλλόμουν/υπεβαλλόμην υποβαλλόσουν/υπεβάλλεσο υποβαλλόταν/υποβάλλετο/υπεβάλλετο υποβαλλόμαστε/υπεβαλλόμεθα υποβαλλόσαστε/υπεβάλλεσθε υποβάλλονταν/υποβάλλοντο/υπεβάλλοντουποβλήθηκα/υπεβλήθην υποβλήθηκες/υπεβλήθης υποβλήθηκε/υπεβλήθη υποβληθήκαμε/υπεβλήθημεν υποβληθήκατε/υπεβλήθητε υποβλήθηκαν/υπεβλήθησανέχω υποβληθεί έχεις υποβληθεί έχει υποβληθεί έχουμε υποβληθεί έχετε υποβληθεί έχουν υποβληθείείχα υποβληθεί είχες υποβληθεί είχε υποβληθεί είχαμε υποβληθεί είχατε υποβληθεί είχαν υποβληθείθα έχω υποβληθεί θα έχεις υποβληθεί θα έχει υποβληθεί θα έχουμε υποβληθεί θα έχετε υποβληθεί θα έχουν υποβληθείθα υποβάλλομαι θα υποβάλλεσαι θα υποβάλλεται θα υποβαλλόμαστε/θα υποβαλλόμεθα θα υποβάλλεστε/θα υποβάλλεσθε θα υποβάλλονταιθα υποβληθώ/θα υποβληθώ θα υποβληθείς/θα υποβληθής θα υποβληθεί/θα υποβληθή θα υποβληθούμε/θα υποβληθώμεν θα υποβληθείτε/θα υποβληθήτε θα υποβληθούν/θα υποβληθούν
Υ π ο τ.να υποβάλλομαι να υποβάλλεσαι να υποβάλλεται να υποβαλλόμαστε/να υποβαλλόμεθα να υποβάλλεστε/να υποβάλλεσθε να υποβάλλονται- - - - - -να υποβληθώ/να υποβληθώ να υποβληθείς/να υποβληθής να υποβληθεί/να υποβληθή να υποβληθούμε/να υποβληθώμεν να υποβληθείτε/να υποβληθήτε να υποβληθούν/να υποβληθούννα έχω υποβληθεί να έχεις υποβληθεί να έχει υποβληθεί να έχουμε υποβληθεί να έχετε υποβληθεί να έχουν υποβληθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - υποβάλλεστε/υποβάλλεσθε -- - - - - -- - - - υποβληθείτε/υποβληθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--υποβληθεί/υποβληθή-----
135Το ρήμα άγω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα άγω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.άγω άγεις άγει άγομε/άγουμε/άγομεν άγετε άγουνήγον ήγες ήγε ήγομεν ήγετε ήγον- - - - - -ήγαγον ήγαγες ήγαγε ηγάγομεν ηγάγετε ήγαγονέχω αγάγει έχεις αγάγει έχει αγάγει έχουμε αγάγει έχετε αγάγει έχουν αγάγειείχα αγάγει είχες αγάγει είχε αγάγει είχαμε αγάγει είχατε αγάγει είχαν αγάγειθα έχω αγάγει θα έχεις αγάγει θα έχει αγάγει θα έχουμε αγάγει θα έχετε αγάγει θα έχουν αγάγειθα άγω θα άγεις θα άγει θα άγομε/θα άγουμε/θα άγομεν θα άγετε θα άγουνθα αγάγω θα αγάγεις/θα αγάγης θα αγάγει/θα αγάγη θα αγάγομε/θα αγάγουμε/θα αγάγωμεν θα αγάγετε θα αγάγουν
Υ π ο τ.να άγω να άγεις να άγει να άγομε/να άγουμε/να άγομεν να άγετε να άγουν- - - - - -να αγάγω να αγάγεις/να αγάγης να αγάγει/να αγάγη να αγάγομε/να αγάγουμε/να αγάγωμεν να αγάγετε να αγάγουν- - - - - -να έχω αγάγει να έχεις αγάγει να έχει αγάγει να έχουμε αγάγει να έχετε αγάγει να έχουν αγάγει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- άγε - - άγετε -- - - - - -- άγαγε - - αγάγετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αγάγει------
136Το ρήμα άγω στην παθητική φωνή
Το ρήμα άγω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.άγομαι άγεσαι άγεται αγόμαστε/αγόμεθα άγεστε/άγεσθε άγονταιαγόμουν/ηγόμην αγόσουν/ήγεσο αγόταν/ήγετο αγόμαστε/ηγόμεθα αγόσαστε/ήγεσθε άγονταν/ήγοντοήχθην ήχθης ήχθη ήχθημεν ήχθητε ήχθησανέχω αχθεί έχεις αχθεί έχει αχθεί έχουμε αχθεί έχετε αχθεί έχουν αχθείείχα αχθεί είχες αχθεί είχε αχθεί είχαμε αχθεί είχατε αχθεί είχαν αχθείθα έχω αχθεί θα έχεις αχθεί θα έχει αχθεί θα έχουμε αχθεί θα έχετε αχθεί θα έχουν αχθείθα άγομαι θα άγεσαι θα άγεται θα αγόμαστε/θα αγόμεθα θα άγεστε/θα άγεσθε θα άγονταιθα αχθώ/θα αχθώ θα αχθείς/θα αχθής θα αχθεί/θα αχθή θα αχθούμε/θα αχθώμεν θα αχθείτε/θα αχθήτε θα αχθούν/θα αχθούν
Υ π ο τ.να άγομαι να άγεσαι να άγεται να αγόμαστε/να αγόμεθα να άγεστε/να άγεσθε να άγονται- - - - - -να αχθώ/να αχθώ να αχθείς/να αχθής να αχθεί/να αχθή να αχθούμε/να αχθώμεν να αχθείτε/να αχθήτε να αχθούν/να αχθούννα έχω αχθεί να έχεις αχθεί να έχει αχθεί να έχουμε αχθεί να έχετε αχθεί να έχουν αχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - άγεστε/άγεσθε -- - - - - -- - - - αχθείτε/αχθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αχθεί/αχθή-----
137Το ρήμα διεξάγω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα διεξάγω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διεξάγω διεξάγεις διεξάγει διεξάγομε/διεξάγουμε/διεξάγομεν διεξάγετε διεξάγουνδιεξήγα/διεξήγον διεξήγες διεξήγε διεξήγαμε/διεξήγομεν διεξήγατε/διεξήγετε διεξήγαν/διεξήγονδιεξήγαγα διεξήγαγες διεξήγαγε διεξαγάγαμε διεξαγάγατε διεξήγαγανδιεξήγαγον διεξήγαγες διεξήγαγε διεξηγάγομεν διεξηγάγετε διεξήγαγονέχω διεξαγάγει έχεις διεξαγάγει έχει διεξαγάγει έχουμε διεξαγάγει έχετε διεξαγάγει έχουν διεξαγάγειείχα διεξαγάγει είχες διεξαγάγει είχε διεξαγάγει είχαμε διεξαγάγει είχατε διεξαγάγει είχαν διεξαγάγειθα έχω διεξαγάγει θα έχεις διεξαγάγει θα έχει διεξαγάγει θα έχουμε διεξαγάγει θα έχετε διεξαγάγει θα έχουν διεξαγάγειθα διεξάγω θα διεξάγεις θα διεξάγει θα διεξάγομε/θα διεξάγουμε/θα διεξάγομεν θα διεξάγετε θα διεξάγουνθα διεξαγάγω θα διεξαγάγεις/θα διεξαγάγης θα διεξαγάγει/θα διεξαγάγη θα διεξαγάγομε/θα διεξαγάγουμε/θα διεξαγάγωμεν θα διεξαγάγετε θα διεξαγάγουν
Υ π ο τ.να διεξάγω να διεξάγεις να διεξάγει να διεξάγομε/να διεξάγουμε/να διεξάγομεν να διεξάγετε να διεξάγουν- - - - - -να διεξαγάγω να διεξαγάγεις/να διεξαγάγης να διεξαγάγει/να διεξαγάγη να διεξαγάγομε/να διεξαγάγουμε/να διεξαγάγωμεν να διεξαγάγετε να διεξαγάγουν- - - - - -να έχω διεξαγάγει να έχεις διεξαγάγει να έχει διεξαγάγει να έχουμε διεξαγάγει να έχετε διεξαγάγει να έχουν διεξαγάγει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- διέξαγε - - διεξάγετε -- - - - - -- διεξάγαγε - - διεξαγάγετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--διεξαγάγει------
138Το ρήμα διεξάγω στην παθητική φωνή
Το ρήμα διεξάγω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διεξάγομαι διεξάγεσαι διεξάγεται διεξαγόμαστε/διεξαγόμεθα διεξάγεστε/διεξάγεσθε διεξάγονταιδιεξαγόμουν/διεξηγόμην διεξαγόσουν/διεξήγεσο διεξαγόταν/διεξήγετο διεξαγόμαστε/διεξηγόμεθα διεξαγόσαστε/διεξήγεσθε διεξάγονταν/διεξήγοντοδιεξήχθην/διεξάχθηκα διεξήχθης/διεξάχθηκες διεξήχθη/διεξάχθηκε διεξήχθημεν/διεξαχθήκαμε διεξήχθητε/διεξαχθήκατε διεξήχθησαν/διεξάχθηκανέχω διεξαχθεί έχεις διεξαχθεί έχει διεξαχθεί έχουμε διεξαχθεί έχετε διεξαχθεί έχουν διεξαχθείείχα διεξαχθεί είχες διεξαχθεί είχε διεξαχθεί είχαμε διεξαχθεί είχατε διεξαχθεί είχαν διεξαχθείθα έχω διεξαχθεί θα έχεις διεξαχθεί θα έχει διεξαχθεί θα έχουμε διεξαχθεί θα έχετε διεξαχθεί θα έχουν διεξαχθείθα διεξάγομαι θα διεξάγεσαι θα διεξάγεται θα διεξαγόμαστε/θα διεξαγόμεθα θα διεξάγεστε/θα διεξάγεσθε θα διεξάγονταιθα διεξαχθώ/θα διεξαχθώ θα διεξαχθής/θα διεξαχθείς θα διεξαχθή/θα διεξαχθεί θα διεξαχθώμεν/θα διεξαχθούμε θα διεξαχθήτε/θα διεξαχθείτε θα διεξαχθούν/θα διεξαχθούν
Υ π ο τ.να διεξάγομαι να διεξάγεσαι να διεξάγεται να διεξαγόμαστε/να διεξαγόμεθα να διεξάγεστε/να διεξάγεσθε να διεξάγονται- - - - - -να διεξαχθώ/να διεξαχθώ να διεξαχθής/να διεξαχθείς να διεξαχθή/να διεξαχθεί να διεξαχθώμεν/να διεξαχθούμε να διεξαχθήτε/να διεξαχθείτε να διεξαχθούν/να διεξαχθούννα έχω διεξαχθεί να έχεις διεξαχθεί να έχει διεξαχθεί να έχουμε διεξαχθεί να έχετε διεξαχθεί να έχουν διεξαχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - διεξάγεστε/διεξάγεσθε -- - - - - -- - - - διεξαχθήτε/διεξαχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--διεξαχθή/διεξαχθεί-----
139Το ρήμα έρχομαι στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα έρχομαι στην ενεργητική φωνή
 αόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ήλθα/ήρθα/'ρθα ήλθες/ήρθες/'ρθες ήλθε/ήρθε/'ρθε ήλθαμε/ήρθαμε ήλθατε/ήρθατε ήλθαν/ήρθαν/'ρθαν/ήρθανεήλθον ήλθες ήλθε ήλθομεν ήλθετε ήλθονέχω έλθει/έχω έρθει/έχω 'ρθει έχεις έλθει/έχεις έρθει/έχεις 'ρθει έχει έλθει/έχει έρθει/έχει 'ρθει έχουμε έλθει/έχουμε έρθει/έχουμε 'ρθει έχετε έλθει/έχετε έρθει/έχετε 'ρθει έχουν έλθει/έχουν έρθει/έχουν 'ρθειείχα έλθει/είχα έρθει/είχα 'ρθει είχες έλθει/είχες έρθει/είχες 'ρθει είχε έλθει/είχε έρθει/είχε 'ρθει είχαμε έλθει/είχαμε έρθει/είχαμε 'ρθει είχατε έλθει/είχατε έρθει/είχατε 'ρθει είχαν έλθει/είχαν έρθει/είχαν 'ρθειθα έχω έλθει/θα έχω έρθει/θα έχω 'ρθει θα έχεις έλθει/θα έχεις έρθει/θα έχεις 'ρθει θα έχει έλθει/θα έχει έρθει/θα έχει 'ρθει θα έχουμε έλθει/θα έχουμε έρθει/θα έχουμε 'ρθει θα έχετε έλθει/θα έχετε έρθει/θα έχετε 'ρθει θα έχουν έλθει/θα έχουν έρθει/θα έχουν 'ρθειθα έλθω/θα έρθω/θα 'ρθω θα έλθεις/θα έρθεις/θα 'ρθεις/θα έλθης θα έλθει/θα έρθει/θα 'ρθει/θα έλθη θα έλθομε/θα έλθουμε/θα έρθομε/θα έρθουμε/θα 'ρθουμε/θα έλθωμεν θα έλθετε/θα έρθετε/θα 'ρθετε/θα 'ρθείτε θα έλθουν/θα έρθουν/θα 'ρθουν/θα 'ρθουνε/θα 'ρθούνε/θα έρθουνε
Υ π ο τ.να έλθω/να έρθω/να 'ρθω να έλθεις/να έρθεις/να 'ρθεις/να έλθης να έλθει/να έρθει/να 'ρθει/να έλθη να έλθομε/να έλθουμε/να έρθομε/να έρθουμε/να 'ρθουμε/να έλθωμεν να έλθετε/να έρθετε/να 'ρθετε/να 'ρθείτε να έλθουν/να έρθουν/να 'ρθουν/να 'ρθουνε/να 'ρθούνε/να έρθουνε- - - - - -να έχω έλθει/να έχω έρθει/να έχω 'ρθει να έχεις έλθει/να έχεις έρθει/να έχεις 'ρθει να έχει έλθει/να έχει έρθει/να έχει 'ρθει να έχουμε έλθει/να έχουμε έρθει/να έχουμε 'ρθει να έχετε έλθει/να έχετε έρθει/να έχετε 'ρθει να έχουν έλθει/να έχουν έρθει/να έχουν 'ρθει- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- έλα - - ελάτε -- ελθέ - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.έλθει/έρθει-----
140Το ρήμα έρχομαι στην παθητική φωνή
Το ρήμα έρχομαι στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.έρχομαι/'ρχομαι έρχεσαι/'ρχεσαι έρχεται/'ρχεται ερχόμαστε/'ρχόμαστε/ερχόμεθα έρχεστε/'ρχεστε/έρχεσθε/ερχόσαστε έρχονται/'ρχονταιερχόμουν/'ρχόμουν/'ρχόμουνα/ηρχόμην/ερχόμουνα ερχόσουν/'ρχόσουν/'ρχόσουνα/ήρχεσο/ερχόσουνα ερχόταν/'ρχόταν/'ρχότανε/ήρχετο/ερχότανε ερχόμαστε/'ρχόμασταν/'ρχόμαστε/ηρχόμεθα/ερχόμασταν ερχόσαστε/'ρχόσασταν/'ρχόσαστε/ήρχεσθε/ερχόσασταν έρχονταν/ήρχοντο/ερχόντανε/ερχόντουσαν- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Υ π ο τ.να έρχομαι/να 'ρχομαι να έρχεσαι/να 'ρχεσαι να έρχεται/να 'ρχεται να ερχόμαστε/να 'ρχόμαστε/να ερχόμεθα να έρχεστε/να 'ρχεστε/να έρχεσθε/να ερχόσαστε να έρχονται/να 'ρχονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - έρχεστε/έρχεσθε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-------
141Το ρήμα αντεπεξέρχομαι στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αντεπεξέρχομαι στην ενεργητική φωνή
 αόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αντεπεξήλθα αντεπεξήλθες αντεπεξήλθε αντεπεξήλθαμε αντεπεξήλθατε αντεπεξήλθαναντεπεξήλθον αντεπεξήλθες αντεπεξήλθε αντεπεξήλθομεν αντεπεξήλθετε αντεπεξήλθονέχω αντεπεξέλθει έχεις αντεπεξέλθει έχει αντεπεξέλθει έχουμε αντεπεξέλθει έχετε αντεπεξέλθει έχουν αντεπεξέλθειείχα αντεπεξέλθει είχες αντεπεξέλθει είχε αντεπεξέλθει είχαμε αντεπεξέλθει είχατε αντεπεξέλθει είχαν αντεπεξέλθειθα έχω αντεπεξέλθει θα έχεις αντεπεξέλθει θα έχει αντεπεξέλθει θα έχουμε αντεπεξέλθει θα έχετε αντεπεξέλθει θα έχουν αντεπεξέλθειθα αντεπεξέλθω θα αντεπεξέλθεις/θα αντεπεξέλθης θα αντεπεξέλθει/θα αντεπεξέλθη θα αντεπεξέλθομε/θα αντεπεξέλθουμε/θα αντεπεξέλθωμεν θα αντεπεξέλθετε θα αντεπεξέλθουν
Υ π ο τ.να αντεπεξέλθω να αντεπεξέλθεις/να αντεπεξέλθης να αντεπεξέλθει/να αντεπεξέλθη να αντεπεξέλθομε/να αντεπεξέλθουμε/να αντεπεξέλθωμεν να αντεπεξέλθετε να αντεπεξέλθουν- - - - - -να έχω αντεπεξέλθει να έχεις αντεπεξέλθει να έχει αντεπεξέλθει να έχουμε αντεπεξέλθει να έχετε αντεπεξέλθει να έχουν αντεπεξέλθει- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αντεπεξέλθετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.αντεπεξέλθει-----
142Το ρήμα αντεπεξέρχομαι στην παθητική φωνή
Το ρήμα αντεπεξέρχομαι στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αντεπεξέρχομαι αντεπεξέρχεσαι αντεπεξέρχεται αντεπεξερχόμαστε/αντεπεξερχόμεθα αντεπεξέρχεστε/αντεπεξέρχεσθε αντεπεξέρχονταιαντεπεξερχόμουν/αντεπεξηρχόμην αντεπεξερχόσουν/αντεπεξήρχεσο αντεπεξερχόταν/αντεπεξήρχετο αντεπεξερχόμαστε/αντεπεξηρχόμεθα αντεπεξερχόσαστε/αντεπεξήρχεσθε αντεπεξέρχονταν/αντεπεξήρχοντο- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Υ π ο τ.να αντεπεξέρχομαι να αντεπεξέρχεσαι να αντεπεξέρχεται να αντεπεξερχόμαστε/να αντεπεξερχόμεθα να αντεπεξέρχεστε/να αντεπεξέρχεσθε να αντεπεξέρχονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αντεπεξέρχεστε/αντεπεξέρχεσθε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-------
143Το ρήμα βαίνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα βαίνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.βαίνω βαίνεις βαίνει βαίνομε/βαίνουμε/βαίνομεν βαίνετε βαίνουνέβαινα/έβαινον έβαινες έβαινε βαίναμε/εβαίνομεν βαίνατε/εβαίνετε έβαιναν/έβαινονθα βαίνω θα βαίνεις θα βαίνει θα βαίνομε/θα βαίνουμε/θα βαίνομεν θα βαίνετε θα βαίνουν
Υ π ο τ.να βαίνω να βαίνεις να βαίνει να βαίνομε/να βαίνουμε/να βαίνομεν να βαίνετε να βαίνουν- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- βαίνε - - βαίνετε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
144Το ρήμα επεμβαίνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα επεμβαίνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.επεμβαίνω επεμβαίνεις επεμβαίνει επεμβαίνομε/επεμβαίνουμε/επεμβαίνομεν επεμβαίνετε επεμβαίνουν/επεμβαίνουνεεπέμβαινα/επενέβαινον/επενέβαινα επέμβαινες/επενέβαινες επέμβαινε/επενέβαινε επεμβαίναμε/επενεβαίνομεν επεμβαίνατε/επενεβαίνετε επέμβαιναν/επενέβαινον/επεμβαίναν/επεμβαίνανε/επενέβαινανεπενέβην επενέβης επενέβη επεμβήκαμε/επενέβημεν επεμβήκατε/επενέβητε επενέβησανέχω επέμβει έχεις επέμβει έχει επέμβει έχουμε επέμβει έχετε επέμβει έχουν επέμβειείχα επέμβει είχες επέμβει είχε επέμβει είχαμε επέμβει είχατε επέμβει είχαν επέμβειθα έχω επέμβει θα έχεις επέμβει θα έχει επέμβει θα έχουμε επέμβει θα έχετε επέμβει θα έχουν επέμβειθα επεμβαίνω θα επεμβαίνεις θα επεμβαίνει θα επεμβαίνομε/θα επεμβαίνουμε/θα επεμβαίνομεν θα επεμβαίνετε θα επεμβαίνουν/θα επεμβαίνουνεθα επέμβω/θα επεμβώ θα επέμβεις/θα επεμβής θα επέμβει/θα επεμβή θα επέμβομε/θα επέμβουμε/θα επεμβώμεν θα επέμβετε/θα επεμβήτε θα επέμβουν/θα επεμβούν
Υ π ο τ.να επεμβαίνω να επεμβαίνεις να επεμβαίνει να επεμβαίνομε/να επεμβαίνουμε/να επεμβαίνομεν να επεμβαίνετε να επεμβαίνουν/να επεμβαίνουνε- - - - - -να επέμβω/να επεμβώ να επέμβεις/να επεμβής να επέμβει/να επεμβή να επέμβομε/να επέμβουμε/να επεμβώμεν να επέμβετε/να επεμβήτε να επέμβουν/να επεμβούννα έχω επέμβει να έχεις επέμβει να έχει επέμβει να έχουμε επέμβει να έχετε επέμβει να έχουν επέμβει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- επέμβαινε - - επεμβαίνετε -- - - - - -- - - - επέμβετε/επεμβήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--επέμβει/επεμβή-----
145Το ρήμα φοιτώ στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα φοιτώ στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.φοιτώ φοιτάς φοιτά φοιτούμε/φοιτώμεν φοιτάτε φοιτούνφοιτούσα/εφοίτων φοιτούσες/εφοίτας φοιτούσε/εφοίτα φοιτούσαμε/εφοιτώμεν φοιτούσατε/εφοιτάτε φοιτούσαν/εφοίτωνφοίτησα/εφοίτησα φοίτησες/εφοίτησας φοίτησε/εφοίτησε φοιτήσαμε/εφοιτήσαμεν φοιτήσατε/εφοιτήσατε φοίτησαν/εφοίτησαν/φοιτήσαν/φοιτήσανεέχω φοιτήσει έχεις φοιτήσει έχει φοιτήσει έχουμε φοιτήσει έχετε φοιτήσει έχουν φοιτήσειείχα φοιτήσει είχες φοιτήσει είχε φοιτήσει είχαμε φοιτήσει είχατε φοιτήσει είχαν φοιτήσειθα έχω φοιτήσει θα έχεις φοιτήσει θα έχει φοιτήσει θα έχουμε φοιτήσει θα έχετε φοιτήσει θα έχουν φοιτήσειθα φοιτώ θα φοιτάς θα φοιτά θα φοιτούμε/θα φοιτώμεν θα φοιτάτε θα φοιτούνθα φοιτήσω θα φοιτήσεις/θα φοιτήσης θα φοιτήσει/θα φοιτήση θα φοιτήσομε/θα φοιτήσουμε/θα φοιτήσωμεν θα φοιτήσετε θα φοιτήσουν/θα φοιτήσουνε
Υ π ο τ.να φοιτώ να φοιτάς να φοιτά να φοιτούμε/να φοιτώμεν να φοιτάτε να φοιτούν- - - - - -να φοιτήσω να φοιτήσεις/να φοιτήσης να φοιτήσει/να φοιτήση να φοιτήσομε/να φοιτήσουμε/να φοιτήσωμεν να φοιτήσετε να φοιτήσουν/να φοιτήσουνενα έχω φοιτήσει να έχεις φοιτήσει να έχει φοιτήσει να έχουμε φοιτήσει να έχετε φοιτήσει να έχουν φοιτήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - φοιτάτε -- - - - - -- φοίτησε - - φοιτήστε/φοιτήσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--φοιτήσει-----
146Το ρήμα αποφοιτώ στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αποφοιτώ στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποφοιτώ αποφοιτάς αποφοιτά αποφοιτούμε/αποφοιτώμεν αποφοιτάτε αποφοιτούναποφοιτούσα/απεφοίτων αποφοιτούσες/απεφοίτας αποφοιτούσε/απεφοίτα αποφοιτούσαμε/απεφοιτώμεν αποφοιτούσατε/απεφοιτάτε αποφοιτούσαν/απεφοίτωναποφοίτησα/απεφοίτησα αποφοίτησες/απεφοίτησας αποφοίτησε/απεφοίτησε αποφοιτήσαμε/απεφοιτήσαμεν αποφοιτήσατε/απεφοιτήσατε αποφοίτησαν/απεφοίτησαν/αποφοιτήσαν/αποφοιτήσανεέχω αποφοιτήσει έχεις αποφοιτήσει έχει αποφοιτήσει έχουμε αποφοιτήσει έχετε αποφοιτήσει έχουν αποφοιτήσειείχα αποφοιτήσει είχες αποφοιτήσει είχε αποφοιτήσει είχαμε αποφοιτήσει είχατε αποφοιτήσει είχαν αποφοιτήσειθα έχω αποφοιτήσει θα έχεις αποφοιτήσει θα έχει αποφοιτήσει θα έχουμε αποφοιτήσει θα έχετε αποφοιτήσει θα έχουν αποφοιτήσειθα αποφοιτώ θα αποφοιτάς θα αποφοιτά θα αποφοιτούμε/θα αποφοιτώμεν θα αποφοιτάτε θα αποφοιτούνθα αποφοιτήσω θα αποφοιτήσεις/θα αποφοιτήσης θα αποφοιτήσει/θα αποφοιτήση θα αποφοιτήσομε/θα αποφοιτήσουμε/θα αποφοιτήσωμεν θα αποφοιτήσετε θα αποφοιτήσουν/θα αποφοιτήσουνε
Υ π ο τ.να αποφοιτώ να αποφοιτάς να αποφοιτά να αποφοιτούμε/να αποφοιτώμεν να αποφοιτάτε να αποφοιτούν- - - - - -να αποφοιτήσω να αποφοιτήσεις/να αποφοιτήσης να αποφοιτήσει/να αποφοιτήση να αποφοιτήσομε/να αποφοιτήσουμε/να αποφοιτήσωμεν να αποφοιτήσετε να αποφοιτήσουν/να αποφοιτήσουνενα έχω αποφοιτήσει να έχεις αποφοιτήσει να έχει αποφοιτήσει να έχουμε αποφοιτήσει να έχετε αποφοιτήσει να έχουν αποφοιτήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αποφοιτάτε -- - - - - -- αποφοίτησε - - αποφοιτήστε/αποφοιτήσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αποφοιτήσει-----
147Το ρήμα στέλνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα στέλνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.στέλνω στέλνεις στέλνει στέλνομε/στέλνουμε στέλνετε στέλνουν/στέλνουνεέστελνα/'στελνα έστελνες/'στελνες έστελνε/'στελνε στέλναμε στέλνατε έστελναν/'στελναν/στέλναν/στέλνανεέστειλα/'στειλα έστειλες/'στειλες έστειλε/'στειλε στείλαμε στείλατε έστειλαν/'στειλαν/στείλαν/στείλανεέχω στείλει έχεις στείλει έχει στείλει έχουμε στείλει έχετε στείλει έχουν στείλειείχα στείλει είχες στείλει είχε στείλει είχαμε στείλει είχατε στείλει είχαν στείλειθα έχω στείλει θα έχεις στείλει θα έχει στείλει θα έχουμε στείλει θα έχετε στείλει θα έχουν στείλειθα στέλνω θα στέλνεις θα στέλνει θα στέλνομε/θα στέλνουμε θα στέλνετε θα στέλνουν/θα στέλνουνεθα στείλω θα στείλεις θα στείλει θα στείλομε/θα στείλουμε θα στείλετε θα στείλουν/θα στείλουνε
Υ π ο τ.να στέλνω να στέλνεις να στέλνει να στέλνομε/να στέλνουμε να στέλνετε να στέλνουν/να στέλνουνε- - - - - -να στείλω να στείλεις να στείλει να στείλομε/να στείλουμε να στείλετε να στείλουν/να στείλουνενα έχω στείλει να έχεις στείλει να έχει στείλει να έχουμε στείλει να έχετε στείλει να έχουν στείλει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- στέλνε - - στέλνετε -- - - - - -- στείλε/στείλ' - - στείλετε/στείλτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--στείλει-----
148Το ρήμα στέλνω στην παθητική φωνή
Το ρήμα στέλνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.στέλνομαι στέλνεσαι στέλνεται στελνόμαστε στέλνεστε/στελνόσαστε στέλνονταιστελνόμουν/στελνόμουνα στελνόσουν/στελνόσουνα στελνόταν/στελνότανε στελνόμαστε/στελνόμασταν στελνόσαστε/στελνόσασταν στέλνονταν/στελνόντανε/στελνόντουσανστάλθηκα στάλθηκες στάλθηκε σταλθήκαμε σταλθήκατε στάλθηκαν/σταλθήκαν/σταλθήκανεεστάλην εστάλης εύχρηστο το γ' πρόσ./εστάλη εστάλημεν εστάλητε εύχρηστο το γ' πρόσ./εστάλησανέχω σταλθεί έχεις σταλθεί έχει σταλθεί έχουμε σταλθεί έχετε σταλθεί έχουν σταλθείείχα σταλθεί είχες σταλθεί είχε σταλθεί είχαμε σταλθεί είχατε σταλθεί είχαν σταλθείθα έχω σταλθεί θα έχεις σταλθεί θα έχει σταλθεί θα έχουμε σταλθεί θα έχετε σταλθεί θα έχουν σταλθείθα στέλνομαι θα στέλνεσαι θα στέλνεται θα στελνόμαστε θα στέλνεστε/θα στελνόσαστε θα στέλνονταιθα σταλθώ θα σταλθείς θα σταλθεί θα σταλθούμε θα σταλθείτε θα σταλθούν/θα σταλθούνε
Υ π ο τ.να στέλνομαι να στέλνεσαι να στέλνεται να στελνόμαστε να στέλνεστε/να στελνόσαστε να στέλνονται- - - - - -να σταλθώ να σταλθείς να σταλθεί να σταλθούμε να σταλθείτε να σταλθούν/να σταλθούνε- - - - - -να έχω σταλθεί να έχεις σταλθεί να έχει σταλθεί να έχουμε σταλθεί να έχετε σταλθεί να έχουν σταλθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - στέλνεστε -- - - - - -- - - - σταλθείτε -- - - - σταλείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--σταλθείσταλεί/σταλή-----
149Το ρήμα αποστέλλω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αποστέλλω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποστέλλω αποστέλλεις αποστέλλει αποστέλλομε/αποστέλλουμε/αποστέλλομεν αποστέλλετε αποστέλλουν/αποστέλλουνεαπέστελλα/απέστελλον απέστελλες απέστελλε αποστέλλαμε/απεστέλλομεν αποστέλλατε/απεστέλλετε απέστελλαν/απέστελλον/αποστέλλαν/αποστέλλανεαπέστειλα απέστειλες/απέστειλας απέστειλε αποστείλαμε/απεστείλαμεν αποστείλατε/απεστείλατε απέστειλαν/αποστείλαν/αποστείλανεέχω αποστείλει έχεις αποστείλει έχει αποστείλει έχουμε αποστείλει έχετε αποστείλει έχουν αποστείλειείχα αποστείλει είχες αποστείλει είχε αποστείλει είχαμε αποστείλει είχατε αποστείλει είχαν αποστείλειθα έχω αποστείλει θα έχεις αποστείλει θα έχει αποστείλει θα έχουμε αποστείλει θα έχετε αποστείλει θα έχουν αποστείλειθα αποστέλλω θα αποστέλλεις θα αποστέλλει θα αποστέλλομε/θα αποστέλλουμε/θα αποστέλλομεν θα αποστέλλετε θα αποστέλλουν/θα αποστέλλουνεθα αποστείλω θα αποστείλεις/θα αποστείλης θα αποστείλει/θα αποστείλη θα αποστείλομε/θα αποστείλουμε/θα αποστείλωμεν θα αποστείλετε θα αποστείλουν/θα αποστείλουνε
Υ π ο τ.να αποστέλλω να αποστέλλεις να αποστέλλει να αποστέλλομε/να αποστέλλουμε/να αποστέλλομεν να αποστέλλετε να αποστέλλουν/να αποστέλλουνε- - - - - -να αποστείλω να αποστείλεις/να αποστείλης να αποστείλει/να αποστείλη να αποστείλομε/να αποστείλουμε/να αποστείλωμεν να αποστείλετε να αποστείλουν/να αποστείλουνενα έχω αποστείλει να έχεις αποστείλει να έχει αποστείλει να έχουμε αποστείλει να έχετε αποστείλει να έχουν αποστείλει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- απόστελλε - - αποστέλλετε -- - - - - -- απόστειλε - - αποστείλετε/αποστείλτε/αποστείλατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αποστείλει-----
150Το ρήμα αποστέλλω στην παθητική φωνή
Το ρήμα αποστέλλω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποστέλλομαι αποστέλλεσαι αποστέλλεται αποστελλόμαστε/αποστελλόμεθα αποστέλλεστε/αποστέλλεσθε αποστέλλονταιαποστελλόμουν/απεστελλόμην αποστελλόσουν/απεστέλλεσο αποστελλόταν/αποστέλλετο/απεστέλλετο αποστελλόμαστε/απεστελλόμεθα αποστελλόσαστε/απεστέλλεσθε αποστέλλονταν/αποστέλλοντο/απεστέλλοντοαποστάλθηκα αποστάλθηκες αποστάλθηκε αποσταλθήκαμε αποσταλθήκατε αποστάλθηκαν/αποσταλθήκαν/αποσταλθήκανεαπεστάλην απεστάλης εύχρηστο το γ' πρόσ./απεστάλη απεστάλημεν απεστάλητε εύχρηστο το γ' πρόσ./απεστάλησανέχω αποσταλθεί έχεις αποσταλθεί έχει αποσταλθεί έχουμε αποσταλθεί έχετε αποσταλθεί έχουν αποσταλθείείχα αποσταλθεί είχες αποσταλθεί είχε αποσταλθεί είχαμε αποσταλθεί είχατε αποσταλθεί είχαν αποσταλθείθα έχω αποσταλθεί θα έχεις αποσταλθεί θα έχει αποσταλθεί θα έχουμε αποσταλθεί θα έχετε αποσταλθεί θα έχουν αποσταλθείθα αποστέλλομαι θα αποστέλλεσαι θα αποστέλλεται θα αποστελλόμαστε/θα αποστελλόμεθα θα αποστέλλεστε/θα αποστέλλεσθε θα αποστέλλονταιθα αποσταλθώ θα αποσταλθείς θα αποσταλθεί θα αποσταλθούμε θα αποσταλθείτε θα αποσταλθούν/θα αποσταλθούνε
Υ π ο τ.να αποστέλλομαι να αποστέλλεσαι να αποστέλλεται να αποστελλόμαστε/να αποστελλόμεθα να αποστέλλεστε/να αποστέλλεσθε να αποστέλλονται- - - - - -να αποσταλθώ να αποσταλθείς να αποσταλθεί να αποσταλθούμε να αποσταλθείτε να αποσταλθούν/να αποσταλθούνε- - - - - -να έχω αποσταλθεί να έχεις αποσταλθεί να έχει αποσταλθεί να έχουμε αποσταλθεί να έχετε αποσταλθεί να έχουν αποσταλθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αποστέλλεστε/αποστέλλεσθε -- - - - - -- - - - αποσταλθείτε -- - - - αποσταλείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αποσταλθείαποσταλεί/αποσταλή-----
151Το ρήμα θέτω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα θέτω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.θέτω θέτεις θέτει θέτομε/θέτουμε/θέτομεν θέτετε θέτουν/θέτουνεέθετα/'θετα/έθετον έθετες/'θετες έθετε/'θετε θέταμε/εθέτομεν θέτατε/εθέτετε έθεταν/'θεταν/έθετον/θέταν/θέτανεέθεσα/'θεσα έθεσες/'θεσες/έθεσας έθεσε/'θεσε θέσαμε/εθέσαμεν θέσατε/εθέσατε έθεσαν/'θεσαν/θέσαν/θέσανεέχω θέσει έχεις θέσει έχει θέσει έχουμε θέσει έχετε θέσει έχουν θέσειείχα θέσει είχες θέσει είχε θέσει είχαμε θέσει είχατε θέσει είχαν θέσειθα έχω θέσει θα έχεις θέσει θα έχει θέσει θα έχουμε θέσει θα έχετε θέσει θα έχουν θέσειθα θέτω θα θέτεις θα θέτει θα θέτομε/θα θέτουμε/θα θέτομεν θα θέτετε θα θέτουν/θα θέτουνεθα θέσω θα θέσεις/θα θέσης θα θέσει/θα θέση θα θέσομε/θα θέσουμε/θα θέσωμεν θα θέσετε θα θέσουν/θα θέσουνε
Υ π ο τ.να θέτω να θέτεις να θέτει να θέτομε/να θέτουμε/να θέτομεν να θέτετε να θέτουν/να θέτουνε- - - - - -να θέσω να θέσεις/να θέσης να θέσει/να θέση να θέσομε/να θέσουμε/να θέσωμεν να θέσετε να θέσουν/να θέσουνενα έχω θέσει να έχεις θέσει να έχει θέσει να έχουμε θέσει να έχετε θέσει να έχουν θέσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- θέτε - - θέτετε -- - - - - -- θέσε/θέσ' - - θέσετε/θέστε/θέσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--θέσει-----
152Το ρήμα θέτω στην παθητική φωνή
Το ρήμα θέτω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.θέτομαι/τίθεμαι θέτεσαι/τίθεσαι θέτεται/τίθεται θετόμαστε/τιθέμεθα θέτεστε/τίθεστε/τίθεσθε θέτονται/τίθενταιετιθέμην ετίθεσο εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/ετίθετο τιθέμεθα/ετιθέμεθα ετίθεσθε εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/ετίθεντοτέθηκα/ετέθην τέθηκες/ετέθης τέθηκε/ετέθη τεθήκαμε/ετέθημεν τεθήκατε/ετέθητε τέθηκαν/ετέθησανέχω τεθεί έχεις τεθεί έχει τεθεί έχουμε τεθεί έχετε τεθεί έχουν τεθείείχα τεθεί είχες τεθεί είχε τεθεί είχαμε τεθεί είχατε τεθεί είχαν τεθείθα έχω τεθεί θα έχεις τεθεί θα έχει τεθεί θα έχουμε τεθεί θα έχετε τεθεί θα έχουν τεθείθα θέτομαι/θα τίθεμαι θα θέτεσαι/θα τίθεσαι θα θέτεται/θα τίθεται θα θετόμαστε/θα τιθέμεθα θα θέτεστε/θα τίθεστε/θα τίθεσθε θα θέτονται/θα τίθενταιθα τεθώ/θα τεθώ θα τεθείς/θα τεθής θα τεθεί/θα τεθή θα τεθούμε/θα τεθώμεν θα τεθείτε/θα τεθήτε θα τεθούν/θα τεθούν
Υ π ο τ.να θέτομαι/να τίθεμαι να θέτεσαι/να τίθεσαι να θέτεται/να τίθεται να θετόμαστε/να τιθέμεθα να θέτεστε/να τίθεστε/να τίθεσθε να θέτονται/να τίθενται- - - - - -να τεθώ/να τεθώ να τεθείς/να τεθής να τεθεί/να τεθή να τεθούμε/να τεθώμεν να τεθείτε/να τεθήτε να τεθούν/να τεθούννα έχω τεθεί να έχεις τεθεί να έχει τεθεί να έχουμε τεθεί να έχετε τεθεί να έχουν τεθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - θέτεστε/τίθεστε/τίθεσθε -- - - - - -- - - - τεθείτε/τεθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--τεθεί/τεθή-----
153Το ρήμα καταθέτω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα καταθέτω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.καταθέτω καταθέτεις καταθέτει καταθέτομε/καταθέτουμε/καταθέτομεν καταθέτετε καταθέτουν/καταθέτουνεκατάθετα/κατέθετον/κατέθετα κατάθετες/κατέθετες κατάθετε/κατέθετε καταθέταμε/κατεθέτομεν καταθέτατε/κατεθέτετε κατάθεταν/κατέθετον/καταθέταν/καταθέτανε/κατέθετανκατάθεσα/κατέθεσα κατάθεσες/κατέθεσας/κατέθεσες κατάθεσε/κατέθεσε καταθέσαμε/κατεθέσαμεν καταθέσατε/κατεθέσατε κατάθεσαν/καταθέσαν/καταθέσανε/κατέθεσανέχω καταθέσει έχεις καταθέσει έχει καταθέσει έχουμε καταθέσει έχετε καταθέσει έχουν καταθέσειείχα καταθέσει είχες καταθέσει είχε καταθέσει είχαμε καταθέσει είχατε καταθέσει είχαν καταθέσειθα έχω καταθέσει θα έχεις καταθέσει θα έχει καταθέσει θα έχουμε καταθέσει θα έχετε καταθέσει θα έχουν καταθέσειθα καταθέτω θα καταθέτεις θα καταθέτει θα καταθέτομε/θα καταθέτουμε/θα καταθέτομεν θα καταθέτετε θα καταθέτουν/θα καταθέτουνεθα καταθέσω θα καταθέσεις/θα καταθέσης θα καταθέσει/θα καταθέση θα καταθέσομε/θα καταθέσουμε/θα καταθέσωμεν θα καταθέσετε θα καταθέσουν/θα καταθέσουνε
Υ π ο τ.να καταθέτω να καταθέτεις να καταθέτει να καταθέτομε/να καταθέτουμε/να καταθέτομεν να καταθέτετε να καταθέτουν/να καταθέτουνε- - - - - -να καταθέσω να καταθέσεις/να καταθέσης να καταθέσει/να καταθέση να καταθέσομε/να καταθέσουμε/να καταθέσωμεν να καταθέσετε να καταθέσουν/να καταθέσουνενα έχω καταθέσει να έχεις καταθέσει να έχει καταθέσει να έχουμε καταθέσει να έχετε καταθέσει να έχουν καταθέσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- κατάθετε - - καταθέτετε -- - - - - -- κατάθεσε - - καταθέσετε/καταθέστε/καταθέσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--καταθέσει-----
154Το ρήμα καταθέτω στην παθητική φωνή
Το ρήμα καταθέτω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.καταθέτομαι/κατατίθεμαι καταθέτεσαι/κατατίθεσαι καταθέτεται/κατατίθεται καταθετόμαστε/κατατιθέμεθα καταθέτεστε/κατατίθεστε/κατατίθεσθε καταθέτονται/κατατίθενταικατετιθέμην κατατίθεσο/κατετίθεσο εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/κατατίθετο/κατετίθετο κατατιθέμεθα/κατετιθέμεθα κατατίθεσθε/κατετίθεσθε εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/κατατίθεντο/κατετίθεντοκατατέθηκα/κατετέθην κατατέθηκες/κατετέθης κατατέθηκε/κατετέθη κατατεθήκαμε/κατετέθημεν κατατεθήκατε/κατετέθητε κατατέθηκαν/κατετέθησαν/κατατεθήκαν/κατατεθήκανεέχω κατατεθεί έχεις κατατεθεί έχει κατατεθεί έχουμε κατατεθεί έχετε κατατεθεί έχουν κατατεθείείχα κατατεθεί είχες κατατεθεί είχε κατατεθεί είχαμε κατατεθεί είχατε κατατεθεί είχαν κατατεθείθα έχω κατατεθεί θα έχεις κατατεθεί θα έχει κατατεθεί θα έχουμε κατατεθεί θα έχετε κατατεθεί θα έχουν κατατεθείθα καταθέτομαι/θα κατατίθεμαι θα καταθέτεσαι/θα κατατίθεσαι θα καταθέτεται/θα κατατίθεται θα καταθετόμαστε/θα κατατιθέμεθα θα καταθέτεστε/θα κατατίθεστε/θα κατατίθεσθε θα καταθέτονται/θα κατατίθενταιθα κατατεθώ/θα κατατεθώ θα κατατεθείς/θα κατατεθής θα κατατεθεί/θα κατατεθή θα κατατεθούμε/θα κατατεθώμεν θα κατατεθείτε/θα κατατεθήτε θα κατατεθούν/θα κατατεθούν/θα κατατεθούνε
Υ π ο τ.να καταθέτομαι/να κατατίθεμαι να καταθέτεσαι/να κατατίθεσαι να καταθέτεται/να κατατίθεται να καταθετόμαστε/να κατατιθέμεθα να καταθέτεστε/να κατατίθεστε/να κατατίθεσθε να καταθέτονται/να κατατίθενται- - - - - -να κατατεθώ/να κατατεθώ να κατατεθείς/να κατατεθής να κατατεθεί/να κατατεθή να κατατεθούμε/να κατατεθώμεν να κατατεθείτε/να κατατεθήτε να κατατεθούν/να κατατεθούν/να κατατεθούνενα έχω κατατεθεί να έχεις κατατεθεί να έχει κατατεθεί να έχουμε κατατεθεί να έχετε κατατεθεί να έχουν κατατεθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - καταθέτεστε/κατατίθεστε/κατατίθεσθε -- - - - - -- - - - κατατεθείτε/κατατεθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--κατατεθεί/κατατεθή-----
155Το ρήμα εφιστώ στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα εφιστώ στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.εφιστώ εφιστάς εφιστά εφιστούμε/εφιστώμεν εφιστάτε εφιστούνεφιστούσα/εφίστων εφιστούσες/εφίστας εφιστούσε/εφίστα εφιστούσαμε/εφιστώμεν εφιστούσατε/εφιστάτε εφιστούσαν/εφίστωνεπέστησα επέστησες/επέστησας επέστησε επιστήσαμε/επεστήσαμεν επιστήσατε/επεστήσατε επέστησανέχω επιστήσει έχεις επιστήσει έχει επιστήσει έχουμε επιστήσει έχετε επιστήσει έχουν επιστήσειείχα επιστήσει είχες επιστήσει είχε επιστήσει είχαμε επιστήσει είχατε επιστήσει είχαν επιστήσειθα έχω επιστήσει θα έχεις επιστήσει θα έχει επιστήσει θα έχουμε επιστήσει θα έχετε επιστήσει θα έχουν επιστήσειθα εφιστώ θα εφιστάς θα εφιστά θα εφιστούμε/θα εφιστώμεν θα εφιστάτε θα εφιστούνθα επιστήσω θα επιστήσεις/θα επιστήσης θα επιστήσει/θα επιστήση θα επιστήσομε/θα επιστήσουμε/θα επιστήσωμεν θα επιστήσετε θα επιστήσουν
Υ π ο τ.να εφιστώ να εφιστάς να εφιστά να εφιστούμε/να εφιστώμεν να εφιστάτε να εφιστούν- - - - - -να επιστήσω να επιστήσεις/να επιστήσης να επιστήσει/να επιστήση να επιστήσομε/να επιστήσουμε/να επιστήσωμεν να επιστήσετε να επιστήσουννα έχω επιστήσει να έχεις επιστήσει να έχει επιστήσει να έχουμε επιστήσει να έχετε επιστήσει να έχουν επιστήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - εφιστάτε -- - - - - -- επίστησε - - επιστήσετε/επιστήστε/επιστήσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--επιστήσει-----
156Το ρήμα υφίσταμαι στην παθητική φωνή
Το ρήμα υφίσταμαι στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστος β
Ο ρ ι σ τ.υφίσταμαι υφίστασαι υφίσταται υφιστάμεθα υφίστασθε υφίστανταιυφιστάμην υφίστασο εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/υφίστατο υφιστάμεθα υφίστασθε εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/υφίσταντουπέστην υπέστης εύχρηστο το γ' πρόσ./υπέστη υποστήκαμε/υπέστημεν υποστήκατε/υπέστητε εύχρηστο το γ' πρόσ./υπέστησαν
Υ π ο τ.να υφίσταμαι να υφίστασαι να υφίσταται να υφιστάμεθα να υφίστασθε να υφίστανται- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - υφίστασθε -- - - - - -- - - - υποστείτε -
Α.--υποστεί/υποστή
157Το ρήμα συνιστώ-αποτελώ στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα συνιστώ-αποτελώ στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συνιστώ συνιστάς συνιστά συνιστούμε/συνιστώμεν συνιστάτε συνιστούνσυνιστούσα/συνίστων συνιστούσες/συνίστας συνιστούσε/συνίστα συνιστούσαμε/συνιστώμεν συνιστούσατε/συνιστάτε συνιστούσαν/συνίστωνθα συνιστώ θα συνιστάς θα συνιστά θα συνιστούμε/θα συνιστώμεν θα συνιστάτε θα συνιστούν
Υ π ο τ.να συνιστώ να συνιστάς να συνιστά να συνιστούμε/να συνιστώμεν να συνιστάτε να συνιστούν- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - συνιστάτε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
158Το ρήμα συνιστώ-αποτελώ στην παθητική φωνή
Το ρήμα συνιστώ-αποτελώ στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συνίσταμαι συνίστασαι συνίσταται συνιστάμεθα συνίστασθε συνίστανταισυνιστάμην συνίστασο εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/συνίστατο συνιστάμεθα συνίστασθε εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/συνίσταντοθα συνίσταμαι θα συνίστασαι θα συνίσταται θα συνιστάμεθα θα συνίστασθε θα συνίστανται
Υ π ο τ.να συνίσταμαι να συνίστασαι να συνίσταται να συνιστάμεθα να συνίστασθε να συνίστανται- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - συνίστασθε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
159Το ρήμα συνιστώ-ιδρύω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα συνιστώ-ιδρύω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συνιστώ συνιστάς συνιστά συνιστούμε/συνιστώμεν συνιστάτε συνιστούνσυνιστούσα/συνίστων συνιστούσες/συνίστας συνιστούσε/συνίστα συνιστούσαμε/συνιστώμεν συνιστούσατε/συνιστάτε συνιστούσαν/συνίστωνσύστησα/συνέστησα σύστησες/συνέστησας/συνέστησες σύστησε/συνέστησε συστήσαμε/συνεστήσαμεν συστήσατε/συνεστήσατε σύστησαν/συνέστησανέχω συστήσει έχεις συστήσει έχει συστήσει έχουμε συστήσει έχετε συστήσει έχουν συστήσειείχα συστήσει είχες συστήσει είχε συστήσει είχαμε συστήσει είχατε συστήσει είχαν συστήσειθα έχω συστήσει θα έχεις συστήσει θα έχει συστήσει θα έχουμε συστήσει θα έχετε συστήσει θα έχουν συστήσειθα συνιστώ θα συνιστάς θα συνιστά θα συνιστούμε/θα συνιστώμεν θα συνιστάτε θα συνιστούνθα συστήσω θα συστήσεις/θα συστήσης θα συστήσει/θα συστήση θα συστήσομε/θα συστήσουμε/θα συστήσωμεν θα συστήσετε θα συστήσουν
Υ π ο τ.να συνιστώ να συνιστάς να συνιστά να συνιστούμε/να συνιστώμεν να συνιστάτε να συνιστούν- - - - - -να συστήσω να συστήσεις/να συστήσης να συστήσει/να συστήση να συστήσομε/να συστήσουμε/να συστήσωμεν να συστήσετε να συστήσουννα έχω συστήσει να έχεις συστήσει να έχει συστήσει να έχουμε συστήσει να έχετε συστήσει να έχουν συστήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - συνιστάτε -- - - - - -- σύστησε - - συστήσετε/συστήστε/συστήσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συστήσει-----
160Το ρήμα συνιστώ-ιδρύω στην παθητική φωνή
Το ρήμα συνιστώ-ιδρύω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συνιστώμαι συνιστάσαι συνιστάται συνιστώμεθα/συνιστόμαστε συνιστάσθε/συνιστάστε συνιστώνταισυνιστώμην συνιστάσο εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/συνιστάτο συνιστώμεθα συνιστάσθε εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/συνιστώντοσυστάθηκα/συστήθηκα/συνεστήθην συστάθηκες/συστήθηκες/συνεστήθης συστάθηκε/συστήθηκε/συνεστήθη συσταθήκαμε/συστηθήκαμε/συνεστήθημεν συσταθήκατε/συστηθήκατε/συνεστήθητε συστάθηκαν/συστήθηκαν/συνεστήθησανέχω συσταθεί/έχω συστηθεί έχεις συσταθεί/έχεις συστηθεί έχει συσταθεί/έχει συστηθεί έχουμε συσταθεί/έχουμε συστηθεί έχετε συσταθεί/έχετε συστηθεί έχουν συσταθεί/έχουν συστηθείείχα συσταθεί/είχα συστηθεί είχες συσταθεί/είχες συστηθεί είχε συσταθεί/είχε συστηθεί είχαμε συσταθεί/είχαμε συστηθεί είχατε συσταθεί/είχατε συστηθεί είχαν συσταθεί/είχαν συστηθείθα έχω συσταθεί/θα έχω συστηθεί θα έχεις συσταθεί/θα έχεις συστηθεί θα έχει συσταθεί/θα έχει συστηθεί θα έχουμε συσταθεί/θα έχουμε συστηθεί θα έχετε συσταθεί/θα έχετε συστηθεί θα έχουν συσταθεί/θα έχουν συστηθείθα συνιστώμαι θα συνιστάσαι θα συνιστάται θα συνιστώμεθα/θα συνιστόμαστε θα συνιστάσθε/θα συνιστάστε θα συνιστώνταιθα συσταθώ/θα συστηθώ/θα συσταθώ θα συσταθείς/θα συστηθείς/θα συσταθής θα συσταθεί/θα συστηθεί/θα συσταθή θα συσταθούμε/θα συστηθούμε/θα συσταθώμεν θα συσταθείτε/θα συστηθείτε/θα συσταθήτε θα συσταθούν/θα συστηθούν/θα συσταθούν
Υ π ο τ.να συνιστώμαι να συνιστάσαι να συνιστάται να συνιστώμεθα/να συνιστόμαστε να συνιστάσθε/να συνιστάστε να συνιστώνται- - - - - -να συσταθώ/να συστηθώ/να συσταθώ να συσταθείς/να συστηθείς/να συσταθής να συσταθεί/να συστηθεί/να συσταθή να συσταθούμε/να συστηθούμε/να συσταθώμεν να συσταθείτε/να συστηθείτε/να συσταθήτε να συσταθούν/να συστηθούν/να συσταθούννα έχω συσταθεί/να έχω συστηθεί να έχεις συσταθεί/να έχεις συστηθεί να έχει συσταθεί/να έχει συστηθεί να έχουμε συσταθεί/να έχουμε συστηθεί να έχετε συσταθεί/να έχετε συστηθεί να έχουν συσταθεί/να έχουν συστηθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - συνιστάσθε/συνιστάστε -- - - - - -- συστήσου - - συσταθείτε/συστηθείτε/συσταθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συσταθεί/συστηθεί/συσταθή-----
161Το ρήμα συνιστώ-συμβουλεύω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα συνιστώ-συμβουλεύω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συνιστώ συνιστάς συνιστά συνιστούμε/συνιστώμεν συνιστάτε συνιστούνσυνιστούσα/συνίστων συνιστούσες/συνίστας συνιστούσε/συνίστα συνιστούσαμε/συνιστώμεν συνιστούσατε/συνιστάτε συνιστούσαν/συνίστωνσύστησα/συνέστησα σύστησες/συνέστησας/συνέστησες σύστησε/συνέστησε συστήσαμε/συνεστήσαμεν συστήσατε/συνεστήσατε σύστησαν/συνέστησανέχω συστήσει έχεις συστήσει έχει συστήσει έχουμε συστήσει έχετε συστήσει έχουν συστήσειείχα συστήσει είχες συστήσει είχε συστήσει είχαμε συστήσει είχατε συστήσει είχαν συστήσειθα έχω συστήσει θα έχεις συστήσει θα έχει συστήσει θα έχουμε συστήσει θα έχετε συστήσει θα έχουν συστήσειθα συνιστώ θα συνιστάς θα συνιστά θα συνιστούμε/θα συνιστώμεν θα συνιστάτε θα συνιστούνθα συστήσω θα συστήσεις/θα συστήσης θα συστήσει/θα συστήση θα συστήσομε/θα συστήσουμε/θα συστήσωμεν θα συστήσετε θα συστήσουν
Υ π ο τ.να συνιστώ να συνιστάς να συνιστά να συνιστούμε/να συνιστώμεν να συνιστάτε να συνιστούν- - - - - -να συστήσω να συστήσεις/να συστήσης να συστήσει/να συστήση να συστήσομε/να συστήσουμε/να συστήσωμεν να συστήσετε να συστήσουννα έχω συστήσει να έχεις συστήσει να έχει συστήσει να έχουμε συστήσει να έχετε συστήσει να έχουν συστήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - συνιστάτε -- - - - - -- σύστησε - - συστήσετε/συστήστε/συστήσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συστήσει-----
162Το ρήμα συνιστώ-συμβουλεύω στην παθητική φωνή
Το ρήμα συνιστώ-συμβουλεύω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συνιστώμαι συνιστάσαι συνιστάται συνιστώμεθα/συνιστόμαστε συνιστάσθε/συνιστάστε συνιστώνταισυνιστώμην συνιστάσο εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/συνιστάτο συνιστώμεθα συνιστάσθε εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/συνιστώντοσυστήθηκα/συνεστήθην συστήθηκες/συνεστήθης συστήθηκε/συνεστήθη συστηθήκαμε/συνεστήθημεν συστηθήκατε/συνεστήθητε συστήθηκαν/συνεστήθησανέχω συστηθεί έχεις συστηθεί έχει συστηθεί έχουμε συστηθεί έχετε συστηθεί έχουν συστηθείείχα συστηθεί είχες συστηθεί είχε συστηθεί είχαμε συστηθεί είχατε συστηθεί είχαν συστηθείθα έχω συστηθεί θα έχεις συστηθεί θα έχει συστηθεί θα έχουμε συστηθεί θα έχετε συστηθεί θα έχουν συστηθείθα συνιστώμαι θα συνιστάσαι θα συνιστάται θα συνιστώμεθα/θα συνιστόμαστε θα συνιστάσθε/θα συνιστάστε θα συνιστώνταιθα συστηθώ θα συστηθείς θα συστηθεί θα συστηθούμε θα συστηθείτε θα συστηθούν
Υ π ο τ.να συνιστώμαι να συνιστάσαι να συνιστάται να συνιστώμεθα/να συνιστόμαστε να συνιστάσθε/να συνιστάστε να συνιστώνται- - - - - -να συστηθώ να συστηθείς να συστηθεί να συστηθούμε να συστηθείτε να συστηθούννα έχω συστηθεί να έχεις συστηθεί να έχει συστηθεί να έχουμε συστηθεί να έχετε συστηθεί να έχουν συστηθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - συνιστάσθε/συνιστάστε -- - - - - -- συστήσου - - συστηθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συστηθεί-----
163Το ρήμα πλέκω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πλέκω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πλέκω πλέκεις πλέκει πλέκομε/πλέκουμε/πλέκομεν πλέκετε πλέκουν/πλέκουνεέπλεκα/'πλεκα/έπλεκον έπλεκες/'πλεκες έπλεκε/'πλεκε πλέκαμε/επλέκομεν πλέκατε/επλέκετε έπλεκαν/'πλεκαν/έπλεκον/πλέκαν/πλέκανεέπλεξα/'πλεξα έπλεξες/'πλεξες/έπλεξας έπλεξε/'πλεξε πλέξαμε/επλέξαμεν πλέξατε/επλέξατε έπλεξαν/'πλεξαν/πλέξαν/πλέξανεέχω πλέξει έχεις πλέξει έχει πλέξει έχουμε πλέξει έχετε πλέξει έχουν πλέξειείχα πλέξει είχες πλέξει είχε πλέξει είχαμε πλέξει είχατε πλέξει είχαν πλέξειθα έχω πλέξει θα έχεις πλέξει θα έχει πλέξει θα έχουμε πλέξει θα έχετε πλέξει θα έχουν πλέξειθα πλέκω θα πλέκεις θα πλέκει θα πλέκομε/θα πλέκουμε/θα πλέκομεν θα πλέκετε θα πλέκουν/θα πλέκουνεθα πλέξω θα πλέξεις/θα πλέξης θα πλέξει/θα πλέξη θα πλέξομε/θα πλέξουμε/θα πλέξωμεν θα πλέξετε θα πλέξουν/θα πλέξουνε
Υ π ο τ.να πλέκω να πλέκεις να πλέκει να πλέκομε/να πλέκουμε/να πλέκομεν να πλέκετε να πλέκουν/να πλέκουνε- - - - - -να πλέξω να πλέξεις/να πλέξης να πλέξει/να πλέξη να πλέξομε/να πλέξουμε/να πλέξωμεν να πλέξετε να πλέξουν/να πλέξουνενα έχω πλέξει να έχεις πλέξει να έχει πλέξει να έχουμε πλέξει να έχετε πλέξει να έχουν πλέξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- πλέκε - - πλέκετε -- - - - - -- πλέξε/πλέξ'/πλέχ' - - πλέξτε/πλέξατε/πλέχτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πλέξει-----
164Το ρήμα πλέκω στην παθητική φωνή
Το ρήμα πλέκω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πλέκομαι πλέκεσαι πλέκεται πλεκόμαστε/πλεκόμεθα πλέκεστε/πλέκεσθε/πλεκόσαστε πλέκονταιπλεκόμουν/επλεκόμην/πλεκόμουνα πλεκόσουν/επλέκεσο/πλεκόσουνα πλεκόταν/επλέκετο/πλεκότανε πλεκόμαστε/επλεκόμεθα/πλεκόμασταν πλεκόσαστε/επλέκεσθε/πλεκόσασταν πλέκονταν/επλέκοντο/πλεκόντανε/πλεκόντουσανπλέχτηκα/επλέχθην/πλέχθηκα πλέχτηκες/επλέχθης/πλέχθηκες πλέχτηκε/επλέχθη/πλέχθηκε πλεχτήκαμε/επλέχθημεν/πλεχθήκαμε πλεχτήκατε/επλέχθητε/πλεχθήκατε πλέχτηκαν/επλέχθησαν/πλεχτήκαν/πλεχτήκανε/πλέχθηκανέχω πλεχτεί έχεις πλεχτεί έχει πλεχτεί έχουμε πλεχτεί έχετε πλεχτεί έχουν πλεχτείείχα πλεχτεί είχες πλεχτεί είχε πλεχτεί είχαμε πλεχτεί είχατε πλεχτεί είχαν πλεχτείθα έχω πλεχτεί θα έχεις πλεχτεί θα έχει πλεχτεί θα έχουμε πλεχτεί θα έχετε πλεχτεί θα έχουν πλεχτείθα πλέκομαι θα πλέκεσαι θα πλέκεται θα πλεκόμαστε/θα πλεκόμεθα θα πλέκεστε/θα πλέκεσθε/θα πλεκόσαστε θα πλέκονταιθα πλεχτώ/θα πλεχθώ/θα πλεχθώ θα πλεχτείς/θα πλεχθής/θα πλεχθείς θα πλεχτεί/θα πλεχθή/θα πλεχθεί θα πλεχτούμε/θα πλεχθώμεν/θα πλεχθούμε θα πλεχτείτε/θα πλεχθήτε/θα πλεχθείτε θα πλεχτούν/θα πλεχθούν/θα πλεχτούνε/θα πλεχθούν
Υ π ο τ.να πλέκομαι να πλέκεσαι να πλέκεται να πλεκόμαστε/να πλεκόμεθα να πλέκεστε/να πλέκεσθε/να πλεκόσαστε να πλέκονται- - - - - -να πλεχτώ/να πλεχθώ/να πλεχθώ να πλεχτείς/να πλεχθής/να πλεχθείς να πλεχτεί/να πλεχθή/να πλεχθεί να πλεχτούμε/να πλεχθώμεν/να πλεχθούμε να πλεχτείτε/να πλεχθήτε/να πλεχθείτε να πλεχτούν/να πλεχθούν/να πλεχτούνε/να πλεχθούννα έχω πλεχτεί να έχεις πλεχτεί να έχει πλεχτεί να έχουμε πλεχτεί να έχετε πλεχτεί να έχουν πλεχτεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - πλέκεστε/πλέκεσθε -- - - - - -- πλέξου - - πλεχτείτε/πλεχθήτε/πλεχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--πλεχτεί/πλεχθή/πλεχθεί-----
165Το ρήμα εμπλέκω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα εμπλέκω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.εμπλέκω εμπλέκεις εμπλέκει εμπλέκομε/εμπλέκουμε/εμπλέκομεν εμπλέκετε εμπλέκουν/εμπλέκουνεενέπλεκα/ενέπλεκον ενέπλεκες ενέπλεκε εμπλέκαμε/ενεπλέκομεν εμπλέκατε/ενεπλέκετε ενέπλεκαν/ενέπλεκον/εμπλέκαν/εμπλέκανεενέπλεξα ενέπλεξες/ενέπλεξας ενέπλεξε εμπλέξαμε/ενεπλέξαμεν εμπλέξατε/ενεπλέξατε ενέπλεξαν/εμπλέξαν/εμπλέξανεέχω εμπλέξει έχεις εμπλέξει έχει εμπλέξει έχουμε εμπλέξει έχετε εμπλέξει έχουν εμπλέξειείχα εμπλέξει είχες εμπλέξει είχε εμπλέξει είχαμε εμπλέξει είχατε εμπλέξει είχαν εμπλέξειθα έχω εμπλέξει θα έχεις εμπλέξει θα έχει εμπλέξει θα έχουμε εμπλέξει θα έχετε εμπλέξει θα έχουν εμπλέξειθα εμπλέκω θα εμπλέκεις θα εμπλέκει θα εμπλέκομε/θα εμπλέκουμε/θα εμπλέκομεν θα εμπλέκετε θα εμπλέκουν/θα εμπλέκουνεθα εμπλέξω θα εμπλέξεις/θα εμπλέξης θα εμπλέξει/θα εμπλέξη θα εμπλέξομε/θα εμπλέξουμε/θα εμπλέξωμεν θα εμπλέξετε θα εμπλέξουν/θα εμπλέξουνε
Υ π ο τ.να εμπλέκω να εμπλέκεις να εμπλέκει να εμπλέκομε/να εμπλέκουμε/να εμπλέκομεν να εμπλέκετε να εμπλέκουν/να εμπλέκουνε- - - - - -να εμπλέξω να εμπλέξεις/να εμπλέξης να εμπλέξει/να εμπλέξη να εμπλέξομε/να εμπλέξουμε/να εμπλέξωμεν να εμπλέξετε να εμπλέξουν/να εμπλέξουνενα έχω εμπλέξει να έχεις εμπλέξει να έχει εμπλέξει να έχουμε εμπλέξει να έχετε εμπλέξει να έχουν εμπλέξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ- - - - εμπλέκετε -- - - - - -- - - - εμπλέξετε/εμπλέξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--εμπλέξει-----
166Το ρήμα εμπλέκω στην παθητική φωνή
Το ρήμα εμπλέκω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.εμπλέκομαι εμπλέκεσαι εμπλέκεται εμπλεκόμαστε/εμπλεκόμεθα εμπλέκεστε/εμπλέκεσθε εμπλέκονταιεμπλεκόμουν/ενεπλεκόμην εμπλεκόσουν/ενεπλέκεσο εμπλεκόταν/εμπλέκετο/ενεπλέκετο εμπλεκόμαστε/ενεπλεκόμεθα εμπλεκόσαστε/ενεπλέκεσθε εμπλέκονταν/εμπλέκοντο/ενεπλέκοντο- - - - - -ενεπλάκην ενεπλάκης εύχρηστο το γ' πρόσ./ενεπλάκη εμπλακήκαμε/ενεπλάκημεν εμπλακήκατε/ενεπλάκητε εύχρηστο το γ' πρόσ./ενεπλάκησανείμαι εμπεπλεγμένος είσαι εμπεπλεγμένος είναι εμπεπλεγμένος είμαστε εμπεπλεγμένοι είσαστε εμπεπλεγμένοι είναι εμπεπλεγμένοιήμουν εμπεπλεγμένος ήσουν εμπεπλεγμένος ήταν εμπεπλεγμένος ήμασταν εμπεπλεγμένοι ήσασταν εμπεπλεγμένοι ήταν εμπεπλεγμένοιθα είμαι εμπεπλεγμένος θα είσαι εμπεπλεγμένος θα είναι εμπεπλεγμένος θα είμαστε εμπεπλεγμένοι θα είσαστε εμπεπλεγμένοι θα είναι εμπεπλεγμένοιθα εμπλέκομαι θα εμπλέκεσαι θα εμπλέκεται θα εμπλεκόμαστε/θα εμπλεκόμεθα θα εμπλέκεστε/θα εμπλέκεσθε θα εμπλέκονται 
Υ π ο τ.να εμπλέκομαι να εμπλέκεσαι να εμπλέκεται να εμπλεκόμαστε/να εμπλεκόμεθα να εμπλέκεστε/να εμπλέκεσθε να εμπλέκονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -να είμαι εμπεπλεγμένος να είσαι εμπεπλεγμένος να είναι εμπεπλεγμένος να είμαστε εμπεπλεγμένοι να είσαστε εμπεπλεγμένοι να είναι εμπεπλεγμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - εμπλέκεστε/εμπλέκεσθε -- - - - - -- - - - - -- - - - εμπλακείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.---εμπλακεί/εμπλακή-----
167Το ρήμα καλώ στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα καλώ στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.καλώ καλείς καλεί καλούμε/καλούμεν καλείτε καλούν/καλούνεκαλούσα/εκάλουν καλούσες/εκάλεις καλούσε/εκάλει καλούσαμε/εκαλούμεν καλούσατε/εκαλείτε καλούσαν/εκάλουν/καλούσανεκάλεσα/εκάλεσα κάλεσες/εκάλεσας κάλεσε/εκάλεσε καλέσαμε/εκαλέσαμεν καλέσατε/εκαλέσατε κάλεσαν/εκάλεσαν/καλέσαν/καλέσανεέχω καλέσει έχεις καλέσει έχει καλέσει έχουμε καλέσει έχετε καλέσει έχουν καλέσειείχα καλέσει είχες καλέσει είχε καλέσει είχαμε καλέσει είχατε καλέσει είχαν καλέσειθα έχω καλέσει θα έχεις καλέσει θα έχει καλέσει θα έχουμε καλέσει θα έχετε καλέσει θα έχουν καλέσειθα καλώ θα καλείς θα καλεί θα καλούμε/θα καλούμεν θα καλείτε θα καλούν/θα καλούνεθα καλέσω θα καλέσεις/θα καλέσης θα καλέσει/θα καλέση θα καλέσομε/θα καλέσουμε/θα καλέσωμεν θα καλέσετε θα καλέσουν/θα καλέσουνε
Υ π ο τ.να καλώ να καλείς να καλεί να καλούμε/να καλούμεν να καλείτε να καλούν/να καλούνε- - - - - -να καλέσω να καλέσεις/να καλέσης να καλέσει/να καλέση να καλέσομε/να καλέσουμε/να καλέσωμεν να καλέσετε να καλέσουν/να καλέσουνενα έχω καλέσει να έχεις καλέσει να έχει καλέσει να έχουμε καλέσει να έχετε καλέσει να έχουν καλέσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - καλείτε -- - - - - -- κάλεσε - - καλέστε/καλέσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--καλέσει-----
168Το ρήμα καλώ στην παθητική φωνή
Το ρήμα καλώ στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.καλούμαι καλείσαι καλείται καλούμαστε/καλούμεθα καλείστε/καλείσθε καλούνταικαλούμουν/εκαλούμην καλούσουν/εκαλείσο καλούνταν/καλείτο/εκαλείτο καλούμασταν/καλούμαστε/εκαλούμεθα καλούσασταν/καλούσαστε/εκαλείσθε καλούνταν/καλούντο/εκαλούντοκαλέστηκα/κλήθηκα/εκλήθην καλέστηκες/κλήθηκες/εκλήθης καλέστηκε/κλήθηκε/εκλήθη καλεστήκαμε/κληθήκαμε/εκλήθημεν καλεστήκατε/κληθήκατε/εκλήθητε καλέστηκαν/κλήθηκαν/εκλήθησαν/καλεστήκαν/καλεστήκανε/κληθήκαν/κληθήκανεέχω καλεστεί/έχω κληθεί έχεις καλεστεί/έχεις κληθεί έχει καλεστεί/έχει κληθεί έχουμε καλεστεί/έχουμε κληθεί έχετε καλεστεί/έχετε κληθεί έχουν καλεστεί/έχουν κληθείείχα καλεστεί/είχα κληθεί είχες καλεστεί/είχες κληθεί είχε καλεστεί/είχε κληθεί είχαμε καλεστεί/είχαμε κληθεί είχατε καλεστεί/είχατε κληθεί είχαν καλεστεί/είχαν κληθείθα έχω καλεστεί/θα έχω κληθεί θα έχεις καλεστεί/θα έχεις κληθεί θα έχει καλεστεί/θα έχει κληθεί θα έχουμε καλεστεί/θα έχουμε κληθεί θα έχετε καλεστεί/θα έχετε κληθεί θα έχουν καλεστεί/θα έχουν κληθείθα καλούμαι θα καλείσαι θα καλείται θα καλούμαστε/θα καλούμεθα θα καλείστε/θα καλείσθε θα καλούνταιθα καλεστώ/θα κληθώ/θα κληθώ θα καλεστείς/θα κληθείς/θα κληθής θα καλεστεί/θα κληθεί/θα κληθή θα καλεστούμε/θα κληθούμε/θα κληθώμεν θα καλεστείτε/θα κληθείτε/θα κληθήτε θα καλεστούν/θα κληθούν/θα κληθούν/θα καλεστούνε/θα κληθούνε
Υ π ο τ.να καλούμαι να καλείσαι να καλείται να καλούμαστε/να καλούμεθα να καλείστε/να καλείσθε να καλούνται- - - - - -να καλεστώ/να κληθώ/να κληθώ να καλεστείς/να κληθείς/να κληθής να καλεστεί/να κληθεί/να κληθή να καλεστούμε/να κληθούμε/να κληθώμεν να καλεστείτε/να κληθείτε/να κληθήτε να καλεστούν/να κληθούν/να κληθούν/να καλεστούνε/να κληθούνενα έχω καλεστεί/να έχω κληθεί να έχεις καλεστεί/να έχεις κληθεί να έχει καλεστεί/να έχει κληθεί να έχουμε καλεστεί/να έχουμε κληθεί να έχετε καλεστεί/να έχετε κληθεί να έχουν καλεστεί/να έχουν κληθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - καλείστε -- - - - - -- - - - καλεστείτε/κληθείτε/κληθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--καλεστεί/κληθεί/κληθή-----
169Το ρήμα παρακαλώ στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα παρακαλώ στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.παρακαλάω/παρακαλώ παρακαλείς/παρακαλάς παρακαλεί/παρακαλά/παρακαλάει παρακαλούμε/παρακαλάμε/παρακαλούμεν παρακαλείτε/παρακαλάτε παρακαλούν/παρακαλούνε/παρακαλάν/παρακαλάνεπαρακαλούσα/παρεκάλουν/παρακάλαγα παρακαλούσες/παρεκάλεις/παρακάλαγες παρακαλούσε/παρεκάλει/παρακάλαγε παρακαλούσαμε/παρεκαλούμεν/παρακαλάγαμε παρακαλούσατε/παρεκαλείτε/παρακαλάγατε παρακαλούσαν/παρεκάλουν/παρακαλούσανε/παρακαλάγανε/παρακάλαγανπαρακάλεσα/παρεκάλεσα παρακάλεσες/παρεκάλεσας παρακάλεσε/παρεκάλεσε παρακαλέσαμε/παρεκαλέσαμεν παρακαλέσατε/παρεκαλέσατε παρακάλεσαν/παρεκάλεσαν/παρακαλέσαν/παρακαλέσανεέχω παρακαλέσει έχεις παρακαλέσει έχει παρακαλέσει έχουμε παρακαλέσει έχετε παρακαλέσει έχουν παρακαλέσειείχα παρακαλέσει είχες παρακαλέσει είχε παρακαλέσει είχαμε παρακαλέσει είχατε παρακαλέσει είχαν παρακαλέσειθα έχω παρακαλέσει θα έχεις παρακαλέσει θα έχει παρακαλέσει θα έχουμε παρακαλέσει θα έχετε παρακαλέσει θα έχουν παρακαλέσειθα παρακαλάω/θα παρακαλώ θα παρακαλείς/θα παρακαλάς θα παρακαλεί/θα παρακαλά/θα παρακαλάει θα παρακαλούμε/θα παρακαλάμε/θα παρακαλούμεν θα παρακαλείτε/θα παρακαλάτε θα παρακαλούν/θα παρακαλούνε/θα παρακαλάν/θα παρακαλάνεθα παρακαλέσω θα παρακαλέσεις/θα παρακαλέσης θα παρακαλέσει/θα παρακαλέση θα παρακαλέσομε/θα παρακαλέσουμε/θα παρακαλέσωμεν θα παρακαλέσετε θα παρακαλέσουν/θα παρακαλέσουνε
Υ π ο τ.να παρακαλάω/να παρακαλώ να παρακαλείς/να παρακαλάς να παρακαλεί/να παρακαλά/να παρακαλάει να παρακαλούμε/να παρακαλάμε/να παρακαλούμεν να παρακαλείτε/να παρακαλάτε να παρακαλούν/να παρακαλούνε/να παρακαλάν/να παρακαλάνε- - - - - -να παρακαλέσω να παρακαλέσεις/να παρακαλέσης να παρακαλέσει/να παρακαλέση να παρακαλέσομε/να παρακαλέσουμε/να παρακαλέσωμεν να παρακαλέσετε να παρακαλέσουν/να παρακαλέσουνενα έχω παρακαλέσει να έχεις παρακαλέσει να έχει παρακαλέσει να έχουμε παρακαλέσει να έχετε παρακαλέσει να έχουν παρακαλέσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- παρακάλα/παρακάλαγε - - παρακαλείτε/παρακαλάτε -- - - - - -- παρακάλεσε/παρακάλα - - παρακαλέστε/παρακαλέσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--παρακαλέσει-----
170Το ρήμα παρακαλώ στην παθητική φωνή
Το ρήμα παρακαλώ στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.παρακαλιέμαι/παρακαλούμαι παρακαλείσαι/παρακαλιέσαι παρακαλείται/παρακαλιέται παρακαλιόμαστε/παρακαλούμαστε/παρακαλούμεθα παρακαλείστε/παρακαλιέστε/παρακαλείσθε/παρακαλιόσαστε παρακαλιούνται/παρακαλούνται/παρακαλιόνταιπαρακαλιόμουν/παρακαλούμουν/παρεκαλούμην/παρακαλιόμουνα παρακαλιόσουν/παρακαλούσουν/παρεκαλείσο/παρακαλιόσουνα παρακαλιόταν/παρακαλούνταν/παρακαλείτο/παρεκαλείτο/παρακαλιότανε παρακαλιόμαστε/παρακαλούμασταν/παρακαλούμαστε/παρεκαλούμεθα/παρακαλιόμασταν παρακαλιόσαστε/παρακαλούσασταν/παρακαλούσαστε/παρεκαλείσθε/παρακαλιόσασταν παρακαλιόνταν/παρακαλούνταν/παρακαλούντο/παρεκαλούντο/παρακαλιούνταν/παρακαλιόντανε/παρακαλιόντουσανπαρακαλέστηκα/παρακλήθηκα/παρεκλήθην παρακαλέστηκες/παρακλήθηκες/παρεκλήθης παρακαλέστηκε/παρακλήθηκε/παρεκλήθη παρακαλεστήκαμε/παρακληθήκαμε/παρεκλήθημεν παρακαλεστήκατε/παρακληθήκατε/παρεκλήθητε παρακαλέστηκαν/παρακλήθηκαν/παρεκλήθησαν/παρακαλεστήκαν/παρακαλεστήκανε/παρακληθήκαν/παρακληθήκανεέχω παρακαλεστεί/έχω παρακληθεί έχεις παρακαλεστεί/έχεις παρακληθεί έχει παρακαλεστεί/έχει παρακληθεί έχουμε παρακαλεστεί/έχουμε παρακληθεί έχετε παρακαλεστεί/έχετε παρακληθεί έχουν παρακαλεστεί/έχουν παρακληθείείχα παρακαλεστεί/είχα παρακληθεί είχες παρακαλεστεί/είχες παρακληθεί είχε παρακαλεστεί/είχε παρακληθεί είχαμε παρακαλεστεί/είχαμε παρακληθεί είχατε παρακαλεστεί/είχατε παρακληθεί είχαν παρακαλεστεί/είχαν παρακληθείθα έχω παρακαλεστεί/θα έχω παρακληθεί θα έχεις παρακαλεστεί/θα έχεις παρακληθεί θα έχει παρακαλεστεί/θα έχει παρακληθεί θα έχουμε παρακαλεστεί/θα έχουμε παρακληθεί θα έχετε παρακαλεστεί/θα έχετε παρακληθεί θα έχουν παρακαλεστεί/θα έχουν παρακληθείθα παρακαλιέμαι/θα παρακαλούμαι θα παρακαλείσαι/θα παρακαλιέσαι θα παρακαλείται/θα παρακαλιέται θα παρακαλιόμαστε/θα παρακαλούμαστε/θα παρακαλούμεθα θα παρακαλείστε/θα παρακαλιέστε/θα παρακαλείσθε/θα παρακαλιόσαστε θα παρακαλιούνται/θα παρακαλούνται/θα παρακαλιόνταιθα παρακαλεστώ/θα παρακληθώ/θα παρακληθώ θα παρακαλεστείς/θα παρακληθείς/θα παρακληθής θα παρακαλεστεί/θα παρακληθεί/θα παρακληθή θα παρακαλεστούμε/θα παρακληθούμε/θα παρακληθώμεν θα παρακαλεστείτε/θα παρακληθείτε/θα παρακληθήτε θα παρακαλεστούν/θα παρακληθούν/θα παρακληθούν/θα παρακαλεστούνε/θα παρακληθούνε
Υ π ο τ.να παρακαλιέμαι/να παρακαλούμαι να παρακαλείσαι/να παρακαλιέσαι να παρακαλείται/να παρακαλιέται να παρακαλιόμαστε/να παρακαλούμαστε/να παρακαλούμεθα να παρακαλείστε/να παρακαλιέστε/να παρακαλείσθε/να παρακαλιόσαστε να παρακαλιούνται/να παρακαλούνται/να παρακαλιόνται- - - - - -να παρακαλεστώ/να παρακληθώ/να παρακληθώ να παρακαλεστείς/να παρακληθείς/να παρακληθής να παρακαλεστεί/να παρακληθεί/να παρακληθή να παρακαλεστούμε/να παρακληθούμε/να παρακληθώμεν να παρακαλεστείτε/να παρακληθείτε/να παρακληθήτε να παρακαλεστούν/να παρακληθούν/να παρακληθούν/να παρακαλεστούνε/να παρακληθούνενα έχω παρακαλεστεί/να έχω παρακληθεί να έχεις παρακαλεστεί/να έχεις παρακληθεί να έχει παρακαλεστεί/να έχει παρακληθεί να έχουμε παρακαλεστεί/να έχουμε παρακληθεί να έχετε παρακαλεστεί/να έχετε παρακληθεί να έχουν παρακαλεστεί/να έχουν παρακληθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - παρακαλείστε/παρακαλιέστε -- - - - - -- - - - παρακαλεστείτε/παρακληθείτε/παρακληθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--παρακαλεστεί/παρακληθεί/παρακληθή-----
171Το ρήμα στοιχίζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα στοιχίζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.στοιχίζω στοιχίζεις στοιχίζει στοιχίζομε/στοιχίζουμε/στοιχίζομεν στοιχίζετε στοιχίζουν/στοιχίζουνεστοίχιζα/εστοίχιζον στοίχιζες/εστοίχιζες στοίχιζε/εστοίχιζε στοιχίζαμε/εστοιχίζομεν στοιχίζατε/εστοιχίζετε στοίχιζαν/εστοίχιζον/στοιχίζαν/στοιχίζανεστοίχισα/εστοίχισα στοίχισες/εστοίχισας στοίχισε/εστοίχισε στοιχίσαμε/εστοιχίσαμεν στοιχίσατε/εστοιχίσατε στοίχισαν/εστοίχισαν/στοιχίσαν/στοιχίσανεέχω στοιχίσει έχεις στοιχίσει έχει στοιχίσει έχουμε στοιχίσει έχετε στοιχίσει έχουν στοιχίσειείχα στοιχίσει είχες στοιχίσει είχε στοιχίσει είχαμε στοιχίσει είχατε στοιχίσει είχαν στοιχίσειθα έχω στοιχίσει θα έχεις στοιχίσει θα έχει στοιχίσει θα έχουμε στοιχίσει θα έχετε στοιχίσει θα έχουν στοιχίσειθα στοιχίζω θα στοιχίζεις θα στοιχίζει θα στοιχίζομε/θα στοιχίζουμε/θα στοιχίζομεν θα στοιχίζετε θα στοιχίζουν/θα στοιχίζουνεθα στοιχίσω θα στοιχίσεις/θα στοιχίσης θα στοιχίσει/θα στοιχίση θα στοιχίσομε/θα στοιχίσουμε/θα στοιχίσωμεν θα στοιχίσετε θα στοιχίσουν/θα στοιχίσουνε
Υ π ο τ.να στοιχίζω να στοιχίζεις να στοιχίζει να στοιχίζομε/να στοιχίζουμε/να στοιχίζομεν να στοιχίζετε να στοιχίζουν/να στοιχίζουνε- - - - - -να στοιχίσω να στοιχίσεις/να στοιχίσης να στοιχίσει/να στοιχίση να στοιχίσομε/να στοιχίσουμε/να στοιχίσωμεν να στοιχίσετε να στοιχίσουν/να στοιχίσουνενα έχω στοιχίσει να έχεις στοιχίσει να έχει στοιχίσει να έχουμε στοιχίσει να έχετε στοιχίσει να έχουν στοιχίσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- στοίχιζε - - στοιχίζετε -- - - - - -- στοίχισε - - στοιχίστε/στοιχίσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--στοιχίσει-----
172Το ρήμα στοιχίζω στην παθητική φωνή
Το ρήμα στοιχίζω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.στοιχίζομαι στοιχίζεσαι στοιχίζεται στοιχιζόμαστε/στοιχιζόμεθα στοιχίζεστε/στοιχίζεσθε/στοιχιζόσαστε στοιχίζονταιστοιχιζόμουν/εστοιχιζόμην/στοιχιζόμουνα στοιχιζόσουν/εστοιχίζεσο/στοιχιζόσουνα στοιχιζόταν/εστοιχίζετο/στοιχιζότανε στοιχιζόμαστε/εστοιχιζόμεθα/στοιχιζόμασταν στοιχιζόσαστε/εστοιχίζεσθε/στοιχιζόσασταν στοιχίζονταν/εστοιχίζοντο/στοιχιζόντανε/στοιχιζόντουσανστοιχήθηκα/στοιχίστηκα/εστοιχίσθην/στοιχίσθηκα στοιχήθηκες/στοιχίστηκες/εστοιχίσθης/στοιχίσθηκες στοιχήθηκε/στοιχίστηκε/εστοιχίσθη/στοιχίσθηκε στοιχηθήκαμε/στοιχιστήκαμε/εστοιχίσθημεν/στοιχισθήκαμε στοιχηθήκατε/στοιχιστήκατε/εστοιχίσθητε/στοιχισθήκατε στοιχήθηκαν/στοιχίστηκαν/εστοιχίσθησαν/στοιχηθήκαν/στοιχηθήκανε/στοιχιστήκαν/στοιχιστήκανε/στοιχίσθηκανέχω στοιχηθεί/έχω στοιχιστεί έχεις στοιχηθεί/έχεις στοιχιστεί έχει στοιχηθεί/έχει στοιχιστεί έχουμε στοιχηθεί/έχουμε στοιχιστεί έχετε στοιχηθεί/έχετε στοιχιστεί έχουν στοιχηθεί/έχουν στοιχιστείείχα στοιχηθεί/είχα στοιχιστεί είχες στοιχηθεί/είχες στοιχιστεί είχε στοιχηθεί/είχε στοιχιστεί είχαμε στοιχηθεί/είχαμε στοιχιστεί είχατε στοιχηθεί/είχατε στοιχιστεί είχαν στοιχηθεί/είχαν στοιχιστείθα έχω στοιχηθεί/θα έχω στοιχιστεί θα έχεις στοιχηθεί/θα έχεις στοιχιστεί θα έχει στοιχηθεί/θα έχει στοιχιστεί θα έχουμε στοιχηθεί/θα έχουμε στοιχιστεί θα έχετε στοιχηθεί/θα έχετε στοιχιστεί θα έχουν στοιχηθεί/θα έχουν στοιχιστείθα στοιχίζομαι θα στοιχίζεσαι θα στοιχίζεται θα στοιχιζόμαστε/θα στοιχιζόμεθα θα στοιχίζεστε/θα στοιχίζεσθε/θα στοιχιζόσαστε θα στοιχίζονταιθα στοιχηθώ/θα στοιχιστώ/θα στοιχηθώ/θα στοιχισθώ/θα στοιχισθώ θα στοιχηθείς/θα στοιχιστείς/θα στοιχηθής/θα στοιχισθής/θα στοιχισθείς θα στοιχηθεί/θα στοιχιστεί/θα στοιχηθή/θα στοιχισθή/θα στοιχισθεί θα στοιχηθούμε/θα στοιχιστούμε/θα στοιχηθώμεν/θα στοιχισθώμεν/θα στοιχισθούμε θα στοιχηθείτε/θα στοιχιστείτε/θα στοιχηθήτε/θα στοιχισθήτε/θα στοιχισθείτε θα στοιχηθούν/θα στοιχιστούν/θα στοιχηθούν/θα στοιχισθούν/θα στοιχηθούνε/θα στοιχιστούνε/θα στοιχισθούν
Υ π ο τ.να στοιχίζομαι να στοιχίζεσαι να στοιχίζεται να στοιχιζόμαστε/να στοιχιζόμεθα να στοιχίζεστε/να στοιχίζεσθε/να στοιχιζόσαστε να στοιχίζονται- - - - - -να στοιχηθώ/να στοιχιστώ/να στοιχηθώ/να στοιχισθώ/να στοιχισθώ να στοιχηθείς/να στοιχιστείς/να στοιχηθής/να στοιχισθής/να στοιχισθείς να στοιχηθεί/να στοιχιστεί/να στοιχηθή/να στοιχισθή/να στοιχισθεί να στοιχηθούμε/να στοιχιστούμε/να στοιχηθώμεν/να στοιχισθώμεν/να στοιχισθούμε να στοιχηθείτε/να στοιχιστείτε/να στοιχηθήτε/να στοιχισθήτε/να στοιχισθείτε να στοιχηθούν/να στοιχιστούν/να στοιχηθούν/να στοιχισθούν/να στοιχηθούνε/να στοιχιστούνε/να στοιχισθούννα έχω στοιχηθεί/να έχω στοιχιστεί να έχεις στοιχηθεί/να έχεις στοιχιστεί να έχει στοιχηθεί/να έχει στοιχιστεί να έχουμε στοιχηθεί/να έχουμε στοιχιστεί να έχετε στοιχηθεί/να έχετε στοιχιστεί να έχουν στοιχηθεί/να έχουν στοιχιστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - στοιχίζεστε/στοιχίζεσθε -- - - - - -- στοιχίσου - - στοιχηθείτε/στοιχιστείτε/στοιχηθήτε/στοιχισθήτε/στοιχισθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--στοιχηθεί/στοιχιστεί/στοιχηθή/στοιχισθή/στοιχισθεί-----
173Το ρήμα αντιστοιχίζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αντιστοιχίζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αντιστοιχίζω αντιστοιχίζεις αντιστοιχίζει αντιστοιχίζομε/αντιστοιχίζουμε/αντιστοιχίζομεν αντιστοιχίζετε αντιστοιχίζουν/αντιστοιχίζουνεαντιστοίχιζα/αντεστοίχιζον αντιστοίχιζες/αντεστοίχιζες αντιστοίχιζε/αντεστοίχιζε αντιστοιχίζαμε/αντεστοιχίζομεν αντιστοιχίζατε/αντεστοιχίζετε αντιστοίχιζαν/αντεστοίχιζον/αντιστοιχίζαν/αντιστοιχίζανεαντιστοίχισα/αντεστοίχισα αντιστοίχισες/αντεστοίχισας αντιστοίχισε/αντεστοίχισε αντιστοιχίσαμε/αντεστοιχίσαμεν αντιστοιχίσατε/αντεστοιχίσατε αντιστοίχισαν/αντεστοίχισαν/αντιστοιχίσαν/αντιστοιχίσανεέχω αντιστοιχίσει έχεις αντιστοιχίσει έχει αντιστοιχίσει έχουμε αντιστοιχίσει έχετε αντιστοιχίσει έχουν αντιστοιχίσειείχα αντιστοιχίσει είχες αντιστοιχίσει είχε αντιστοιχίσει είχαμε αντιστοιχίσει είχατε αντιστοιχίσει είχαν αντιστοιχίσειθα έχω αντιστοιχίσει θα έχεις αντιστοιχίσει θα έχει αντιστοιχίσει θα έχουμε αντιστοιχίσει θα έχετε αντιστοιχίσει θα έχουν αντιστοιχίσειθα αντιστοιχίζω θα αντιστοιχίζεις θα αντιστοιχίζει θα αντιστοιχίζομε/θα αντιστοιχίζουμε/θα αντιστοιχίζομεν θα αντιστοιχίζετε θα αντιστοιχίζουν/θα αντιστοιχίζουνεθα αντιστοιχίσω θα αντιστοιχίσεις/θα αντιστοιχίσης θα αντιστοιχίσει/θα αντιστοιχίση θα αντιστοιχίσομε/θα αντιστοιχίσουμε/θα αντιστοιχίσωμεν θα αντιστοιχίσετε θα αντιστοιχίσουν/θα αντιστοιχίσουνε
Υ π ο τ.να αντιστοιχίζω να αντιστοιχίζεις να αντιστοιχίζει να αντιστοιχίζομε/να αντιστοιχίζουμε/να αντιστοιχίζομεν να αντιστοιχίζετε να αντιστοιχίζουν/να αντιστοιχίζουνε- - - - - -να αντιστοιχίσω να αντιστοιχίσεις/να αντιστοιχίσης να αντιστοιχίσει/να αντιστοιχίση να αντιστοιχίσομε/να αντιστοιχίσουμε/να αντιστοιχίσωμεν να αντιστοιχίσετε να αντιστοιχίσουν/να αντιστοιχίσουνενα έχω αντιστοιχίσει να έχεις αντιστοιχίσει να έχει αντιστοιχίσει να έχουμε αντιστοιχίσει να έχετε αντιστοιχίσει να έχουν αντιστοιχίσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- αντιστοίχιζε - - αντιστοιχίζετε -- - - - - -- αντιστοίχισε - - αντιστοιχίστε/αντιστοιχίσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αντιστοιχίσει-----
174Το ρήμα αντιστοιχίζω στην παθητική φωνή
Το ρήμα αντιστοιχίζω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αντιστοιχίζομαι αντιστοιχίζεσαι αντιστοιχίζεται αντιστοιχιζόμαστε/αντιστοιχιζόμεθα αντιστοιχίζεστε/αντιστοιχίζεσθε/αντιστοιχιζόσαστε αντιστοιχίζονταιαντιστοιχιζόμουν/αντεστοιχιζόμην/αντιστοιχιζόμουνα αντιστοιχιζόσουν/αντεστοιχίζεσο/αντιστοιχιζόσουνα αντιστοιχιζόταν/αντιστοιχίζετο/αντεστοιχίζετο/αντιστοιχιζότανε αντιστοιχιζόμαστε/αντεστοιχιζόμεθα/αντιστοιχιζόμασταν αντιστοιχιζόσαστε/αντεστοιχίζεσθε/αντιστοιχιζόσασταν αντιστοιχίζονταν/αντιστοιχίζοντο/αντεστοιχίζοντο/αντιστοιχιζόντανε/αντιστοιχιζόντουσαναντιστοιχίστηκα/αντεστοιχίσθην/αντιστοιχίσθηκα αντιστοιχίστηκες/αντεστοιχίσθης/αντιστοιχίσθηκες αντιστοιχίστηκε/αντιστοιχίσθη/αντεστοιχίσθη/αντιστοιχίσθηκε αντιστοιχιστήκαμε/αντεστοιχίσθημεν/αντιστοιχισθήκαμε αντιστοιχιστήκατε/αντεστοιχίσθητε/αντιστοιχισθήκατε αντιστοιχίστηκαν/αντιστοιχίσθησαν/αντεστοιχίσθησαν/αντιστοιχιστήκαν/αντιστοιχιστήκανε/αντιστοιχίσθηκανέχω αντιστοιχιστεί έχεις αντιστοιχιστεί έχει αντιστοιχιστεί έχουμε αντιστοιχιστεί έχετε αντιστοιχιστεί έχουν αντιστοιχιστείείχα αντιστοιχιστεί είχες αντιστοιχιστεί είχε αντιστοιχιστεί είχαμε αντιστοιχιστεί είχατε αντιστοιχιστεί είχαν αντιστοιχιστείθα έχω αντιστοιχιστεί θα έχεις αντιστοιχιστεί θα έχει αντιστοιχιστεί θα έχουμε αντιστοιχιστεί θα έχετε αντιστοιχιστεί θα έχουν αντιστοιχιστείθα αντιστοιχίζομαι θα αντιστοιχίζεσαι θα αντιστοιχίζεται θα αντιστοιχιζόμαστε/θα αντιστοιχιζόμεθα θα αντιστοιχίζεστε/θα αντιστοιχίζεσθε/θα αντιστοιχιζόσαστε θα αντιστοιχίζονταιθα αντιστοιχιστώ/θα αντιστοιχισθώ/θα αντιστοιχισθώ θα αντιστοιχιστείς/θα αντιστοιχισθής/θα αντιστοιχισθείς θα αντιστοιχιστεί/θα αντιστοιχισθή/θα αντιστοιχισθεί θα αντιστοιχιστούμε/θα αντιστοιχισθώμεν/θα αντιστοιχισθούμε θα αντιστοιχιστείτε/θα αντιστοιχισθήτε/θα αντιστοιχισθείτε θα αντιστοιχιστούν/θα αντιστοιχισθούν/θα αντιστοιχιστούνε/θα αντιστοιχισθούν
Υ π ο τ.να αντιστοιχίζομαι να αντιστοιχίζεσαι να αντιστοιχίζεται να αντιστοιχιζόμαστε/να αντιστοιχιζόμεθα να αντιστοιχίζεστε/να αντιστοιχίζεσθε/να αντιστοιχιζόσαστε να αντιστοιχίζονται- - - - - -να αντιστοιχιστώ/να αντιστοιχισθώ/να αντιστοιχισθώ να αντιστοιχιστείς/να αντιστοιχισθής/να αντιστοιχισθείς να αντιστοιχιστεί/να αντιστοιχισθή/να αντιστοιχισθεί να αντιστοιχιστούμε/να αντιστοιχισθώμεν/να αντιστοιχισθούμε να αντιστοιχιστείτε/να αντιστοιχισθήτε/να αντιστοιχισθείτε να αντιστοιχιστούν/να αντιστοιχισθούν/να αντιστοιχιστούνε/να αντιστοιχισθούννα έχω αντιστοιχιστεί να έχεις αντιστοιχιστεί να έχει αντιστοιχιστεί να έχουμε αντιστοιχιστεί να έχετε αντιστοιχιστεί να έχουν αντιστοιχιστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αντιστοιχίζεστε/αντιστοιχίζεσθε -- - - - - -- - - - αντιστοιχιστείτε/αντιστοιχισθήτε/αντιστοιχισθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αντιστοιχιστεί/αντιστοιχισθή/αντιστοιχισθεί-----
175Το ρήμα αντιστοιχώ στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αντιστοιχώ στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αντιστοιχώ αντιστοιχείς αντιστοιχεί αντιστοιχούμε/αντιστοιχούμεν αντιστοιχείτε αντιστοιχούν/αντιστοιχούνεαντιστοιχούσα/αντεστοίχουν αντιστοιχούσες/αντεστοίχεις αντιστοιχούσε/αντεστοίχει αντιστοιχούσαμε/αντεστοιχούμεν αντιστοιχούσατε/αντεστοιχείτε αντιστοιχούσαν/αντεστοίχουν/αντιστοιχούσανεαντιστοίχησα/αντεστοίχησα αντιστοίχησες/αντεστοίχησας αντιστοίχησε/αντεστοίχησε αντιστοιχήσαμε/αντεστοιχήσαμεν αντιστοιχήσατε/αντεστοιχήσατε αντιστοίχησαν/αντεστοίχησαν/αντιστοιχήσαν/αντιστοιχήσανεέχω αντιστοιχήσει έχεις αντιστοιχήσει έχει αντιστοιχήσει έχουμε αντιστοιχήσει έχετε αντιστοιχήσει έχουν αντιστοιχήσειείχα αντιστοιχήσει είχες αντιστοιχήσει είχε αντιστοιχήσει είχαμε αντιστοιχήσει είχατε αντιστοιχήσει είχαν αντιστοιχήσειθα έχω αντιστοιχήσει θα έχεις αντιστοιχήσει θα έχει αντιστοιχήσει θα έχουμε αντιστοιχήσει θα έχετε αντιστοιχήσει θα έχουν αντιστοιχήσειθα αντιστοιχώ θα αντιστοιχείς θα αντιστοιχεί θα αντιστοιχούμε/θα αντιστοιχούμεν θα αντιστοιχείτε θα αντιστοιχούν/θα αντιστοιχούνεθα αντιστοιχήσω θα αντιστοιχήσεις/θα αντιστοιχήσης θα αντιστοιχήσει/θα αντιστοιχήση θα αντιστοιχήσομε/θα αντιστοιχήσουμε/θα αντιστοιχήσωμεν θα αντιστοιχήσετε θα αντιστοιχήσουν/θα αντιστοιχήσουνε
Υ π ο τ.να αντιστοιχώ να αντιστοιχείς να αντιστοιχεί να αντιστοιχούμε/να αντιστοιχούμεν να αντιστοιχείτε να αντιστοιχούν/να αντιστοιχούνε- - - - - -να αντιστοιχήσω να αντιστοιχήσεις/να αντιστοιχήσης να αντιστοιχήσει/να αντιστοιχήση να αντιστοιχήσομε/να αντιστοιχήσουμε/να αντιστοιχήσωμεν να αντιστοιχήσετε να αντιστοιχήσουν/να αντιστοιχήσουνενα έχω αντιστοιχήσει να έχεις αντιστοιχήσει να έχει αντιστοιχήσει να έχουμε αντιστοιχήσει να έχετε αντιστοιχήσει να έχουν αντιστοιχήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αντιστοιχείτε -- - - - - -- αντιστοίχησε - - αντιστοιχήστε/αντιστοιχήσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αντιστοιχήσει-----
176Το ρήμα καταχωρίζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα καταχωρίζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.καταχωρίζω/καταχωρώ καταχωρείς/καταχωρίζεις καταχωρεί/καταχωρίζει καταχωρούμε/καταχωρίζομε/καταχωρίζουμε/καταχωρίζομεν καταχωρείτε/καταχωρίζετε καταχωρούν/καταχωρίζουν/καταχωρούνε/καταχωρίζουνεκαταχωρούσα/καταχώριζα/κατεχώριζον καταχωρούσες/καταχώριζες/κατεχώριζες καταχωρούσε/καταχώριζε/κατεχώριζε καταχωρούσαμε/καταχωρίζαμε/κατεχωρίζομεν καταχωρούσατε/καταχωρίζατε/κατεχωρίζετε καταχωρούσαν/καταχώριζαν/κατεχώριζον/καταχωρούσανε/καταχωρίζαν/καταχωρίζανεκαταχώρισα/κατεχώρισα καταχώρισες/κατεχώρισας καταχώρισε/κατεχώρισε καταχωρίσαμε/κατεχωρίσαμεν καταχωρίσατε/κατεχωρίσατε καταχώρισαν/κατεχώρισαν/καταχωρίσαν/καταχωρίσανεέχω καταχωρίσει έχεις καταχωρίσει έχει καταχωρίσει έχουμε καταχωρίσει έχετε καταχωρίσει έχουν καταχωρίσειείχα καταχωρίσει είχες καταχωρίσει είχε καταχωρίσει είχαμε καταχωρίσει είχατε καταχωρίσει είχαν καταχωρίσειθα έχω καταχωρίσει θα έχεις καταχωρίσει θα έχει καταχωρίσει θα έχουμε καταχωρίσει θα έχετε καταχωρίσει θα έχουν καταχωρίσειθα καταχωρίζω/θα καταχωρώ θα καταχωρείς/θα καταχωρίζεις θα καταχωρεί/θα καταχωρίζει θα καταχωρούμε/θα καταχωρίζομε/θα καταχωρίζουμε/θα καταχωρίζομεν θα καταχωρείτε/θα καταχωρίζετε θα καταχωρούν/θα καταχωρίζουν/θα καταχωρούνε/θα καταχωρίζουνεθα καταχωρίσω θα καταχωρίσεις/θα καταχωρίσης θα καταχωρίσει/θα καταχωρίση θα καταχωρίσομε/θα καταχωρίσουμε/θα καταχωρίσωμεν θα καταχωρίσετε θα καταχωρίσουν/θα καταχωρίσουνε
Υ π ο τ.να καταχωρίζω/να καταχωρώ να καταχωρείς/να καταχωρίζεις να καταχωρεί/να καταχωρίζει να καταχωρούμε/να καταχωρίζομε/να καταχωρίζουμε/να καταχωρίζομεν να καταχωρείτε/να καταχωρίζετε να καταχωρούν/να καταχωρίζουν/να καταχωρούνε/να καταχωρίζουνε- - - - - -να καταχωρίσω να καταχωρίσεις/να καταχωρίσης να καταχωρίσει/να καταχωρίση να καταχωρίσομε/να καταχωρίσουμε/να καταχωρίσωμεν να καταχωρίσετε να καταχωρίσουν/να καταχωρίσουνενα έχω καταχωρίσει να έχεις καταχωρίσει να έχει καταχωρίσει να έχουμε καταχωρίσει να έχετε καταχωρίσει να έχουν καταχωρίσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- καταχώριζε - - καταχωρείτε/καταχωρίζετε -- - - - - -- καταχώρισε - - καταχωρίστε/καταχωρίσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--καταχωρίσει-----
177Το ρήμα καταχωρίζω στην παθητική φωνή
Το ρήμα καταχωρίζω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.καταχωρούμαι/καταχωρίζομαι καταχωρείσαι/καταχωρίζεσαι καταχωρείται/καταχωρίζεται καταχωριζόμαστε/καταχωρούμαστε/καταχωριζόμεθα καταχωρείστε/καταχωρίζεστε/καταχωρίζεσθε καταχωρούνται/καταχωρίζονταικαταχωριζόμουν/καταχωρούμουν/κατεχωριζόμην καταχωριζόσουν/καταχωρούσουν/κατεχωρίζεσο καταχωριζόταν/καταχωρούνταν/καταχωρίζετο/κατεχωρίζετο καταχωριζόμαστε/καταχωρούμασταν/καταχωρούμαστε/κατεχωριζόμεθα καταχωριζόσαστε/καταχωρούσασταν/καταχωρούσαστε/κατεχωρίζεσθε καταχωρούνταν/καταχωρίζονταν/καταχωρίζοντο/κατεχωρίζοντοκαταχωρήθηκα/καταχωρίστηκα/κατεχωρήθην/κατεχωρίσθην/καταχωρίσθηκα καταχωρήθηκες/καταχωρίστηκες/κατεχωρήθης/κατεχωρίσθης/καταχωρίσθηκες καταχωρήθηκε/καταχωρίστηκε/καταχωρίσθη/κατεχωρήθη/κατεχωρίσθη/καταχωρίσθηκε καταχωρηθήκαμε/καταχωριστήκαμε/κατεχωρήθημεν/κατεχωρίσθημεν/καταχωρισθήκαμε καταχωρηθήκατε/καταχωριστήκατε/κατεχωρήθητε/κατεχωρίσθητε/καταχωρισθήκατε καταχωρήθηκαν/καταχωρίστηκαν/καταχωρίσθησαν/κατεχωρήθησαν/κατεχωρίσθησαν/καταχωριστήκαν/καταχωριστήκανε/καταχωρίσθηκανέχω καταχωρηθεί/έχω καταχωριστεί έχεις καταχωρηθεί/έχεις καταχωριστεί έχει καταχωρηθεί/έχει καταχωριστεί έχουμε καταχωρηθεί/έχουμε καταχωριστεί έχετε καταχωρηθεί/έχετε καταχωριστεί έχουν καταχωρηθεί/έχουν καταχωριστείείχα καταχωρηθεί/είχα καταχωριστεί είχες καταχωρηθεί/είχες καταχωριστεί είχε καταχωρηθεί/είχε καταχωριστεί είχαμε καταχωρηθεί/είχαμε καταχωριστεί είχατε καταχωρηθεί/είχατε καταχωριστεί είχαν καταχωρηθεί/είχαν καταχωριστείθα έχω καταχωρηθεί/θα έχω καταχωριστεί θα έχεις καταχωρηθεί/θα έχεις καταχωριστεί θα έχει καταχωρηθεί/θα έχει καταχωριστεί θα έχουμε καταχωρηθεί/θα έχουμε καταχωριστεί θα έχετε καταχωρηθεί/θα έχετε καταχωριστεί θα έχουν καταχωρηθεί/θα έχουν καταχωριστείθα καταχωρούμαι/θα καταχωρίζομαι θα καταχωρείσαι/θα καταχωρίζεσαι θα καταχωρείται/θα καταχωρίζεται θα καταχωριζόμαστε/θα καταχωρούμαστε/θα καταχωριζόμεθα θα καταχωρείστε/θα καταχωρίζεστε/θα καταχωρίζεσθε θα καταχωρούνται/θα καταχωρίζονταιθα καταχωρηθώ/θα καταχωριστώ/θα καταχωρηθώ/θα καταχωρισθώ/θα καταχωρισθώ θα καταχωρηθείς/θα καταχωριστείς/θα καταχωρηθής/θα καταχωρισθής/θα καταχωρισθείς θα καταχωρηθεί/θα καταχωριστεί/θα καταχωρηθή/θα καταχωρισθή/θα καταχωρισθεί θα καταχωρηθούμε/θα καταχωριστούμε/θα καταχωρηθώμεν/θα καταχωρισθώμεν/θα καταχωρισθούμε θα καταχωρηθείτε/θα καταχωριστείτε/θα καταχωρηθήτε/θα καταχωρισθήτε/θα καταχωρισθείτε θα καταχωρηθούν/θα καταχωριστούν/θα καταχωρηθούν/θα καταχωρισθούν/θα καταχωριστούνε/θα καταχωρισθούν
Υ π ο τ.να καταχωρούμαι/να καταχωρίζομαι να καταχωρείσαι/να καταχωρίζεσαι να καταχωρείται/να καταχωρίζεται να καταχωριζόμαστε/να καταχωρούμαστε/να καταχωριζόμεθα να καταχωρείστε/να καταχωρίζεστε/να καταχωρίζεσθε να καταχωρούνται/να καταχωρίζονται- - - - - -να καταχωρηθώ/να καταχωριστώ/να καταχωρηθώ/να καταχωρισθώ/να καταχωρισθώ να καταχωρηθείς/να καταχωριστείς/να καταχωρηθής/να καταχωρισθής/να καταχωρισθείς να καταχωρηθεί/να καταχωριστεί/να καταχωρηθή/να καταχωρισθή/να καταχωρισθεί να καταχωρηθούμε/να καταχωριστούμε/να καταχωρηθώμεν/να καταχωρισθώμεν/να καταχωρισθούμε να καταχωρηθείτε/να καταχωριστείτε/να καταχωρηθήτε/να καταχωρισθήτε/να καταχωρισθείτε να καταχωρηθούν/να καταχωριστούν/να καταχωρηθούν/να καταχωρισθούν/να καταχωριστούνε/να καταχωρισθούννα έχω καταχωρηθεί/να έχω καταχωριστεί να έχεις καταχωρηθεί/να έχεις καταχωριστεί να έχει καταχωρηθεί/να έχει καταχωριστεί να έχουμε καταχωρηθεί/να έχουμε καταχωριστεί να έχετε καταχωρηθεί/να έχετε καταχωριστεί να έχουν καταχωρηθεί/να έχουν καταχωριστεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - καταχωρείστε/καταχωρίζεστε/καταχωρίζεσθε -- - - - - -- - - - καταχωρηθείτε/καταχωριστείτε/καταχωρηθήτε/καταχωρισθήτε/καταχωρισθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--καταχωρηθεί/καταχωριστεί/καταχωρηθή/καταχωρισθή/καταχωρισθεί-----
178Το ρήμα διανύω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα διανύω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διανύω διανύεις διανύει διανύομε/διανύουμε/διανύομεν διανύετε διανύουν/διανύουνεδιάνυα/διήνυον/διήνυα διάνυες/διήνυες διάνυε/διήνυε διανύαμε/διηνύομεν διανύατε/διηνύετε διάνυαν/διήνυον/διανύαν/διανύανε/διήνυανδιάνυσα/διήνυσα διάνυσες/διήνυσας/διήνυσες διάνυσε/διήνυσε διανύσαμε/διηνύσαμεν διανύσατε/διηνύσατε διάνυσαν/διανύσαν/διανύσανε/διήνυσανέχω διανύσει έχεις διανύσει έχει διανύσει έχουμε διανύσει έχετε διανύσει έχουν διανύσειείχα διανύσει είχες διανύσει είχε διανύσει είχαμε διανύσει είχατε διανύσει είχαν διανύσειθα έχω διανύσει θα έχεις διανύσει θα έχει διανύσει θα έχουμε διανύσει θα έχετε διανύσει θα έχουν διανύσειθα διανύω θα διανύεις θα διανύει θα διανύομε/θα διανύουμε/θα διανύομεν θα διανύετε θα διανύουν/θα διανύουνεθα διανύσω θα διανύσεις/θα διανύσης θα διανύσει/θα διανύση θα διανύσομε/θα διανύσουμε/θα διανύσωμεν θα διανύσετε θα διανύσουν/θα διανύσουνε
Υ π ο τ.να διανύω να διανύεις να διανύει να διανύομε/να διανύουμε/να διανύομεν να διανύετε να διανύουν/να διανύουνε- - - - - -να διανύσω να διανύσεις/να διανύσης να διανύσει/να διανύση να διανύσομε/να διανύσουμε/να διανύσωμεν να διανύσετε να διανύσουν/να διανύσουνενα έχω διανύσει να έχεις διανύσει να έχει διανύσει να έχουμε διανύσει να έχετε διανύσει να έχουν διανύσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- διάνυε - - διανύετε -- - - - - -- διάνυσε - - διανύστε/διανύσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--διανύσει-----
179Το ρήμα διανύω στην παθητική φωνή
Το ρήμα διανύω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διανύομαι διανύεσαι διανύεται διανυόμαστε/διανυόμεθα διανύεστε/διανύεσθε διανύονταιδιανυόμουν/διηνυόμην διανυόσουν/διηνύεσο διανυόταν/διανύετο/διηνύετο διανυόμαστε/διηνυόμεθα διανυόσαστε/διηνύεσθε διανύονταν/διανύοντο/διηνύοντοδιανύθηκα/διηνύθην διανύθηκες/διηνύθης διανύθηκε/διηνύθη διανυθήκαμε/διηνύθημεν διανυθήκατε/διηνύθητε διανύθηκαν/διηνύθησανέχω διανυθεί έχεις διανυθεί έχει διανυθεί έχουμε διανυθεί έχετε διανυθεί έχουν διανυθείείχα διανυθεί είχες διανυθεί είχε διανυθεί είχαμε διανυθεί είχατε διανυθεί είχαν διανυθείθα έχω διανυθεί θα έχεις διανυθεί θα έχει διανυθεί θα έχουμε διανυθεί θα έχετε διανυθεί θα έχουν διανυθείθα διανύομαι θα διανύεσαι θα διανύεται θα διανυόμαστε/θα διανυόμεθα θα διανύεστε/θα διανύεσθε θα διανύονταιθα διανυθώ/θα διανυθώ θα διανυθείς/θα διανυθής θα διανυθεί/θα διανυθή θα διανυθούμε/θα διανυθώμεν θα διανυθείτε/θα διανυθήτε θα διανυθούν/θα διανυθούν
Υ π ο τ.να διανύομαι να διανύεσαι να διανύεται να διανυόμαστε/να διανυόμεθα να διανύεστε/να διανύεσθε να διανύονται- - - - - -να διανυθώ/να διανυθώ να διανυθείς/να διανυθής να διανυθεί/να διανυθή να διανυθούμε/να διανυθώμεν να διανυθείτε/να διανυθήτε να διανυθούν/να διανυθούννα έχω διανυθεί να έχεις διανυθεί να έχει διανυθεί να έχουμε διανυθεί να έχετε διανυθεί να έχουν διανυθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - διανύεστε/διανύεσθε -- - - - - -- - - - διανυθείτε/διανυθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--διανυθεί/διανυθή-----
180Το ρήμα απαυδώ στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα απαυδώ στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.απαυδώ απαυδάς απαυδά απαυδούμε/απαυδώμεν απαυδάτε απαυδούναπαυδούσα/απηύδων απαυδούσες/απηύδας απαυδούσε/απηύδα απαυδούσαμε/απηυδώμεν απαυδούσατε/απηυδάτε απαυδούσαν/απηύδωναπαύδησα/απηύδησα απαύδησες/απηύδησας/απηύδησες απαύδησε/απηύδησε απαυδήσαμε/απηυδήσαμεν απαυδήσατε/απηυδήσατε απαύδησαν/απαυδήσαν/απαυδήσανε/απηύδησανέχω απαυδήσει έχεις απαυδήσει έχει απαυδήσει έχουμε απαυδήσει έχετε απαυδήσει έχουν απαυδήσειείχα απαυδήσει είχες απαυδήσει είχε απαυδήσει είχαμε απαυδήσει είχατε απαυδήσει είχαν απαυδήσειθα έχω απαυδήσει θα έχεις απαυδήσει θα έχει απαυδήσει θα έχουμε απαυδήσει θα έχετε απαυδήσει θα έχουν απαυδήσειθα απαυδώ θα απαυδάς θα απαυδά θα απαυδούμε/θα απαυδώμεν θα απαυδάτε θα απαυδούνθα απαυδήσω θα απαυδήσεις/θα απαυδήσης θα απαυδήσει/θα απαυδήση θα απαυδήσομε/θα απαυδήσουμε/θα απαυδήσωμεν θα απαυδήσετε θα απαυδήσουν/θα απαυδήσουνε
Υ π ο τ.να απαυδώ να απαυδάς να απαυδά να απαυδούμε/να απαυδώμεν να απαυδάτε να απαυδούν- - - - - -να απαυδήσω να απαυδήσεις/να απαυδήσης να απαυδήσει/να απαυδήση να απαυδήσομε/να απαυδήσουμε/να απαυδήσωμεν να απαυδήσετε να απαυδήσουν/να απαυδήσουνενα έχω απαυδήσει να έχεις απαυδήσει να έχει απαυδήσει να έχουμε απαυδήσει να έχετε απαυδήσει να έχουν απαυδήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - απαυδάτε -- - - - - -- απαύδησε - - απαυδήστε/απαυδήσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--απαυδήσει-----
181Το ρήμα απαυδώ στην παθητική φωνή
Το ρήμα απαυδώ στην παθητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.- - - - - -- - - - - -είμαι απηυδημένος είσαι απηυδημένος είναι απηυδημένος είμαστε απηυδημένοι είσαστε απηυδημένοι είναι απηυδημένοιήμουν απηυδημένος ήσουν απηυδημένος ήταν απηυδημένος ήμασταν απηυδημένοι ήσασταν απηυδημένοι ήταν απηυδημένοιθα είμαι απηυδημένος θα είσαι απηυδημένος θα είναι απηυδημένος θα είμαστε απηυδημένοι θα είσαστε απηυδημένοι θα είναι απηυδημένοι- - - - - -- - - - - -
Υ π ο τ.- - - - - -- - - - - -να είμαι απηυδημένος να είσαι απηυδημένος να είναι απηυδημένος να είμαστε απηυδημένοι να είσαστε απηυδημένοι να είναι απηυδημένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-------
182Το ρήμα αποτείνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αποτείνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποτείνω αποτείνεις αποτείνει αποτείνομε/αποτείνουμε/αποτείνομεν αποτείνετε αποτείνουναπέτεινα/απέτεινον απέτεινες απέτεινε αποτείναμε/απετείνομεν αποτείνατε/απετείνετε απέτειναν/απέτεινοναπέτεινα απέτεινες/απέτεινας απέτεινε αποτείναμε/απετείναμεν αποτείνατε/απετείνατε απέτεινανέχω αποτείνει έχεις αποτείνει έχει αποτείνει έχουμε αποτείνει έχετε αποτείνει έχουν αποτείνειείχα αποτείνει είχες αποτείνει είχε αποτείνει είχαμε αποτείνει είχατε αποτείνει είχαν αποτείνειθα έχω αποτείνει θα έχεις αποτείνει θα έχει αποτείνει θα έχουμε αποτείνει θα έχετε αποτείνει θα έχουν αποτείνειθα αποτείνω θα αποτείνεις θα αποτείνει θα αποτείνομε/θα αποτείνουμε/θα αποτείνομεν θα αποτείνετε θα αποτείνουνθα αποτείνω θα αποτείνεις/θα αποτείνης θα αποτείνει/θα αποτείνη θα αποτείνομε/θα αποτείνουμε/θα αποτείνωμεν θα αποτείνετε θα αποτείνουν
Υ π ο τ.να αποτείνω να αποτείνεις να αποτείνει να αποτείνομε/να αποτείνουμε/να αποτείνομεν να αποτείνετε να αποτείνουν- - - - - -να αποτείνω να αποτείνεις/να αποτείνης να αποτείνει/να αποτείνη να αποτείνομε/να αποτείνουμε/να αποτείνωμεν να αποτείνετε να αποτείνουννα έχω αποτείνει να έχεις αποτείνει να έχει αποτείνει να έχουμε αποτείνει να έχετε αποτείνει να έχουν αποτείνει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- απότεινε - - αποτείνετε -- - - - - -- απότεινε - - αποτείνετε/αποτείνατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αποτείνει-----
183Το ρήμα αποτείνω στην παθητική φωνή
Το ρήμα αποτείνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποτείνομαι αποτείνεσαι αποτείνεται αποτεινόμαστε/αποτεινόμεθα αποτείνεστε/αποτείνεσθε αποτείνονταιαποτεινόμουν/απετεινόμην αποτεινόσουν/απετείνεσο αποτεινόταν/αποτείνετο/απετείνετο αποτεινόμαστε/απετεινόμεθα αποτεινόσαστε/απετείνεσθε αποτείνονταν/αποτείνοντο/απετείνοντοαποτάθηκα/απετάθην αποτάθηκες/απετάθης αποτάθηκε/απετάθη αποταθήκαμε/απετάθημεν αποταθήκατε/απετάθητε αποτάθηκαν/απετάθησανέχω αποταθεί έχεις αποταθεί έχει αποταθεί έχουμε αποταθεί έχετε αποταθεί έχουν αποταθείείχα αποταθεί είχες αποταθεί είχε αποταθεί είχαμε αποταθεί είχατε αποταθεί είχαν αποταθείθα έχω αποταθεί θα έχεις αποταθεί θα έχει αποταθεί θα έχουμε αποταθεί θα έχετε αποταθεί θα έχουν αποταθείθα αποτείνομαι θα αποτείνεσαι θα αποτείνεται θα αποτεινόμαστε/θα αποτεινόμεθα θα αποτείνεστε/θα αποτείνεσθε θα αποτείνονταιθα αποταθώ/θα αποταθώ θα αποταθείς/θα αποταθής θα αποταθεί/θα αποταθή θα αποταθούμε/θα αποταθώμεν θα αποταθείτε/θα αποταθήτε θα αποταθούν/θα αποταθούν
Υ π ο τ.να αποτείνομαι να αποτείνεσαι να αποτείνεται να αποτεινόμαστε/να αποτεινόμεθα να αποτείνεστε/να αποτείνεσθε να αποτείνονται- - - - - -να αποταθώ/να αποταθώ να αποταθείς/να αποταθής να αποταθεί/να αποταθή να αποταθούμε/να αποταθώμεν να αποταθείτε/να αποταθήτε να αποταθούν/να αποταθούννα έχω αποταθεί να έχεις αποταθεί να έχει αποταθεί να έχουμε αποταθεί να έχετε αποταθεί να έχουν αποταθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αποτείνεστε/αποτείνεσθε -- - - - - -- - - - αποταθείτε/αποταθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αποταθεί/αποταθή-----
184Το ρήμα αποτίω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αποτίω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποτίνω/αποτίω αποτίεις/αποτίνεις αποτίει/αποτίνει αποτίνομε/αποτίνουμε/αποτίομε/αποτίουμε/αποτίνομεν/αποτίομεν αποτίετε/αποτίνετε αποτίνουν/αποτίουναπέτια/απέτινα/απέτινον/απέτιον απέτιες/απέτινες απέτιε/απέτινε αποτίαμε/αποτίναμε/απετίνομεν/απετίομεν αποτίατε/αποτίνατε/απετίετε/απετίνετε απέτιαν/απέτιναν/απέτινον/απέτιοναπέτισα απέτισες/απέτισας απέτισε αποτίσαμε/απετίσαμεν αποτίσατε/απετίσατε απέτισανέχω αποτίσει έχεις αποτίσει έχει αποτίσει έχουμε αποτίσει έχετε αποτίσει έχουν αποτίσειείχα αποτίσει είχες αποτίσει είχε αποτίσει είχαμε αποτίσει είχατε αποτίσει είχαν αποτίσειθα έχω αποτίσει θα έχεις αποτίσει θα έχει αποτίσει θα έχουμε αποτίσει θα έχετε αποτίσει θα έχουν αποτίσειθα αποτίνω/θα αποτίω θα αποτίεις/θα αποτίνεις θα αποτίει/θα αποτίνει θα αποτίνομε/θα αποτίνουμε/θα αποτίομε/θα αποτίουμε/θα αποτίνομεν/θα αποτίομεν θα αποτίετε/θα αποτίνετε θα αποτίνουν/θα αποτίουνθα αποτίσω θα αποτίσεις/θα αποτίσης θα αποτίσει/θα αποτίση θα αποτίσομε/θα αποτίσουμε/θα αποτίσωμεν θα αποτίσετε θα αποτίσουν
Υ π ο τ.να αποτίνω/να αποτίω να αποτίεις/να αποτίνεις να αποτίει/να αποτίνει να αποτίνομε/να αποτίνουμε/να αποτίομε/να αποτίουμε/να αποτίνομεν/να αποτίομεν να αποτίετε/να αποτίνετε να αποτίνουν/να αποτίουν- - - - - -να αποτίσω να αποτίσεις/να αποτίσης να αποτίσει/να αποτίση να αποτίσομε/να αποτίσουμε/να αποτίσωμεν να αποτίσετε να αποτίσουννα έχω αποτίσει να έχεις αποτίσει να έχει αποτίσει να έχουμε αποτίσει να έχετε αποτίσει να έχουν αποτίσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- απότιε/απότινε - - αποτίετε/αποτίνετε -- - - - - -- απότισε - - αποτίστε/αποτίσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αποτίσει-----
185Το ρήμα ασφυκτιώ στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα ασφυκτιώ στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ασφυκτιώ ασφυκτιάς ασφυκτιά ασφυκτιούμε/ασφυκτιώμεν ασφυκτιάτε ασφυκτιούνασφυκτιούσα ασφυκτιούσες ασφυκτιούσε ασφυκτιούσαμε ασφυκτιούσατε ασφυκτιούσανθα ασφυκτιώ θα ασφυκτιάς θα ασφυκτιά θα ασφυκτιούμε/θα ασφυκτιώμεν θα ασφυκτιάτε θα ασφυκτιούν
Υ π ο τ.να ασφυκτιώ να ασφυκτιάς να ασφυκτιά να ασφυκτιούμε/να ασφυκτιώμεν να ασφυκτιάτε να ασφυκτιούν- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - ασφυκτιάτε -- - - - - -- - - - - -
Α.---
186Το ρήμα διαβιώνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα διαβιώνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.διαβιώνω/διαβιώ διαβιώνεις/διαβιοίς διαβιώνει/διαβιοί διαβιώνομε/διαβιώνουμε/διαβιούμεν/διαβιούμε διαβιώνετε/διαβιούτε διαβιώνουν/διαβιούν/διαβιώνουνεδιαβίωνα/διεβίουν διαβίωνες/διεβίους διαβίωνε/διεβίου διαβιώναμε/διεβιούμεν διαβιώνατε/διεβιούτε διαβίωναν/διεβίουν/διαβιώναν/διαβιώνανεδιαβίωσα/διεβίωσα διαβίωσες/διεβίωσας διαβίωσε/διεβίωσε διαβιώσαμε/διεβιώσαμεν διαβιώσατε/διεβιώσατε διαβίωσαν/διεβίωσαν/διαβιώσαν/διαβιώσανεέχω διαβιώσει έχεις διαβιώσει έχει διαβιώσει έχουμε διαβιώσει έχετε διαβιώσει έχουν διαβιώσειείχα διαβιώσει είχες διαβιώσει είχε διαβιώσει είχαμε διαβιώσει είχατε διαβιώσει είχαν διαβιώσειθα έχω διαβιώσει θα έχεις διαβιώσει θα έχει διαβιώσει θα έχουμε διαβιώσει θα έχετε διαβιώσει θα έχουν διαβιώσειθα διαβιώνω/θα διαβιώ θα διαβιώνεις/θα διαβιοίς θα διαβιώνει/θα διαβιοί θα διαβιώνομε/θα διαβιώνουμε/θα διαβιούμεν/θα διαβιούμε θα διαβιώνετε/θα διαβιούτε θα διαβιώνουν/θα διαβιούν/θα διαβιώνουνεθα διαβιώσω θα διαβιώσεις/θα διαβιώσης θα διαβιώσει/θα διαβιώση θα διαβιώσομε/θα διαβιώσουμε/θα διαβιώσωμεν θα διαβιώσετε θα διαβιώσουν/θα διαβιώσουνε
Υ π ο τ.να διαβιώνω/να διαβιώ να διαβιώνεις/να διαβιοίς να διαβιώνει/να διαβιοί να διαβιώνομε/να διαβιώνουμε/να διαβιούμεν/να διαβιούμε να διαβιώνετε/να διαβιούτε να διαβιώνουν/να διαβιούν/να διαβιώνουνε- - - - - -να διαβιώσω να διαβιώσεις/να διαβιώσης να διαβιώσει/να διαβιώση να διαβιώσομε/να διαβιώσουμε/να διαβιώσωμεν να διαβιώσετε να διαβιώσουν/να διαβιώσουνενα έχω διαβιώσει να έχεις διαβιώσει να έχει διαβιώσει να έχουμε διαβιώσει να έχετε διαβιώσει να έχουν διαβιώσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- διαβίωνε - - διαβιώνετε/διαβιούτε -- - - - - -- διαβίωσε - - διαβιώστε/διαβιώσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--διαβιώσει-----
187Το ρήμα αξιώνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αξιώνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αξιώνω/αξιώ αξιώνεις/αξιοίς αξιώνει/αξιοί αξιώνομε/αξιώνουμε/αξιούμεν/αξιώνομεν/αξιούμε αξιώνετε/αξιούτε αξιώνουν/αξιούν/αξιώνουνεαξίωνα/ηξίουν/ηξίωνον αξίωνες/ηξίους/ηξίωνες αξίωνε/ηξίου/ηξίωνε αξιώναμε/ηξιούμεν/ηξιώνομεν αξιώνατε/ηξιούτε/ηξιώνετε αξίωναν/ηξίουν/ηξίωνον/αξιώναν/αξιώνανεαξίωσα/ηξίωσα αξίωσες/ηξίωσας αξίωσε/ηξίωσε αξιώσαμε/ηξιώσαμεν αξιώσατε/ηξιώσατε αξίωσαν/ηξίωσαν/αξιώσαν/αξιώσανεέχω αξιώσει έχεις αξιώσει έχει αξιώσει έχουμε αξιώσει έχετε αξιώσει έχουν αξιώσειείχα αξιώσει είχες αξιώσει είχε αξιώσει είχαμε αξιώσει είχατε αξιώσει είχαν αξιώσειθα έχω αξιώσει θα έχεις αξιώσει θα έχει αξιώσει θα έχουμε αξιώσει θα έχετε αξιώσει θα έχουν αξιώσειθα αξιώνω/θα αξιώ θα αξιώνεις/θα αξιοίς θα αξιώνει/θα αξιοί θα αξιώνομε/θα αξιώνουμε/θα αξιούμεν/θα αξιώνομεν/θα αξιούμε θα αξιώνετε/θα αξιούτε θα αξιώνουν/θα αξιούν/θα αξιώνουνεθα αξιώσω θα αξιώσεις/θα αξιώσης θα αξιώσει/θα αξιώση θα αξιώσομε/θα αξιώσουμε/θα αξιώσωμεν θα αξιώσετε θα αξιώσουν/θα αξιώσουνε
Υ π ο τ.να αξιώνω/να αξιώ να αξιώνεις/να αξιοίς να αξιώνει/να αξιοί να αξιώνομε/να αξιώνουμε/να αξιούμεν/να αξιώνομεν/να αξιούμε να αξιώνετε/να αξιούτε να αξιώνουν/να αξιούν/να αξιώνουνε- - - - - -να αξιώσω να αξιώσεις/να αξιώσης να αξιώσει/να αξιώση να αξιώσομε/να αξιώσουμε/να αξιώσωμεν να αξιώσετε να αξιώσουν/να αξιώσουνενα έχω αξιώσει να έχεις αξιώσει να έχει αξιώσει να έχουμε αξιώσει να έχετε αξιώσει να έχουν αξιώσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- αξίωνε - - αξιώνετε/αξιούτε -- - - - - -- αξίωσε - - αξιώστε/αξιώσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αξιώσει-----
188Το ρήμα αξιώνω στην παθητική φωνή
Το ρήμα αξιώνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αξιώνομαι/αξιούμαι αξιώνεσαι/αξιούσαι αξιώνεται/αξιούται αξιωνόμαστε/αξιωνόμεθα/αξιούμεθα αξιώνεστε/αξιώνεσθε/αξιούσθε/αξιωνόσαστε αξιώνονται/αξιούνταιαξιωνόμουν/ηξιούμην/ηξιωνόμην/αξιωνόμουνα αξιωνόσουν/ηξιούσο/ηξιώνεσο/αξιωνόσουνα αξιωνόταν/αξιώνετο/ηξιούτο/ηξιώνετο/αξιωνότανε αξιωνόμαστε/ηξιούμεθα/ηξιωνόμεθα/αξιωνόμασταν αξιωνόσαστε/ηξιούσθε/ηξιώνεσθε/αξιωνόσασταν αξιώνονταν/αξιώνοντο/ηξιούντο/ηξιώνοντο/αξιωνόντανε/αξιωνόντουσαναξιώθηκα/ηξιώθην αξιώθηκες/ηξιώθης αξιώθηκε/αξιώθη/ηξιώθη αξιωθήκαμε/ηξιώθημεν αξιωθήκατε/ηξιώθητε αξιώθηκαν/αξιώθησαν/ηξιώθησαν/αξιωθήκαν/αξιωθήκανεέχω αξιωθεί έχεις αξιωθεί έχει αξιωθεί έχουμε αξιωθεί έχετε αξιωθεί έχουν αξιωθείείχα αξιωθεί είχες αξιωθεί είχε αξιωθεί είχαμε αξιωθεί είχατε αξιωθεί είχαν αξιωθείθα έχω αξιωθεί θα έχεις αξιωθεί θα έχει αξιωθεί θα έχουμε αξιωθεί θα έχετε αξιωθεί θα έχουν αξιωθείθα αξιώνομαι/θα αξιούμαι θα αξιώνεσαι/θα αξιούσαι θα αξιώνεται/θα αξιούται θα αξιωνόμαστε/θα αξιωνόμεθα/θα αξιούμεθα θα αξιώνεστε/θα αξιώνεσθε/θα αξιούσθε/θα αξιωνόσαστε θα αξιώνονται/θα αξιούνταιθα αξιωθώ/θα αξιωθώ θα αξιωθείς/θα αξιωθής θα αξιωθεί/θα αξιωθή θα αξιωθούμε/θα αξιωθώμεν θα αξιωθείτε/θα αξιωθήτε θα αξιωθούν/θα αξιωθούν/θα αξιωθούνε
Υ π ο τ.να αξιώνομαι/να αξιούμαι να αξιώνεσαι/να αξιούσαι να αξιώνεται/να αξιούται να αξιωνόμαστε/να αξιωνόμεθα/να αξιούμεθα να αξιώνεστε/να αξιώνεσθε/να αξιούσθε/να αξιωνόσαστε να αξιώνονται/να αξιούνται- - - - - -να αξιωθώ/να αξιωθώ να αξιωθείς/να αξιωθής να αξιωθεί/να αξιωθή να αξιωθούμε/να αξιωθώμεν να αξιωθείτε/να αξιωθήτε να αξιωθούν/να αξιωθούν/να αξιωθούνενα έχω αξιωθεί να έχεις αξιωθεί να έχει αξιωθεί να έχουμε αξιωθεί να έχετε αξιωθεί να έχουν αξιωθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αξιώνεστε/αξιώνεσθε -- - - - - -- αξιώσου - - αξιωθείτε/αξιωθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αξιωθεί/αξιωθή-----
189Το ρήμα παρεκκλίνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα παρεκκλίνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.παρεκκλίνω παρεκκλίνεις παρεκκλίνει παρεκκλίνομε/παρεκκλίνουμε/παρεκκλίνομεν παρεκκλίνετε παρεκκλίνουν/παρεκκλίνουνεπαρεξέκλινα/παρεξέκλινον παρεξέκλινες παρεξέκλινε παρεκκλίναμε/παρεξεκλίνομεν παρεκκλίνατε/παρεξεκλίνετε παρεξέκλιναν/παρεξέκλινον/παρεκκλίναν/παρεκκλίνανεπαρεξέκλινα παρεξέκλινες/παρεξέκλινας παρεξέκλινε παρεκκλίναμε/παρεξεκλίναμεν παρεκκλίνατε/παρεξεκλίνατε παρεξέκλιναν/παρεκκλίναν/παρεκκλίνανεέχω παρεκκλίνει έχεις παρεκκλίνει έχει παρεκκλίνει έχουμε παρεκκλίνει έχετε παρεκκλίνει έχουν παρεκκλίνειείχα παρεκκλίνει είχες παρεκκλίνει είχε παρεκκλίνει είχαμε παρεκκλίνει είχατε παρεκκλίνει είχαν παρεκκλίνειθα έχω παρεκκλίνει θα έχεις παρεκκλίνει θα έχει παρεκκλίνει θα έχουμε παρεκκλίνει θα έχετε παρεκκλίνει θα έχουν παρεκκλίνειθα παρεκκλίνω θα παρεκκλίνεις θα παρεκκλίνει θα παρεκκλίνομε/θα παρεκκλίνουμε/θα παρεκκλίνομεν θα παρεκκλίνετε θα παρεκκλίνουν/θα παρεκκλίνουνεθα παρεκκλίνω θα παρεκκλίνεις/θα παρεκκλίνης θα παρεκκλίνει/θα παρεκκλίνη θα παρεκκλίνομε/θα παρεκκλίνουμε/θα παρεκκλίνωμεν θα παρεκκλίνετε θα παρεκκλίνουν/θα παρεκκλίνουνε
Υ π ο τ.να παρεκκλίνω να παρεκκλίνεις να παρεκκλίνει να παρεκκλίνομε/να παρεκκλίνουμε/να παρεκκλίνομεν να παρεκκλίνετε να παρεκκλίνουν/να παρεκκλίνουνε- - - - - -να παρεκκλίνω να παρεκκλίνεις/να παρεκκλίνης να παρεκκλίνει/να παρεκκλίνη να παρεκκλίνομε/να παρεκκλίνουμε/να παρεκκλίνωμεν να παρεκκλίνετε να παρεκκλίνουν/να παρεκκλίνουνενα έχω παρεκκλίνει να έχεις παρεκκλίνει να έχει παρεκκλίνει να έχουμε παρεκκλίνει να έχετε παρεκκλίνει να έχουν παρεκκλίνει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- παρέκκλινε - - παρεκκλίνετε -- - - - - -- παρέκκλινε - - παρεκκλίνετε/παρεκκλίνατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--παρεκκλίνει-----
190Το ρήμα αρχινώ στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αρχινώ στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αρχινάω/αρχινώ αρχινάς αρχινά/αρχινάει αρχινούμε/αρχινάμε αρχινάτε αρχινούν/αρχινούνε/αρχινάν/αρχινάνεαρχινούσα/αρχίναγα αρχινούσες/αρχίναγες αρχινούσε/αρχίναγε αρχινούσαμε/αρχινάγαμε αρχινούσατε/αρχινάγατε αρχινούσαν/αρχινούσανε/αρχινάγανε/αρχίναγαναρχίνησα αρχίνησες αρχίνησε αρχινήσαμε αρχινήσατε αρχίνησαν/αρχινήσαν/αρχινήσανεέχω αρχινήσει έχεις αρχινήσει έχει αρχινήσει έχουμε αρχινήσει έχετε αρχινήσει έχουν αρχινήσειείχα αρχινήσει είχες αρχινήσει είχε αρχινήσει είχαμε αρχινήσει είχατε αρχινήσει είχαν αρχινήσειθα έχω αρχινήσει θα έχεις αρχινήσει θα έχει αρχινήσει θα έχουμε αρχινήσει θα έχετε αρχινήσει θα έχουν αρχινήσειθα αρχινάω/θα αρχινώ θα αρχινάς θα αρχινά/θα αρχινάει θα αρχινούμε/θα αρχινάμε θα αρχινάτε θα αρχινούν/θα αρχινούνε/θα αρχινάν/θα αρχινάνεθα αρχινήσω θα αρχινήσεις θα αρχινήσει θα αρχινήσομε/θα αρχινήσουμε θα αρχινήσετε θα αρχινήσουν/θα αρχινήσουνε
Υ π ο τ.να αρχινάω/να αρχινώ να αρχινάς να αρχινά/να αρχινάει να αρχινούμε/να αρχινάμε να αρχινάτε να αρχινούν/να αρχινούνε/να αρχινάν/να αρχινάνε- - - - - -να αρχινήσω να αρχινήσεις να αρχινήσει να αρχινήσομε/να αρχινήσουμε να αρχινήσετε να αρχινήσουν/να αρχινήσουνενα έχω αρχινήσει να έχεις αρχινήσει να έχει αρχινήσει να έχουμε αρχινήσει να έχετε αρχινήσει να έχουν αρχινήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- αρχίνα/αρχίναγε - - αρχινάτε -- - - - - -- αρχίνησε/αρχίνα - - αρχινήστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αρχινήσει-----
191Το ρήμα αρχινώ στην παθητική φωνή
Το ρήμα αρχινώ στην παθητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.- - - - - -- - - - - -είμαι αρχινισμένος είσαι αρχινισμένος είναι αρχινισμένος είμαστε αρχινισμένοι είσαστε αρχινισμένοι είναι αρχινισμένοιήμουν αρχινισμένος ήσουν αρχινισμένος ήταν αρχινισμένος ήμασταν αρχινισμένοι ήσασταν αρχινισμένοι ήταν αρχινισμένοιθα είμαι αρχινισμένος θα είσαι αρχινισμένος θα είναι αρχινισμένος θα είμαστε αρχινισμένοι θα είσαστε αρχινισμένοι θα είναι αρχινισμένοι- - - - - -- - - - - -
Υ π ο τ.- - - - - -- - - - - -να είμαι αρχινισμένος να είσαι αρχινισμένος να είναι αρχινισμένος να είμαστε αρχινισμένοι να είσαστε αρχινισμένοι να είναι αρχινισμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-------
192Το ρήμα αρχινίζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αρχινίζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αρχινίζω αρχινίζεις αρχινίζει αρχινίζομε/αρχινίζουμε αρχινίζετε αρχινίζουν/αρχινίζουνεαρχίνιζα αρχίνιζες αρχίνιζε αρχινίζαμε αρχινίζατε αρχίνιζαν/αρχινίζαν/αρχινίζανεαρχίνισα αρχίνισες αρχίνισε αρχινίσαμε αρχινίσατε αρχίνισαν/αρχινίσαν/αρχινίσανεέχω αρχινίσει έχεις αρχινίσει έχει αρχινίσει έχουμε αρχινίσει έχετε αρχινίσει έχουν αρχινίσειείχα αρχινίσει είχες αρχινίσει είχε αρχινίσει είχαμε αρχινίσει είχατε αρχινίσει είχαν αρχινίσειθα έχω αρχινίσει θα έχεις αρχινίσει θα έχει αρχινίσει θα έχουμε αρχινίσει θα έχετε αρχινίσει θα έχουν αρχινίσειθα αρχινίζω θα αρχινίζεις θα αρχινίζει θα αρχινίζομε/θα αρχινίζουμε θα αρχινίζετε θα αρχινίζουν/θα αρχινίζουνεθα αρχινίσω θα αρχινίσεις θα αρχινίσει θα αρχινίσομε/θα αρχινίσουμε θα αρχινίσετε θα αρχινίσουν/θα αρχινίσουνε
Υ π ο τ.να αρχινίζω να αρχινίζεις να αρχινίζει να αρχινίζομε/να αρχινίζουμε να αρχινίζετε να αρχινίζουν/να αρχινίζουνε- - - - - -να αρχινίσω να αρχινίσεις να αρχινίσει να αρχινίσομε/να αρχινίσουμε να αρχινίσετε να αρχινίσουν/να αρχινίσουνενα έχω αρχινίσει να έχεις αρχινίσει να έχει αρχινίσει να έχουμε αρχινίσει να έχετε αρχινίσει να έχουν αρχινίσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- αρχίνιζε - - αρχινίζετε -- - - - - -- αρχίνισε - - αρχινίστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αρχινίσει-----
193Το ρήμα επικοινωνώ στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα επικοινωνώ στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.επικοινωνώ επικοινωνείς επικοινωνεί επικοινωνούμε/επικοινωνούμεν επικοινωνείτε επικοινωνούν/επικοινωνούνεεπικοινωνούσα/επεκοινώνουν επικοινωνούσες/επεκοινώνεις επικοινωνούσε/επεκοινώνει επικοινωνούσαμε/επεκοινωνούμεν επικοινωνούσατε/επεκοινωνείτε επικοινωνούσαν/επεκοινώνουν/επικοινωνούσανεεπικοινώνησα/επεκοινώνησα επικοινώνησες/επεκοινώνησας επικοινώνησε/επεκοινώνησε επικοινωνήσαμε/επεκοινωνήσαμεν επικοινωνήσατε/επεκοινωνήσατε επικοινώνησαν/επεκοινώνησαν/επικοινωνήσαν/επικοινωνήσανεέχω επικοινωνήσει έχεις επικοινωνήσει έχει επικοινωνήσει έχουμε επικοινωνήσει έχετε επικοινωνήσει έχουν επικοινωνήσειείχα επικοινωνήσει είχες επικοινωνήσει είχε επικοινωνήσει είχαμε επικοινωνήσει είχατε επικοινωνήσει είχαν επικοινωνήσειθα έχω επικοινωνήσει θα έχεις επικοινωνήσει θα έχει επικοινωνήσει θα έχουμε επικοινωνήσει θα έχετε επικοινωνήσει θα έχουν επικοινωνήσειθα επικοινωνώ θα επικοινωνείς θα επικοινωνεί θα επικοινωνούμε/θα επικοινωνούμεν θα επικοινωνείτε θα επικοινωνούν/θα επικοινωνούνεθα επικοινωνήσω θα επικοινωνήσεις/θα επικοινωνήσης θα επικοινωνήσει/θα επικοινωνήση θα επικοινωνήσομε/θα επικοινωνήσουμε/θα επικοινωνήσωμεν θα επικοινωνήσετε θα επικοινωνήσουν/θα επικοινωνήσουνε
Υ π ο τ.να επικοινωνώ να επικοινωνείς να επικοινωνεί να επικοινωνούμε/να επικοινωνούμεν να επικοινωνείτε να επικοινωνούν/να επικοινωνούνε- - - - - -να επικοινωνήσω να επικοινωνήσεις/να επικοινωνήσης να επικοινωνήσει/να επικοινωνήση να επικοινωνήσομε/να επικοινωνήσουμε/να επικοινωνήσωμεν να επικοινωνήσετε να επικοινωνήσουν/να επικοινωνήσουνενα έχω επικοινωνήσει να έχεις επικοινωνήσει να έχει επικοινωνήσει να έχουμε επικοινωνήσει να έχετε επικοινωνήσει να έχουν επικοινωνήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - επικοινωνείτε -- - - - - -- επικοινώνησε - - επικοινωνήστε/επικοινωνήσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--επικοινωνήσει-----
194Το ρήμα κάθομαι στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα κάθομαι στην ενεργητική φωνή
 αόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κάθισα/έκατσα/'κατσα κάθισες/έκατσες/'κατσες κάθισε/έκατσε/'κατσε καθίσαμε/κάτσαμε καθίσατε/κάτσατε κάθισαν/έκατσαν/'κατσαν/καθίσαν/καθίσανε/κάτσαν/κάτσανεέχω καθίσει/έχω κάτσει έχεις καθίσει/έχεις κάτσει έχει καθίσει/έχει κάτσει έχουμε καθίσει/έχουμε κάτσει έχετε καθίσει/έχετε κάτσει έχουν καθίσει/έχουν κάτσειείχα καθίσει/είχα κάτσει είχες καθίσει/είχες κάτσει είχε καθίσει/είχε κάτσει είχαμε καθίσει/είχαμε κάτσει είχατε καθίσει/είχατε κάτσει είχαν καθίσει/είχαν κάτσειθα έχω καθίσει/θα έχω κάτσει θα έχεις καθίσει/θα έχεις κάτσει θα έχει καθίσει/θα έχει κάτσει θα έχουμε καθίσει/θα έχουμε κάτσει θα έχετε καθίσει/θα έχετε κάτσει θα έχουν καθίσει/θα έχουν κάτσειθα καθίσω/θα κάτσω θα καθίσεις/θα κάτσεις θα καθίσει/θα κάτσει θα καθίσομε/θα καθίσουμε/θα κάτσομε/θα κάτσουμε θα καθίσετε/θα κάτσετε θα καθίσουν/θα κάτσουν/θα καθίσουνε/θα κάτσουνε
Υ π ο τ.να καθίσω/να κάτσω να καθίσεις/να κάτσεις να καθίσει/να κάτσει να καθίσομε/να καθίσουμε/να κάτσομε/να κάτσουμε να καθίσετε/να κάτσετε να καθίσουν/να κάτσουν/να καθίσουνε/να κάτσουνενα έχω καθίσει/να έχω κάτσει να έχεις καθίσει/να έχεις κάτσει να έχει καθίσει/να έχει κάτσει να έχουμε καθίσει/να έχουμε κάτσει να έχετε καθίσει/να έχετε κάτσει να έχουν καθίσει/να έχουν κάτσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- κάθισε/κάτσε - - καθίστε/κάτσετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.καθίσει/κάτσει----
195Το ρήμα κάθομαι στην παθητική φωνή
Το ρήμα κάθομαι στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κάθομαι κάθεσαι κάθεται καθόμαστε κάθεστε/καθόσαστε κάθονταικαθόμουν/καθόμουνα καθόσουν/καθόσουνα καθόταν/καθότανε καθόμαστε/καθόμασταν καθόσαστε/καθόσασταν κάθονταν/καθόντανε/καθόντουσαν- - - - - -είμαι καθισμένος είσαι καθισμένος είναι καθισμένος είμαστε καθισμένοι είσαστε καθισμένοι είναι καθισμένοιήμουν καθισμένος ήσουν καθισμένος ήταν καθισμένος ήμασταν καθισμένοι ήσασταν καθισμένοι ήταν καθισμένοιθα είμαι καθισμένος θα είσαι καθισμένος θα είναι καθισμένος θα είμαστε καθισμένοι θα είσαστε καθισμένοι θα είναι καθισμένοι- - - - - -
Υ π ο τ.να κάθομαι να κάθεσαι να κάθεται να καθόμαστε να κάθεστε/να καθόσαστε να κάθονται- - - - - -- - - - - -να είμαι καθισμένος να είσαι καθισμένος να είναι καθισμένος να είμαστε καθισμένοι να είσαστε καθισμένοι να είναι καθισμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - κάθεστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-------
196Το ρήμα λακίζω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα λακίζω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.λακάω/λακίζω/λακώ λακάς/λακίζεις λακά/λακάει/λακίζει λακούμε/λακάμε/λακίζομε/λακίζουμε λακάτε/λακίζετε λακούν/λακίζουν/λακούνε/λακάν/λακάνε/λακίζουνελακούσα/λάκιζα λακούσες/λάκιζες λακούσε/λάκιζε λακούσαμε/λακίζαμε λακούσατε/λακίζατε λακούσαν/λάκιζαν/λακούσανε/λακίζαν/λακίζανελάκισα λάκισες λάκισε λακίσαμε λακίσατε λάκισαν/λακίσαν/λακίσανεέχω λακίσει έχεις λακίσει έχει λακίσει έχουμε λακίσει έχετε λακίσει έχουν λακίσειείχα λακίσει είχες λακίσει είχε λακίσει είχαμε λακίσει είχατε λακίσει είχαν λακίσειθα έχω λακίσει θα έχεις λακίσει θα έχει λακίσει θα έχουμε λακίσει θα έχετε λακίσει θα έχουν λακίσειθα λακάω/θα λακίζω/θα λακώ θα λακάς/θα λακίζεις θα λακά/θα λακάει/θα λακίζει θα λακούμε/θα λακάμε/θα λακίζομε/θα λακίζουμε θα λακάτε/θα λακίζετε θα λακούν/θα λακίζουν/θα λακούνε/θα λακάν/θα λακάνε/θα λακίζουνεθα λακίσω θα λακίσεις θα λακίσει θα λακίσομε/θα λακίσουμε θα λακίσετε θα λακίσουν/θα λακίσουνε
Υ π ο τ.να λακάω/να λακίζω/να λακώ να λακάς/να λακίζεις να λακά/να λακάει/να λακίζει να λακούμε/να λακάμε/να λακίζομε/να λακίζουμε να λακάτε/να λακίζετε να λακούν/να λακίζουν/να λακούνε/να λακάν/να λακάνε/να λακίζουνε- - - - - -να λακίσω να λακίσεις να λακίσει να λακίσομε/να λακίσουμε να λακίσετε να λακίσουν/να λακίσουνενα έχω λακίσει να έχεις λακίσει να έχει λακίσει να έχουμε λακίσει να έχετε λακίσει να έχουν λακίσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- λάκα/λάκιζε - - λακάτε/λακίζετε -- - - - - -- λάκισε/λάκα - - λακίστε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--λακίσει-----
197Το ρήμα παρκάρω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα παρκάρω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.παρκάρω παρκάρεις παρκάρει παρκάρομε/παρκάρουμε παρκάρετε παρκάρουν/παρκάρουνεπαρκάριζα/πάρκαρα παρκάριζες/πάρκαρες παρκάριζε/πάρκαρε παρκάραμε παρκάρατε παρκάριζαν/πάρκαραν/παρκάραν/παρκάρανεπαρκάρισα/πάρκαρα παρκάρισες/πάρκαρες παρκάρισε/πάρκαρε παρκάραμε παρκάρατε παρκάρισαν/πάρκαραν/παρκάραν/παρκάρανεέχω παρκάρει έχεις παρκάρει έχει παρκάρει έχουμε παρκάρει έχετε παρκάρει έχουν παρκάρειείχα παρκάρει είχες παρκάρει είχε παρκάρει είχαμε παρκάρει είχατε παρκάρει είχαν παρκάρειθα έχω παρκάρει θα έχεις παρκάρει θα έχει παρκάρει θα έχουμε παρκάρει θα έχετε παρκάρει θα έχουν παρκάρειθα παρκάρω θα παρκάρεις θα παρκάρει θα παρκάρομε/θα παρκάρουμε θα παρκάρετε θα παρκάρουν/θα παρκάρουνεθα παρκάρω θα παρκάρεις θα παρκάρει θα παρκάρομε/θα παρκάρουμε θα παρκάρετε θα παρκάρουν/θα παρκάρουνε
Υ π ο τ.να παρκάρω να παρκάρεις να παρκάρει να παρκάρομε/να παρκάρουμε να παρκάρετε να παρκάρουν/να παρκάρουνε- - - - - -να παρκάρω να παρκάρεις να παρκάρει να παρκάρομε/να παρκάρουμε να παρκάρετε να παρκάρουν/να παρκάρουνενα έχω παρκάρει να έχεις παρκάρει να έχει παρκάρει να έχουμε παρκάρει να έχετε παρκάρει να έχουν παρκάρει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- παρκάριζε/πάρκαρε - - παρκάρετε -- - - - - -- παρκάρισε/πάρκαρε - - παρκάρετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--παρκάρει-----
198Το ρήμα παρκάρω στην παθητική φωνή
Το ρήμα παρκάρω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.- - - - - -- - - - - -είμαι παρκαρισμένος είσαι παρκαρισμένος είναι παρκαρισμένος είμαστε παρκαρισμένοι είσαστε παρκαρισμένοι είναι παρκαρισμένοιήμουν παρκαρισμένος ήσουν παρκαρισμένος ήταν παρκαρισμένος ήμασταν παρκαρισμένοι ήσασταν παρκαρισμένοι ήταν παρκαρισμένοιθα είμαι παρκαρισμένος θα είσαι παρκαρισμένος θα είναι παρκαρισμένος θα είμαστε παρκαρισμένοι θα είσαστε παρκαρισμένοι θα είναι παρκαρισμένοι- - - - - -- - - - - -
Υ π ο τ.- - - - - -- - - - - -να είμαι παρκαρισμένος να είσαι παρκαρισμένος να είναι παρκαρισμένος να είμαστε παρκαρισμένοι να είσαστε παρκαρισμένοι να είναι παρκαρισμένοι- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-------
199Το ρήμα δίνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα δίνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.δίδω/δίνω δίδεις/δίνεις δίδει/δίνει δίδομε/δίδουμε/δίνομε/δίνουμε/δίδομεν δίδετε/δίνετε δίδουν/δίνουν/δίνουνεέδιδα/έδινα/'δινα/έδιδον έδιδες/έδινες/'δινες έδιδε/έδινε/'δινε δίδαμε/δίναμε/εδίδομεν δίδατε/δίνατε/εδίδετε έδιδαν/έδιναν/'διναν/έδιδον/δίναν/δίνανεέδωσα/'δωσα έδωσες/'δωσες/έδωσας έδωσε/'δωσε δώσαμε/εδώσαμεν δώσατε/εδώσατε έδωσαν/'δωσαν/δώσαν/δώσανεέχω δώσει έχεις δώσει έχει δώσει έχουμε δώσει έχετε δώσει έχουν δώσειείχα δώσει είχες δώσει είχε δώσει είχαμε δώσει είχατε δώσει είχαν δώσειθα έχω δώσει θα έχεις δώσει θα έχει δώσει θα έχουμε δώσει θα έχετε δώσει θα έχουν δώσειθα δίδω/θα δίνω θα δίδεις/θα δίνεις θα δίδει/θα δίνει θα δίδομε/θα δίδουμε/θα δίνομε/θα δίνουμε/θα δίδομεν θα δίδετε/θα δίνετε θα δίδουν/θα δίνουν/θα δίνουνεθα δώσω θα δώσεις/θα δώσης θα δώσει/θα δώση θα δώσομε/θα δώσουμε/θα δώσωμεν θα δώσετε θα δώσουν/θα δώσουνε
Υ π ο τ.να δίδω/να δίνω να δίδεις/να δίνεις να δίδει/να δίνει να δίδομε/να δίδουμε/να δίνομε/να δίνουμε/να δίδομεν να δίδετε/να δίνετε να δίδουν/να δίνουν/να δίνουνε- - - - - -να δώσω να δώσεις/να δώσης να δώσει/να δώση να δώσομε/να δώσουμε/να δώσωμεν να δώσετε να δώσουν/να δώσουνενα έχω δώσει να έχεις δώσει να έχει δώσει να έχουμε δώσει να έχετε δώσει να έχουν δώσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- δίδε/δίνε - - δίδετε/δίνετε -- - - - - -- δώσε/δώσ' - - δώστε/δώσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--δώσει-----
200Το ρήμα δίνω στην παθητική φωνή
Το ρήμα δίνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.δίδομαι/δίνομαι δίδεσαι/δίνεσαι δίδεται/δίνεται διδόμαστε/δινόμαστε/διδόμεθα δίδεστε/δίνεστε/δίδεσθε/δινόσαστε δίδονται/δίνονταιδιδόμουν/δινόμουν/εδιδόμην/δινόμουνα διδόσουν/δινόσουν/εδίδεσο/δινόσουνα διδόταν/δινόταν/εδίδετο/δινότανε διδόμαστε/δινόμαστε/εδιδόμεθα/δινόμασταν διδόσαστε/δινόσαστε/εδίδεσθε/δινόσασταν δίδονταν/δίνονταν/εδίδοντο/δινόντανε/δινόντουσανδόθηκα/εδόθην δόθηκες/εδόθης δόθηκε/εδόθη δοθήκαμε/εδόθημεν δοθήκατε/εδόθητε δόθηκαν/εδόθησαν/δοθήκαν/δοθήκανεέχω δοθεί έχεις δοθεί έχει δοθεί έχουμε δοθεί έχετε δοθεί έχουν δοθείείχα δοθεί είχες δοθεί είχε δοθεί είχαμε δοθεί είχατε δοθεί είχαν δοθείθα έχω δοθεί θα έχεις δοθεί θα έχει δοθεί θα έχουμε δοθεί θα έχετε δοθεί θα έχουν δοθείθα δίδομαι/θα δίνομαι θα δίδεσαι/θα δίνεσαι θα δίδεται/θα δίνεται θα διδόμαστε/θα δινόμαστε/θα διδόμεθα θα δίδεστε/θα δίνεστε/θα δίδεσθε/θα δινόσαστε θα δίδονται/θα δίνονταιθα δοθώ/θα δοθώ θα δοθείς/θα δοθής θα δοθεί/θα δοθή θα δοθούμε/θα δοθώμεν θα δοθείτε/θα δοθήτε θα δοθούν/θα δοθούν/θα δοθούνε
Υ π ο τ.να δίδομαι/να δίνομαι να δίδεσαι/να δίνεσαι να δίδεται/να δίνεται να διδόμαστε/να δινόμαστε/να διδόμεθα να δίδεστε/να δίνεστε/να δίδεσθε/να δινόσαστε να δίδονται/να δίνονται- - - - - -να δοθώ/να δοθώ να δοθείς/να δοθής να δοθεί/να δοθή να δοθούμε/να δοθώμεν να δοθείτε/να δοθήτε να δοθούν/να δοθούν/να δοθούνενα έχω δοθεί να έχεις δοθεί να έχει δοθεί να έχουμε δοθεί να έχετε δοθεί να έχουν δοθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - δίδεστε/δίνεστε/δίδεσθε -- - - - - -- δώσου - - δοθείτε/δοθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--δοθεί/δοθή-----
201Το ρήμα μεταδίδω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα μεταδίδω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.μεταδίδω μεταδίδεις μεταδίδει μεταδίδομε/μεταδίδουμε/μεταδίδομεν μεταδίδετε μεταδίδουν/μεταδίδουνεμετέδιδα/μετέδιδον μετέδιδες μετέδιδε μεταδίδαμε/μετεδίδομεν μεταδίδατε/μετεδίδετε μετέδιδαν/μετέδιδον/μεταδίδαν/μεταδίδανεμετέδωσα μετέδωσες/μετέδωσας μετέδωσε μεταδώσαμε/μετεδώσαμεν μεταδώσατε/μετεδώσατε μετέδωσαν/μεταδώσαν/μεταδώσανεέχω μεταδώσει έχεις μεταδώσει έχει μεταδώσει έχουμε μεταδώσει έχετε μεταδώσει έχουν μεταδώσειείχα μεταδώσει είχες μεταδώσει είχε μεταδώσει είχαμε μεταδώσει είχατε μεταδώσει είχαν μεταδώσειθα έχω μεταδώσει θα έχεις μεταδώσει θα έχει μεταδώσει θα έχουμε μεταδώσει θα έχετε μεταδώσει θα έχουν μεταδώσειθα μεταδίδω θα μεταδίδεις θα μεταδίδει θα μεταδίδομε/θα μεταδίδουμε/θα μεταδίδομεν θα μεταδίδετε θα μεταδίδουν/θα μεταδίδουνεθα μεταδώσω θα μεταδώσεις/θα μεταδώσης θα μεταδώσει/θα μεταδώση θα μεταδώσομε/θα μεταδώσουμε/θα μεταδώσωμεν θα μεταδώσετε θα μεταδώσουν/θα μεταδώσουνε
Υ π ο τ.να μεταδίδω να μεταδίδεις να μεταδίδει να μεταδίδομε/να μεταδίδουμε/να μεταδίδομεν να μεταδίδετε να μεταδίδουν/να μεταδίδουνε- - - - - -να μεταδώσω να μεταδώσεις/να μεταδώσης να μεταδώσει/να μεταδώση να μεταδώσομε/να μεταδώσουμε/να μεταδώσωμεν να μεταδώσετε να μεταδώσουν/να μεταδώσουνενα έχω μεταδώσει να έχεις μεταδώσει να έχει μεταδώσει να έχουμε μεταδώσει να έχετε μεταδώσει να έχουν μεταδώσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ- μετάδιδε - - μεταδίδετε -- - - - - -- μετάδωσε - - μεταδώστε/μεταδώσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--μεταδώσει-----
202Το ρήμα μεταδίδω στην παθητική φωνή
Το ρήμα μεταδίδω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.μεταδίδομαι μεταδίδεσαι μεταδίδεται μεταδιδόμαστε/μεταδιδόμεθα μεταδίδεστε/μεταδίδεσθε μεταδίδονταιμεταδιδόμουν/μετεδιδόμην μεταδιδόσουν/μετεδίδεσο μεταδιδόταν/μεταδίδετο/μετεδίδετο μεταδιδόμαστε/μετεδιδόμεθα μεταδιδόσαστε/μετεδίδεσθε μεταδίδονταν/μεταδίδοντο/μετεδίδοντομεταδόθηκα/μετεδόθην μεταδόθηκες/μετεδόθης μεταδόθηκε/μετεδόθη μεταδοθήκαμε/μετεδόθημεν μεταδοθήκατε/μετεδόθητε μεταδόθηκαν/μετεδόθησαν/μεταδοθήκαν/μεταδοθήκανεέχω μεταδοθεί έχεις μεταδοθεί έχει μεταδοθεί έχουμε μεταδοθεί έχετε μεταδοθεί έχουν μεταδοθείείχα μεταδοθεί είχες μεταδοθεί είχε μεταδοθεί είχαμε μεταδοθεί είχατε μεταδοθεί είχαν μεταδοθείθα έχω μεταδοθεί θα έχεις μεταδοθεί θα έχει μεταδοθεί θα έχουμε μεταδοθεί θα έχετε μεταδοθεί θα έχουν μεταδοθείθα μεταδίδομαι θα μεταδίδεσαι θα μεταδίδεται θα μεταδιδόμαστε/θα μεταδιδόμεθα θα μεταδίδεστε/θα μεταδίδεσθε θα μεταδίδονταιθα μεταδοθώ/θα μεταδοθώ θα μεταδοθείς/θα μεταδοθής θα μεταδοθεί/θα μεταδοθή θα μεταδοθούμε/θα μεταδοθώμεν θα μεταδοθείτε/θα μεταδοθήτε θα μεταδοθούν/θα μεταδοθούν/θα μεταδοθούνε
Υ π ο τ.να μεταδίδομαι να μεταδίδεσαι να μεταδίδεται να μεταδιδόμαστε/να μεταδιδόμεθα να μεταδίδεστε/να μεταδίδεσθε να μεταδίδονται- - - - - -να μεταδοθώ/να μεταδοθώ να μεταδοθείς/να μεταδοθής να μεταδοθεί/να μεταδοθή να μεταδοθούμε/να μεταδοθώμεν να μεταδοθείτε/να μεταδοθήτε να μεταδοθούν/να μεταδοθούν/να μεταδοθούνενα έχω μεταδοθεί να έχεις μεταδοθεί να έχει μεταδοθεί να έχουμε μεταδοθεί να έχετε μεταδοθεί να έχουν μεταδοθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ- - - - μεταδίδεστε/μεταδίδεσθε -- - - - - -- - - - μεταδοθείτε/μεταδοθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--μεταδοθεί/μεταδοθή-----
Πλήρες υλικό από το αρχείο 3 απροσωπα & αρχαιοκλιτα.docx, στην αρχική σειρά του.
Δεν βρέθηκε σχετική ενότητα.
1Το απρόσωπο ρήμα ενδέχεται στην παθητική φωνή
Το απρόσωπο ρήμα ενδέχεται στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικός
Οριστική / Γ’ ενικόενδέχεταιενδέχετο
Το ρήμα απρόσωπο πέπρωται στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικός
Οριστική / Γ’ ενικόπέπρωταιεπέπρωτο
Το ρήμα παρέλκει απρόσωπο στην ενεργητική φωνή 
 ενεστώτας 
Οριστική / Γ’ ενικόπαρέλκει 
Το ρήμα απρόσωπο είθισται στην παθητική φωνή 
 παρακείμενος 
Οριστική / Γ’ ενικόείθισται 
2Το ρήμα νοιάζει στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα νοιάζει στην ενεργητική φωνή
 ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτικήΑπαρέμφατο
ενεστώτας----
παρατατικός----
αόριστος-να νοιάξει-νοιάξει
παρακείμενοςέχω νοιάξεινα έχω νοιάξει--
υπερσυντέλικοςείχα νοιάξει---
συντελεσμένος μέλλονταςθα έχω νοιάξει---
συνοπτικός μέλλονταςθα νοιάξει---
3Το ρήμα συμβαίνει {ομοίως: επι-(συν)συμ-βαίνει/από-βαίνει}στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα συμβαίνει {ομοίως: επι-(συν)συμ-βαίνει/από-βαίνει}στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.- - συμβαίνει - - συμβαίνουν/συμβαίνουνε- - συνέβαινε - - συνέβαιναν/συμβαίναν/συμβαίνανε- - συνέβη/συνέβηκε - - συνέβησαν/συνέβηκανέχω συμβεί έχεις συμβεί έχει συμβεί έχουμε συμβεί έχετε συμβεί έχουν συμβείείχα συμβεί είχες συμβεί είχε συμβεί είχαμε συμβεί είχατε συμβεί είχαν συμβείθα έχω συμβεί θα έχεις συμβεί θα έχει συμβεί θα έχουμε συμβεί θα έχετε συμβεί θα έχουν συμβείθα συμβεί θα συμβούν
Υ π ο τ.- - - - - -- - - - - -να συμβεί να συμβούννα έχω συμβεί να έχεις συμβεί να έχει συμβεί να έχουμε συμβεί να έχετε συμβεί να έχουν συμβεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συμβεί----
4ΑΝΩΜΑΛΑ ΡΗΜΑΤΑ
ΑΝΩΜΑΛΑ ΡΗΜΑΤΑ

πίπτω: Ελλειπτικό. Συχνά απαντάται η λόγια μτχ. β' αορίστου στον πληθυντικό του αρσενικού: το μνημείο των πεσόντων.

συμπίπτω: Στα ρήματα της ομάδας αυτής συναντάμε κάποτε αρχαϊκούς τύπους μετοχών: περιπέσας εις αμάρτημα, εκπεσόντες άγγελοι... Το ρήμα καταπίπτω συναντάται κυρίως στον αόριστο: αεροπλάνο κατέπεσε και συνετρίβη. επιπίπτω/ μεταπίπτω/ υποπίπτω/ εκπίπτω/ περιπίπτω.

Τα ρήματα αυτής της ομάδας προσθέτουν ένα -υ- στο -ε- του ενεστωτικού θέματος: έπνευσα, έπλευσα.

πνέω Το ρήμα διαπνέω είναι ελλειπτικό.

εμπνέω

αναπνέω

εκπνέω

διαπνέω

αποπνέω

Τα ρήματα αυτής της ομάδας προσθέτουν ένα -υ- στο -ε- του ενεστωτικού θέματος: έπνευσα, έπλευσα.

πλέω

αποπλέω

επιπλέω

παραπλέω

συμπλέω

διαπλέω

5ΡΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΡΧΑΪΚΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ
ΡΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΡΧΑΪΚΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ

αναμειγνύω/προσμειγνύω: Τα ρήματα της ομάδας αυτής σχηματίζουν παθητικό αόριστο σε -χθηκα και σε -χθη στο γ' πρόσωπο (αναμείχθηκε/ανεμείχθη) και όχι σε -χτηκα: ανεμείχθη σε πολλά σκάνδαλα.

αναδεικνύω: Τα ρήματα της ομάδας αυτής στον προφορικό κυρίως λόγο και στη λογοτεχνία σχηματίζουν και ενεστωτικό τύπο σε -χνω, αόριστο χωρίς αύξηση (ανάδειχνα, απόδειχνα), παθητικό αόριστο σε -χτηκα. αναδείχνω/ αποδεικνύω/ αποδείχνω/ επιδεικνύω/ επιδείχνω

Τα ρήματα της ομάδας αυτής σχηματίζουν παθητικό αόριστο σε -χθηκα και σε -χθη στο γ' πρόσωπο (αναμείχθηκε/ανεμείχθη) και όχι σε -χτηκα: ανεμείχθη σε πολλά σκάνδαλα. καταδεικνύω/ υποδεικνύω

διαρρηγνύω: Συνήθως στον αόριστο: διέρρηξα, συνέπηξα, να διαρρήξω, συμπήξω. Το ρήμα συμπηγνύω συναντάται με τη μεταφορική σημασία του: "ιδρύω, οργανώνω, συγκροτώ". Το ρήμα διαρρηγνύω σχηματίζει και παθητικό αόριστο δεύτερο, κατά την αρχαία: από την υψηλή θερμοκρασία διερράγησαν/έχουν διαρραγεί τα τοιχώματα των σωληνώσεων./ συμπηγνύω

παρέχω: Τα ρήματα της ομάδας αυτής σχηματίζουν δεύτερο αόριστο ενεργητικής φωνής με τύπους αρχαϊκούς, συνήθως στο τρίτο πρόσωπο: απέσχ-ε-ον. Συχνότερα απαντώνται στην υποτακτική αορίστου: απόσχω, μετάσχω, παράσχω. Ο παρατατικός σχηματίζεται με ανώμαλη αύξηση: παρείχα. απέχω/ συμμετέχω/ μετέχω/ παρέχω

Ελλειπτικά.: εξέχω/ κατέχω/ προεξέχω/ περιέχω/ εμπεριέχω/ υπερέχω/ προσέχω

τέμνω: Το ρήμα ανατέμνω απαντάται σε λόγιο αόριστο δεύτερο συνηθέστερα απ' ό,τι στον πρώτο: ανέταμε εις βάθος το πρόβλημα της οικονομικής μετανάστευσης. Η μετοχή παθητικού παρακειμένου των ρημάτων της ομάδας αυτής σχηματίζεται με αναδιπλασιασμό: συντετμημένος, κατατετμημένος, περιτετμημένος. κατατέμνω/ περιτέμνω/ συντέμνω/ ανατέμνω

μεταβαίνω: Μερικά ρήματα με δεύτερο συνθετικό το βαίνω διατηρούν τους αρχαίους τύπους, κυρίως στον ενικό και στο τρίτο πρόσωπο του πληθυντικού (προέβην - προέβης προέβη - προέβησαν). Στο πρώτο και δεύτερο πρόσωπο του πληθυντικού χρησιμοποιούνται και νεοελληνικοί τύποι σε -ήκαμε (μεταβ-ήκαμε, μεταβ-ήκατε). Τα ρήματα παραβαίνω, επεμβαίνω επίσης δε σχηματίζουν δόκιμους τύπους σε -ηκα, αν και κάποτε γράφεται ή λέγεται παρέβηκα, επέμβηκα κτλ. Στην υποτακτική αορίστου τα ρήματα επεμβαίνω, παρεμβαίνω σχηματίζουν παροξύτονους τύπους (επέμβω, παρέμβω), ενώ τα υπόλοιπα ρήματα της ομάδας αυτής σχηματίζουν οξύτονους: μεταβώ κτλ. Κάποτε συναντώνται και οι αρχαίοι τύποι της μετοχής αορίστου (μεταβάς-άσα-άν). Το ρήμα βαίνω είναι ελλειπτικό. Το παρεκβαίνω μόνο στον ενεστώτα. βαίνω/ παραβαίνω/ υπερβαίνω/ προβαίνω/παρεμβαίνω

άγω: Σύνηθες λάθος που παρατηρείται στα σύνθετα του αρχαίου ρήματος άγω είναι η χρήση του τύπου της υποτακτικής αορίστου αντί για την υποτακτική ενεστώτα (πρέπει να παραγάγουν κάθε χρόνο μια ορισμένη ποσότητα αντί να παράγουν) ή του αορίστου αντί του παρατατικού (παρήγαγε κάθε χρόνο μια ορισμένη ποσότητα αντί παρήγε). Αν ξέρουμε πώς σχηματίζεται η υποτακτική ενεστώτα ή ο εξακολουθητικός μέλλοντας των ρημάτων αυτών (να/θα παράγω) και η υποτακτική αορίστου ή ο στιγμιαίος/συνοπτικός μέλλοντας (θα παραγάγω), μπορούμε να εφαρμόσουμε μια πρακτική μέθοδο για να αποφεύγουμε τα λάθη: θα αντικαταστήσουμε νοερά το ρήμα παράγω με ένα άλλο ρήμα και θα αφήσουμε το γλωσσικό μας αίσθημα να βρει τον σωστό τύπο. Π.χ. πρέπει να φτιάχνουν κάθε χρόνο μια ορισμένη ποσότητα, έφτιαχνε κάθε χρόνο μια ορισμένη ποσότητα. Παρατηρούμε ότι δε χρησιμοποιήσαμε τους τύπους φτιάξουν, έφτιαξε αλλά τους τύπους φτιάχνουν, έφτιαχνε, που δείχνουν διάρκεια. Επομένως θα γράψουμε ή θα πούμε παράγουν, παρήγε. Ο παρατατικός των ρημάτων της ομάδας αυτής πάντως χρησιμοποιείται σπάνια, ενώ συναντώνται συχνά στον παθητικό αόριστο οι τύποι της αρχαίας: παρήχθη νέο προϊόν, εξήχθησαν τα εμπορεύματα. Στην υποτακτική αορίστου του ρήματος παράγω χρησιμοποιείται και ο τύπος του μέλλοντα οριστικής της αρχαίας: παράξω αντί του παραγάγω. Το ρήμα άγω συναντάται κυρίως στο ενεστωτικό θέμα: άγεται και φέρεται, τον άγουν και τον φέρουν, κάποτε όμως και στον παθητικό αόριστο: η υπόθεση αυτή ήχθη επιτέλους εις πέρας. παράγω/ ανάγω/ διεξάγω/ εισάγω/ εξάγω

Το ρήμα θέτω και τα σύνθετα ρήματα με δεύτερο συνθετικό το θέτω σχηματίζουν συνήθως την παθητική φωνή με το θέμα του αρχαίου ρήματος τίθεμαι: αναθέτω - ανατίθεμαι κτλ. Ο παθητικός παρατατικός των ρημάτων της ομάδας αυτής δε σχηματίζει δόκιμους τύπους στη σημερινή γλώσσα. Συνήθως συναντάμε τους λόγιους τύπους, στο τρίτο κυρίως πρόσωπο του ενικού και του πληθυντικού, με ή χωρίς αύξηση: με την τακτική του εξετίθετο/εκτίθετο σε κινδύνους, επετίθεντο/επιτίθεντο εναντίον όλων. Συχνά και ο παθητικός αόριστος σχηματίζεται κατά την αρχαία: εξετέθησαν σε κοινή θέα, συγκατετέθησαν σε όσα τους πρότεινα, διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη. Στη μετοχή παρακειμένου χρησιμοποιείται ο αρχαίος τύπος: ανατεθειμένος-η-ο, διατεθειμένος-η-ο, κατατεθειμένος-η-ο. Πολύ συχνά στα ρήματα αυτά συναντάται και ο αρχαϊκός τύπος της παθητικής μετοχής ενεστώτα: επιτιθέμενος, ανατιθέμενος. θέτω/ υποθέτω/ προϋποθέτω/ καταθέτω/ αποθέτω/ προσθέτω

εκλείπω/ καταλείπω:Τα ρήματα της ομάδας αυτής σχηματίζουν συχνά αόριστο (δεύτερο) και μετοχή κατά την αρχαία: εξέλιπε πλέον κάθε λόγος ανησυχίας, δυσαναπλήρωτο κενό άφησε ο εκλιπών, ο αποθανών κατέλιπε μεγάλη περιουσία.

παρακάθημαι/ επικάθημαι: Το ρήμα παρακάθημαι/παρακάθομαι = "μετέχω σε συγκέντρωση" έχει διαφορετική σημασία από το λαϊκό παρακάθομαι - παρακάθισα = "μένω για πολύ σε ένα μέρος". Στην παθητική φωνή τα ρήματα της ομάδας αυτής είναι εύχρηστα μόνο στον ενεστώτα. Το ρήμα επικάθημαι απαντάται και σε τύπο της νεοελληνικής: επικάθομαι, επικάθισα κτλ.

επαφίεμαι Στον παθητικό αόριστο του ρήματος επαφίεμαι σχηματίζονται και τύποι της σύγχρονης γλώσσας: επαφέθηκα, κατά το αφήνω - αφέθηκα.

εκρήγνυμαι: Στον προφορικό λόγο και στη λογοτεχνία παρουσιάζονται και τύποι στον παρατατικό χωρίς αύξηση: εκρήγνυτο.

δύναμαι

αίρω Η αρχαία προστακτική άρον (άρον τον κράβατόν σου και περιπάτει) συναντάται και στη νεότερη γλώσσα αλλά ως επίρρημα: με σήκωσαν από το κρεβάτι άρον άρον. εξαίρω/ αποκαθαίρω/ καθαίρω

6ΡΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΡΧΑΪΚΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ ΕΛΛΕΙΠΤΙΚΑ
ΡΗΜΑΤΑ ΜΕ ΑΡΧΑΪΚΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ ΕΛΛΕΙΠΤΙΚΑ

ενδείκνυμαι/ αντενδείκνυμαι

κείμαι...:Τα ρήματα της ομάδας αυτής κλίνονται στον ενεστώτα κατά την αρχαία. Στον παρατατικό συναντώνται μόνο στο τρίτο πρόσωπο. Τα ρήματα κείμαι, πρόσκειμαι συναντώνται μόνο στον ενεστώτα και τη μετοχή ενεστώτα: μελετάται από τον υπουργό η κειμένη νομοθεσία, εφημερίδα προσκείμενη (ή προσκειμένη) στην αντιπολίτευση. Το ρήμα σύγκειμαι μόνο στον ενεστώτα.

πρόκειται: Απρόσωπο. Παρατ.: επρόκειτο. Η μετοχή παθητικού ενεστώτα απαντάται συχνά ως επίθετο: στην προκειμένη περίπτωση.

απόκειται: Απρόσωπο, μόνο στον ενεστώτα.

επίκειται...:Τριτοπρόσωπα μόνο. Συχνά συναντάται η μετοχή: ελήφθησαν μέτρα αντιμετώπισης της επικείμενης κακοκαιρίας.

έγκειται:Στο γ' πρόσ. μόνο. Παρατ.: έγκειτο.

Των ρημάτων ίπταμαι, υπερίπταμαι εύχρηστοι τύποι υπάρχουν μόνο στον ενεστώτα, στον παρατατικό και στη μετοχή παθητικού ενεστώτα (ιπτάμενος). Το ρήμα υπερίπταμαι πάντως συναντάται κάποτε και σε αρχαϊκούς τύπους δεύτερου αορίστου: τα αεροσκάφη υπερέπτησαν του εχθρικού εδάφους για να εντοπίσουν τους στόχους.

τεκταίνεται Τριτοπρόσωπο μόνο: Ουδείς γνωρίζει τι τεκταίνεται στα παρασκήνια

Κόπτομαι: ενδιαφέρομαι υπερβολικά για προσωπικό όφελος όμως. Στον παρατατικό συναντάται τριτοπρόσωπα σε λόγιους συνήθως τύπους: εκόπτετο - εκόπτοντο αλλά και κόπτονταν.

7ΤΥΠΟΙ ΑΡΧΑΙΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΧΩΡΙΣ Η ΜΕ ΣΠΑΝΙΟ ΕΝΕΣΤΩΤΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΛΩΣΣΑ
ΤΥΠΟΙ ΑΡΧΑΙΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΧΩΡΙΣ Η ΜΕ ΣΠΑΝΙΟ ΕΝΕΣΤΩΤΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΛΩΣΣΑ

Τα ρήματα επιτρέχω - εκτρέχω δε συναντώνται στον ενεστώτα, αν και στα νεότερα λεξικά (Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής) έχουν περιληφθεί και ενεστωτικοί τύποι από το αοριστικό θέμα (εκδράμω).

Το αρχαίο ρήμα απόλλυμι/απολλύω συναντάται σήμερα μόνο στο αοριστικό θέμα: απώλεσα. Συνηθισμένο λάθος στη χρήση του ρήματος αυτού είναι να γράφεται με την αύξηση στην υποτακτική, στο απαρέμφατο και τη μετοχή: θα/να έχει απωλέσει αντί απολέσει, γραφείο απωλεσθέντων αντικειμένων αντί απολεσθέντων.

Το αρχαίο ρήμα δει (απρόσωπος τύπος του ρήματος δέω) συναντάται σήμερα σε ορισμένες τυποποιημένες εκφράσεις: η επιστολή διεβιβάσθη όπου δει, δει δη (δε, το σωστό) χρημάτων... Μερικές φορές συναντάται και ο παρατατικός: έδει να... = "έπρεπε να..." Από το αρχαίο αυτό ρήμα προέρχονται και ο τύπος του γ' προσώπου του αορίστου (εδέησε), το απαρέμφατο και η υποτακτική αορίστου (να δούμε πότε θα δεήσεις να έρθεις) και οι μετοχές του ενεστώτα: δέων - δέουσα - δέον: δεν έδειξε τη δέουσα προσοχή.

Τα ρήματα της ομάδας αυτής απαντώνται σήμερα μόνο στο αοριστικό θέμα: ανέγνωσα, διέγνωσα. Το ρήμα γιγνώσκω δεν είναι εύχρηστο στον ενεργητικό αόριστο, αλλά συναντάται στον παθητικό και τη μετοχή παρακειμένου σε αρχαϊκούς τύπους: δεν εγνώσθησαν οι λεπτομέρειες της συμφωνίας, ο άνθρωπος αυτός είναι εγνωσμένων ικανοτήτων.

Του ρήματος κτώμαι συναντάμε συνήθως τη μετοχή: κεκτημένος.

Του ρήματος δάκνω συναντάμε (σπάνια) μόνο τύπους του αορίστου: έδηξα - εδήχθην.

Του ρήματος δέρω συναντάμε μερικές φορές τον αρχαϊκό τύπο του παθητικού αορίστου: εδάρησαν ανηλεώς.

Τα ρήματα αναμιμνήσκω, υπομιμνήσκω τα συναντάμε (σπάνια) με τον αρχαϊκό τύπο του αορίστου: ανεμνήσθη των ενδόξων ημερών του παρελθόντος, του υπέμνησα τις υποχρεώσεις του.

Το ρήμα παρεισφρέω συνηθίζεται στον αόριστο μόνο (παρεισέφρησαν λάθη, προσπάθησαν να παρεισφρήσουν στη συγκέντρωση), με αποτέλεσμα, όταν τύχει να χρησιμοποιηθεί στον ενεστώτα, να λέγεται ή να γράφεται λάθος: παρεισφρύω ή παρεισφρήω.

Το ρήμα εξοκέλλω συναντάμε μόνο στο αοριστικό θέμα: εξόκειλα, να/θα εξοκείλω.

Το ρήμα κορεννύω σχηματίζει συχνά τύπους του αορίστου στη σημερινή γλώσσα: μια μερίδα δε μου φτάνει για να κορέσω την πείνα μου, κορέστηκε η αγορά από κηπευτικά. Στο αοριστικό θέμα κυρίως: υπερκεράσθηκε από τους ανταγωνιστές του. Στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής παρατίθεται μεταπλασμένο ενεστωτικό θέμα σε -άζω: υπερκεράζ-ω-ομαι

Σε χρήση είναι ακόμα και σήμερα ο παθητικός μέλλοντας της αρχαίας: παραμένει άγνωστο τι τέξεται η επιούσα, δηλαδή δεν ξέρουμε τι θα συμβεί αύριο. Συναντάται επίσης τριτοπρόσωπα ο αόριστος δεύτερος: έτεκε θήλυ.

Συναντώνται μόνο οι λόγιοι τύποι του αορίστου στο γ' πρόσωπο: αφίχθη - αφίχθησαν.

Του ρήματος συζευγνύω κατά τις... γαμήλιες τελετές συναντάται και ο αρχαϊκός ενεργητικός αόριστος: ους ο Θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω. Το ρήμα διαζευγνύω δε συνηθίζεται στους εξακολουθητικούς χρόνους, απαντάται όμως στον παθητικό αόριστο και τη μετοχή παρακειμένου: διαζεύχθηκα (και λόγιοι τύποι: διεζεύχθ-η-ησαν, διεζευγμένος/διαζευγμένος).

Του ρήματος τιτρώσκω στη σημερινή γλώσσα συναντάται κυρίως ο λόγιος τύπος του παθητικού αορίστου (ετρώθη το γόητρό του) και το αρσενικό γένος της μετοχής αορίστου: ο τρώσας και ιάσεται = "αυτός που έκανε το κακό ας κοιτάξει να το επανορθώσει".

Το ρήμα εκμαίνομαι δε συνηθίζεται στον ενεστώτα, συναντάται μόνο σε λόγιους τύπους στον αόριστο δεύτερο: εξεμάνη όταν διαπίστωσε ότι τον είχαν εξαπατήσει

αποδιδράσκω

8Το ρήμα επιτρέχω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα επιτρέχω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.επιτρέχω - - - - --/επέδραμα επέδραμες επέδραμε επιδράμαμε επιδράματε επέδραμανεπέδραμον επέδραμες επέδραμε επεδράμομεν επεδράμετε επέδραμονέχω επιδράμει έχεις επιδράμει έχει επιδράμει έχουμε επιδράμει έχετε επιδράμει έχουν επιδράμειείχα επιδράμει είχες επιδράμει είχε επιδράμει είχαμε επιδράμει είχατε επιδράμει είχαν επιδράμειθα έχω επιδράμει θα έχεις επιδράμει θα έχει επιδράμει θα έχουμε επιδράμει θα έχετε επιδράμει θα έχουν επιδράμειθα επιδράμω θα επιδράμεις/θα επιδράμης θα επιδράμει/θα επιδράμη θα επιδράμομε/θα επιδράμουμε/θα επιδράμωμεν θα επιδράμετε θα επιδράμουν
Υ π ο τ.- - - - - -να επιδράμω να επιδράμεις/να επιδράμης να επιδράμει/να επιδράμη να επιδράμομε/να επιδράμουμε/να επιδράμωμεν να επιδράμετε να επιδράμουν- - - - - -να έχω επιδράμει να έχεις επιδράμει να έχει επιδράμει να έχουμε επιδράμει να έχετε επιδράμει να έχουν επιδράμει- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - επιδράμετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-επιδράμει-----
9Το ρήμα δει στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα δει στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.- - δει - - -- - -/έδει - - -- - -/εδέησε - - -έχω δεήσει έχεις δεήσει έχει δεήσει έχουμε δεήσει έχετε δεήσει έχουν δεήσειείχα δεήσει είχες δεήσει είχε δεήσει είχαμε δεήσει είχατε δεήσει είχαν δεήσειθα έχω δεήσει θα έχεις δεήσει θα έχει δεήσει θα έχουμε δεήσει θα έχετε δεήσει θα έχουν δεήσειθα δεήσω θα δεήσεις θα δεήσει θα δεήσομε/θα δεήσουμε θα δεήσετε θα δεήσουν/θα δεήσουνε
Υ π ο τ.- - - - - -- - - - - -να δεήσω να δεήσεις να δεήσει να δεήσομε/να δεήσουμε να δεήσετε να δεήσουν/να δεήσουνενα έχω δεήσει να έχεις δεήσει να έχει δεήσει να έχουμε δεήσει να έχετε δεήσει να έχουν δεήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - - -- - - - δεήσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--δεήσει----
10Το ρήμα απολλύω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα απολλύω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.απολλύω - - - - --/απώλεσα απώλεσες/απώλεσας απώλεσε απωλέσαμε/απωλέσαμεν απωλέσατε απώλεσανέχω απολέσει έχεις απολέσει έχει απολέσει έχουμε απολέσει έχετε απολέσει έχουν απολέσειείχα απολέσει είχες απολέσει είχε απολέσει είχαμε απολέσει είχατε απολέσει είχαν απολέσειθα έχω απολέσει θα έχεις απολέσει θα έχει απολέσει θα έχουμε απολέσει θα έχετε απολέσει θα έχουν απολέσειθα απολέσω θα απολέσεις/θα απολέσης θα απολέσει/θα απολέση θα απολέσομε/θα απολέσουμε/θα απολέσωμεν θα απολέσετε θα απολέσουν
Υ π ο τ.- - - - - -να απολέσω να απολέσεις/να απολέσης να απολέσει/να απολέση να απολέσομε/να απολέσουμε/να απολέσωμεν να απολέσετε να απολέσουννα έχω απολέσει να έχεις απολέσει να έχει απολέσει να έχουμε απολέσει να έχετε απολέσει να έχουν απολέσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - απολέστε/απολέσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α-απολέσει----
Το ρήμα απολλύω στην παθητική φωνή
 αόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.απωλέσθην απωλέσθης απωλέσθη απωλέσθημεν απωλέσθητε απωλέσθησανέχω απολεσθεί έχεις απολεσθεί έχει απολεσθεί έχουμε απολεσθεί έχετε απολεσθεί έχουν απολεσθείείχα απολεσθεί είχες απολεσθεί είχε απολεσθεί είχαμε απολεσθεί είχατε απολεσθεί είχαν απολεσθείθα έχω απολεσθεί θα έχεις απολεσθεί θα έχει απολεσθεί θα έχουμε απολεσθεί θα έχετε απολεσθεί θα έχουν απολεσθείθα απολεσθώ/θα απολεσθώ θα απολεσθείς/θα απολεσθής θα απολεσθεί/θα απολεσθή θα απολεσθούμε/θα απολεσθώμεν θα απολεσθείτε/θα απολεσθήτε θα απολεσθούν/θα απολεσθούν
Υ π ο τ.να απολεσθώ/να απολεσθώ να απολεσθείς/να απολεσθής να απολεσθεί/να απολεσθή να απολεσθούμε/να απολεσθώμεν να απολεσθείτε/να απολεσθήτε να απολεσθούν/να απολεσθούννα έχω απολεσθεί να έχεις απολεσθεί να έχει απολεσθεί να έχουμε απολεσθεί να έχετε απολεσθεί να έχουν απολεσθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - απολεσθείτε/απολεσθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.απολεσθεί/απολεσθή----
11Το ρήμα γιγνώσκω στην ενεργητική φωνή | Το ρήμα γιγνώσκω στην παθητική φωνή
Το ρήμα γιγνώσκω στην ενεργητική φωνήΤο ρήμα γιγνώσκω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςενεστώταςαόριστος
Ο ρ ι σ τ.γιγνώσκω - - - - -- - - - - -γιγνώσκομαι
- - - - -
εγνώσθην εγνώσθης εγνώσθη εγνώσθημεν εγνώσθητε εγνώσθησαν
Υ π ο τ.- - - - - -- - - - - -- - - - - -να γνωσθώ/να γνωσθώ να γνωσθείς/να γνωσθής να γνωσθεί/να γνωσθή να γνωσθούμε/να γνωσθώμεν να γνωσθείτε/να γνωσθήτε να γνωσθούν/να γνωσθούν
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- γνώθι γνώτω - - -- - - - - -- - - - γνωσθείτε/γνωσθήτε -
Α.-- γνωσθεί/γνωσθή
12Το ρήμα κτώμαι στην παθητική φωνή
Το ρήμα κτώμαι στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστος
Ο ρ ι σ τ.κτώμαι κτάσαι κτάται κτώμεθα/κτόμαστε κτάσθε/κτάστε κτώνταιεκτώμην εκτάσο εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/εκτάτο εκτώμεθα εκτάσθε εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/εκτώντοκτήθηκα/εκτήθην κτήθηκες/εκτήθης κτήθηκε/εκτήθη κτηθήκαμε/εκτήθημεν κτηθήκατε/εκτήθητε κτήθηκαν/εκτήθησαν
Υ π ο τ.να κτώμαι να κτάσαι να κτάται να κτώμεθα/να κτόμαστε να κτάσθε/να κτάστε να κτώνται- - - - - -να κτηθώ/να κτηθώ να κτηθείς/να κτηθής να κτηθεί/να κτηθή να κτηθούμε/να κτηθώμεν να κτηθείτε/να κτηθήτε να κτηθούν/να κτηθούν
Π ρ ο σ τ.- - - - κτάσθε/κτάστε -- - - - - -- - - - κτηθείτε/κτηθήτε -
Α.--κτηθεί/κτηθή
13Το ρήμα δέρω στην ενεργητική φωνή | Το ρήμα δέρω στην παθητική φωνή
Το ρήμα δέρω στην ενεργητική φωνήΤο ρήμα δέρω στην παθητική φωνή
 Εν.εξακολουθητικός μέλ.ενεστώταςαόριστοςαόριστος βεξακολουθητικός μέλ.
Ο ρ ι σ τ.δέρω - - - - -θα δέρωδέρομαι - - - - -εδάρθην εδάρθης εδάρθη εδάρθημεν εδάρθητε εδάρθησανεδάρην εδάρης εύχρηστο το γ' πρόσ./εδάρη εδάρημεν εδάρητε εύχρηστο το γ' πρόσ./εδάρησανθα δέρομαι - - - - -
Υ π ο τ.να
δέρω
- - - - - -να δέρομαι
- - - -
-
να δαρθώ να δαρθής να δαρθή να δαρθώμεν να δαρθήτε να δαρθούν- - - - -
-
- - - - -
-
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - - -- - - - -
-
- - - - δαρθήτε -- - - - δαρείτε -- - - - -
-
Α.-- δαρθήδαρεί/δαρή 
Το ρήμα (ανά)/υπομιμνήσκω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςΕξακολ. μέλ.συνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.υπομιμνήσκω - - - - -υπέμνησα υπέμνησες/υπέμνησας υπέμνησε υπεμνήσαμε/υπεμνήσαμεν υπεμνήσατε υπέμνησανέχω υπομνήσει έχεις υπομνήσει έχει υπομνήσει έχουμε υπομνήσει έχετε υπομνήσει έχουν υπομνήσειείχα υπομνήσει είχες υπομνήσει είχε υπομνήσει είχαμε υπομνήσει είχατε υπομνήσει είχαν υπομνήσειθα έχω υπομνήσει θα έχεις υπομνήσει θα έχει υπομνήσει θα έχουμε υπομνήσει θα έχετε υπομνήσει θα έχουν υπομνήσειθα υπομιμνήσκωθα υπομνήσω θα υπομνήσεις/θα υπομνήσης θα υπομνήσει/θα υπομνήση θα υπομνήσομε/θα υπομνήσουμε/θα υπομνήσωμεν θα υπομνήσετε θα υπομνήσουν
Υ π ο τ.να υπομιμνήσκωνα υπομνήσω να υπομνήσεις/να υπομνήσης να υπομνήσει/να υπομνήση να υπομνήσομε/να υπομνήσουμε/να υπομνήσωμεν να υπομνήσετε να υπομνήσουννα έχω υπομνήσει να έχεις υπομνήσει να έχει υπομνήσει να έχουμε υπομνήσει να έχετε υπομνήσει να έχουν υπομνήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ- - - - - -- υπόμνησε - - υπομνήσετε/υπομνήσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α-υπομνήσει-----
14Το ρήμα (ανά)/υπομιμνήσκω στην παθητική φωνή
Το ρήμα (ανά)/υπομιμνήσκω στην παθητική φωνή
 Εν.αόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςΣυντελ.μέλ.συνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.- - - - - -υπεμνήσθην υπεμνήσθης υπεμνήσθη υπεμνήσθημεν υπεμνήσθητε υπεμνήσθησανέχω υπομνησθεί έχεις υπομνησθεί έχει υπομνησθεί έχουμε υπομνησθεί έχετε υπομνησθεί έχουν υπομνησθείείχα υπομνησθεί είχες υπομνησθεί είχε υπομνησθεί είχαμε υπομνησθεί είχατε υπομνησθεί είχαν υπομνησθείθα έχω υπομνησθεί θα έχεις υπομνησθεί θα έχει υπομνησθεί θα έχουμε υπομνησθεί θα έχετε υπομνησθεί θα έχουν υπομνησθείθα υπομνησθώ/θα υπομνησθώ θα υπομνησθείς/θα υπομνησθής θα υπομνησθεί/θα υπομνησθή θα υπομνησθούμε/θα υπομνησθώμεν θα υπομνησθείτε/θα υπομνησθήτε θα υπομνησθούν/θα υπομνησθούν
Υ π ο τ.- - - - - -να υπομνησθώ/να υπομνησθώ να υπομνησθείς/να υπομνησθής να υπομνησθεί/να υπομνησθή να υπομνησθούμε/να υπομνησθώμεν να υπομνησθείτε/να υπομνησθήτε να υπομνησθούν/να υπομνησθούννα έχω υπομνησθεί να έχεις υπομνησθεί να έχει υπομνησθεί να έχουμε υπομνησθεί να έχετε υπομνησθεί να έχουν υπομνησθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ .- - - - - -- - - - υπομνησθείτε/υπομνησθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α-υπομνησθεί/υπομνησθή----
Το ρήμα παρεισφρέω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.παρεισφρέω παρεισφρέεις παρεισφρέει παρεισφρέομε/παρεισφρέουμε/παρεισφρέομεν παρεισφρέετε παρεισφρέουνπαρεισέφρεα/παρεισέφρεον παρεισέφρεες παρεισέφρεε παρεισφρέαμε/παρεισεφρέομεν παρεισφρέατε/παρεισεφρέετε παρεισέφρεαν/παρεισέφρεονπαρεισέφρησα παρεισέφρησες/παρεισέφρησας παρεισέφρησε παρεισφρήσαμε/παρεισεφρήσαμεν παρεισφρήσατε/παρεισεφρήσατε παρεισέφρησαν/παρεισφρήσαν/παρεισφρήσανεέχω παρεισφρήσει έχεις παρεισφρήσει έχει παρεισφρήσει έχουμε παρεισφρήσει έχετε παρεισφρήσει έχουν παρεισφρήσειείχα παρεισφρήσει είχες παρεισφρήσει είχε παρεισφρήσει είχαμε παρεισφρήσει είχατε παρεισφρήσει είχαν παρεισφρήσειθα έχω παρεισφρήσει θα έχεις παρεισφρήσει θα έχει παρεισφρήσει θα έχουμε παρεισφρήσει θα έχετε παρεισφρήσει θα έχουν παρεισφρήσειθα παρεισφρέω θα παρεισφρέεις θα παρεισφρέει θα παρεισφρέομε/θα παρεισφρέουμε/θα παρεισφρέομεν θα παρεισφρέετε θα παρεισφρέουνθα παρεισφρήσω θα παρεισφρήσεις/θα παρεισφρήσης θα παρεισφρήσει/θα παρεισφρήση θα παρεισφρήσομε/θα παρεισφρήσουμε/θα παρεισφρήσωμεν θα παρεισφρήσετε θα παρεισφρήσουν/θα παρεισφρήσουνε
Υ π ο τ.να παρεισφρέω να παρεισφρέεις να παρεισφρέει να παρεισφρέομε/να παρεισφρέουμε/να παρεισφρέομεν να παρεισφρέετε να παρεισφρέουν- - - - - -να παρεισφρήσω να παρεισφρήσεις/να παρεισφρήσης να παρεισφρήσει/να παρεισφρήση να παρεισφρήσομε/να παρεισφρήσουμε/να παρεισφρήσωμεν να παρεισφρήσετε να παρεισφρήσουν/να παρεισφρήσουνενα έχω παρεισφρήσει να έχεις παρεισφρήσει να έχει παρεισφρήσει να έχουμε παρεισφρήσει να έχετε παρεισφρήσει να έχουν παρεισφρήσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- παρείσφρεε - - παρεισφρέετε -- - - - - -- παρείσφρησε - - παρεισφρήσετε/παρεισφρήστε/παρεισφρήσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--παρεισφρήσει-----
15Το ρήμα δάκνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα δάκνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.δάκνω - - - - -έδηξα έδηξες/έδηξας έδηξε εδήξαμε/εδήξαμεν εδήξατε έδηξανέχω δήξει έχεις δήξει έχει δήξει έχουμε δήξει έχετε δήξει έχουν δήξειείχα δήξει είχες δήξει είχε δήξει είχαμε δήξει είχατε δήξει είχαν δήξειθα έχω δήξει θα έχεις δήξει θα έχει δήξει θα έχουμε δήξει θα έχετε δήξει θα έχουν δήξειθα δάκνωθα δήξω θα δήξεις/θα δήξης θα δήξει/θα δήξη θα δήξομε/θα δήξουμε/θα δήξωμεν θα δήξετε θα δήξουν
Υ π ο τ.να δάκνωνα δήξω να δήξεις/να δήξης να δήξει/να δήξη να δήξομε/να δήξουμε/να δήξωμεν να δήξετε να δήξουννα έχω δήξει να έχεις δήξει να έχει δήξει να έχουμε δήξει να έχετε δήξει να έχουν δήξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- δήξε - - δήξετε/δήξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-δήξει-----
16Το ρήμα δάκνω στην παθητική φωνή
Το ρήμα δάκνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.δάκνομαι - - - - -εδήχθην εδήχθης εδήχθη εδήχθημεν εδήχθητε εδήχθησανέχω δηχθεί έχεις δηχθεί έχει δηχθεί έχουμε δηχθεί έχετε δηχθεί έχουν δηχθείείχα δηχθεί είχες δηχθεί είχε δηχθεί είχαμε δηχθεί είχατε δηχθεί είχαν δηχθείθα έχω δηχθεί θα έχεις δηχθεί θα έχει δηχθεί θα έχουμε δηχθεί θα έχετε δηχθεί θα έχουν δηχθείθα δάκνομαιθα δηχθώ/θα δηχθώ θα δηχθείς/θα δηχθής θα δηχθεί/θα δηχθή θα δηχθούμε/θα δηχθώμεν θα δηχθείτε/θα δηχθήτε θα δηχθούν/θα δηχθούν
Υ π ο τ.να δάκνομαινα δηχθώ/να δηχθώ να δηχθείς/να δηχθής να δηχθεί/να δηχθή να δηχθούμε/να δηχθώμεν να δηχθείτε/να δηχθήτε να δηχθούν/να δηχθούννα έχω δηχθεί να έχεις δηχθεί να έχει δηχθεί να έχουμε δηχθεί να έχετε δηχθεί να έχουν δηχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - δηχθείτε/δηχθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-δηχθεί/δηχθή-----
17Το ρήμα εξοκέλλω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα εξοκέλλω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.εξοκέλλω - - - - -εξόκειλα/εξώκειλα εξόκειλες/εξώκειλας εξόκειλε/εξώκειλε εξοκείλαμε/εξωκείλαμεν εξοκείλατε/εξωκείλατε εξόκειλαν/εξώκειλανέχω εξοκείλει έχεις εξοκείλει έχει εξοκείλει έχουμε εξοκείλει έχετε εξοκείλει έχουν εξοκείλειείχα εξοκείλει είχες εξοκείλει είχε εξοκείλει είχαμε εξοκείλει είχατε εξοκείλει είχαν εξοκείλειθα έχω εξοκείλει θα έχεις εξοκείλει θα έχει εξοκείλει θα έχουμε εξοκείλει θα έχετε εξοκείλει θα έχουν εξοκείλειθα εξοκέλλωθα εξοκείλω θα εξοκείλεις/θα εξοκείλης θα εξοκείλει/θα εξοκείλη θα εξοκείλομε/θα εξοκείλουμε/θα εξοκείλωμεν θα εξοκείλετε θα εξοκείλουν
Υ π ο τ.να εξοκέλλωνα εξοκείλω να εξοκείλεις/να εξοκείλης να εξοκείλει/να εξοκείλη να εξοκείλομε/να εξοκείλουμε/να εξοκείλωμεν να εξοκείλετε να εξοκείλουννα έχω εξοκείλει να έχεις εξοκείλει να έχει εξοκείλει να έχουμε εξοκείλει να έχετε εξοκείλει να έχουν εξοκείλει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- εξόκειλε - - εξοκείλετε/εξοκείλατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-εξοκείλει-----
18Το ρήμα κορεννύω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα κορεννύω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κορεννύω - - - - --/κόρεσα/εκόρεσα κόρεσες/εκόρεσας κόρεσε/εκόρεσε κορέσαμε/εκορέσαμεν κορέσατε/εκορέσατε κόρεσαν/εκόρεσανέχω κορέσει έχεις κορέσει έχει κορέσει έχουμε κορέσει έχετε κορέσει έχουν κορέσειείχα κορέσει είχες κορέσει είχε κορέσει είχαμε κορέσει είχατε κορέσει είχαν κορέσειθα έχω κορέσει θα έχεις κορέσει θα έχει κορέσει θα έχουμε κορέσει θα έχετε κορέσει θα έχουν κορέσειθα κορέσω θα κορέσεις/θα κορέσης θα κορέσει/θα κορέση θα κορέσομε/θα κορέσουμε/θα κορέσωμεν θα κορέσετε θα κορέσουν
Υ π ο τ.- - - - - -να κορέσω να κορέσεις/να κορέσης να κορέσει/να κορέση να κορέσομε/να κορέσουμε/να κορέσωμεν να κορέσετε να κορέσουννα έχω κορέσει να έχεις κορέσει να έχει κορέσει να έχουμε κορέσει να έχετε κορέσει να έχουν κορέσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ- - - - - -- κόρεσε - - κορέστε/κορέσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α-κορέσει----
19Το ρήμα κορεννύω στην παθητική φωνή
Το ρήμα κορεννύω στην παθητική φωνή
 Εν.αόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλΣυντελ.μέλ.συνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.κορέννυμαι - - - - -κορέστηκα/εκορέσθην/κορέσθηκα κορέστηκες/εκορέσθης/κορέσθηκες κορέστηκε/εκορέσθη/κορέσθηκε κορεστήκαμε/εκορέσθημεν/κορεσθήκαμε κορεστήκατε/εκορέσθητε/κορεσθήκατε κορέστηκαν/εκορέσθησαν/κορεστήκαν/κορεστήκανε/κορέσθηκανέχω κορεστεί/έχω κορεσθεί έχεις κορεστεί/έχεις κορεσθεί έχει κορεστεί/έχει κορεσθεί έχουμε κορεστεί/έχουμε κορεσθεί έχετε κορεστεί/έχετε κορεσθεί έχουν κορεστεί/έχουν κορεσθείείχα κορεστεί/είχα κορεσθεί είχες κορεστεί/είχες κορεσθεί είχε κορεστεί/είχε κορεσθεί είχαμε κορεστεί/είχαμε κορεσθεί είχατε κορεστεί/είχατε κορεσθεί είχαν κορεστεί/είχαν κορεσθείθα έχω κορεστεί/θα έχω κορεσθεί θα έχεις κορεστεί/θα έχεις κορεσθεί θα έχει κορεστεί/θα έχει κορεσθεί θα έχουμε κορεστεί/θα έχουμε κορεσθεί θα έχετε κορεστεί/θα έχετε κορεσθεί θα έχουν κορεστεί/θα έχουν κορεσθείθα κορεστώ/θα κορεσθώ/θα κορεσθώ θα κορεστείς/θα κορεσθής/θα κορεσθείς θα κορεστεί/θα κορεσθή/θα κορεσθεί θα κορεστούμε/θα κορεσθώμεν/θα κορεσθούμε θα κορεστείτε/θα κορεσθήτε/θα κορεσθείτε θα κορεστούν/θα κορεσθούν/θα κορεστούνε/θα κορεσθούν
Υ π ο τ.- - - - - -να κορεστώ/να κορεσθώ/να κορεσθώ να κορεστείς/να κορεσθής/να κορεσθείς να κορεστεί/να κορεσθή/να κορεσθεί να κορεστούμε/να κορεσθώμεν/να κορεσθούμε να κορεστείτε/να κορεσθήτε/να κορεσθείτε να κορεστούν/να κορεσθούν/να κορεστούνε/να κορεσθούννα έχω κορεστεί/να έχω κορεσθεί να έχεις κορεστεί/να έχεις κορεσθεί να έχει κορεστεί/να έχει κορεσθεί να έχουμε κορεστεί/να έχουμε κορεσθεί να έχετε κορεστεί/να έχετε κορεσθεί να έχουν κορεστεί/να έχουν κορεσθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ .- - - - - -- - - - κορεστείτε/κορεσθήτε/κορεσθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α-κορεστεί/κορεσθή/κορεσθεί----
20Το ρήμα τίκτω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα τίκτω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστος βεξακολουθητικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.τίκτω τίκτεις τίκτει τίκτομε/τίκτουμε/τίκτομεν τίκτετε τίκτουνέτικτον έτικτες έτικτε ετίκτομεν ετίκτετε έτικτονέτεκον έτεκες εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/έτεκε ετέκομεν ετέκετε εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνο/έτεκονθα τίκτω θα τίκτεις θα τίκτει θα τίκτομε/θα τίκτουμε/θα τίκτομεν θα τίκτετε θα τίκτουν
Υ π ο τ.να τίκτω να τίκτεις να τίκτει να τίκτομε/να τίκτουμε/να τίκτομεν να τίκτετε να τίκτουν- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- τίκτε - - τίκτετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.----
21Το ρήμα αφικνούμαι στην παθητική φωνή
Το ρήμα αφικνούμαι στην παθητική φωνή
 ενεστώταςαόριστος
Ο ρ ι σ τ.αφικνούμαι - - - - -αφίχθην αφίχθης αφίχθη αφίχθημεν αφίχθητε αφίχθησαν
Υ π ο τ.- - - - - -να αφιχθώ/να αφιχθώ να αφιχθείς/να αφιχθής να αφιχθεί/να αφιχθή να αφιχθούμε/να αφιχθώμεν να αφιχθείτε/να αφιχθήτε να αφιχθούν/να αφιχθούν
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - αφιχθείτε/αφιχθήτε -
Α.-αφιχθεί/αφιχθή
22Το ρήμα (δια)/συζευγνύω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα (δια)/συζευγνύω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συζευγνύω συζευγνύεις συζευγνύει συζευγνύομε/συζευγνύουμε/συζευγνύομεν συζευγνύετε συζευγνύουνσυζεύγνυα/συνεζεύγνυον συζεύγνυες/συνεζεύγνυες συζεύγνυε/συνεζεύγνυε συζευγνύαμε/συνεζευγνύομεν συζευγνύατε/συνεζευγνύετε συζεύγνυαν/συνεζεύγνυονσυνέζευξα συνέζευξες/συνέζευξας συνέζευξε συζεύξαμε/συνεζεύξαμεν συζεύξατε/συνεζεύξατε συνέζευξανέχω συζεύξει έχεις συζεύξει έχει συζεύξει έχουμε συζεύξει έχετε συζεύξει έχουν συζεύξειείχα συζεύξει είχες συζεύξει είχε συζεύξει είχαμε συζεύξει είχατε συζεύξει είχαν συζεύξειθα έχω συζεύξει θα έχεις συζεύξει θα έχει συζεύξει θα έχουμε συζεύξει θα έχετε συζεύξει θα έχουν συζεύξειθα συζευγνύω θα συζευγνύεις θα συζευγνύει θα συζευγνύομε/θα συζευγνύουμε/θα συζευγνύομεν θα συζευγνύετε θα συζευγνύουνθα συζεύξω θα συζεύξεις/θα συζεύξης θα συζεύξει/θα συζεύξη θα συζεύξομε/θα συζεύξουμε/θα συζεύξωμεν θα συζεύξετε θα συζεύξουν
Υ π ο τ.να συζευγνύω να συζευγνύεις να συζευγνύει να συζευγνύομε/να συζευγνύουμε/να συζευγνύομεν να συζευγνύετε να συζευγνύουν- - - - - -να συζεύξω να συζεύξεις/να συζεύξης να συζεύξει/να συζεύξη να συζεύξομε/να συζεύξουμε/να συζεύξωμεν να συζεύξετε να συζεύξουννα έχω συζεύξει να έχεις συζεύξει να έχει συζεύξει να έχουμε συζεύξει να έχετε συζεύξει να έχουν συζεύξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ- συζεύγνυε - - συζευγνύετε -- - - - - -- σύζευξε - - συζεύξετε/συζεύξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--συζεύξει-----
23Το ρήμα (δια)/συζευγνύω στην παθητική φωνή
Το ρήμα (δια)/συζευγνύω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συζευγνύομαι/συζεύγνυμαι συζευγνύεσαι/συζεύγνυσαι συζευγνύεται/συζεύγνυται συζευγνυόμαστε/συζευγνύμεθα/συζευγνυόμεθα συζευγνύεστε/συζεύγνυσθε/συζευγνύεσθε συζευγνύονται/συζεύγνυνταισυζευγνυόμουν/συνεζευγνύμην/συνεζευγνυόμην συζευγνυόσουν/συνεζεύγνυσο/συνεζευγνύεσο συζευγνυόταν/συνεζεύγνυτο/συνεζευγνύετο συζευγνυόμαστε/συνεζευγνύμεθα/συνεζευγνυόμεθα συζευγνυόσαστε/συνεζεύγνυσθε/συνεζευγνύεσθε συζευγνύονταν/συνεζεύγνυντο/συνεζευγνύοντοσυνεζεύχθην/συζεύχθηκα συνεζεύχθης/συζεύχθηκες συνεζεύχθη/συζεύχθηκε συνεζεύχθημεν/συζευχθήκαμε συνεζεύχθητε/συζευχθήκατε συνεζεύχθησαν/συζεύχθηκανέχω συζευχθεί έχεις συζευχθεί έχει συζευχθεί έχουμε συζευχθεί έχετε συζευχθεί έχουν συζευχθείείχα συζευχθεί είχες συζευχθεί είχε συζευχθεί είχαμε συζευχθεί είχατε συζευχθεί είχαν συζευχθείθα έχω συζευχθεί θα έχεις συζευχθεί θα έχει συζευχθεί θα έχουμε συζευχθεί θα έχετε συζευχθεί θα έχουν συζευχθείθα συζευγνύομαι/θα συζεύγνυμαι θα συζευγνύεσαι/θα συζεύγνυσαι θα συζευγνύεται/θα συζεύγνυται θα συζευγνυόμαστε/θα συζευγνύμεθα/θα συζευγνυόμεθα θα συζευγνύεστε/θα συζεύγνυσθε/θα συζευγνύεσθε θα συζευγνύονται/θα συζεύγνυνταιθα συζευχθώ/θα συζευχθώ θα συζευχθής/θα συζευχθείς θα συζευχθή/θα συζευχθεί θα συζευχθώμεν/θα συζευχθούμε θα συζευχθήτε/θα συζευχθείτε θα συζευχθούν/θα συζευχθούν
Υ π ο τ.να συζευγνύομαι/να συζεύγνυμαι να συζευγνύεσαι/να συζεύγνυσαι να συζευγνύεται/να συζεύγνυται να συζευγνυόμαστε/να συζευγνύμεθα/να συζευγνυόμεθα να συζευγνύεστε/να συζεύγνυσθε/να συζευγνύεσθε να συζευγνύονται/να συζεύγνυνται- - - - - -να συζευχθώ/να συζευχθώ να συζευχθής/να συζευχθείς να συζευχθή/να συζευχθεί να συζευχθώμεν/να συζευχθούμε να συζευχθήτε/να συζευχθείτε να συζευχθούν/να συζευχθούννα έχω συζευχθεί να έχεις συζευχθεί να έχει συζευχθεί να έχουμε συζευχθεί να έχετε συζευχθεί να έχουν συζευχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - συζευγνύεστε/συζευγνύεσθε -- - - - - -- - - - συζευχθήτε/συζευχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συζευχθή/συζευχθεί-----
24Το ρήμα τιτρώσκω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα τιτρώσκω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.τιτρώσκω - - - - -έτρωσα έτρωσες/έτρωσας έτρωσε ετρώσαμε/ετρώσαμεν ετρώσατε έτρωσανέχω τρώσει έχεις τρώσει έχει τρώσει έχουμε τρώσει έχετε τρώσει έχουν τρώσειείχα τρώσει είχες τρώσει είχε τρώσει είχαμε τρώσει είχατε τρώσει είχαν τρώσειθα έχω τρώσει θα έχεις τρώσει θα έχει τρώσει θα έχουμε τρώσει θα έχετε τρώσει θα έχουν τρώσειθα τιτρώσκωθα τρώσω θα τρώσεις/θα τρώσης θα τρώσει/θα τρώση θα τρώσομε/θα τρώσουμε/θα τρώσωμεν θα τρώσετε θα τρώσουν
Υ π ο τ.να τιτρώσκωνα τρώσω να τρώσεις/να τρώσης να τρώσει/να τρώση να τρώσομε/να τρώσουμε/να τρώσωμεν να τρώσετε να τρώσουννα έχω τρώσει να έχεις τρώσει να έχει τρώσει να έχουμε τρώσει να έχετε τρώσει να έχουν τρώσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- τρώσε - - τρώσετε/τρώσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-τρώσει-----
25Το ρήμα τιτρώσκω στην παθητική φωνή
Το ρήμα τιτρώσκω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.τιτρώσκομαι - - - - -ετρώθην ετρώθης ετρώθη ετρώθημεν ετρώθητε ετρώθησανέχω τρωθεί έχεις τρωθεί έχει τρωθεί έχουμε τρωθεί έχετε τρωθεί έχουν τρωθείείχα τρωθεί είχες τρωθεί είχε τρωθεί είχαμε τρωθεί είχατε τρωθεί είχαν τρωθείθα έχω τρωθεί θα έχεις τρωθεί θα έχει τρωθεί θα έχουμε τρωθεί θα έχετε τρωθεί θα έχουν τρωθείθα τιτρώσκομαιθα τρωθώ/θα τρωθώ θα τρωθείς/θα τρωθής θα τρωθεί/θα τρωθή θα τρωθούμε/θα τρωθώμεν θα τρωθείτε/θα τρωθήτε θα τρωθούν/θα τρωθούν
Υ π ο τ.να τιτρώσκομαινα τρωθώ/να τρωθώ να τρωθείς/να τρωθής να τρωθεί/να τρωθή να τρωθούμε/να τρωθώμεν να τρωθείτε/να τρωθήτε να τρωθούν/να τρωθούννα έχω τρωθεί να έχεις τρωθεί να έχει τρωθεί να έχουμε τρωθεί να έχετε τρωθεί να έχουν τρωθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - τρωθείτε/τρωθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-τρωθεί/τρωθή-----
26Το ρήμα εκμαίνομαι στην παθητική φωνή
Το ρήμα εκμαίνομαι στην παθητική φωνή
 ενεστώταςαόριστος β
Ο ρ ι σ τ.εκμαίνομαι - - - - -εξεμάνην εξεμάνης εύχρηστο το γ' πρόσ./εξεμάνη εξεμάνημεν εξεμάνητε εύχρηστο το γ' πρόσ./εξεμάνησαν
Υ π ο τ.να εκμαίνομαι- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - εκμανείτε -
Α.-εκμανεί/εκμανή
27Το ρήμα αποδιδράσκω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αποδιδράσκω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αποδιδράσκω - - - - --/απέδρασα απέδρασες/απέδρασας απέδρασε αποδράσαμε/απεδράσαμεν αποδράσατε/απεδράσατε απέδρασαν/αποδράσαν/αποδράσανεέχω αποδράσει έχεις αποδράσει έχει αποδράσει έχουμε αποδράσει έχετε αποδράσει έχουν αποδράσειείχα αποδράσει είχες αποδράσει είχε αποδράσει είχαμε αποδράσει είχατε αποδράσει είχαν αποδράσειθα έχω αποδράσει θα έχεις αποδράσει θα έχει αποδράσει θα έχουμε αποδράσει θα έχετε αποδράσει θα έχουν αποδράσειθα αποδράσω θα αποδράσεις/θα αποδράσης θα αποδράσει/θα αποδράση θα αποδράσομε/θα αποδράσουμε/θα αποδράσωμεν θα αποδράσετε θα αποδράσουν/θα αποδράσουνε
Υ π ο τ.- - - - - -να αποδράσω να αποδράσεις/να αποδράσης να αποδράσει/να αποδράση να αποδράσομε/να αποδράσουμε/να αποδράσωμεν να αποδράσετε να αποδράσουν/να αποδράσουνενα έχω αποδράσει να έχεις αποδράσει να έχει αποδράσει να έχουμε αποδράσει να έχετε αποδράσει να έχουν αποδράσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- απόδρασε - - αποδράστε/αποδράσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-αποδράσει----
Πλήρες υλικό από το αρχείο 4 ανωμαλα.docx, στην αρχική σειρά του.
Δεν βρέθηκε σχετική ενότητα.
1Τύποι αρχαίων ρημάτων χωρίς ή με σπάνιο ενεστώτα στη σύγχρονη γλώσσα | Ρήματα με αρχαϊκούς τύπους ελλειπτικά
Τύποι αρχαίων ρημάτων χωρίς ή με σπάνιο ενεστώτα στη σύγχρονη γλώσσαΡήματα με αρχαϊκούς τύπους ελλειπτικά
επιτρέχω...
αποδιδράσκω...
απολλύω...
δει...
γιγνώσκω...
κτώμαι...
δάκνω...
δέρω...
υπομιμνήσκω...
παρεισφρέω...
εξοκέλλω...
κορεννύω...
υπερκερώ...
τίκτω...
αφικνούμαι...
συζευγνύω...
τιτρώσκω...
εκμαίνομαι
ενδείκνυμαι...
κείμαι.../ πρόκειται/επίκειται/έγκειται/απόκειται
ίπταμαι...
τεκταίνεται...
κόπτομαι...
Λοιπά ανώμαλα ρήματαΡήματα με αρχαϊκούς τύπους
συμπίπτω... συνέπεσα
πίπτω
πνέω... έπνευσα
πλέω
ρέω
σέβομαι... σεβάστηκα
κρέμοαι
γίνομαι... έγινα γινωμένος
πέφτω... έπεσα πεσμένος
εφευρίσκω... εφεύρα εφευρέθηκα εφευρεμένος
ευρίσκω
παρευρίσκομαι
αποθνήσκω... απέθανα
αρέσω... άρεσα
ξεδιαλύνω... ξεδιάλυνα ξεδιαλύθηκα ξεδιαλυμένος
υπόσχομαι... υποσχέθηκα υπεσχημένος
κατάσχω... κατέ(ά)σχεσα κατασχέθηκα κατασχεμένος
αφήνω... άφησα/άφηκα/αφήκα αφέθηκα αφημένος
κάθομαι... κάθισα καθισμένος
κατακάθομαι
αναμειγνύω..ανέ(ά)μειξα αναμείχθηκα/ανεμείχθη ανα(με)μειγμένος
αναδεικνύει
καταδεικνύω
διαρρηγνύω
παρέχω... παρέσχ-ε-ον παρασχέθηκα
εξέχω / προσέχω
τέμνω... έταμα/έτμησα τμήθηκα
μεταβαίνω...
παραβαίνω / διαβαίνω
εισάγω.../ παράγω
θέτω...
καθιστώ...
διίσταμαι / ανίσταμαι / εφίσταμαι / εξανίσταμαι / εγλαθίσταμαι
εκλείπω...
παρακάθημαι/παρακάθομαι...
επαφίεμαι...
εκρήγνυμαι...
δύναμαι...
αίρω...
Ανωμαλίες στον αόριστο και τη μετοχή παρακειμένου ρημάτων β' συζυγίας
Οι ανώμαλες καταλήξεις σημειώνονται με υπογράμμιση.
Τα ρήματα της δεύτερης συζυγίας σχηματίζουν ενεργητικό αόριστο σε -ησα και παθητικό σε -ήθηκα.Πολλά όμως δεν ακολουθούν τον κανόνα και σχηματίζουν ενεργητικό αόριστο σε -ασα, -εσα, -υσα, -αξα, -ηξα, -εψα, -ισα και παθητικό σε -έστηκα, -άστηκα, -ήχτηκα, -ίστηκα, -έθηκα, -άθηκα, -ύθηκα.
Ρήματα πρώτης συζυγίας με τύπους κατά τη δεύτερη
 
 
Ανώμαλα υγρόληκτα ρήματα σε -ρνω, -λνω
Τα υγρόληκτα ρήματα που τελειώνουν σε -ρνω, -λνω σχηματίζουν το αοριστικό τους θέμααποβάλλοντας το ν του ενεστώτα και αλλάζοντας, συχνά, το θεματικό φωνήεν: γέρνω - έγειρα, στέλνω - έστειλα.
Ανώμαλα σε -λλω
Τα υγρόληκτα ρήματα που τελειώνουν σε -λλω σχηματίζουν το αοριστικό τους θέμα αποβάλλοντας το ένα λ και αλλάζοντας, κάποτε, το θεματικό φωνήεν: παραγγέλλω - παράγγειλα.
Στα ρήματα της ομάδας αυτής διαπράττονται συχνά ορθογραφικά λάθη:
Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, θα υποβά- λλω την παραίτησή μου (αντί θα υποβά -λω την παραίτησή μου), θα υποβά -λω τα αιτήματά μου συνεχώς μέχρι να εισακουστώ (αντί θα υποβά -λλω τα αιτήματά μου συνεχώς...)
Αν ξέρουμε ότι ο εξακολουθητικός μέλλοντας των ρημάτων αυτών γράφεται με δύο λλ, ενώ ο στιγμιαίος/συνοπτικός με ένα, μπορούμε να εφαρμόσουμε μια πρακτική μέθοδο για να αποφύγουμε τα λάθη αυτά: Θα αντικαταστήσουμε νοερά το ρήμα με τα δύο λλ (π.χ. το υποβάλλω) με ένα άλλο και θα αφήσουμε το γλωσσικό μας αίσθημα να μας καθοδηγήσει: αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, θα δώσω την παραίτησή μου, θα παρουσιάζω τα αιτήματά μου συνεχώς μέχρι να εισακουστώ.Παρατηρούμε ότι στην πρώτη φράση δε θα χρησιμοποιούσαμε το δίνω (διάρκεια), ενώ στη δεύτερη δε θα χρησιμοποιούσαμε το παρουσιάσω (στιγμιαίο). Επομένως στη θέση του δώσω θα βάλουμε τουποβάλω και στη θέση του παρουσιάζω το υποβάλλω.
Ανώμαλα σε -αίνω, -άνω με άσιγμο αόριστο
Μερικά ρήματα της ομάδας αυτής σχηματίζουν το αοριστικό τους θέμα αλλάζοντας το θεματικόφωνήεν του ενεστώτα (ακριβαίνω - ακρίβυνα) και άλλα σχηματίζουν το αοριστικό τους θέμααποβάλλοντας τη συλλαβή -αίν- του ενεστώτα: καταλαβαίνω - κατάλαβα.
Από τα ρινικόληκτα ρήματα σε -αίνω με ενεργητικό αόριστο σε -ανα:
α) άλλα διατηρούν τον χαρακτήρα ν και σχηματίζουν τον παθητικό αόριστο σε -νθηκα και την παθητική μετοχή σε -σμένος (όσα τη σχηματίζουν) και
β) άλλα χάνουν τον χαρακτήρα ν του ενεργητικού αορίστου και σχηματίζουν τον παθητικό αόριστοσε -θηκα και την παθητική μετοχή σε -μένος.
Τα ρήματα λαμβάνω, τυγχάνω και τα σύνθετα ρήματα με δεύτερο συνθετικό τα ρήματα αυτά σχηματίζουν τον αόριστο κρατώντας από τη συλλαβή -μβάν-, -γχάν- μόνο τα β, χ: αναλαμβάνω - ανέλαβα, επιτυγχάνω - επέτυχα.
Ανώμαλα σε -αίνω, -άνω με σιγματικό αόριστο
Ανώμαλος αόριστος (αλλαγή του θεματικού φωνήεντος του ενεστώτα)
Αόριστο με αλλαγή του θεματικού φωνήεντος σχηματίζουν και ρήματα σε -αίνω (βαραίνω-βάρυνα)καθώς και τα τρέπω, τρέφω κτλ., βλ. δεύτερο παθητικό αόριστο (Γ).
Ανώμαλος αόριστος (με αλλαγή του ενεστωτικού χαρακτήρα)
Ανωμαλίες στον σχηματισμό των εγκλίσεων του άσιγμου αορίστου
Τα ρήματα αυτής της ομάδας παρουσιάζουν ανωμαλίες στον σχηματισμό των εγκλίσεων του άσιγμου αορίστου: έρχομαι - ήρθα - έρθω - 'ρθω - έλα ή σχηματίζουν τον ενεργητικό αόριστο σε -ηκα:μπήκα, ανέβηκα. Τα ρήματα βλέπω, έρχομαι, λέω, τρώω σχηματίζουν το αοριστικό τους θέμα από άλλη ρίζα (λέγω - είπα).
2Συνηρημένα ρήματα
Συνηρημένα ρήματα
 
καίω...έκαψακάηκακαμένος
κλαίω...έκλαψακλαύτηκακλαμένος
φταίω...έφταιξα  
ακούω...άκουσαακούστηκαακουσμένος
φυλάω...φύλαξαφυλάχτηκαφυλαγμένος
σπάω...έσπασασπάστηκασπασμένος

Ο ενεργητικός παρατατικός και η παθητική φωνή των ρημάτων της ομάδας αυτής σχηματίζεται με την προσθήκη ενός γ: έκαιγα - καίγομαι.

Πλήρες υλικό από το αρχείο 5 δυσκολα.docx, στην αρχική σειρά του.
Δεν βρέθηκε σχετική ενότητα.
1Το ρήμα συμβαίνει στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα συμβαίνει στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.- - συμβαίνει - - συμβαίνουν/συμβαίνουνε- - συνέβαινε - - συνέβαιναν/συμβαίναν/συμβαίνανε- - συνέβη/συνέβηκε - - συνέβησαν/συνέβηκανέχω συμβεί έχεις συμβεί έχει συμβεί έχουμε συμβεί έχετε συμβεί έχουν συμβείείχα συμβεί είχες συμβεί είχε συμβεί είχαμε συμβεί είχατε συμβεί είχαν συμβείθα έχω συμβεί θα έχεις συμβεί θα έχει συμβεί θα έχουμε συμβεί θα έχετε συμβεί θα έχουν συμβείθα συμβεί θα συμβούν
Υ π ο τ.- - - - - -- - - - - -να συμβεί να συμβούννα έχω συμβεί να έχεις συμβεί να έχει συμβεί να έχουμε συμβεί να έχετε συμβεί να έχουν συμβεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συμβεί----
2Το ρήμα επεμβαίνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα επεμβαίνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.επεμβαίνω επεμβαίνεις επεμβαίνει επεμβαίνομε/επεμβαίνουμε/επεμβαίνομεν επεμβαίνετε επεμβαίνουν/επεμβαίνουνεεπέμβαινα/επενέβαινον/επενέβαινα επέμβαινες/επενέβαινες επέμβαινε/επενέβαινε επεμβαίναμε/επενεβαίνομεν επεμβαίνατε/επενεβαίνετε επέμβαιναν/επενέβαινον/επεμβαίναν/επεμβαίνανε/επενέβαινανεπενέβην επενέβης επενέβη επεμβήκαμε/επενέβημεν επεμβήκατε/επενέβητε επενέβησανέχω επέμβει έχεις επέμβει έχει επέμβει έχουμε επέμβει έχετε επέμβει έχουν επέμβειείχα επέμβει είχες επέμβει είχε επέμβει είχαμε επέμβει είχατε επέμβει είχαν επέμβειθα έχω επέμβει θα έχεις επέμβει θα έχει επέμβει θα έχουμε επέμβει θα έχετε επέμβει θα έχουν επέμβειθα επεμβαίνω θα επεμβαίνεις θα επεμβαίνει θα επεμβαίνομε/θα επεμβαίνουμε/θα επεμβαίνομεν θα επεμβαίνετε θα επεμβαίνουν/θα επεμβαίνουνεθα επέμβω/θα επεμβώ θα επέμβεις/θα επεμβής θα επέμβει/θα επεμβή θα επέμβομε/θα επέμβουμε/θα επεμβώμεν θα επέμβετε/θα επεμβήτε θα επέμβουν/θα επεμβούν
Υ π ο τ.να επεμβαίνω να επεμβαίνεις να επεμβαίνει να επεμβαίνομε/να επεμβαίνουμε/να επεμβαίνομεν να επεμβαίνετε να επεμβαίνουν/να επεμβαίνουνε- - - - - -να επέμβω/να επεμβώ να επέμβεις/να επεμβής να επέμβει/να επεμβή να επέμβομε/να επέμβουμε/να επεμβώμεν να επέμβετε/να επεμβήτε να επέμβουν/να επεμβούννα έχω επέμβει να έχεις επέμβει να έχει επέμβει να έχουμε επέμβει να έχετε επέμβει να έχουν επέμβει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- επέμβαινε - - επεμβαίνετε -- - - - - -- - - - επέμβετε/επεμβήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--επέμβει/επεμβή-----
3Το ρήμα παρεμβαίνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα παρεμβαίνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.παρεμβαίνω παρεμβαίνεις παρεμβαίνει παρεμβαίνομε/παρεμβαίνουμε/παρεμβαίνομεν παρεμβαίνετε παρεμβαίνουν/παρεμβαίνουνεπαρέμβαινα/παρενέβαινον/παρενέβαινα παρέμβαινες/παρενέβαινες παρέμβαινε/παρενέβαινε παρεμβαίναμε/παρενεβαίνομεν παρεμβαίνατε/παρενεβαίνετε παρέμβαιναν/παρενέβαινον/παρεμβαίναν/παρεμβαίνανε/παρενέβαινανπαρενέβην παρενέβης παρενέβη παρεμβήκαμε/παρενέβημεν παρεμβήκατε/παρενέβητε παρενέβησανέχω παρέμβει έχεις παρέμβει έχει παρέμβει έχουμε παρέμβει έχετε παρέμβει έχουν παρέμβειείχα παρέμβει είχες παρέμβει είχε παρέμβει είχαμε παρέμβει είχατε παρέμβει είχαν παρέμβειθα έχω παρέμβει θα έχεις παρέμβει θα έχει παρέμβει θα έχουμε παρέμβει θα έχετε παρέμβει θα έχουν παρέμβειθα παρεμβαίνω θα παρεμβαίνεις θα παρεμβαίνει θα παρεμβαίνομε/θα παρεμβαίνουμε/θα παρεμβαίνομεν θα παρεμβαίνετε θα παρεμβαίνουν/θα παρεμβαίνουνεθα παρέμβω/θα παρεμβώ θα παρέμβεις/θα παρεμβής θα παρέμβει/θα παρεμβή θα παρέμβομε/θα παρέμβουμε/θα παρεμβώμεν θα παρέμβετε/θα παρεμβήτε θα παρέμβουν/θα παρεμβούν
Υ π ο τ.να παρεμβαίνω να παρεμβαίνεις να παρεμβαίνει να παρεμβαίνομε/να παρεμβαίνουμε/να παρεμβαίνομεν να παρεμβαίνετε να παρεμβαίνουν/να παρεμβαίνουνε- - - - - -να παρέμβω/να παρεμβώ να παρέμβεις/να παρεμβής να παρέμβει/να παρεμβή να παρέμβομε/να παρέμβουμε/να παρεμβώμεν να παρέμβετε/να παρεμβήτε να παρέμβουν/να παρεμβούννα έχω παρέμβει να έχεις παρέμβει να έχει παρέμβει να έχουμε παρέμβει να έχετε παρέμβει να έχουν παρέμβει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- παρέμβαινε - - παρεμβαίνετε -- - - - - -- - - - παρέμβετε/παρεμβήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--παρέμβει/παρεμβή-----
4Το ρήμα συλλαμβάνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα συλλαμβάνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συλλαμβάνω συλλαμβάνεις συλλαμβάνει συλλαμβάνομε/συλλαμβάνουμε/συλλαμβάνομεν συλλαμβάνετε συλλαμβάνουν/συλλαμβάνουνεσυλλάμβανα/συνελάμβανον συλλάμβανες/συνελάμβανες συλλάμβανε/συνελάμβανε συλλαμβάναμε/συνελαμβάνομεν συλλαμβάνατε/συνελαμβάνετε συλλάμβαναν/συνελάμβανον/συλλαμβάναν/συλλαμβάνανεσυνέλαβα συνέλαβες συνέλαβε συλλάβαμε συλλάβατε συνέλαβαν/συλλάβαν/συλλάβανεσυνέλαβον συνέλαβες συνέλαβε συνελάβομεν συνελάβετε συνέλαβονέχω συλλάβει έχεις συλλάβει έχει συλλάβει έχουμε συλλάβει έχετε συλλάβει έχουν συλλάβειείχα συλλάβει είχες συλλάβει είχε συλλάβει είχαμε συλλάβει είχατε συλλάβει είχαν συλλάβειθα έχω συλλάβει θα έχεις συλλάβει θα έχει συλλάβει θα έχουμε συλλάβει θα έχετε συλλάβει θα έχουν συλλάβειθα συλλαμβάνω θα συλλαμβάνεις θα συλλαμβάνει θα συλλαμβάνομε/θα συλλαμβάνουμε/θα συλλαμβάνομεν θα συλλαμβάνετε θα συλλαμβάνουν/θα συλλαμβάνουνεθα συλλάβω θα συλλάβεις/θα συλλάβης θα συλλάβει/θα συλλάβη θα συλλάβομε/θα συλλάβουμε/θα συλλάβωμεν θα συλλάβετε θα συλλάβουν/θα συλλάβουνε
Υ π ο τ.να συλλαμβάνω να συλλαμβάνεις να συλλαμβάνει να συλλαμβάνομε/να συλλαμβάνουμε/να συλλαμβάνομεν να συλλαμβάνετε να συλλαμβάνουν/να συλλαμβάνουνε- - - - - -να συλλάβω να συλλάβεις/να συλλάβης να συλλάβει/να συλλάβη να συλλάβομε/να συλλάβουμε/να συλλάβωμεν να συλλάβετε να συλλάβουν/να συλλάβουνε- - - - - -να έχω συλλάβει να έχεις συλλάβει να έχει συλλάβει να έχουμε συλλάβει να έχετε συλλάβει να έχουν συλλάβει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- συλλάμβανε - - συλλαμβάνετε -- - - - - -- σύλλαβε - - συλλάβετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συλλάβει------
5Το ρήμα συλλαμβάνω στην παθητική φωνή
Το ρήμα συλλαμβάνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συλλαμβάνομαι συλλαμβάνεσαι συλλαμβάνεται συλλαμβανόμαστε/συλλαμβανόμεθα συλλαμβάνεστε/συλλαμβάνεσθε συλλαμβάνονταισυλλαμβανόμουν/συνελαμβανόμην συλλαμβανόσουν/συνελαμβάνεσο συλλαμβανόταν/συλλαμβάνετο/συνελαμβάνετο συλλαμβανόμαστε/συνελαμβανόμεθα συλλαμβανόσαστε/συνελαμβάνεσθε συλλαμβάνονταν/συλλαμβάνοντο/συνελαμβάνοντοσυνελήφθην συνελήφθης συνελήφθη συλληφθήκαμε συλληφθήκατε συνελήφθησανέχω συλληφθεί έχεις συλληφθεί έχει συλληφθεί έχουμε συλληφθεί έχετε συλληφθεί έχουν συλληφθείείχα συλληφθεί είχες συλληφθεί είχε συλληφθεί είχαμε συλληφθεί είχατε συλληφθεί είχαν συλληφθείθα έχω συλληφθεί θα έχεις συλληφθεί θα έχει συλληφθεί θα έχουμε συλληφθεί θα έχετε συλληφθεί θα έχουν συλληφθείθα συλλαμβάνομαι θα συλλαμβάνεσαι θα συλλαμβάνεται θα συλλαμβανόμαστε/θα συλλαμβανόμεθα θα συλλαμβάνεστε/θα συλλαμβάνεσθε θα συλλαμβάνονταιθα συλληφθώ/θα συλληφθώ θα συλληφθείς/θα συλληφθής θα συλληφθεί/θα συλληφθή θα συλληφθούμε/θα συλληφθώμεν θα συλληφθείτε/θα συλληφθήτε θα συλληφθούν/θα συλληφθούν
Υ π ο τ.να συλλαμβάνομαι να συλλαμβάνεσαι να συλλαμβάνεται να συλλαμβανόμαστε/να συλλαμβανόμεθα να συλλαμβάνεστε/να συλλαμβάνεσθε να συλλαμβάνονται- - - - - -να συλληφθώ/να συλληφθώ να συλληφθείς/να συλληφθής να συλληφθεί/να συλληφθή να συλληφθούμε/να συλληφθώμεν να συλληφθείτε/να συλληφθήτε να συλληφθούν/να συλληφθούννα έχω συλληφθεί να έχεις συλληφθεί να έχει συλληφθεί να έχουμε συλληφθεί να έχετε συλληφθεί να έχουν συλληφθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - συλλαμβάνεστε/συλλαμβάνεσθε -- - - - - -- - - - συλληφθείτε/συλληφθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συλληφθεί/συλληφθή-----
6Το ρήμα αναδεικνύω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα αναδεικνύω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αναδεικνύω/αναδείχνω αναδεικνύεις/αναδείχνεις αναδεικνύει/αναδείχνει αναδεικνύομε/αναδεικνύουμε/αναδείχνομε/αναδείχνουμε/αναδεικνύομεν αναδεικνύετε/αναδείχνετε αναδεικνύουν/αναδείχνουν/αναδείχνουνεαναδείκνυα/ανάδειχνα/ανεδείκνυον/ανέδειχνα αναδείκνυες/ανάδειχνες/ανεδείκνυες/ανέδειχνες αναδείκνυε/ανάδειχνε/ανεδείκνυε/ανέδειχνε αναδεικνύαμε/αναδείχναμε/ανεδεικνύομεν αναδεικνύατε/αναδείχνατε/ανεδεικνύετε αναδείκνυαν/ανάδειχναν/ανεδείκνυον/αναδείχναν/αναδείχνανε/ανέδειχνανανάδειξα/ανέδειξα ανάδειξες/ανέδειξας/ανέδειξες ανάδειξε/ανέδειξε αναδείξαμε/ανεδείξαμεν αναδείξατε/ανεδείξατε ανάδειξαν/αναδείξαν/αναδείξανε/ανέδειξανέχω αναδείξει έχεις αναδείξει έχει αναδείξει έχουμε αναδείξει έχετε αναδείξει έχουν αναδείξειείχα αναδείξει είχες αναδείξει είχε αναδείξει είχαμε αναδείξει είχατε αναδείξει είχαν αναδείξειθα έχω αναδείξει θα έχεις αναδείξει θα έχει αναδείξει θα έχουμε αναδείξει θα έχετε αναδείξει θα έχουν αναδείξειθα αναδεικνύω/θα αναδείχνω θα αναδεικνύεις/θα αναδείχνεις θα αναδεικνύει/θα αναδείχνει θα αναδεικνύομε/θα αναδεικνύουμε/θα αναδείχνομε/θα αναδείχνουμε/θα αναδεικνύομεν θα αναδεικνύετε/θα αναδείχνετε θα αναδεικνύουν/θα αναδείχνουν/θα αναδείχνουνεθα αναδείξω θα αναδείξεις/θα αναδείξης θα αναδείξει/θα αναδείξη θα αναδείξομε/θα αναδείξουμε/θα αναδείξωμεν θα αναδείξετε θα αναδείξουν/θα αναδείξουνε
Υ π ο τ.να αναδεικνύω/να αναδείχνω να αναδεικνύεις/να αναδείχνεις να αναδεικνύει/να αναδείχνει να αναδεικνύομε/να αναδεικνύουμε/να αναδείχνομε/να αναδείχνουμε/να αναδεικνύομεν να αναδεικνύετε/να αναδείχνετε να αναδεικνύουν/να αναδείχνουν/να αναδείχνουνε- - - - - -να αναδείξω να αναδείξεις/να αναδείξης να αναδείξει/να αναδείξη να αναδείξομε/να αναδείξουμε/να αναδείξωμεν να αναδείξετε να αναδείξουν/να αναδείξουνενα έχω αναδείξει να έχεις αναδείξει να έχει αναδείξει να έχουμε αναδείξει να έχετε αναδείξει να έχουν αναδείξει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- αναδείκνυε/ανάδειχνε - - αναδεικνύετε/αναδείχνετε -- - - - - -- ανάδειξε - - αναδείξτε/αναδείξατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αναδείξει-----
7Το ρήμα αναδεικνύω στην παθητική φωνή
Το ρήμα αναδεικνύω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.αναδεικνύομαι/αναδείχνομαι αναδεικνύεσαι/αναδείχνεσαι αναδεικνύεται/αναδείχνεται αναδεικνυόμαστε/αναδειχνόμαστε/αναδεικνυόμεθα αναδεικνύεστε/αναδείχνεστε/αναδεικνύεσθε/αναδειχνόσαστε αναδεικνύονται/αναδείχνονταιαναδεικνυόμουν/αναδειχνόμουν/ανεδεικνυόμην/αναδειχνόμουνα αναδεικνυόσουν/αναδειχνόσουν/ανεδεικνύεσο/αναδειχνόσουνα αναδεικνυόταν/αναδειχνόταν/αναδεικνύετο/ανεδεικνύετο/αναδειχνότανε αναδεικνυόμαστε/αναδειχνόμαστε/ανεδεικνυόμεθα/αναδειχνόμασταν αναδεικνυόσαστε/αναδειχνόσαστε/ανεδεικνύεσθε/αναδειχνόσασταν αναδεικνύονταν/αναδείχνονταν/αναδεικνύοντο/ανεδεικνύοντο/αναδειχνόντανε/αναδειχνόντουσαναναδείχτηκα/ανεδείχθην/αναδείχθηκα αναδείχτηκες/ανεδείχθης/αναδείχθηκες αναδείχτηκε/ανεδείχθη/αναδείχθηκε αναδειχτήκαμε/ανεδείχθημεν/αναδειχθήκαμε αναδειχτήκατε/ανεδείχθητε/αναδειχθήκατε αναδείχτηκαν/ανεδείχθησαν/αναδειχτήκαν/αναδειχτήκανε/αναδείχθηκανέχω αναδειχτεί/έχω αναδειχθεί έχεις αναδειχτεί/έχεις αναδειχθεί έχει αναδειχτεί/έχει αναδειχθεί έχουμε αναδειχτεί/έχουμε αναδειχθεί έχετε αναδειχτεί/έχετε αναδειχθεί έχουν αναδειχτεί/έχουν αναδειχθείείχα αναδειχτεί/είχα αναδειχθεί είχες αναδειχτεί/είχες αναδειχθεί είχε αναδειχτεί/είχε αναδειχθεί είχαμε αναδειχτεί/είχαμε αναδειχθεί είχατε αναδειχτεί/είχατε αναδειχθεί είχαν αναδειχτεί/είχαν αναδειχθείθα έχω αναδειχτεί/θα έχω αναδειχθεί θα έχεις αναδειχτεί/θα έχεις αναδειχθεί θα έχει αναδειχτεί/θα έχει αναδειχθεί θα έχουμε αναδειχτεί/θα έχουμε αναδειχθεί θα έχετε αναδειχτεί/θα έχετε αναδειχθεί θα έχουν αναδειχτεί/θα έχουν αναδειχθείθα αναδεικνύομαι/θα αναδείχνομαι θα αναδεικνύεσαι/θα αναδείχνεσαι θα αναδεικνύεται/θα αναδείχνεται θα αναδεικνυόμαστε/θα αναδειχνόμαστε/θα αναδεικνυόμεθα θα αναδεικνύεστε/θα αναδείχνεστε/θα αναδεικνύεσθε/θα αναδειχνόσαστε θα αναδεικνύονται/θα αναδείχνονταιθα αναδειχτώ/θα αναδειχθώ/θα αναδειχθώ θα αναδειχτείς/θα αναδειχθής/θα αναδειχθείς θα αναδειχτεί/θα αναδειχθή/θα αναδειχθεί θα αναδειχτούμε/θα αναδειχθώμεν/θα αναδειχθούμε θα αναδειχτείτε/θα αναδειχθήτε/θα αναδειχθείτε θα αναδειχτούν/θα αναδειχθούν/θα αναδειχτούνε/θα αναδειχθούν
Υ π ο τ.να αναδεικνύομαι/να αναδείχνομαι να αναδεικνύεσαι/να αναδείχνεσαι να αναδεικνύεται/να αναδείχνεται να αναδεικνυόμαστε/να αναδειχνόμαστε/να αναδεικνυόμεθα να αναδεικνύεστε/να αναδείχνεστε/να αναδεικνύεσθε/να αναδειχνόσαστε να αναδεικνύονται/να αναδείχνονται- - - - - -να αναδειχτώ/να αναδειχθώ/να αναδειχθώ να αναδειχτείς/να αναδειχθής/να αναδειχθείς να αναδειχτεί/να αναδειχθή/να αναδειχθεί να αναδειχτούμε/να αναδειχθώμεν/να αναδειχθούμε να αναδειχτείτε/να αναδειχθήτε/να αναδειχθείτε να αναδειχτούν/να αναδειχθούν/να αναδειχτούνε/να αναδειχθούννα έχω αναδειχτεί/να έχω αναδειχθεί να έχεις αναδειχτεί/να έχεις αναδειχθεί να έχει αναδειχτεί/να έχει αναδειχθεί να έχουμε αναδειχτεί/να έχουμε αναδειχθεί να έχετε αναδειχτεί/να έχετε αναδειχθεί να έχουν αναδειχτεί/να έχουν αναδειχθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - αναδεικνύεστε/αναδείχνεστε/αναδεικνύεσθε -- - - - - -- αναδείξου - - αναδειχτείτε/αναδειχθήτε/αναδειχθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--αναδειχτεί/αναδειχθή/αναδειχθεί-----
8Το ρήμα συλλαμβάνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα συλλαμβάνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συλλαμβάνω συλλαμβάνεις συλλαμβάνει συλλαμβάνομε/συλλαμβάνουμε/συλλαμβάνομεν συλλαμβάνετε συλλαμβάνουν/συλλαμβάνουνεσυλλάμβανα/συνελάμβανον συλλάμβανες/συνελάμβανες συλλάμβανε/συνελάμβανε συλλαμβάναμε/συνελαμβάνομεν συλλαμβάνατε/συνελαμβάνετε συλλάμβαναν/συνελάμβανον/συλλαμβάναν/συλλαμβάνανεσυνέλαβα συνέλαβες συνέλαβε συλλάβαμε συλλάβατε συνέλαβαν/συλλάβαν/συλλάβανεσυνέλαβον συνέλαβες συνέλαβε συνελάβομεν συνελάβετε συνέλαβονέχω συλλάβει έχεις συλλάβει έχει συλλάβει έχουμε συλλάβει έχετε συλλάβει έχουν συλλάβειείχα συλλάβει είχες συλλάβει είχε συλλάβει είχαμε συλλάβει είχατε συλλάβει είχαν συλλάβειθα έχω συλλάβει θα έχεις συλλάβει θα έχει συλλάβει θα έχουμε συλλάβει θα έχετε συλλάβει θα έχουν συλλάβειθα συλλαμβάνω θα συλλαμβάνεις θα συλλαμβάνει θα συλλαμβάνομε/θα συλλαμβάνουμε/θα συλλαμβάνομεν θα συλλαμβάνετε θα συλλαμβάνουν/θα συλλαμβάνουνεθα συλλάβω θα συλλάβεις/θα συλλάβης θα συλλάβει/θα συλλάβη θα συλλάβομε/θα συλλάβουμε/θα συλλάβωμεν θα συλλάβετε θα συλλάβουν/θα συλλάβουνε
Υ π ο τ.να συλλαμβάνω να συλλαμβάνεις να συλλαμβάνει να συλλαμβάνομε/να συλλαμβάνουμε/να συλλαμβάνομεν να συλλαμβάνετε να συλλαμβάνουν/να συλλαμβάνουνε- - - - - -να συλλάβω να συλλάβεις/να συλλάβης να συλλάβει/να συλλάβη να συλλάβομε/να συλλάβουμε/να συλλάβωμεν να συλλάβετε να συλλάβουν/να συλλάβουνε- - - - - -να έχω συλλάβει να έχεις συλλάβει να έχει συλλάβει να έχουμε συλλάβει να έχετε συλλάβει να έχουν συλλάβει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- συλλάμβανε - - συλλαμβάνετε -- - - - - -- σύλλαβε - - συλλάβετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συλλάβει------
9Το ρήμα συλλαμβάνω στην παθητική φωνή
Το ρήμα συλλαμβάνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.συλλαμβάνομαι συλλαμβάνεσαι συλλαμβάνεται συλλαμβανόμαστε/συλλαμβανόμεθα συλλαμβάνεστε/συλλαμβάνεσθε συλλαμβάνονταισυλλαμβανόμουν/συνελαμβανόμην συλλαμβανόσουν/συνελαμβάνεσο συλλαμβανόταν/συλλαμβάνετο/συνελαμβάνετο συλλαμβανόμαστε/συνελαμβανόμεθα συλλαμβανόσαστε/συνελαμβάνεσθε συλλαμβάνονταν/συλλαμβάνοντο/συνελαμβάνοντοσυνελήφθην συνελήφθης συνελήφθη συλληφθήκαμε συλληφθήκατε συνελήφθησανέχω συλληφθεί έχεις συλληφθεί έχει συλληφθεί έχουμε συλληφθεί έχετε συλληφθεί έχουν συλληφθείείχα συλληφθεί είχες συλληφθεί είχε συλληφθεί είχαμε συλληφθεί είχατε συλληφθεί είχαν συλληφθείθα έχω συλληφθεί θα έχεις συλληφθεί θα έχει συλληφθεί θα έχουμε συλληφθεί θα έχετε συλληφθεί θα έχουν συλληφθείθα συλλαμβάνομαι θα συλλαμβάνεσαι θα συλλαμβάνεται θα συλλαμβανόμαστε/θα συλλαμβανόμεθα θα συλλαμβάνεστε/θα συλλαμβάνεσθε θα συλλαμβάνονταιθα συλληφθώ/θα συλληφθώ θα συλληφθείς/θα συλληφθής θα συλληφθεί/θα συλληφθή θα συλληφθούμε/θα συλληφθώμεν θα συλληφθείτε/θα συλληφθήτε θα συλληφθούν/θα συλληφθούν
Υ π ο τ.να συλλαμβάνομαι να συλλαμβάνεσαι να συλλαμβάνεται να συλλαμβανόμαστε/να συλλαμβανόμεθα να συλλαμβάνεστε/να συλλαμβάνεσθε να συλλαμβάνονται- - - - - -να συλληφθώ/να συλληφθώ να συλληφθείς/να συλληφθής να συλληφθεί/να συλληφθή να συλληφθούμε/να συλληφθώμεν να συλληφθείτε/να συλληφθήτε να συλληφθούν/να συλληφθούννα έχω συλληφθεί να έχεις συλληφθεί να έχει συλληφθεί να έχουμε συλληφθεί να έχετε συλληφθεί να έχουν συλληφθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - συλλαμβάνεστε/συλλαμβάνεσθε -- - - - - -- - - - συλληφθείτε/συλληφθήτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--συλληφθεί/συλληφθή-----
10Το ρήμα λαμβάνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα λαμβάνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.λαβαίνω/λαμβάνω λαβαίνεις/λαμβάνεις λαβαίνει/λαμβάνει λαβαίνομε/λαβαίνουμε/λαμβάνομε/λαμβάνουμε/λαμβάνομεν λαβαίνετε/λαμβάνετε λαβαίνουν/λαμβάνουν/λαβαίνουνελάβαινα/λάμβανα/ελάμβανον λάβαινες/λάμβανες/ελάμβανες λάβαινε/λάμβανε/ελάμβανε λαβαίναμε/λαμβάναμε/ελαμβάνομεν λαβαίνατε/λαμβάνατε/ελαμβάνετε λάβαιναν/λάμβαναν/ελάμβανον/λαβαίναν/λαβαίνανεέλαβα/'λαβα έλαβες/'λαβες έλαβε/'λαβε λάβαμε λάβατε έλαβαν/'λαβαν/λάβαν/λάβανεέλαβον έλαβες έλαβε ελάβομεν ελάβετε έλαβονέχω λάβει έχεις λάβει έχει λάβει έχουμε λάβει έχετε λάβει έχουν λάβειείχα λάβει είχες λάβει είχε λάβει είχαμε λάβει είχατε λάβει είχαν λάβειθα έχω λάβει θα έχεις λάβει θα έχει λάβει θα έχουμε λάβει θα έχετε λάβει θα έχουν λάβειθα λαβαίνω/θα λαμβάνω θα λαβαίνεις/θα λαμβάνεις θα λαβαίνει/θα λαμβάνει θα λαβαίνομε/θα λαβαίνουμε/θα λαμβάνομε/θα λαμβάνουμε/θα λαμβάνομεν θα λαβαίνετε/θα λαμβάνετε θα λαβαίνουν/θα λαμβάνουν/θα λαβαίνουνεθα λάβω θα λάβεις/θα λάβης θα λάβει/θα λάβη θα λάβομε/θα λάβουμε/θα λάβωμεν θα λάβετε θα λάβουν/θα λάβουνε
Υ π ο τ.να λαβαίνω/να λαμβάνω να λαβαίνεις/να λαμβάνεις να λαβαίνει/να λαμβάνει να λαβαίνομε/να λαβαίνουμε/να λαμβάνομε/να λαμβάνουμε/να λαμβάνομεν να λαβαίνετε/να λαμβάνετε να λαβαίνουν/να λαμβάνουν/να λαβαίνουνε- - - - - -να λάβω να λάβεις/να λάβης να λάβει/να λάβη να λάβομε/να λάβουμε/να λάβωμεν να λάβετε να λάβουν/να λάβουνε- - - - - -να έχω λάβει να έχεις λάβει να έχει λάβει να έχουμε λάβει να έχετε λάβει να έχουν λάβει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π- λάβαινε/λάμβανε - - λαβαίνετε/λαμβάνετε -- - - - - -- λάβε - - λάβετε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--λάβει------
11Το ρήμα λαμβάνω στην παθητική φωνή
Το ρήμα λαμβάνω στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.λαμβάνομαι λαμβάνεσαι λαμβάνεται λαμβανόμαστε/λαμβανόμεθα λαμβάνεστε/λαμβάνεσθε λαμβάνονταιλαμβανόμουν/ελαμβανόμην λαμβανόσουν/ελαμβάνεσο λαμβανόταν/λαμβάνετο/ελαμβάνετο λαμβανόμαστε/ελαμβανόμεθα λαμβανόσαστε/ελαμβάνεσθε λαμβάνονταν/λαμβάνοντο/ελαμβάνοντοελήφθην/λήφθηκα ελήφθης/λήφθηκες ελήφθη/λήφθηκε ελήφθημεν/ληφθήκαμε ελήφθητε/ληφθήκατε ελήφθησαν/λήφθηκανέχω ληφθεί έχεις ληφθεί έχει ληφθεί έχουμε ληφθεί έχετε ληφθεί έχουν ληφθείείχα ληφθεί είχες ληφθεί είχε ληφθεί είχαμε ληφθεί είχατε ληφθεί είχαν ληφθείθα έχω ληφθεί θα έχεις ληφθεί θα έχει ληφθεί θα έχουμε ληφθεί θα έχετε ληφθεί θα έχουν ληφθείθα λαμβάνομαι θα λαμβάνεσαι θα λαμβάνεται θα λαμβανόμαστε/θα λαμβανόμεθα θα λαμβάνεστε/θα λαμβάνεσθε θα λαμβάνονταιθα ληφθώ/θα ληφθώ θα ληφθής/θα ληφθείς θα ληφθή/θα ληφθεί θα ληφθώμεν/θα ληφθούμε θα ληφθήτε/θα ληφθείτε θα ληφθούν/θα ληφθούν
Υ π ο τ.να λαμβάνομαι να λαμβάνεσαι να λαμβάνεται να λαμβανόμαστε/να λαμβανόμεθα να λαμβάνεστε/να λαμβάνεσθε να λαμβάνονται- - - - - -να ληφθώ/να ληφθώ να ληφθής/να ληφθείς να ληφθή/να ληφθεί να ληφθώμεν/να ληφθούμε να ληφθήτε/να ληφθείτε να ληφθούν/να ληφθούννα έχω ληφθεί να έχεις ληφθεί να έχει ληφθεί να έχουμε ληφθεί να έχετε ληφθεί να έχουν ληφθεί- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - λαμβάνεστε/λαμβάνεσθε -- - - - - -- - - - ληφθήτε/ληφθείτε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.--ληφθή/ληφθεί-----
12Το ρήμα απολαμβάνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα απολαμβάνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.απολαμβάνω απολαμβάνεις απολαμβάνει απολαμβάνομε/απολαμβάνουμε/απολαμβάνομεν απολαμβάνετε απολαμβάνουν/απολαμβάνουνεαπολάμβανα/απελάμβανον απολάμβανες/απελάμβανες απολάμβανε/απελάμβανε απολαμβάναμε/απελαμβάνομεν απολαμβάνατε/απελαμβάνετε απολάμβαναν/απελάμβανον/απολαμβάναν/απολαμβάνανεαπόλαυσα/απήλαυσα απόλαυσες/απήλαυσας/απήλαυσες απόλαυσε/απήλαυσε απολαύσαμε/απηλαύσαμεν απολαύσατε/απηλαύσατε απόλαυσαν/απολαύσαν/απολαύσανε/απήλαυσαναπέλαβον απέλαβες απέλαβε απελάβομεν απελάβετε απέλαβονέχω απολαύσει έχεις απολαύσει έχει απολαύσει έχουμε απολαύσει έχετε απολαύσει έχουν απολαύσειείχα απολαύσει είχες απολαύσει είχε απολαύσει είχαμε απολαύσει είχατε απολαύσει είχαν απολαύσειθα έχω απολαύσει θα έχεις απολαύσει θα έχει απολαύσει θα έχουμε απολαύσει θα έχετε απολαύσει θα έχουν απολαύσειθα απολαμβάνω θα απολαμβάνεις θα απολαμβάνει θα απολαμβάνομε/θα απολαμβάνουμε/θα απολαμβάνομεν θα απολαμβάνετε θα απολαμβάνουν/θα απολαμβάνουνεθα απολαύσω θα απολαύσεις/θα απολαύσης θα απολαύσει/θα απολαύση θα απολαύσομε/θα απολαύσουμε/θα απολαύσωμεν θα απολαύσετε θα απολαύσουν/θα απολαύσουνε
Υ π ο τ.να απολαμβάνω να απολαμβάνεις να απολαμβάνει να απολαμβάνομε/να απολαμβάνουμε/να απολαμβάνομεν να απολαμβάνετε να απολαμβάνουν/να απολαμβάνουνε- - - - - -να απολαύσω να απολαύσεις/να απολαύσης να απολαύσει/να απολαύση να απολαύσομε/να απολαύσουμε/να απολαύσωμεν να απολαύσετε να απολαύσουν/να απολαύσουνε- - - - - -να έχω απολαύσει να έχεις απολαύσει να έχει απολαύσει να έχουμε απολαύσει να έχετε απολαύσει να έχουν απολαύσει- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- απολάμβανε - - απολαμβάνετε -- - - - - -- απόλαυσε - - απολαύστε/απολαύσατε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α--απολαύσει------
13Το ρήμα πηγαίνω στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα πηγαίνω στην ενεργητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.πηγαίνω/πάω πας/πηγαίνεις πηγαίνει/πάει πηγαίνομε/πηγαίνουμε/πάμε πηγαίνετε/πάτε πηγαίνουν/πάνε/παν/πηγαίνουνεπήγαινα πήγαινες πήγαινε πηγαίναμε πηγαίνατε πήγαιναν/πηγαίναν/πηγαίνανεπήγα πήγες πήγε πήγαμε πήγατε πήγαν/πήγανεθα πηγαίνω/θα πάω θα πας/θα πηγαίνεις θα πηγαίνει/θα πάει θα πηγαίνομε/θα πηγαίνουμε/θα πάμε θα πηγαίνετε/θα πάτε θα πηγαίνουν/θα πάνε/θα παν/θα πηγαίνουνεθα πάω θα πας θα πάει θα πάμε θα πάτε θα πάνε/θα παν
Υ π ο τ.να πηγαίνω/να πάω να πας/να πηγαίνεις να πηγαίνει/να πάει να πηγαίνομε/να πηγαίνουμε/να πάμε να πηγαίνετε/να πάτε να πηγαίνουν/να πάνε/να παν/να πηγαίνουνε- - - - - -να πάω να πας να πάει να πάμε να πάτε να πάνε/να παν- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- πήγαινε - - πηγαίνετε -- - - - - -- πήγαινε - - πηγαίνετε/πηγαίντε/πάτε -- - - - - -- - - - - -
Α.-----
14Το ρήμα έρχομαι στην ενεργητική φωνή
Το ρήμα έρχομαι στην ενεργητική φωνή
 αόριστοςαόριστος βπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.ήλθα/ήρθα/'ρθα ήλθες/ήρθες/'ρθες ήλθε/ήρθε/'ρθε ήλθαμε/ήρθαμε ήλθατε/ήρθατε ήλθαν/ήρθαν/'ρθαν/ήρθανεήλθον ήλθες ήλθε ήλθομεν ήλθετε ήλθονέχω έλθει/έχω έρθει/έχω 'ρθει έχεις έλθει/έχεις έρθει/έχεις 'ρθει έχει έλθει/έχει έρθει/έχει 'ρθει έχουμε έλθει/έχουμε έρθει/έχουμε 'ρθει έχετε έλθει/έχετε έρθει/έχετε 'ρθει έχουν έλθει/έχουν έρθει/έχουν 'ρθειείχα έλθει/είχα έρθει/είχα 'ρθει είχες έλθει/είχες έρθει/είχες 'ρθει είχε έλθει/είχε έρθει/είχε 'ρθει είχαμε έλθει/είχαμε έρθει/είχαμε 'ρθει είχατε έλθει/είχατε έρθει/είχατε 'ρθει είχαν έλθει/είχαν έρθει/είχαν 'ρθειθα έχω έλθει/θα έχω έρθει/θα έχω 'ρθει θα έχεις έλθει/θα έχεις έρθει/θα έχεις 'ρθει θα έχει έλθει/θα έχει έρθει/θα έχει 'ρθει θα έχουμε έλθει/θα έχουμε έρθει/θα έχουμε 'ρθει θα έχετε έλθει/θα έχετε έρθει/θα έχετε 'ρθει θα έχουν έλθει/θα έχουν έρθει/θα έχουν 'ρθειθα έλθω/θα έρθω/θα 'ρθω θα έλθεις/θα έρθεις/θα 'ρθεις/θα έλθης θα έλθει/θα έρθει/θα 'ρθει/θα έλθη θα έλθομε/θα έλθουμε/θα έρθομε/θα έρθουμε/θα 'ρθουμε/θα έλθωμεν θα έλθετε/θα έρθετε/θα 'ρθετε/θα 'ρθείτε θα έλθουν/θα έρθουν/θα 'ρθουν/θα 'ρθουνε/θα 'ρθούνε/θα έρθουνε
Υ π ο τ.να έλθω/να έρθω/να 'ρθω να έλθεις/να έρθεις/να 'ρθεις/να έλθης να έλθει/να έρθει/να 'ρθει/να έλθη να έλθομε/να έλθουμε/να έρθομε/να έρθουμε/να 'ρθουμε/να έλθωμεν να έλθετε/να έρθετε/να 'ρθετε/να 'ρθείτε να έλθουν/να έρθουν/να 'ρθουν/να 'ρθουνε/να 'ρθούνε/να έρθουνε- - - - - -να έχω έλθει/να έχω έρθει/να έχω 'ρθει να έχεις έλθει/να έχεις έρθει/να έχεις 'ρθει να έχει έλθει/να έχει έρθει/να έχει 'ρθει να έχουμε έλθει/να έχουμε έρθει/να έχουμε 'ρθει να έχετε έλθει/να έχετε έρθει/να έχετε 'ρθει να έχουν έλθει/να έχουν έρθει/να έχουν 'ρθει- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο- έλα - - ελάτε -- ελθέ - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.έλθει/έρθει-----
15Το ρήμα έρχομαι στην παθητική φωνή
Το ρήμα έρχομαι στην παθητική φωνή
 ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο ρ ι σ τ.έρχομαι/'ρχομαι έρχεσαι/'ρχεσαι έρχεται/'ρχεται ερχόμαστε/'ρχόμαστε/ερχόμεθα έρχεστε/'ρχεστε/έρχεσθε/ερχόσαστε έρχονται/'ρχονταιερχόμουν/'ρχόμουν/'ρχόμουνα/ηρχόμην/ερχόμουνα ερχόσουν/'ρχόσουν/'ρχόσουνα/ήρχεσο/ερχόσουνα ερχόταν/'ρχόταν/'ρχότανε/ήρχετο/ερχότανε ερχόμαστε/'ρχόμασταν/'ρχόμαστε/ηρχόμεθα/ερχόμασταν ερχόσαστε/'ρχόσασταν/'ρχόσαστε/ήρχεσθε/ερχόσασταν έρχονταν/ήρχοντο/ερχόντανε/ερχόντουσαν- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Υ π ο τ.να έρχομαι/να 'ρχομαι να έρχεσαι/να 'ρχεσαι να έρχεται/να 'ρχεται να ερχόμαστε/να 'ρχόμαστε/να ερχόμεθα να έρχεστε/να 'ρχεστε/να έρχεσθε/να ερχόσαστε να έρχονται/να 'ρχονται- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Π ρ ο σ τ.- - - - έρχεστε/έρχεσθε -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -- - - - - -
Α.-------
Πλήρες υλικό από το αρχείο 6 λεξιλογιο, στιξη, σχηματα λογου.docx, στην αρχική σειρά του.
Δεν βρέθηκε σχετική ενότητα.
1Εισαγωγή / βασικές σημειώσεις

Αρκτικόλεξα ονομάζονται οι λέξεις που σχηματίζονται από τα αρχικά των λέξεων μιας φράσης,

Ο.Τ.Ε. = Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας

Ο.Υ.Θ. = Οργανισμός Ύδρευσης Θεσσαλονίκης

Α.Ε. = Ανώνυμη Εταιρεία

Δ.Ε.Η. = Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού

Δ.Σ. = Διοικητικό Συμβούλιο, Δημοτικό Συμβούλιο

Δ.Χ. = Δημόσιας Χρήσης (αυτοκίνητο)

Ε.Ε. = Ευρωπαϊκή Ένωση

Ε.Κ.Α.Β. = Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας

Ε.Μ.Υ. = Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία

Ε.Ο.Τ. = Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού

Η.Π.A.= Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής

Ι.Κ.Α. = Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων

Ι.Κ.Υ. = Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών

Ι.Χ. = Ιδιωτικής Χρήσης (αυτοκίνητο)

Ο.Η.Ε. = Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών

Ο.Σ.Ε. = Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος

Φ.Π.Α. = Φόρος Προστιθέμενης Αξίας

Ακρωνυμίες ονομάζονται οι λέξεις που σχηματίζονται από αρχικά τμήματα των λέξεων μιας φράσης, π.χ. ΕΛΤΑ = ΕΛληνικά ΤΑχυδρομεία.

2ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ = ΕΛληνικό ΚΕντρο ΠΑραγωγικότητας
ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ = ΕΛληνικό ΚΕντρο ΠΑραγωγικότητας

ΕΛ.ΤΑ. = ΕΛληνικά ΤΑχυδρομεία

ΒΙ.ΠΕ.ΘΕ. = ΒΙομηχανική ΠΕριοχή Θεσσαλονίκης

ΕΛ.ΑΣ. = ΕΛληνική ΑΣτυνομία

ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. = ΔΗμοτικό ΠΕριφεριακό ΘΕατρο

Το λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας, όπως και κάθε γλώσσας, περιλαμβάνει λέξεις τις οποίες, σύμφωνα με τρόπο σχηματισμού τους, μπορούμε να τις κατατάξουμε σε τρεις κατηγορίες:

α) ριζικές ή πρωτότυπες ή λέξεις βάσης, π.χ. πέτρα

β) παράγωγες, π.χ. πετρούλα

3γ) σύνθετες, π.χ. πετρόχτιστο
γ) σύνθετες, π.χ. πετρόχτιστο

Ριζικές ή πρωτότυπες ή λέξεις βάσης

Ριζικές ή πρωτότυπες ή λέξεις βάσης λέγονται όσες σχηματίζονται από μία ρίζα (θέμα) και την κατάληξη, π.χ. λύν-ω, παίζ-ω, νερ-ό κ.τ.λ.

Παράγωγες

Παράγωγες είναι οι λέξεις που δημιουργούνται από μια ριζική (ή πρωτότυπη ή λέξη βάσης) με την προσθήκη στο τέλος μιας κατάληξης, που ονομάζεται παραγωγική, π.χ.

4νησ-ί + -άκι = νησ-άκι > ουσιαστικό
νησ-ί + -άκι = νησ-άκι > ουσιαστικό
5μικρ-ός + -ούλης = μικρ-ούλης > επίθετο
μικρ-ός + -ούλης = μικρ-ούλης > επίθετο
6άσπρ-ος + -ίζω = ασπρ-ίζω > ρήμα
άσπρ-ος + -ίζω = ασπρ-ίζω > ρήμα

ήσυχ-ος + -α = ήσυχ-α > επίρρημα

Οι παράγωγες λέξεις είναι:

α) ουσιαστικά,

Τα παράγωγα ουσιαστικά παράγονται από:

α) άλλα ουσιαστικά,

Μεγεθυντικά:

Υποκοριστικά ή χαϊδευτικά:

Περιεκτικά, αυτά που δηλώνουν το χώρο που περιέχει ένα πλήθος από αντικείμενα τα οποία δηλώνονται στην ριζική λέξη

Εθνικά ή πατριδωνυμικά, αυτά που δηλώνουν τον άνθρωπο που κατάγεται από κάποιον τόπο:

Τοπικά, αυτά που δηλώνουν τόπο:

Επαγγελματικά, αυτά που δηλώνουν επάγγελμα:

Ανδρωνυμικά, αυτά που χρησιμοποιούνται για γυναίκες και προέρχονται από το βαφτιστικό ή οικογενειακό όνομα του άνδρα:

Άλλες καταλήξεις ουσιαστικών που προέρχονται από ουσιαστικά είναι:

β) επίθετα,

7γ) ρήματα
γ) ρήματα

αυτά που δηλώνουν το πρόσωπο που ενεργεί:

αυτά που δηλώνουν ενέργεια ή το αποτέλεσμα της ενέργειας:

αυτά που δηλώνουν το όργανο ή το μέσο μιας ενέργειας και τον τόπο της ενέργειας:

β) επίθετα,

Τα παράγωγα επίθετα παράγονται από:

α) ουσιαστικά,

β) άλλα επίθετα,

γ) ρήματα,

8δ) επιρρήματα
δ) επιρρήματα

γ) ρήματα,

Τα παράγωγα ρήματα παράγονται από:

α) ονόματα,

β) ρήματα,

9γ) επιρρήματα
γ) επιρρήματα
10δ) επιρρήματα
δ) επιρρήματα

Τα παράγωγα επιρρήματα παράγονται από:

α) επίθετα και μετοχές,

β) αντωνυμίες,

11γ) άλλα επιρρήματα
γ) άλλα επιρρήματα
12Σύνθετες
Σύνθετες

Οι σύνθετες λέξεις της νέας ελληνικής σχηματίζονται με δύο τρόπους:

α) Προσθέτοντας στην αρχή της λέξης ένα μορφολογικό στοιχείο, που ονομάζεται αχώριστο μόριο ή πρόθημα. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται προθηματοποίηση.

β) Με την ένωση δύο ή περισσότερων λέξεων.

13Η σημασία των σύνθετων λέξεων
Η σημασία των σύνθετων λέξεων

α) παρατακτικές,

β) προσδιοριστικές,

γ) κτητικές,

δ) αντικειμενικές

14ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ:
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ:

Υποκοριστικά ή χαϊδευτικά:

ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
σπίτι-άκισπιτ-άκι
πόρτα-ίτσαπορτ-ίτσα
Κώστας-άκηςΚωστ-άκης
βροχή-ούλαβροχ-ούλα
δρόμος-άκοςδρομ-άκος
κοπέλα-ούδακοπελ-ούδα
άγγελος-ούδιαγγελ-ούδι
λαγός-ουδάκιλαγ-ουδάκι
αδερφός-ούληςαδερφ-ούλης
σάκος-ούλισακ-ούλι
μήλο-αράκιμηλ-αράκι
λαός-τζίκοςλαου-τζίκος
μπαμπάς-άκαςμπαμπ-άκας
γιος-όκαςγι-όκας
βιβλίο-άριοβιβλι-άριο
σάκος-ίδιοσακ-ίδιο
αστέρι-ίσκοςαστερ-ίσκος

Μεγεθυντικά:

ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
πόρτα-άραπορτ-άρα
κλέφτης-αράςκλεφτ-αράς
ποντικός-αροςποντίκ-αρος
βαρέλι-αβαρέλ-α
μύτη-οςμύτ-ος
χέρι-άκλαχερ-άκλα
άντρας-ακλαςάντρ-ακλας
μάτι-ούκλαματ-ούκλα
σπίτι-αρόνασπιτ-αρόνα
δόντι-άςδοντ-άς
κεφάλι-αςκεφάλ-ας

Περιεκτικά, αυτά που δηλώνουν το χώρο που περιέχει ένα πλήθος από αντικείμενα τα οποία δηλώνονται στην ριζική λέξη:

ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
καλάμι-ιάκαλαμ-ιά
ελιά-ώναςελαι-ώνας

Εθνικά ή πατριδωνυμικά, αυτά που δηλώνουν τον άνθρωπο που κατάγεται από κάποιον τόπο:

ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
Μεσολόγγι-ίτηςΜεσολογγ-ίτης
Μοριάς-αΐτηςΜωρ-αΐτης
Μάνη-ιάτηςΜαν-ιάτης
Σούλι-ώτηςΣουλι-ώτης
Ασία-άτηςΑσι-άτης
Μεγαρίτης-ισσαΜεγαρίτ-ισσα
Σύρος, Αμερική-άνος/-ανόςΣυρι-ανός, Αμερικ-άνος, Αμερικ-ανός
Αλγέρι-ινόςΑλγερ-ινός
Θεσσαλονίκη-ιόςΘεσσαλονικ-ιός
Μυτιλήνη-αίοςΜυτιλην-αίος
Βιέννη-έζοςΒιενν-έζος
Αγγλία-ίδαΑγγλ-ίδα
Σουηδία-δήΣουη-δή

Τοπικά, αυτά που δηλώνουν τόπο:

ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
καμπάνα-αριόκαμπαν-αριό
σίδερο-άδικοσιδερ-άδικο
παλιατζής-ίδικοπαλιατζ-ίδικο
ταμίας-είοταμ-είο

Επαγγελματικά, αυτά που δηλώνουν επάγγελμα:

ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
λάδι-άςλαδ-άς
Φούρνος , κάρβουνο, αποθήκη-αρης / -ιάρης / -άριοςφούρν-αρης, καρβουν-ιάρης, αποθηκ-άριος
καφές-τζήςκαφε-τζής

Ανδρωνυμικά, αυτά που χρησιμοποιούνται για γυναίκες και προέρχονται από το βαφτιστικό ή οικογενειακό όνομα του άνδρα:

ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
Γιώργος-αιναΓιώργ-αινα

Άλλες καταλήξεις ουσιαστικών που προέρχονται από ουσιαστικά είναι:

ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
λεμόνι-ιάλεμον-ιά
άνθρωπος-ιστήςανθρωπ-ιστής
άνθρωπος-ισμόςανθρωπ-ισμός
αδελφός-άτοαδελφ-άτο
έγκλημα-ίαςεγκληματ-ίας
αλάτι-ιέρααλατ-ιέρα
ασήμι-ικόασημ-ικό
πρόεδρος-λίκιπροεδρι-λίκι
συγγενής-λόισυγγενο-λόι
κλέφτης-ουριάκλεφτ-ουριά
15ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΘΕΤΑ:
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΘΕΤΑ:
ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
έξυπνος-άδαεξυπν-άδα
κίτρινος-ίλακιτριν-ίλα
δίκαιος-σύνηδικαιο-σύνη
τρυφερός-τητατρυφερό-τητα
ψυχρός-αψύχρ-α
άσπρος-άδιασπρ-άδι
βουβός-(αμ)άραβουβ-αμάρα
άγριος-ίμιαγρ-ίμι
16ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΡΗΜΑΤΑ:
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΡΗΜΑΤΑ:

αυτά που δηλώνουν το πρόσωπο που ενεργεί:

ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
Τραγουδώ, θερίζω-ιστήςτραγουδ-ιστής, θερ-ιστής
Εκπαιδεύω, λυτρώνω, ψέλνω (έ-ψαλ-α)-τής / -τηςεκπαιδευ-τής, λυτρω-τής, ψάλ-της
Κλέβω, κράζω, χτίζω-φτης / -χτης / -στηςκλέ-φτης, κρά-χτης, χτί-στης
Διδάσκω, συμβουλεύω-άτορας / -τοραςδιδάκ-τορας, συμβουλ-άτορας
γράφω-ιάς / -έαςγραφ-ιάς, γραφ-έας

αυτά που δηλώνουν ενέργεια ή το αποτέλεσμα της ενέργειας:

ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
διώχνω-μόςδιωγ-μός
κλαδεύω-μακλάδε-μα
Βεβαιώνω, θλίβω, λήγω-ση (-ξη, -ψη)βεβαίω-ση, λή-ξη, θλί-ψη
δένω (έ-δεσ-α), τρέχω (έ-τρεξ-α, γράφω (έ-γραψ-α)-σιμο (-ξιμο, -ψιμο)δέ-σιμο, τρέ-ξιμο, γρά-ψιμο
στολίζω-ίδιστολ-ίδι
ροχαλίζω-ητόροχαλ-ητό
σκοτίζω-ούρασκοτ-ούρα
ανασαίνω-αανάσ-α
Κολυμπώ, γελώ, κοστίζω-ι / -ιο / οςκολύμπ-ι, γέλ-ιο, κόστ-ος
κρεμώ-άλακρεμ-άλα
αγγέλλω-ίααγγελλ-ία
Καλλιεργω, γοητεύω, δουλεύω- εια / -εία / ειάκαλλιέργ-εια, γοητ-εία, δουλ-εία / δουλ-ειά

αυτά που δηλώνουν το όργανο ή το μέσο μιας ενέργειας και τον τόπο της ενέργειας:

ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
Ανεμίζω, κλαδεύω, εργάζομαι-τήρας / -τήρι / -τήριοανεμισ-τήρας, κλαδευ-τήρι, εργασ-τήριο
απλώνω (άπλωσ-α), κινώ-τρα / -τροαπλώσ-τρα, κίνη-τρο
γράφω-είογραφ-είο
17ΕΠΙΘΕΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ:
ΕΠΙΘΕΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ:
ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
πείσμα
ζήλεια
-άρης, -άρα, -άρικο
-ιάρης, -άρα, -άρικο
πεισματ-άρης, πεισματ-άρα, πεισματ-άρικο
ζηλ-ιάρης, ζηλ-άρα, ζηλ-άρικο
αφρός-άτος, -άτη, -άτοαφρ-άτος, αφρ-άτη, αφρ-άτο
ασήμι
μαλλί
-ένιος, -ένια, -ένιο
-ινος, -ινη, -ινο
ασημ-ένιος, ασημ-ένια, ασημ-ένιο
μάλλ-ινος, μάλλ-ινη, μάλλ-ινο
βροχή-ερός, -ερή, -ερόβροχ-ερός, βροχ-ερή, βροχ-ερό
βύσσινο-ής, -ιά, -ίβυσσιν-ής, βυσσιν-ιά, βυσσιν-ί,
αγκάθι-ωτός, -ωτή, ωτόαγκαθ-ωτός, αγκαθ-ωτή, αγκαθ-ωτό
οικογένεια
σελήνη
έθνος
ψεύτης
Κέρκυρα
Εύβοια
-ακός, -ακή, -ακό
-ιακός, -ιακή, -ιακό
-ικός, -ική, ικό
-ικος, -ικη, ικο
-αϊκός, -αϊκή, -αϊκό
-οϊκός, -οϊκή, -οϊκό
οικογενει-ακός, οικογενει-ακή, οικογενει-ακό
σελην-ιακός, σελην-ιακή, σελην-ιακό
εθν-ικός, εθν-ική, εθν-ικό
ψεύτ-ικος, ψεύτ-ικη, ψεύτ-ικο
Κερκυρ-αϊκός, Κερκυρ-αϊκή, Κερκυρ-αϊκό
Ευβ-οϊκός, Ευβ-οϊκή, Ευβ-οϊκό
Κυριακή
νύφη
-άτικος, -άτικη, -άτικο
-ιάτικος, -ιάτικη, -ιάτικο
Κυριακ-άτικος, Κυριακ-άτικη, Κυριακ-άτικο
νυφ-ιάτικος, νυφ-ιάτικη, νυφ-ιάτικο
αγόρι-ίστικος, -ίστικη, -ίστικοαγορ-ίστικος, αγορ-ίστικη, αγορ-ίστικο
αρνί-ίσιος, -ίσια, -ίσιοαρν-ίσιος, αρν-ίσια, αρν-ίσιο
φρίκη-(α)λέος, -(α)λέα, -(α)λέοφρικ-αλέος, φρικ-αλέα, φρικ-αλέο
σιωπή-(ω)λός, -(ω)λή, -(ω)λόσιωπ-ηλός, σιωπ-ηλή, σιωπ-ηλό
αιώνας-ιος, -ια, -ιοαιών-ιος, αιών-ια, αιών-ιο
άντρας-είος, -εία, -είοαντρ-είος, αντρ-εία, αντρ-είο
κύκλωπας-ειος, -εια, -ειοκυκλώπ-ειος, κυκλώπ-εια, κυκλώπ-ειο
ακμή-αίος, -αία, -αίοακμ-αίος, ακμ-αία, ακμ-αίο
βαθμός-ιαίος, -ιαία, -ιαίοβαθμ-ιαίος, βαθμ-ιαία, βαθμ-ιαίο
18ΕΠΙΘΕΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΘΕΤΑ:
ΕΠΙΘΕΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΘΕΤΑ:
ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
πείσμα
ζήλεια
-άρης, -άρα, -άρικο
-ιάρης, -ιάρα, -ιάρικο
πεισματ-άρης, πεισματ-άρα, πεισματ-άρικο
ζηλ-ιάρης, ζηλ-ιάρα, ζηλ-ιάρικο
φτωχός-ικός, -ική, -ικόςφτωχ-ικός, φτωχ-ική, φτωχ-ικό
μικρός-ούλης, -ούλα, -ούλικομικρ-ούλης, μικρ-ούλα, μικρ-ούλικο
μικρός-ούτσικος, -ούτσικη, -ούτσικομικρ-ούτσικος, μικρ-ούτσικη, μικρ-ούτσικο
άγριος-ωπός, -ωπή, -ωπόαγρι-ωπός, αγρι-ωπή, αγρι-ωπό
μαύρος-ιδερός, -ιδερή, -ιδερόμαυρ-ιδερός, μαυρ-ιδερή, μαυρ-ιδερό
βαθύς-ουλός, -ουλή, -ουλόβαθ-ουλός, βαθ-ουλή, βαθ-ουλό
19ΕΠΙΘΕΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΡΗΜΑΤΑ:
ΕΠΙΘΕΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΡΗΜΑΤΑ:
ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
βοηθώ-τικός, -τική, -τικόβοηθη-τικός, βοηθη-τική, βοηθη-τικό
λάμπω-ερός, -ερή, -ερόλαμπ-ερός, λαμπ-ερή, λαμπ-ερό
καρτερώ-ικός, -ική, -ικόκαρτερ-ικός, καρτερ-ική, καρτερ-ικό
κινώ-τήριος, -τήρια, -τήριοκινη-τήριος, κινη-τήρια, κινη-τήριο
γελώ-τός, -τή, -τόγελασ-τός, γελασ-τή, γελασ-τό
φορολογώ-τέος, -τέα, -τέοφορολογη-τέος, φορολογη-τέα, φορολογη-τέο
φορολογώ
εκλέγω
απορρίπτω
-σιμος, -σιμη, -σιμο
-ξιμος, -ξιμη, -ξιμο
-ψιμος, -ψιμη, -ψιμο
φορολογή-σιμος, φορολογή-σιμη, φορολογή-σιμο
εκλέ-ξιμος, εκλέ-ξιμη, εκλέ-ξιμο
απορρί-ψιμος, απορρί-ψιμη, απορρί-ψιμο
20ΕΠΙΘΕΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ:
ΕΠΙΘΕΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ:
ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
πλάι-ινός, -ινή, -ινόπλα-ϊνός, πλα-ϊνή, πλα-ϊνό
παρακάτω-ιανός, -ιανή, -ιανόπαρακατ-ιανός, παρακατ-ιανή, παρακατ-ιανό
παραπάνω-ίσιος, -ίσια, -ίσιοπαραπαν-ίσιος, παραπαν-ίσια, παραπαν-ίσιο
21ΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΟΝΟΜΑΤΑ:
ΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΟΝΟΜΑΤΑ:
ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
δόξα-άζωδοξ-άζω
αγκαλιά-ιάζωαγκαλ-ιάζω
αλώνι-ίζωαλων-ίζω
γείτονας-εύωγειτον-εύω
θεμέλιο-ώνωθεμελι-ώνω
κοντός-αίνωκοντ-αίνω
πάρκινγκ-άρω
-έρνω
παρκ-άρω
παρκ-έρνω
πέτρα-βολώπετρο-βολώ
γλέντι-κοπώγλεντο-κοπώ
φόρος-λογώφορο-λογώ
λύσσα-μανώλυσσο-μανώ
22ΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΡΗΜΑΤΑ:
ΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΡΗΜΑΤΑ:
ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
κλαίω-ίζωκλαψουρ-ίζω
ψάχνω-εύωψαχουλ-εύω
23ΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ:
ΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ:
ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
αντίκρυ-ίζωαντικρ-ίζω
συχνά-ζωσυχνά-ζω
κοντά-εύωκοντ-εύω
σιμά-ώνωσιμ-ώνω
24ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΘΕΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΟΧΕΣ:
ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΘΕΤΑ ΚΑΙ ΜΕΤΟΧΕΣ:
ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
άμεσος-ωςαμέσ-ως
άμεσος-αάμεσ-α
χαρούμενος-αχαρούμεν-α
25ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ:
ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ:
ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
άλλος-ούαλλ-ού
26ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ:
ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ:
ριζική λέξηπαραγωγική κατάληξηπαράγωγη λέξη
εδώ-θεεδώ-θε
27ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΕ ΑΧΩΡΙΣΤΑ ΜΟΡΙΑ
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΕ ΑΧΩΡΙΣΤΑ ΜΟΡΙΑ

Αχώριστα μόρια ή προθήματα είναι λέξεις μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες που είτε σχηματίστηκαν τα νεότερα χρόνια (λαϊκά μόρια) είτε προέρχονται από προθέσεις ή από άκλιτες λέξεις της αρχαίας ελληνικής (λόγια μόρια). Τα λαϊκά μόρια δε χρησιμοποιούνται μόνα τους στο λόγο.

28Σύνθεση με αχώριστα λαϊκά μόρια
Σύνθεση με αχώριστα λαϊκά μόρια
μόριοσημασίασύνθετη λέξη
α-
ανα-
αν-
στέρηση ή άρνησηά-κακος, α-ξέχαστος
ανα-βροχιά, ανα-δουλειά
αν-άξιος, αν-εύθυνος
ξε-έξω
πολύ
εντελώς
στέρηση
ξε-μυτίζω, ξε-πορτίζω
ξε-κουφαίνω, ξέ-μακρα
ξε-γυμνώνω, ξε-κολλώ, ξε-τίναγμα
ξε-βάφω, ξε-διψώ, ξ-ύπνιος
29Σύνθεση με αχώριστα λόγια μόρια
Σύνθεση με αχώριστα λόγια μόρια
μόριοσημασίασύνθετη λέξη
αει-πάντοτε, συνεχώαει-κίνητος, αει-μνηστος, αει-φορία
αμφι-από τα δύο μέρη, γύρω
διχασμός
αμφί-βιο, αμφι-θέατρο, αμφί-κυρτος
αμφι-βάλλω, αμφί-ρροπος
ανα-1. επάνω
2. πάλι
3. πίσω
4. ως υποκοριστικό
1. ανα-σηκώνω, ανα-βάτης
2. ανα-γέννηση, ανα-θεώρηση
3. ανα-ρωτιέμαι, ανα-στροφή
4. ανά-λαφρος
αντι- ανθ1. αξίωμα
2. αντίθεση
3. αντί κάποιου άλλου
1. αντι-πτέραρχος, αντι-στράτηγος, ανθ-υπολοχαγός
2. αντι-καπνιστής, αντι-αλλεργικός
3. αντι-κλείδι, αντί-δωρο
απο-1. απομάκρυνση
2. αφαίρεση
3. χρόνος
4. στέρηση
5. αντίθετη ενέργεια
6. υπερβολή
1. από-κοσμος, απο-χωρώ
2. απο-δυναμώνω, απο-βάλλω
3. από-γευμα, από-βραδο
4. απ-άνθρωπος, απο-παίδι
5. απο-συνδέω, απο-μυθοποιώ
6. απο-ξεραίνω, απο-γυμνώνω
αρτι-πριν από λίγοαρτι-γέννητος
αρχι-πρώτος, ανώτεροςαρχι-εργάτης, αρχι-ερέας, αρχι-μηνιά
δια-1. ανάμεσα
2. παντού
3. διάλυση
4. μοιρασιά
5. ασυμφωνία
6. ανταγωνισμό
7. χρονική διάρκεια
διάφορα
1. δια-βαίνω, δια-γώνιος, διά-μετρος
2. δια-δίδω, δια-κηρύσσω
3. δια-λύω, δια-σπώ
4. δια-μοιράζω, δια-νέμω
5. δια-φέρω, δια-φωνώ
6. δια-γωνίζομαι, δια-πληκτίζομαι
7. δια-νυκτερεύω, δι-ημεύω
δια-δέχομαι, δι-ενεργώ
διχο-σε δύοδιχο-τόμος, διχό-νοια, διχο-γνωμία
δυσ-δύσκολος,
κακός
δυσ-άρεστος, δυσ-πεψία
δυσ-τροπος, δυσ-φημώ
εισ-κίνηση προς τα μέσαείσ-οδος, εισ-πράττω, εισ-άγω
εκ- / εξ-1. έξω
2. αλλαγή
3. πολύ
1. εκ-θέτω, εκ-φράζω, εξ-έχω
2. εκ-χερσώνω, εξ-ελληνισμός
3. έκ-θαμβος, έκ-πληκτος
εν- / εμ1. μέσα
2. ανάμεσα
3. επιτατικά
διάφορα
1. εν-έχομαι, εν-ήλικος, εμ-πιστεύομαι, εμ-πνέω
2. εν-σωματώνω, εν-τάσσω
3. έν-αστρος, έν-θερμος, εμ-παθής
εν-ισχύω, εν-οχλώ, εν-διαφέρομαι
ενδο-μέσαενδο-βλέφιος, ενδο-χώρα, ενδό-μυχος
επι- / επ- / εφ-1. επάνω
2. ανώτερος
3. εξωτερικό τμήμα
4. αυτό που ακολουθεί
5. επιτατικά
6. συμπληρωματικά
7. σκοπό
διάφορα
1. επι-βλέπω, επι-γράφω, έφ-ιππος, εφ-αρμόζω
2. επι-σμηνίας, επι-διαιτητής
3. επι-δερμίδα, επι-κάρδιο
4. επί-γονος, επί-λογος
5. επι-βεβαιώνω, επ-αυξάνω
6. επι-χορήγηση, επι-μαρτυρία
7. επί-δοξος, επι-κερδής, επι-ζήμιος
επι-ζητώ, επι-ταχύνω, εφ-ευρέτης
ευ-1. καλός, καλά
2. εύκολος, εύκολα
1. ευ-αγγέλιο, ευ-άερος, ευ-καιρία
2. ευ-ερέθιστος, εύ-φορος
ημι-1. μισό
2. σε μικρότερο βαθμό
1. ημί-χρονο, ημί-ωρο, ημι-σφαίριο, ημι-κρανία
2. ημι-επίσημος, ημί-φως, ημί-θεος
κατα-1. κάτω
2. εναντίωση
3. υπερβολή
4. μέσο μιας περιόδου
5. κατάταξη, ξεχώρισμα
1. κατά-βαση, κατα-βυθίζω
2. κατα-δίωξη, κατα-γγέλλω
3. κατα-γοητεύω, κατα-γδύνω κατα-σπαταλώ
4. κατα-καλόκαιρο, κατα-χείμωνο
5. κατα-γράφω, κατα-μετρώ, κατα-νέμω
μετα-1. αλλαγή θέσης
2. επανάληψη
3. αλλαγή κατάστασης
4. δήλωση συμμετοχής
5. χρονική συνέχεια
6. τοπική θέση
διάδοχη κατάσταση
1. μετα-φορά, μετα-φύτευση, μετά-θεση
2. μετα-πωλώ
3. μετα-σχηματίζω, μετα-πλάθω, μετά-λλαξη
4. μετα-δίδω, μετα-λαμβάνω
5. μετα-μεσήμερο, μετα-μεσονύκτιο
6. μετό-πισθεν, μετα-τάρσιο
μετα-σεισμός
ομο-μαζί, που έχει το ίδιοομό-θρησκος, ομό-κεντρος, ομο-ούσιος
οψι-αργάοψι-μάθεια, οψί-πλουτος
παρα-1. ενώπιον
2. εναντίον
3. κοντά
4. υποκατάσταση
5. σχετική ομοιότητα
6. παράλληλη λειτουργία
7. χρονική συνέχεια
8. απόκλιση από κανονικό
9. σκόπιμη αλλοίωση
διάφορα
1. παρε-λαύνω
2. παρα-βαίνω, παρε-μποδίζω
3. παρα-θαλάσσιος, παρα-μεθόριος
4. παρα-μάνα, παρα-γιός, παρα-παίδι
5. παρα-πλήσιος, παρό-μοιος
6. παρα-κράτος, παρα-οικονομία
7. παρα-μένω, παρα-τείνω
8. παρά-νοια, παρα-φροσύνη, παρα-μνησία
9. παρα-ποιώ, παρα-χαράσσω, παρε-ρμηνεύω
παρα-γνωρίζω, παρα-κολουθώ
περι-1. γύρω
2. πολύ
3. εξωτερικό τμήμα
4. κοντά
5. κυκλική κίνηση
6. κίνηση χωρίς στόχο
7. κρατώ μέσα
1. περι-γιάλι, περι-ορίζω, περι-μαζεύω
2. περι-ζήτητος, περί-φημος
3. περι-κάρδιο, περι-σπέρμιο
4. περί-γειο, περι-ήλιο
5. περι-στρέφω, περι-φέρω
6. περι-φέρομαι, περι-πλανιέμαι
7. περι-έχω, περι-λαμβάνω
προσ-1. κίνηση προς ένα τέρμα
2. εγγύτητα
3. ομοιότητα
4. συμφωνία, σχέση
5. εναντίον
6. χρονική εγγύτητα
7. επαύξηση
διάφορα
1. προσ-έρχομαι, προσ-ελκύω
2. προσ-κολλώ, πρόσ-κειμαι
3. προσ-ομοιάζω
4. προσ-αρμόζω
5. προσ-βάλλω, προσ-κρούω
6. πρόσ-καιρος, προσ-ωρινός
7. προσ-αυξάνω, προσ-μαρτυρώ
προσ-δοκώ, προσ-εύχομαι, προσ-μένω
συν-
(συγ-,
συλ-,
συμ-,
συρ-,
συσ-,
συ-,
συνε-)
μαζίσυν-εργάτης, συν-έδριο,
συγ-γενής, συγ-κάτοικος,
συλ-λαμβάνω, συλ-λαλητήριο
συμ-μαζεύω, συμ-παίκτης
συρ-ράπτω, σύρ-ιζα
συσ-κέπτομαι, συσ-κοτίζω
σύ-θαμπα, σύ-ζυγος
συνε-παίρνω, συνε-φέρνω
τηλε-μακριάτηλέ-φωνο, τηλε-χειριστήριο, τηλε-όραση
υπερ-1. πέρα από το κανονικό
2. προστασία, υπεράσπιση
1. υπερ-βολή, υπερ-κόπωση, υπερ-μεγέθης
2. υπερ-ασπίζω, υπέρ-μαχος
υπο- (υπ-, υφ-)1. από κάτω
2. κρυφά, λίγο
3. συνοδεία
4. πίσω
1. υπό-γειο, υπο-διευθυντής, υφ-ήλιος
2. υπο-δηλώνω, υπο-μειδιώ, υπο-σιτίζομαι
3. υπό-κρουση
4. υπο-χωρώ
υψι-ψηλά, ψηλόςυψί-πεδο, υψί-φωνος
30ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΕ ΕΝΩΣΗ ΛΕΞΕΩΝ
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΕ ΕΝΩΣΗ ΛΕΞΕΩΝ

Στη σύνθεση με ένωση λέξεων ενώνονται δύο λέξεις για να σχηματίσουν μια νέα λέξη.

Η πρώτη λέξη ονομάζεται α' συνθετικό και η δεύτερη β' συνθετικό.

Οι λέξεις που ενώνονται μπορεί να είναι ουσιαστικά, επίθετα, αριθμητικά, ρήματα, μετοχές, επιρρήματα και προθέσεις.

Οι λέξεις που ενώνονται μπορεί να είναι:

α) της ίδιας γραμματικής κατηγορίας, π.χ. επίθετο + επίθετο (γλυκό + πικρό = γλυκόπικρο), ρήμα + ρήμα (ανεβαίνω + κατεβαίνω = ανεβοκατεβαίνω)

β) διαφορετικής γραμματικής κατηγορίας, π.χ. επίθετο + ουσιαστικό (μαύρο + πίνακας = μαυροπίνακας) ή επίρρημα + ρήμα (χαμηλά + πετώ = χαμηλοπετώ).

31Η σημασία των σύνθετων λέξεων
Η σημασία των σύνθετων λέξεων

Οι σύνθετες λέξεις ανάλογα με τη σημασία τους χωρίζονται σε τέσσερα είδη:

α) παρατακτικές, β) προσδιοριστικές, γ) κτητικές, δ) αντικειμενικές.

α) παρατακτικές σύνθετες είναι οι λέξεις που η σημασία τους αποτελεί τη σύνθεση των σημασιών που έχουν τα συνθετικά τους ή, για να το πούμε αλλιώς, σημαίνουν ό,τι και τα συνθετικά τους ενωμένα με το σύνδεσμο και

μπαινοβγαίνω = μπαίνω και βγαίνω

γλυκόπικρο = γλυκό και πικρό

νοτιοδυτικά = νότια και δυτικά

Το α' και β' συνθετικό των παρατακτικών συνθέτων ανήκουν στην ίδια γραμματική κατηγορία, π.χ.

32ουσιαστικό + ουσιαστικό (μαχαιροπίρουνο = μαχαίρι και πιρούνι)
ουσιαστικό + ουσιαστικό (μαχαιροπίρουνο = μαχαίρι και πιρούνι)
33επίθετο + επίθετο (γλυκόπικρο = γλυκό και πικρό)
επίθετο + επίθετο (γλυκόπικρο = γλυκό και πικρό)
34ρήμα + ρήμα (μπαινοβγαίνω = μπαίνω και βγαίνω)
ρήμα + ρήμα (μπαινοβγαίνω = μπαίνω και βγαίνω)

επίρρημα + επίρρημα (νοτιοδυτικά = νότια και δυτικά)

Σε παλαιότερες γραμματικές τα παρατακτικά σύνθετα χωρίζονταν σε δύο υποκατηγορίες:

α) παρατακτικά σύνθετα που τα δύο συνθετικά αποδίδονται στη σύνθετη λέξη ισότιμα και παράλληλα, π.χ.

αντρόγυνο = και άντρας και γυναίκα, γυναικόπαιδα = και γυναίκες και παιδιά.

Τα σύνθετα αυτά λέγονται και παρατακτικά ζευγαρωτά.

β) παρατακτικά σύνθετα που η σύνθετη λέξη εκφράζει μια διαφορετική σημασία από εκείνη των συνθετικών, κάτι ανάμεσα στα δύο συνθετικά π.χ. άνεμος βορειοδυτικός = φυσάει ανάμεσα στο βορρά και στη δύση, καμηλοπάρδαλη = ανάμεσα στην καμήλα και στη λεοπάρδαλη.

Η διάκριση ανάμεσα σ' αυτές τις δύο υποκατηγορίες δεν είναι και τόσο εύκολη.

β) προσδιοριστικές σύνθετες είναι οι λέξεις στις οποίες η σημασία του ενός συνθετικού προσδιορίζει τη σημασία του άλλου,

μαυροπίνακας (μαύρος πίνακας)

κρασοπότηρο (ποτήρι του κρασιού)

χαμηλοπετώ (πετώ χαμηλά).

Με άλλα λόγια το ένα συνθετικό λειτουργεί ως επιθετικός προσδιορισμός, επιρρηματικός προσδιορισμός ή προσδιορισμός σε γενική του άλλου συνθετικού, π.χ.

μαυροπίνακας (μαύρος = επιθετικός προσδιορισμός στο πίνακας)

κρασοπότηρο (του κρασιού = προσδιορισμός σε γενική στο ποτήρι)

χαμηλοπετώ (χαμηλά = επιρρηματικός προσδιορισμός στο πετώ).

γ) Κτητικές σύνθετες είναι οι λέξεις που δηλώνουν εκείνο το πρόσωπο ή το αντικείμενο που έχει κάτι ως κτήμα του ή ως χαρακτηριστικό του. Μπορούν να αναλυθούν στη φράση αυτός που έχει...

καλόψυχος (αυτός που έχει καλή ψυχή)

μακρυχέρης (αυτός που έχει μακριά χέρια)

γλυκόφωνος (αυτός που έχει γλυκιά φωνή).

δ) Αντικειμενικές σύνθετες είναι οι λέξεις στις οποίες το ένα συνθετικό λειτουργεί ως αντικείμενο στο ρήμα που προκύπτει από το θέμα του άλλου συνθετικού. Τις περισσότερες φορές μπορούν να αναλυθούν στη φράση αυτός που κάνει... (ό,τι λέει το άλλο συνθετικό)

βιβλιοπώλης (αυτός που πουλά βιβλία)

ψαροφάγος (αυτός που τρώει ψάρια)

35μυθιστοριογράφος (αυτός που γράφει μυθιστορήματα)
μυθιστοριογράφος (αυτός που γράφει μυθιστορήματα)

χρονομετρητής (αυτός που μετρά τον χρόνο).

Το πρώτο ή το δεύτερο συνθετικό των αντικειμενικών σύνθετων είναι  ρήμα ή αναλύεται σε ρήμα, οπότε το ένα συνθετικό λειτουργεί ως αντικείμενο του ρήματος π.χ.

βιβλιοπώλης (βιβλίο + πουλώ / τι πουλά; = βιβλία)

ψαροφάγος (ψάρι + τρώω / τι τρώει; = ψάρια)

μυθιστοριογράφος (μυθιστόρημα + γράφω / τι γράφει; = μυθιστορήματα)

χρονομετρητής (χρόνος + μετρώ / τι μετρά; = τον χρόνο).

Κάθε σύνθετο που το ένα συνθετικό του είναι ρήμα δε σημαίνει ότι είναι και αντικειμενικό. Είδαμε προηγουμένως το σύνθετο σιγοτραγουδώ. Δεν είναι αντικειμενικό σύνθετο, γιατί το συνθετικό "σιγά" δεν απαντάει στην ερώτηση "τι τραγουδώ;"

36ΜΟΡΦΗ ΣΥΝΘΕΤΩΝ
ΜΟΡΦΗ ΣΥΝΘΕΤΩΝ

Κατά το σχηματισμό μιας σύνθετης λέξης από τα δύο συνθετικά παρατηρούνται μερικές φορές κάποιες αλλαγές και αφορούν:

α) το λεγόμενο συνθετικό φωνήεν, β) την αποκοπή του α' συνθετικού γ) τις αλλαγές στο τελικό φωνήεν του α' συνθετικού

Το συνθετικό φωνήεν

Κατά τη σύνθεση δύο λέξεων, όταν η πρώτη είναι κλιτή ή επίρρημα, ανάμεσα στις δύο λέξεις μπαίνει συνήθως το φωνήεν ο, που ονομάζεται συνθετικό φωνήεν, π.χ.

λάδι + ξίδι = λαδόξιδο

σιγά + μιλώ = σιγομιλώ

άσπρος + μαύρος = ασπρόμαυρος

καλός + καρδιά = καλόκαρδος

μικρός + ιδιοκτήτης = μικροϊδιοκτήτης

πρώτος + ύπνος = πρωτοΰπνι

έμπορος + υπάλληλος = εμποροϋπάλληλος

το συνθετικό φωνήεν χάνεται:

Όταν το αρχικό φωνήεν του β' συνθετικού είναι α ή ο το συνθετικό φωνήεν χάνεται, π.χ.

άγριος + αγκάθι = αγριαγκάθι

κάρβουνο + αποθήκη = καρβουναποθήκη

γλυκός + ανάλατος = γλυκοανάλατος > γλυκανάλατος

Εννοείται ότι το συνθετικό φωνήεν ο δε χάνεται πάντα· υπάρχουν και αρκετές περιπτώσεις όπου διατηρείται, π.χ.

νότιος + ανατολικός = νοτιοανατολικός

παλιός + άνθρωπος = παλιάνθρωπος

Αποκοπή του α' συνθετικού

Σε κάποιες περιπτώσεις που το σύνθετο θα γινόταν πολύ μεγάλο και δυσκολοπρόφερτο, οι τελευταίες συλλαβές του α' συνθετικού κόβονται, μένει όμως το συνθετικό φωνήεν

ανεβαίνω + κατεβαίνω = όχι ανεβαινοκατεβαίνω αλλά ανεβοκατεβαίνω

ηλεκτρισμός + φωτισμός = όχι ηλεκτρισμόφωτισμός αλλά ηλεκτροφωτισμός

Αλλαγή (τροπή) του τελικού συμφώνου του α' συνθετικού

Όταν το α' συνθετικό μετά τη σύνθεση χάνει το τελικό του φωνήεν και το σύμφωνο που απομένει είναι κ, π, τ (άηχο στιγμιαίο), τότε αυτό μετατρέπεται αντίστοιχα σε χ, φ, θ.

Αυτό συμβαίνει γιατί και στα αρχαία ελληνικά τα κ, π, τ τρέπονταν σε χ, φ, θ όταν το β' συνθετικό ήταν δασυνόμενη λέξη, π.χ.

χ αντί κ: κακός + ὑποψία = καχυποψία

φ αντί π: από + αἷμα = αφαίμαξη, επί + ἕδρα = έφεδρος, υπό + ἥλιος = υφήλιος

θ αντί τ: κατά + ἕδρα = καθέδρα, αντί + υγιεινός = ανθυγιεινός

37ΠΟΛΥΛΕΚΤΙΚΑ ΣΥΝΘΕΤΑ:
ΠΟΛΥΛΕΚΤΙΚΑ ΣΥΝΘΕΤΑ:

Οι πολυσύνθετες λέξεις, που αποτελούνται από τρία ή περισσότερα συνθετικά, π.χ. παλαιοβιβλιοπώλης (= παλαιός + βιβλίο + πουλώ).

Οι λεξικές φράσεις, που αποτελούνται από:

α) επίθετο + ουσιαστικό, π.χ. παιδική χαρά, ηλιακή ενέργεια, εκδοτικός οίκος,

β) ουσιαστικό + ουσιαστικό σε γενική, π.χ. λεξικό τσέπης, φακοί επαφής, πλυντήριο πιάτων

και έχουν παγιωθεί ως εκφράσεις με ιδιαίτερη σημασία.

Τα παραθετικά σύνθετα, τα οποία είναι ζεύγη λέξεων που βρίσκονται στην ίδια πτώση και συνδέονται μεταξύ τους πιο χαλαρά από ό,τι τα σύνθετα που προέρχονται από σύνθεση δύο ή περισσότερων λέξεων. Οι σημασιολογικές σχέσεις μεταξύ των δύο λέξεων είναι οι εξής:

α) η σημασία της δεύτερης λέξης προσθέτει μια σημασία στην πρώτη λέξη (σχέση κατηγορουμένου), π.χ. ο νόμος πλαίσιο (= ο νόμος που είναι νόμος, αλλά λειτουργεί ως πλαίσιο αρχών), παιδί θαύμα, χώρα μέλος

β) η σημασία της δεύτερης λειτουργεί ως παρομοίωση της πρώτης (σχέση μεταφορική), π.χ. λέξη κλειδί (= λέξη που μοιάζει να λειτουργεί σαν κλειδί)

Γράφονται είτε με ενωτικό ανάμεσά τους είτε χωρίς ενωτικό, π.χ. λέξη-βάση, αλλά και λέξη βάση.

38ΓΝΗΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
ΓΝΗΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Γνήσια σύνθεση είναι η δημιουργία σύνθετων λέξεων κατά την οποία παρατηρούνται αλλαγές στην αρχική μορφή του α΄ ή και του β΄ συνθετικού, π.χ. θαλασσοπούλι από θάλασσα + πουλί, αλατοπίπερο από αλάτι + πιπέρι.

H καταχρηστική σύνθεση είναι η δημιουργία σύνθετων λέξεων στις οποίες δεν έχει μεταβληθεί η αρχική μορφή των συνθετικών τους, π.χ. Nεάπολη από Nέα + πόλη, Πανεπιστημιούπολη από Πανεπιστημίου + πόλη

39ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ
ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ
40ΚΟΜΜΑ
ΚΟΜΜΑ

Το κόμμα είναι το πιο συχνό σημείο στίξης του γραπτού λόγου. Στον προφορικό λόγο τις περισσότερες φορές δε γίνεται αντιληπτή η χρήση του. Χρησιμοποιείται, για να δείξει σταμάτημα του λόγου ανάμεσα σε λέξεις ή προτάσεις. Με το κόμμα χωρίζονται:

Όμοιοι όροι της πρότασης (υποκείμενα, αντικείμενα, κατηγορούμενα, επιθετικοί ή επιρρηματικοί προσδιορισμοί, π.χ.

Ο Γιώργος, ο Πέτρος, ο Νίκος, ο Παύλος και ο Γιάννης θα μείνουν εδώ.

Να φέρετε τα πιάτα, τα πιρούνια, τα μαχαίρια, τα ποτήρια και τις πιατέλες.

Είναι ψηλός, γεροδεμένος, ξανθομάλλης.

Δε χωρίζονται με το κόμμα οι όμοιοι όροι που ενώνονται με συμπλεκτικό ή διαχωριστικό σύνδεσμο, π.χ.

Ο Γιώργος και ο Πέτρος θα μείνουν εδώ. (και, συμπλεκτικός)

Να μη φέρετε ούτε τα πιάτα ούτε τα ποτήρια. (ούτε, συμπλεκτικός)

Να φέρετε είτε τα πιάτα είτε τα ποτήρια. (είτε, διαχωριστικός)

Τα ρήματα που έχουν το ίδιο υποκείμενο. π.χ.

Ο Γιώργος σηκώθηκε, πλύθηκε, ντύθηκε έφαγε και έφυγε για το σχολείο.

Θα φύγουμε στις έξι το απόγευμα, θα πάμε για λίγο από το σπίτι της Αντιγόνης, μετά θα πάμε σινεμά, θα φάμε κατιτίς κι ύστερα θα γυρίσουμε.

Με κόμμα χωρίζεται η κλητική προσφώνηση. π.χ.

Γιώργο, χάρηκα που είσαι καλά.

Νομίζω, Αντώνη, πως κάνεις λάθος.

Χωρίζεται με κόμμα κάθε λέξη ή φράση επιπρόσθετη, δηλαδή μια φράση που προσθέτει μια πληροφορία, π.χ.

Η Ελένη, η δασκάλα, αρρώστησε.

Θα έρθει ο Γιώργος, ο παιδικός μου φίλος.

Χωρίζεται με κόμμα ένα μόριο βεβαιωτικό ή ένα αρνητικό επίρρημα στην αρχή της περιόδου, το οποίο συνδέει το λόγο με τα προηγούμενα ή γενικότερα επιρρηματικούς προσδιορισμούς που βρίσκονται στην αρχή, στο μέσο ή στο τέλος μιας πρότασης, π.χ.

– Θα μείνεις μαζί μας;

– Όχι, θα φύγω.

– Καλά, όπως νομίζεις.

Εκτός απ' αυτό, μου είπε ότι μ' αγαπάει.

Μου είπε, εκτός απ' αυτό, ότι μ' αγαπάει.

Μου είπε ότι με αγαπάει, εκτός απ' όλα τ' άλλα.

Χωρίζουμε με κόμμα ισοδύναμες προτάσεις, κύριες ή δευτερεύουσες,

α) όταν είναι ασύνδετες. π.χ. Ο Γιάννης σηκώθηκε, πλύθηκε με το κρύο νερό, έφαγε το πρωινό του, φόρεσε τα καινούρια του ρούχα και ξεκίνησε για τη δουλειά.

β) όταν συνδέονται με αντιθετικούς ή συμπερασματικούς συνδέσμους, π.χ. Θα σε περιμένω, αλλά μην αργήσεις.

Χωρίζονται με κόμμα οι δευτερεύουσες προτάσεις από τις κύριες, όταν είναι:

α) αιτιολογικές, π.χ. Φεύγω, επειδή δε μου αρέσει ο τρόπος σου.

β) συμπερασματικές, π.χ. Έφαγε τόσο, ώστε έσκασε.

γ) υποθετικές, π.χ. Σε περίπτωση πυρηνικού ολοκαυτώματος, αν ζήσεις, θα είσαι μάλλον άτυχος.

δ) εναντιωματικές, π.χ. Ο Γιώργος δε της στάθηκε πιστός, αν και είχε ορκιστεί αιώνια αγάπη.

ε) χρονικές, π.χ. Θα φύγω, όταν φύγεις κι εσύ.

στ) όσες αρχίζουν με το χωρίς να, π.χ. Μου πήραν το πορτοφόλι, χωρίς να το καταλάβω.

ζ) τελικές (εκτός κι αν αρχίζουν με το να), π.χ. Ας πάμε λοιπόν, για να δούμε κι εμείς.

η) προσθετικές αναφορικές, π.χ. Η μαμά του, που τον παρακολουθούσε από το παράθυρο, τον φώναξε να μπει μέσα.

θ) οι προτάσεις που αρχίζουν με το παρά, σαν β’ όρος της σύγκρισης κι είναι μεγάλες π.χ.

Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Καλύτερα να μείνεις εδώ, παρά να τρέχεις μέσα στη νύχτα μ’ αυτόν τον παλιόκαιρο.

ι) οι μετοχικές προτάσεις που είναι μεγάλες. π.χ.

Κρατώντας ανθισμένα κλαδιά αμυγδαλιάς και πλήθος λουλούδια του βουνού στην αγκαλιά της, μπήκε μέσα γελαστή.

Πήγαινε κουτσαίνοντας.

8. Σε ευθύ λόγο που βρίσκεται μέσα σε εισαγωγικά χωρίζονται με κόμματα λέξεις ή φράσεις που δεν ανήκουν σ’ αυτόν. π.χ. «Πέρασε, μου είπε ο Πέτρος, από το μαγαζί»

9. Το κόμμα χρειάζεται ορισμένες φορές, παρά τους κανόνες που καθορίζουν τη θέση του, για να αποφύγουμε παρεξηγήσεις στην κατανόηση. π.χ. Χθες ακούσαμε τα συγκροτήματα Νέοι Ορίζοντες, Μελωδία, και Ρυθμός. (Χωρίς το κόμμα το Μελωδία και Ρυθμός θα αποτελούσε ένα συγκρότημα.)

Δεν χωρίζονται με κόμμα

Δε χωρίζονται με κόμμα από τις κύριες προτάσεις οι δευτερεύουσες, όταν είναι:

α) ειδικές, π.χ. Ξαφνικά είδαν ότι οι στρατιώτες του εχθρού είχαν πλησιάσει.

β) πλάγιες ερωτηματικές, π.χ. Δεν ξέρει κανείς πού έχει πάει.

γ) οι διστακτικές, π.χ. Τότε φοβήθηκαν μην τους επιτεθούν.

δ) όσες εισάγονται με το να, π.χ. Είναι προτιμότερο να φύγεις.

Δε χωρίζονται με κόμμα οι αναφορικές που αποτελούν απαραίτητο συμπλήρωμα του λόγου. π.χ.

Γνωρίζω κάποια μυστικά που δεν τα ξέρουν οι άλλοι.

Χωρίζονται όμως με κόμμα, όταν αποτελούν συμπλήρωμα, π.χ.

Ο Γιώργος, που ξέρεις πόσο σε αγαπάει, μου είπε ότι θα έρθει απόψε μαζί μας.

41ΤΕΛΕΙΑ
ΤΕΛΕΙΑ

Χρησιμοποιείται

για να δηλώσουμε το τέλος μιας περιόδου, ότι ολοκληρώθηκε το νόημα αυτών που θέλουμε να μεταδώσουμε, π.χ.

Στην Τετάρτη Τάξη βασίλευε και κυβερνούσε ο Διευθυντής του Δημοτικού. Κοντοπίθαρος, μ' ένα γενάκι σφηνωτό, με γκρίζα πάντα θυμωμένα μάτια, στραβοπόδης.

σε μια βραχυγραφία:

α. Νεοελλ. Λογοτεχνία = Νεοελληνική, αι. = αιώνας

β. δύο ή περισσότερων λέξεων που υποδηλώνουν ένα σύνολο: Π.Δ. = Παλαιά Διαθήκη

γ. ενός λεξικού συνόλου: π.Χ. = προ Χριστού

δ. μιας λέξης στον πληθυντικό αριθμό (με διπλασιασμό του αρχικού γράμματος): σσ. = σελίδες

στη δήλωση της ώρας: 11.00

σε πολυψήφιους αριθμούς: 1.000

42ΑΝΩ / ΠΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ
ΑΝΩ / ΠΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ

Χρησιμοποιείται

για να τονίσουμε την αντίθεση ανάμεσα σε δύο μέρη μιας περιόδου, δείχνοντας ότι το δεύτερο μέρος είναι σπουδαιότερο από το πρώτο, π.χ.

Αυτός δεν είναι άνθρωπος· είναι τέρας.

για να διακρίνουμε τα δύο μέρη μιας περιόδου, δείχνοντας ότι το δεύτερο μέρος αποτελεί αιτιολόγηση του πρώτου, π.χ.

Ήρθε κι έφυγε αμέσως· ήξερε τι τον περίμενε.

Σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπό του· είχε ιδρώσει, κι όμως δεν έκανε ζέστη.

για να διακρίνουμε τα μέρη μιας περιόδου, δείχνοντας ότι το δεύτερο αποτελεί επεξήγηση του πρώτου, π.χ.

Πάντα ήταν σαφέστατος· ποτέ δε μάσαγε τα λόγια του.

Το κρέας δικό σου, του ’πε, τα κόκαλα δικά μου· μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάμε τον άνθρωπο.

Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη· έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.

για να διαχωρίσουμε περιπτώσεις που αναφέρουμε κατά σειρά, με προσθήκη ποικίλων προσδιορισμών, π.χ.

Υπήρχαν δύο ενδεχόμενα· να πάμε όλοι μαζί στο γήπεδο, για να δούμε τον αγώνα· να καθίσουμε σπίτι και να δούμε τον αγώνα από την τηλεόραση.

O πατέρας μου έσκυψε, άγγιξε τα μαλλιά μου, με χάδεψε· τινάχτηκα· ποτέ δε θυμόμουν να μ’ έχει χαδέψει· σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα τρομαγμένος.

43ΑΝΩ ΚΑΙ ΚΑΤΩ ΤΕΛΕΙΑ / ΔΙΠΛΗ ΤΕΛΕΙΑ
ΑΝΩ ΚΑΙ ΚΑΤΩ ΤΕΛΕΙΑ / ΔΙΠΛΗ ΤΕΛΕΙΑ

Χρησιμοποιείται

για να εξηγήσουμε κάτι που γράψαμε προηγουμένως ή για να απαριθμήσουμε τα μέρη ενός συνόλου, π.χ.

Τα κλιτά μέρη του λόγου είναι τα εξής: άρθρο, ουσιαστικό, επίθετο, αντωνυμία, ρήμα, μετοχή.

Το πρωινό περιλαμβάνει: ψωμί, βούτυρο, γάλα, μέλι ή μαρμελάδα, καφέ.

εμπρός από τα λόγια που αναφέρονται κατά λέξη.

... και τότε ακούστηκε η ανακοίνωση: «Εγκαταλείψτε το πλοίο.»

ο οδηγός του ταξί γύρισε και μου είπε: «Και τώρα, καθηγητά μου, να και η ερώτηση.

για να παραθέσουμε ένα ρητό ή μια παροιμία.

Το λέει άλλωστε και η παροιμία: «Με όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις.»

44ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ
ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ

Μπορεί να δηλώνει μια ερώτηση στην οποία περιμένουμε απάντηση ή ακόμη απορία και αμφιβολία. Χρησιμοποιείται:

στο τέλος μιας ευθείας ερώτησης, π.χ.

Θέλεις παγωτό;

στο τέλος διαδοχικών ερωτήσεων, π.χ.

Ποια συναισθήματα νιώθει ο μικρός Ν. Καζαντζάκης πριν φτάσει στο σχολείο και γιατί;

μέσα σε παρένθεση και δίπλα από οποιαδήποτε λέξη ή φράση, για την οποία θέλουμε να εκφράσουμε αμφισβήτηση ή ειρωνεία ή άλλα συναισθήματα απόρριψης, π.χ.

Ο φίλος σου (;) είναι πρόθυμος, λέει, να μας βοηθήσει.

45ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΟ
ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΟ

Δηλώνει συναισθηματική φόρτιση. Χρησιμοποιείται:

ύστερα από επιφωνήματα ή επιφωνηματικές εκφράσεις, π.χ.

Αχ!, Ζήτω!

ύστερα από επιφωνηματικές προτάσεις, π.χ.

«Τα μάτια σας τέσσερα, κακομοίρηδες, γιατί αλλιώς, κοιτάχτε εδώ!», είπε και μας έδειξε το βούρδουλα. «Δε λέω λόγια, θα δείτε έργα!»

μέσα σε παρένθεση και δίπλα από μια λέξη ή φράση μιας πρότασης, όταν θέλουμε να σχολιάσουμε - συνήθως ειρωνικά - αυτή τη λέξη.

Περάσαμε πάρα πολύ ωραία (!)

46ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ
ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Τα χρησιμοποιούμε στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος μιας περιόδου:

για να αφήσουμε μια φράση ατελείωτη, γιατί δε θέλουμε να την αποτελειώσουμε, επειδή αυτό που ακολουθεί είναι ευνόητο ή επειδή δεν πρέπει να το πούμε για λόγους ευπρέπειας, π.χ.

Δύο μήνες ακριβώς... Το 'χω σημειώσει... Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές... δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο με τα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές...

γιατί θέλουμε να δηλώσουμε συγκίνηση, π.χ.

Με την ευκή του Θεού και με την ευκή μου…, μουρμούρισε και με κοίταξε με καμάρι.

γιατί θέλουμε να υποχρεώσουμε τον αναγνώστη να συμπληρώσει ο ίδιος το κενό των αποσιωπητικών ή να υποψιαστεί το δικό μας σχόλιο, π.χ.

Τι συλλογιέσαι; με ρώτησε ο αβάς. - Την Κρήτη... αποκρίθηκα.

τα περικλείουμε σε αγκύλες για να δηλώσουμε ότι ένα απόσπασμα ξένου λόγου δεν το παρουσιάζουμε, π.χ.

Και να γίνω κι ένα πελώριο αφτί, ν'ακουμπήσω στον κόρφο τούτης της πολιτείας, ν'ακούσω την καρδιά της. [...]

47ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Τα χρησιμοποιούμε:

για να περικλείσουμε τα λόγια ενός άλλου ή μια λέξη του, όταν τα αναφέρουμε ακριβώς όπως τα είπε, π.χ.

«Τα μάτια σας τέσσερα, κακομοίρηδες, γιατί αλλιώς, κοιτάχτε εδώ!», είπε και μας έδειξε το βούρδουλα. «Δε λέω λόγια, θα δείτε έργα!»

«Kαι ενθυμήθηκα πως είμαι γυναίκα». Πώς ορίζεται η θέση της γυναίκας στο κείμενο;

για να περικλείσουμε μια φράση ή λέξη που θέλουμε ο αναγνώστης μας να την εννοήσει με διαφορετική σημασία: ειρωνικά, υποτιμητικά ή ως κάτι το εξαιρετικό, π.χ.

Να τον βράσω τον «πολιτισμό» σας!

για να περικλείσουμε τίτλους, ονόματα βιβλίων, λογοτεχνικών έργων, ονομάτων πλοίων κ.τ.λ.

Αναζητήστε και διαβάστε το διήγημα της Κατίνας Παπά «Η εκδρομή του Δημητρού»

Γράφοντας στον υπολογιστή, επειδή έχουμε πολλές δυνατότητες μορφοποίησης, αντί των εισαγωγικών μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε πλαγιαστά ή έντονα γράμματα, π.χ.

Αναζητήστε και διαβάστε το διήγημα της Κατίνας Παπά Η εκδρομή του Δημητρού.

Αναζητήστε και διαβάστε το διήγημα της Κατίνας Παπά Η εκδρομή του Δημητρού.

Αναζητήστε και διαβάστε το διήγημα της Κατίνας Παπά Η εκδρομή του Δημητρού.

48ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ
ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Χρησιμοποιείται:

για να δηλώσουμε πληροφορίες που επεξηγούν, που αποτελούν πρόσθετο υλικό, το οποίο όμως θα μπορούσε να παραλειφθεί. Ο τόνος της φωνής μας κατά την ανάγνωση χαμηλώνει.

Οι ακρίτες ήταν οι συνοριακοί φρουροί της αυτοκρατορίας που ζούσαν στα «στρατιωτόπια» (στρατιωτικές περιοχές που τους δόθηκαν για καλλιέργεια).

για να περικλείσουμε τα ακριβή στοιχεία μιας παραπομπής σε δικό μας ή ξένο λόγο.

Ο Τρίτωνας είναι θαλάσσιος δαίμονας της ελληνικής μυθολογίας (δες «Ελληνική Μυθολογία», Ι. Θ. Κακριδή, τ. 2, σελ. 246)

για να περικλείσουμε μια χρονολογική ένδειξη που δε θέλουμε να την εντάξουμε στην κανονική ροή του λόγου.

Η έρευνα δεν έχει καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα για το αν o ποιητής τους είναι ο Βυζαντινός λόγιος Θεόδωρος Πρόδρομος (12ος αι.).

για να περικλείσουμε ένα ερωτηματικό ή θαυμαστικό.

Περάσαμε πάρα πολύ ωραία (!)

Ο φίλος σου (;) είναι πρόθυμος, λέει, να μας βοηθήσει.

για να περικλείσουμε ένα ή περισσότερα γράμματα μιας λέξης, ώστε να διαβαστεί και με διαφορετικό τρόπο, άρα και να μεταδοθεί ένα επιπλέον μήνυμα, π.χ.

αν(τ)οχή, και φθηνά και υπέ(φ)θηνα

Για να αποδώσουμε τον ίδιο όρο και σε άλλη γλώσσα, π.χ.

Να αναφέρουμε και το διάσημο για το έργο του Οδυσσέας (Ulysses) Ιρλανδό Τζέημς Τζόις (James Joyce).

49ΔΙΠΛΗ ΠΑΥΛΑ
ΔΙΠΛΗ ΠΑΥΛΑ

Τις χρησιμοποιούμε:

για να δηλώσουμε κάποιες πληροφορίες απαραίτητες, που θα πρέπει να τις διαβάσουμε με χαμηλότερη ένταση στη φωνή, ώστε να αναδειχτούν με ήπιο τρόπο, π.χ.

Και κάτι άλλο – καθόλου αστείο – που δεν το πρόσεξε κανείς από μας.

Για να περικλείσουμε μια παράθεση ή επεξήγηση, θέλοντας να δώσουμε διαφορετικό τόνο απ’ ό,τι με τα κόμματα, π.χ.

Ο άνθρωπος αυτός – ο καλύτερος απ’ όσους γνώρισα – βρίσκεται μπροστά μας αυτή τη στιγμή!

50ΜΟΝΗ ΠΑΥΛΑ
ΜΟΝΗ ΠΑΥΛΑ

Χρησιμοποιείται:

στο τέλος μιας περιόδου, για να ειδοποιήσει ότι ακολουθεί μια αντιπαρατήρηση π.χ.

Λείπει όλη μέρα – πού στο καλό πήγε;

για να δηλώσει την εναλλαγή των προσώπων σ’ ένα διάλογο.

— Το κρέας δικό σου, του ’πε, τα κόκαλα δικά μου· μην τον λυπάσαι, δέρνε τον, κάμε τον άνθρωπο. — Έγνοια σου, καπετάν Μιχάλη· έχω εδώ το εργαλείο που κάνει τους ανθρώπους, είπε ο δάσκαλος κι έδειξε τη βίτσα.

51ΕΝΩΤΙΚΟ
ΕΝΩΤΙΚΟ

Το χρησιμοποιούμε:

στο τέλος μιας σειράς, για να χωρίσουμε μια λέξη στο συλλαβισμό, π.χ.

Τα μάτια σας τέσσερα, κακομοίρηδες, γιατί αλλιώς, κοιτάχτε εδώ!», είπε και μας έδειξε το βούρδουλα. «Δε λέω λόγια, θα δείτε έργα!»

Θαρρούσαμε πως θα 'ταν καμιά νέα γυναίκα και την έλεγαν Παιδαγωγική· μα όταν τον αντικρί- σαμε για πρώτη φορά ήταν ολομόναχος· η Παιδαγωγική έλειπε, θα 'ταν σπίτι.

για να ενώσουμε τα προτακτικά: Αϊ-, Αγια-, γερο-, γρια-, θεια-, κυρα-, μαστρο-, μπαρμπα-, παπα- κ.ά.

Ήρθε ο κυρ-Γιώργος με την κυρα-Μαρία.

Ανάμεσα σε δύο λέξεις, όταν πρόκειται για διπλά ονόματα ή επώνυμα ή –συνήθως– παραθετικές σύνθετες λέξεις, π.χ.

Άννα-Μαρία,

νόμος-πλαίσιο, αλλά και νόμος πλαίσιο.

52ΤΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ ΤΑ ΚΑΤΑΤΑΣΣΟΥΜΕ ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΗΝ
ΤΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ ΤΑ ΚΑΤΑΤΑΣΣΟΥΜΕ ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΗΝ
θέση των λέξεωνσυμφωνία των λέξεων
1. υπερβατό1. κατά το νοούμενο
2. πρωθύστερο2. σύμφυρση
3. χιαστό3. ανακόλουθο
4. κύκλος4. καθολικό - μερικό
5. παρονομασία ή παρήχηση5. έλξη
6. ομοιοτέλευτο ή ομοιοκατάληκτο6. υπαλλαγή
7. ασύνδετο7. πρόληψη
8. πολυσύνδετο / έμφαση 
  
πληρότητα του λόγουσημασία των λέξεων
1. έλλειψη1. μεταφορά
α. από κοινού2. κατεξοχήν
β. εξ αναλόγου3. συνεκδοχή
γ. ζεύγμαα. ένα για πολλά
2. πλεονασμόςβ. μέρος συνόλου για το σύνολο
α. παραλληλίαγ. ύλη αντί για το πράγμα
β. περίφρασηδ. εκείνο που παράγει αντί του παραγόμενου
γ. ένα με δύο4. μετωνυμία
δ. επαναφοράα. δημιουργός αντί για το δημιούργημα
ε. επιφορά ή αντιστροφή ή επιστροφήβ. ο εφευρέτης αντί της εφεύρεσης
στ. συμπλοκήγ. το περιέχον αντί του περιεχόμενου
ζ. υποφορά-ανθυποφοράδ. αφηρημένο αντί του συγκεκριμένου
η. προδιόρθωση5. αντίφραση
θ. αναδίπλωσηα. λιτότητα
ι. επαναστροφή ή αναστροφήβ. ειρωνεία
 γ. ευφημισμός
 6. υπερβολή
 7. αλληγορία
 8. προσωποποίηση
 9. παρομοίωση

Η τάξη και η οργάνωση στο λόγο:

Η γλώσσα είναι ένα εργαλείο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Ως ανθρώπινο εργαλείο εξελίσσεται, εμπλουτίζεται, διαφοροποιείται. Ρέει διαρκώς και στη ροή της, όπως κι ένα ποτάμι, ενώ φαίνεται πως έχει μια κανονικότητα και σταθερότητα, εντούτοις η μελέτη της αποδεικνύει ότι όλα είναι ίδια και όλα είναι διαφορετικά.

Η γλώσσα αποτελεί μια κανονικότητα που την καταλαβαίνουμε:

α) από τη θέση των λέξεων στο λόγο ή, για να το πούμε αλλιώς, από τη θέση των όρων στην πρόταση,

Στις αποφαντικές προτάσεις (κρίσης) η κανονική θέση των όρων σε μια πρόταση είναι η εξής:

1. Ο Γιάννης κοιμάται. (Υπ. - Ρ.)

2. Ο Γιάννης είναι καλός. (Υπ. - Ρ. - Κτγ.)

3. Ο Γιάννης παίζει μπάλα (Υπ. - Ρ. - Αντ.)

4. Ο Γιάννης έδωσε της Ελένης (στην Ελένη) το στυλό. (Υπ. - Ρ. - Αντ. - Αντ.)

5. Οι μαθητές ψήφισαν τον Γιάννη πρόεδρο. (Υπ. - Ρ. Αντ. - Κτγ)

6. Ο όμορφος Γιάννης συνάντησε τυχαία την ωραία Ελένη. (Πρσδ. - Υπ. - Ρ. - Πρσδ. - Πρσδ. - Αντ.)

Από τα παραπάνω παραδείγματα (1-5) συμπεραίνουμε ότι στις αποφαντικές προτάσεις προηγείται το υποκείμενο ακολουθεί το ρήμα το κατηγορούμενο ή το αντικείμενο. Οι προσδιορισμοί συνοδεύουν (πριν ή μετά) τη λέξη που προσδιορίζουν.

Στις προτάσεις επιθυμίας η σειρά των όρων διαταράσσεται, δηλαδή προηγείται το ρήμα και ακολουθούν οι άλλοι όροι:

1. Να έρθει ο Γιάννης. (Ρ. - Υπ.)

2. Φέρε μου το βιβλίο. (Ρ. - Υπ. <εννοείται> - Αντ.)

Το ίδιο συμβαίνει στις επιφωνηματικές και στις ερωτηματικές προτάσεις:

1. Είναι πολύ όμορφος ο Γιάννης! (Ρ. - Πρσδ. - Κτγ. - Υπ.)

2. Είναι όμορφος ο Γιάννης; (Ρ. - Κτγ. - Υπ.)

β) από τη συμφωνία των όρων,

Στις προτάσεις επικρατεί η συμφωνία των όρων, για παράδειγμα, όταν το υπκ. είναι ένα, το ρήμα μπαίνει στον ενικό αριθμό (πρδγ. α), όταν είναι δύο ή πολλά, στον πληθυντικό (πρδγ. β, γ), π.χ.

α. Ο Πέτρος είπε τα κάλαντα.

β. Ο Πέτρος και ο Γιώργος είπαν τα κάλαντα.

γ. Τα παιδιά είπαν τα κάλαντα.

γ) από την πληρότητα του λόγου,

Χρησιμοποιούμε τόσες λέξεις όσες είναι απαραίτητες να εκφράσουμε ένα νόημα και να γίνουμε αντιληπτοί από τους άλλους, π.χ. εγώ είμαι καλά.

δ) από τη σημασία των λέξεων.

Χρησιμοποιούμε τις λέξεις με μια σημασία, π.χ. χρυσό δαχτυλίδι.

Συχνά όμως παραβιάζεται αυτή η τάξη, η κανονικότητα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αυτά που ονομάζουμε σχήματα λόγου.

Το σχήμα υπερβατό  δημιουργείται, όταν παρεμβάλλονται μία ή περισσότερες λέξεις ανάμεσα σε δύο λέξεις που έχουν στενή λογική και συντακτική σχέση μεταξύ τους, π.χ.

α) Η νίκη των συμμαχικών δυνάμεων παρά το μεγάλο αριθμό των νεκρών ήταν σπουδαία.(αντί: Η νίκη των συμμαχικών δυνάμεων ήταν σπουδαία παρά το μεγάλο αριθμό των νεκρών.)

β) Κάποια χρυσή, λεπτότατη στους δρόμους ευωδιά(αντί: Κάποια χρυσή, λεπτότατη ευωδιά στους δρόμους)

γ) Είναι συχνά δύσκολο για τον Αγγλοσάξονα ταξιδευτή να καταλάβει πώς μία χώρα που μοιάζει ποτισμένη ως το μεδούλι από τη βυζαντινή παράδοση της ορθοδοξίας, παράδοση καταφανέστατη στις εκκλησίες και των μικρότερων χωριών ή στα μοναστήρια που στεφανώνουν τις πιο απόμερες βουνοπλαγιές, μπορεί να αφήνεται με τέτοια εγκατάλειψη στις γήινες απολαύσεις, στο φαΐ, στο κρασί, στα παιχνίδια του έρωτα που φουντώνουν μόλις οι Έλληνες ξεκλέψουν λίγο χρόνο από τις δύσκολες υποχρεώσεις της καθημερινότητάς τους.

Το σχήμα πρωθύστερο δημιουργείται όταν τοποθετείται πρώτο αυτό που χρονικά είναι δεύτερο, π.χ.

α) Χτενίστηκε, ελούστηκε και στο σεργιάνι βγήκε (αντί: Ελούστηκε, χτενίστηκε,  και στο σεργιάνι βγήκε)

β) Τέλος κι αρχήν η μνήμη εδώ δεν έχει.(αντί: αρχήν και τέλος η μνήμη εδώ δεν έχει.)

Το σχήμα χιαστό δημιουργείται όταν προφέρονται δύο όροι με αντίστροφη σειρά, π.χ.

αβ
β1α1

α) Όταν σε βλέπω χαίρομαι, λυπούμαι όταν σε χάσω

α
Όταν σε βλέπω
β
χαίρομαι
β1
λυπούμαι
α1
όταν σε χάσω

β) σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα

α
σίγμα
β
πλάι σε γιώτα,
β1
γιώτα
α1
κοντά στο σίγμα

Κική Δημουλά: «Τα Πάθη της Βροχής»

Το σχήμα κύκλος δημιουργείται, όταν μια πρόταση ή μια περίοδος ή ένα ποίημα αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη, π.χ.

α) Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες στα περασμένα χρόνια. Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα και σε βροχή, σε χιόνια, δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες.

β) Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα, μόνο γι' αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα, μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Το σχήμα παρονομασία ή παρήχηση δημιουργείται, όταν γράμματα ή συλλαβές ή λέξεις ομόηχες τοποθετούνται η μια κοντά στην άλλη, π.χ.

α) Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος...Κική Δημουλά: «Τα Πάθη της Βροχής»

β) Πήραν την Πόλη, πήραν την, πήραν τη Σαλονίκη...Δημοτικό: «Πήραν την Πόλη»

γ) Τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά...Διονύσιος Σολωμός: «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»

Το σχήμα ομοιοτέλευτο ή ομοιοκατάληκτο δημιουργείται, όταν δύο διαδοχικές προτάσεις ή στίχοι τελειώνουν με λέξεις που έχουν την ίδια κατάληξη, π.χ.

α) Γιε μ', πού 'σουν χτες, πού 'σουν προχτές...

β) Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.Διονύσιος Σολωμός: «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»

γ) Ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,

που λάμπει μες στη νύχτα, – τίποτ' άλλο.

Μια φωνή, που γρικιέται μες στο σάλο

και που σε λίγο παύει, – τίποτ' άλλο.

Πέρα, μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο

του βαποριού που φεύγει, – τίποτ' άλλο.

Και μόνο ένα παράπονο μεγάλο,

στα βάθη του μυαλού μου. – Τίποτ' άλλο. Ναπολέων Λαπαθιώτης: «Νυχτερινό»

Το σχήμα μεταφορά δημιουργείται, όταν η σημασία μιας λέξης επεκτείνεται αναλογικά και σε άλλες λέξεις που έχουν μικρή ή μεγάλη ομοιότητα με αυτήν, π.χ.

α. φύλλο δέντρου, φύλλο χαρτιού, φύλλο πόρτας

β. χρυσό δαχτυλίδι, χρυσό παιδί, χρυσή καρδιά

Το σχήμα κατεξοχήν δημιουργείται, όταν η σημασία μιας λέξης στενεύει και χρησιμοποιείται με μία και μόνο, ορισμένη έννοια

α. Η Πόλη έπεσε(Με τη λέξη Πόλη εννοείται η Κωνσταντινούπολη.)

β. Περάσαμε τον Ισθμό και πήραμε το δρόμο για την Τρίπολη.(Με τη λέξη Ισθμό εννοείται ο ισθμός της Κορίνθου).

Το σχήμα αλληγορία αποτελεί μια μεταφορική έκφραση που κρύβει διαφορετικά νοήματα από εκείνα που φανερώνουν οι λέξεις της.  Αλληγορικό μπορεί να είναι και ένα ολόκληρο κείμενο, πεζό η ποιητικό.

Το σχήμα υπερβολή δημιουργείται, όταν μια λέξη ή φράση ξεπερνά το πραγματικό και συνηθισμένο, για να προκαλέσει ισχυρή εντύπωση, π.χ.

α. Σα δυο βουνά είναι οι πλάτες του.

Το σχήμα ασύνδετο δημιουργείται, όταν παραθέτουμε όμοιους όρους μιας πρότασης ή όμοιες προτάσεις, χωρίς να βάζουμε

ανάμεσά τους κάποιο σύνδεσμο, αλλά τα ενώνουμε με κόμμα, π.χ.

α) Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος...Κική Δημουλά: «Τα Πάθη της Βροχής»

β) Σηκώθηκε, πλύθηκε, ντύθηκε έφαγε.

γ) Ο πολιτισμός της Ελλάδας είναι τα λαμπρά έργα της στην τέχνη, την αρχιτεκτονική, την ποίηση, το δράμα, τη φιλοσοφία, την επιστήμη.

δ) Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα. Δημοτικό: «Του Γιοφυριού της Άρτας»

ε. καταλαβαίνω από μέταλλα, βρίσκω φιλόνια, ανοίγω γαλαρίες, κατεβαίνω στα πηγάδια, δε φοβούμαι. Νίκος Καζαντζάκης: «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»

στ. Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;

Ποιες, ποιων, πόσων οι στρατιές;. Οδυσσέας Ελύτης: «Το Άξιον Εστί, Τα Πάθη»

Το σχήμα πολυσύνδετο δημιουργείται, όταν περισσότεροι από δύο όροι ή όμοιες προτάσεις συνδέονται με συμπλεκτικούς ή διαχωριστικούς συνδέσμους, π.χ.

α) Έφερε και βιβλία και τετράδια και στυλό και μολύβια και σβήστρες κι όλα τα καλά.

β) Δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη, μήτε τον ουρανό. Διονύσιος Σολωμός: «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι»

γ) Εμείς· οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,

οι Σελευκείς, κι οι πολυάριθμοι

επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,

κι οι εν Μηδία, κι οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι. Κ. Π. Καβάφης: «Στα 200 π.Χ.»

Το σχήμα έμφαση. Συγγενικό σχήμα με το πολυσύνδετο είναι και η έμφαση, π.χ.

α) Θέλει και την πίτα ολάκερη και τον σκύλο χορτάτο.

β) Και όμορφος και γεροδεμένος και πλουσιόπαιδο.

Το σχήμα κατά το νοούμενο δημιουργείται, όταν η σύνταξη δεν ακολουθεί το γραμματικό τύπο των λέξεων αλλά το νόημα, π.χ.

α) Ο κόσμος χτίζουν εκκλησιές. (αντί: Ο κόσμος χτίζει εκκλησιές.

Το ρήμα μπήκε στον πληθυντικό αριθμό αντί στον ενικό που είναι και το υποκείμενο).

β) το ζευγάρι αποφάσισαν να ξεκινήσουν τη νέα τους ζωή μαζί. (αντί: το ζευγάρι αποφάσισε να ξεκινήσει τη νέα του ζωή μαζί.

Τα ρήματα και η αντωνυμία μπήκαν στον πληθυντικό αριθμό αντί στον ενικό που είναι και το υποκείμενο).

Το σχήμα της σύμφυρσης δημιουργείται, όταν αναμειγνύονται δύο συντάξεις, π.χ.

α) Ο Πέτρος με τον Παύλο τραγουδούν.

(Κανονικά ο Πέτρος και ο Παύλος είναι τα δύο υποκείμενα του ρήματος τραγουδούν και θα έπρεπε και τα δύο να βρίσκονται σε ονομαστική. Το υπκ. τον Παύλο, όμως, μπήκε στη αιτιατική. Αυτό οφείλεται στο ότι ενώθηκαν οι δύο συντάξεις: 1. Ο Πέτρος και ο Παύλος τραγουδούν, 2. Ο Πέτρος τραγουδά με τον Παύλο.

Το σχήμα ανακόλουθο δημιουργείται, όταν οι λέξεις που ακολουθούν δε βρίσκονται σε συντακτική συμφωνία με τις προηγούμενες, έτσι υπάρχει περίπτωση α) ο λόγος να αρχίζει με ονομαστική και να τελειώνει με πλάγια πτώση ή β) να αρχίζει με πλάγια πτώση και να τελειώνει με ονομαστική, π.χ.

α) Η κυρα-Ρήνη του Κριτού, του Δούκα η θυγατέρα, χρόνους της γράφουν τα προικιά

Η κυρα-Ρήνη σε ονομαστική, της γράφουν σε γενική αντί: της κυρα-Ρήνης της γράφουν

β) τρεις βίγλες θα του βάλω, τρεις βίγλες, τρεις βιγλάτορες, κι οι τρεις αντρειωμένοι.

βίγλες, βιγλάτορες: αντ. σε αιτιατική, // οι τρεις αντρειωμένοι: σε ονομαστική αντί τους τρεις αντρειωμένους.

Το σχήμα καθολικό-μερικό δημιουργείται, όταν δηλώνεται ένα διαιρεμένο σύνολο που όμως δεν εκφράζεται με γενική διαιρετική ή με εμπρόθετο αλλά ομοιόπτωτα με το όνομα που προσδιορίζει, π.χ.

α) παίρνει τον κατήφορο, την άκρη το ποτάμι, αντί: την άκρη του ποταμιού.

β) έρχεται τη μέση μέση το γιαλό, αντί: τη μέση του γιαλού.

Το σχήμα έλξη δημιουργείται, όταν ένας όρος παρασύρεται από άλλο επικρατέστερο και συμφωνεί μ' αυτόν και όχι μ' εκείνον που απαιτεί το νόημα και η σειρά του λόγου. Έχουμε δύο περιπτώσεις:

α) έλξη σε ρήματα:

Τα Γιάννενα, η όμορφη πόλη της Ηπείρου, κοιμάται.

Κανονικά το ρήμα θα έπρεπε να είναι κοιμούνται, παρασύρεται όμως από τη λέξη πόλη.

β) έλξη σε ονόματα και αντωνυμίες:

1. Θα σε σκοτώσουν· αυτός είναι ο σκοπός τους.

Κανονικά η αντωνυμία θα έπρεπε να είναι αυτό, δηλ. το να σε σκοτώσουν, παρασύρεται όμως από το ο σκοπός τους.

2. Τιμούμε όλους όσους αγωνίστηκαν.

Κανονικά η αντωνυμία θα έπρεπε να είναι όσοι, γιατί είναι υποκείμενο του ρ. αγωνίστηκαν.

Το σχήμα υπαλλαγή δημιουργείται, όταν ένας επιθετικός προσδιορισμός αντί να προσδιορίζει μια γενική κτητική -και συνεπώς να βρίσκεται σε γενική- προσδιορίζει το ουσιαστικό που προσδιορίζει η γενική -οπότε μπαίνει σε ονομαστική.

α) Τ' αντρειωμένα κόκαλα ξεθάψτε του γονιού σας. (αντί: τα ξεθάψτε τα κόκαλα του αντρειωμένου γονιού σας.)

β) θερμοί δακρύων σταλαγμοί(αντί: θερμών δακρύων σταλαγμοί)

Το σχήμα πρόληψη δημιουργείται, όταν το υποκείμενο της εξαρτημένης πρότασης μπαίνει προληπτικά ως αντικείμενο στην κύρια, π.χ.

α) Δεν έλπιζα τον ουρανό στη γη να βρέξει αίμα (αντί: δεν έλπιζα ο ουρανός στη γη να βρέξει αίμα)

β) για δέστε τον αμάραντο σε τι βουνό φυτρώνει (αντί: για δέστε σε τι βουνό φυτρώνει ο αμάραντος)

γ) ξέρεις τους φίλους σου πόσο μελετηροί είναι (αντί: ξέρεις πόσο μελετηροί είναι οι φίλοι σου)

δ) είδες την Ελένη τι όμορφα ντύνεται (αντί είδες τι όμορφα ντύνεται η Ελένη)

Το σχήμα έλλειψη δημιουργείται, όταν παραλείπονται κάποιες λέξεις που εύκολα μπορούν να εννοηθούν από τα συμφραζόμενα.

Συνήθως παραλείπονται το ρήμα ή το υποκείμενο μιας πρότασης ή ακόμα ολόκληρη η πρόταση, π.χ.

α) - Εσύ πώς είσαι; - Καλά.(αντί: εγώ είμαι καλά)

β) - Εσύ είσαι ο Γιώργος; - Ναι. (αντί: ναι, εγώ είμαι ο Γιώργος)

Στην έλλειψη συνηθισμένα ρήματα που παραλείπονται είναι τα: είμαι, γίνομαι, έχω, λέω, ρωτώ κ.ά.

Μορφή της έλλειψης είναι και η βραχυλογία που διακρίνεται σε:

α) από κοινού

Στο σχήμα από κοινού παραλείπεται μια ή περισσότερες λέξεις ή και πρόταση επειδή εννοείται η ίδια ακριβώς από τα προηγούμενα ή σπανιότερα από τα επόμενα, π.χ. α. Σε θέλει, όπως το φυτό το νερό. (αντί: Σε θέλει, όπως θέλει το φυτό το νερό.)

β. Τα παράτησε όλα κι έφυγε χωρίς να μάθει κανείς το γιατί

(αντί: Τα παράτησε όλα κι έφυγε χωρίς να μάθει κανείς το γιατί τα παράτησε όλα κι έφυγε)

β) εξ αναλόγου

Στο σχήμα εξ αναλόγου μία ή περισσότερες λέξεις ή μία πρόταση που παραλείπεται εννοείται από τα προηγούμενα όχι όπως είναι αλλά αλλαγμένη, π.χ.α. Σε αγαπώ, όπως η μάνα το παιδί. (αντί: Σε αγαπώ, όπως αγαπάει η μάνα το παιδί.)

β. Αυτό το πρόβατο μοιάζει με τα δικά μας. (αντί: Αυτό το πρόβατο μοιάζει με τα δικά μας πρόβατα.

γ) ζεύγμα

Στο σχήμα ζεύγμα δύο ομοειδείς προσδιορισμοί (αντικείμενα ή εμπρόθετα) αποδίδονται σ' ένα ρήμα, ενώ λογικά ο ένας απ' αυτούς θα ταίριαζε σε ένα άλλο ρήμα, π.χ.α. Είδα τις αστραπές και τις βροντές και τρόμαξα.(αντί: είδα τις αστραπές, άκουσα τις βροντές και τρόμαξα.) β. Πάει να ποτίσει τ' άλογο κρύο νερό και δροσερό χορτάρι.(αντί: Πάει να ποτίσει τ' άλογο κρύο νερό και να το ταΐσει δροσερό χορτάρι.

Το σχήμα συνεκδοχή χρησιμοποιείται σε διάφορες μορφές:

α) το ένα αντί για τα πολλά

α. Ο Κρητικός είναι πάντα υπερήφανος(αντί: Οι Κρητικοί είναι πάντα υπερήφανοι)

β. Χαίρεται ο Τούρκος στ' άλογο κι ο Φράγκος στο καράβι.(αντί: Χαίρονται οι Τούρκοι στ' άλογο κι οι Φράγκοι στο καράβι.)

γ. «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ' έχω 'γώ στο χέρι;

οπού συ μου 'γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».(αντί: οι Αγαρηνοί)

β) το μέρος ενός συνόλου αντί για το σύνολο ή αντίστροφα

α. Κάθε κλαδί και κλέφτης(αντί: Κάθε δέντρο και κλέφτης)

β. Τα μαύρα μάτια την αυγή δεν πρέπει να κοιμώνται(αντί: η μαυρομάτα την αυγή δεν πρέπει να κοιμάται)

γ) η ύλη αντί για το πράγμα που έχει γίνει από την ύλη αυτή

α. Να τρώει η σκουριά το σίδερο κι η γη τον αντρειωμένο.(αντί: Να τρώει η σκουριά τα σιδερένια όπλα κι η γη τον αντρειωμένο.)

δ) εκείνο που παράγει αντί για κείνο που παράγεται από αυτό

α. Τρία τουφέκια του 'δωσαν, τα τρία αράδα αράδα(αντί: Τρεις τουφεκιές του 'δωσαν)

Το σχήμα αντίφραση δημιουργείται όταν μια λέξη ή φράση παίρνει τη θέση μιας άλλης που έχει παρόμοια ή και αντίθετη σημασία. Η αντίφραση χρησιμοποιείται σε διάφορες μορφές:

α) λιτότητα. αντί για μια λέξη χρησιμοποιείται η αντίθετή της με άρνηση, π.χ.

α. Δεν ήταν άνοστο το φαγητό. (αντί: Ήταν νόστιμο το φαγητό.)

β) ειρωνεία. χρησιμοποιείται με προσποίηση μια λέξη ή φράση που έχει εντελώς διαφορετική ή και αντίθετη σημασία από την πραγματική, π.χ.

α. Ωραία τα κατάφερες! (αντί: Πολύ άσχημα τα κατάφερες!)

γ) ευφημισμός. χρησιμοποιούνται λέξεις ή φράσεις με καλή σημασία αντί για άλλες λέξεις ή φράσεις με κακή σημασία, π.χ.

α. Εύξεινος Πόντος(αντί: Άξενος Πόντος)

β. Ειρηνικός Ωκεανός(αντί: Ταραχώδης Ωκεανός)

Το σχήμα προσωποποίηση δημιουργείται, όταν αποδίδουμε ανθρώπινες ιδιότητες σε α) έμψυχα, β) άψυχα ή γ) αφηρημένες έννοιες, π.χ.

α. Τ' αηδόνι καλημέρισε χαρούμενα την αυγή.

β. Κλαίνε τα δέντρα, κλαίνε, κλαίνε τα βουνά.

γ. Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη / περπατώντας η δόξα μονάχη.

δ. Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στο ποτάμι

ε. Θ' αναστενάξ' η λαγκαδιά, θα να βογκήξει ο βράχος,

θα βαργομήσουν τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν

και τ' αγεράκι του βουνού, οπού περνά δροσάτο,

θα ξεψυχήσει, θα σβηστεί, θα ρίξει τα φτερά του

Το σχήμα παρομοίωση δημιουργείται, όταν, για να τονίσουμε την ιδιότητα ενός προσώπου ή πράγματος ή μιας ιδέας, τη συσχετίζουμε με κάτι άλλο πολύ γνωστό που έχει την ίδια ιδιότητα σε μεγαλύτερο βαθμό, π.χ.

α. Ο Γιώργος είναι πονηρός σαν αλεπού. Στην παρομοίωση υπάρχουν δύο όροι, ο πρώτος ο οποίος συγκρίνεται (ο Γιώργος) και ο δεύτερος, προς τον οποίο γίνεται η σύγκριση (αλεπού). Για την παρομοίωση χρησιμοποιούνται οι παρομοιαστικές λέξεις: σαν, ως, καθώς, όπως, σάμπως, μοιάζει, λες κ.ά.

α. Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι, / κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες.

β. Έπιασε ψάρι που μοιάζει με... θηρίο!

Στην επική ποίηση συναντούμε και παρομοιώσεις σύνθετες, που είναι εκτεταμένες/διεξοδικές· σ’ αυτές, η εικόνα που θέλει να μας δείξει ο ποιητής παρομοιάζεται με μια άλλη εικόνα, παρμένη συνήθως από τη φύση ή από την αγροτική ζωή και γνωστή, άρα, στον ομηρικό, τουλάχιστον, ακροατή· λόγου χάρη, το στροβίλισμα της σχεδίας στη θάλασσα από τους ανέμους παρομοιάζεται με το στροβίλισμα των αγκαθιών στον κάμπο από τον βοριά (362-364): Πώς ο χειμερινός βοριάς σαρώνει στον κάμπο αγκάθια, κι αυτά σφιχταγκαλιάζονται και γίνονται ένα πράμα, έτσι και τη σχεδία οι άνεμοι εδώ και εκεί τη φέρναν και την πήγαιναν· Κατά την ανάλυση μιας διεξοδικής παρομοίωσης διακρίνουμε: α. τι παρομοιάζεται (εδώ, π.χ., η σχεδία του Οδυσσέα στη θάλασσα) β. με τι παρομοιάζεται (με τα αγκάθια στον κάμπο) γ. ποιο είναι το κοινό τους σημείο (το στροβίλισμα από τον άνεμο) δ. ποιος ο ρόλος/η λειτουργία της παρομοίωσης (φωτίζει τη ζητούμενη εικόνα, συμπληρώνει και πλουτίζει την περιγραφή κ.ά.).

Το σχήμα μετωνυμία χρησιμοποιείται σε διάφορες μορφές:

α) το όνομα του δημιουργού αντί για το δημιούργημά του

α. Στην Eθνική Πινακοθήκη εκτίθεται ένας Θεοτοκόπουλος.(αντί: Στην Eθνική Πινακοθήκη εκτίθεται ένας πίνακας του Θεοτοκόπουλου.)

β. Όλη την ημέρα διάβαζε Καβάφη.(αντί: Όλη την ημέρα διάβαζε ποιήματα του Καβάφη.)

β) το όνομα του εφευρέτη αντί για τη λέξη που φανερώνει την εφεύρεση

α. Άνοιξε μια τρύπα με το Μπλακ εντ Ντέκερ.(αντί: Άνοιξε μια τρύπα με το δράπανο.)

β. Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας δούλευε στα πλοία ως Μαρκόνι.(αντί: Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας δούλευε στα πλοία ως ασυρματιστής.)

γ) αυτό που περιέχει κάτι αντί για το περιεχόμενό του και αντίστροφα

α. Το πανηγύρι ήταν πολύ κι ο τόπος λίγος.(αντί: Οι πανηγυριώτες ήταν πολύ κι ο τόπος λίγος.)

β. Έλα να πιούμε ένα ποτηράκι.(αντί: Έλα να πιούμε ένα ποτηράκι κρασί.)

δ) Το αφηρημένο αντί το συγκεκριμένο και αντίστροφα

α. Η πόλη ήταν ανάστατη.(αντί: Οι πολίτες ήταν ανάστατοι.)

β. Tόπο στα νιάτα! (αντί: Τόπο στους νέους!)

Το σχήμα πλεονασμός δημιουργείται, όταν χρησιμοποιούνται περισσότερες λέξεις από όσες κανονικά χρειάζονται για να εκφραστεί ένα νόημα. Στο σχήμα του πλεονασμού περιλαμβάνονται:

α) η παραλληλία / άρση-θέση

Το σχήμα παραλληλία δημιουργείται, όταν το ίδιο νόημα εκφράζεται ταυτόχρονα και καταφατικά και αποφατικά (αρνητικά), π.χ.

α. Να σωπαίνεις και να μη μιλάς.

β. Με ξέχασαν όλοι, κανείς δε με θυμάται.

γ. Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη

και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,

μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή...

Άγγελος Σικελιανός : «Γιατί βαθιά μου δόξασα»

β) η περίφραση

Το σχήμα περίφραση δημιουργείται, όταν μια έννοια εκφράζεται με δύο η περισσότερες λέξεις, ενώ μπορούσε να εκφραστεί με μία, π.χ. α. Στη μάχη πολέμησε ο Γέρος του Μωριά. (αντί: Στη μάχη πολέμησε ο Κολοκοτρώνης.)

γ) ένα με δύο

Το σχήμα ένα με δύο δημιουργείται, όταν μια έννοια εκφράζεται με δύο λέξεις που συνδέονται με το και, ενώ, σύμφωνα με το νόημα, η μία από αυτές έπρεπε να αποτελεί προσδιορισμό της άλλης, π.χ.

α. Αστροπελέκι και φωτιά να πέσει στην αυλή σου.(αντί: Αστροπελέκι φλογερό να πέσει στην αυλή σου.)

β. Πέρασε ράχες και βουνά (αντί: Πέρασε ράχες βουνών)

δ) επαναφορά

Το σχήμα επαναφορά δημιουργείται, όταν δύο ή περισσότερες προτάσεις στη σειρά αρχίζουν με την ίδια λέξη, π.χ.

α. Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα

αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.

Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:

«Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,

γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι».

β. Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές

Γιώργος Σεφέρης: «Μυθιστόρημα»

γ. Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!

Φταίει ο θεός που μας μισεί!

Φταίει το κεφάλι το κακό μας!

Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!

Κώστας Βάρναλης: «Οι Μοιραίοι»

δ. O γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει.

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης: «Ο Δήμος και το καριοφίλι του»

ε. Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες

εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι

για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·

κάποτε μες στην σκέψη τες ακούει το μυαλό.

Κ. Π. Καβάφης: «Φωνές»

ε) επιφορά ή αντιστροφή ή επιστροφή

Το σχήμα επιφορά ή αντιστροφή ή επιστροφή δημιουργείται, όταν η ίδια λέξη ή φράση επαναλαμβάνεται (επιφέρεται) στο τέλος συνεχόμενων προτάσεων, π.χ.

α. Έτσι είν'  ο κόσμος· πάντα τέτοιος θα είναι ο κόσμος.

β. Εμένα η φαμελιά μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γιος μου δουλεύει.

στ) συμπλοκή

Το σχήμα συμπλοκή δημιουργείται, όταν συνεχόμενες προτάσεις αρχίζουν και τελειώνουν με τις ίδιες λέξεις, π.χ.

α. Μας πήρε τις γυναίκες μας, μας πήρε τα παιδιά μας

ζ) υποφορά και ανθυποφορά

Το σχήμα υποφορά και ανθυποφορά δημιουργείται, όταν i) πρώτα γίνεται μια ερώτηση ή διαπιστώνεται ένα γεγονός, ii) στη συνέχεια δίνονται διαφορετικές υποθετικές απαντήσεις, iii) απορρίπτονται οι υποθετικές απαντήσεις, iv) για να ακολουθήσει στο τέλος η δήλωση για το τι πραγματικά συμβαίνει, π.χ.

α. i) Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.

ii) Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροπόπι.

iii) Ουδέ σε γάμο ρίχνονται ουδέ σε χαροκόπι.

iv) Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ' αγγόνια.

β.  i) Γιατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;

ii) Μην άνεμος τα πολεμά, μήνα βροχή τα δέρνει;

iii) Κι ούδ' άνεμος τα πολεμά, κι ουδέ η βροχή τα δέρνει.

iv) Μόνο διαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.

Το σχήμα αυτό ταυτίζεται με το σχήμα των άστοχων ερωτημάτων. Είναι συνηθισμένο στα δημοτικά τραγούδια αλλά και στην ομηρική ποίηση, π.χ.

i) Ποια μοίρα τάχα κάτω σ' έριξε φαρμακερού θανάτου;

ii) Μήπως αρρώστια ήταν που χρόνισε; μην η Άρτεμη η δοξεύτρα

με απόνετες σαγίτες σου 'ριξε και πήρε τη ζωή σου; [...]

iii) δεν ήρθε η Δοξαρούσα σπίτι μας η καλοσημαδεύτρα

να πάρει τη ζωή μου ρίχνοντας με απόνετες σαγίτες·

κι ουδέ κι αρρώστια με κρεβάτωσε, που το κορμί του ανθρώπου

σιγά σιγά το λιώνει ανέσπλαχνα και τη ζωή του παίρνει·

iv) μόνο ο καημός για σε κι η ορμήνια σου και τα καλά σου λόγια, που μου 'χαν λείψει, τη μελόγλυκια ζωή μου θανατώσαν.

Οδύσσεια, μτφρ. Καζαντζάκη-Κακριδή,  λ 171-173 και 198-203

η) προδιόρθωση ή προθεραπεία

Το σχήμα προδιόρθωση ή προθεραπεία δημιουργείται, όταν προκειμένου να ανακοινωθεί κάποιο δυσάρεστο λέγεται κάποια φράση που προετοιμάζει ψυχολογικά τον ακροατή, π.χ.

α. Θέλω να σου πω κάτι, αλλά μη στενοχωρηθείς...

θ) αναδίπλωση

Το σχήμα αναδίπλωση δημιουργείται, όταν μια λέξη ή φράση επαναλαμβάνεται αμέσως δεύτερη φορά, π.χ.

α. Απρίλη, Απρίλη δροσερέ και Μάη με τα λουλούδια

β. Φεύγει, φεύγει ο προδότης

γ. Είναι καημοί που μόνο ο τάφος, ο τάφος σβήνει ο σκοτεινός.

δ. πέφτει απ' του βράχου τον γκρεμό, χάνεται, πάει, πάει

ε. Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει [...]

Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά

σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης

Γιώργος Σεφέρης: «Με τον τρόπο του Γ.Σ.»

στ. Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.

Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς

Οδυσσέας Ελύτης: «Το Άξιον Εστί, Τα Πάθη»

ι) επαναστροφή ή αναστροφή

Το σχήμα επαναστροφή ή αναστροφή δημιουργείται, όταν μια πρόταση αρχίζει με την ίδια λέξη με την οποία τελειώνει η προηγούμενή της, π.χ.

α. Μη μπιστευθείς στην ξενιτιά κι η ξενιτιά είναι ψεύτρα.

β. Ψάλλει ο κύκνος· ο κύκνος απ' αλάργα ψάλλει

Αναστροφή θεωρείται και η  αλλαγή της συνηθισμένης σειράς των λέξεων στην πρόταση, είτε για να δοθεί έμφαση είτε για να δοθεί ιδιαίτερο νόημα σε όλη την πρόταση.

α. χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια Νίκος Καββαδίας: «Kuro Siwo»

53ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ
ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ
Ορθογραφία του ρήματος - ενεστωτικές καταλήξεις
Τα ρήματα σεγράφονται μεπαραδείγματαΕξαιρούνται τα:
-άβοβανάβω, θάβω, ράβω, σκάβωπαύω, αναπαύω, απολαύω, θραύω (σπάζω), ψαύω (ψηλαφώ, αγγίζω)
-έβοευγυρεύω, κλαδεύω, παλεύωκλέβω, σέβομαι
-ένοαιζεσταίνω, ανεβαίνω, φαίνομαιδένω, πλένω, μένω [και τα λαϊκά: κρένω (μιλώ, απαντώ), ψένω (ψήνω), γένομαι (γίνομαι)]
-έρνοεγδέρνω, γέρνω, φέρνωπαίρνω
-ιάζοιαγκαλιάζω, νευριάζω, βιάζομαιαδειάζω, χρειάζομαι μοιάζω, μονοιάζω, νοιάζομαι
-ίζοιανθίζω, αντικρίζω, φτερνίζομαιμπήζω, πήζω, πρήζω αναβρ(λ)ύζω, δακρύζω, γογγύζω, ολολύζω, κατακλύζω, κελαρύζω, συγχύζω, σφύζω, τανύζω δανείζω αθροίζω
-λολλαναβάλλω, ανατέλλω, ποικίλλωθέλω, οφείλω, μέλει
-όνοωνωπληρώνω, κλειδώνω, γλιτώνω 
-σοσσωαναπτύσσω, απαλλάσσωαρέσω
-τοττωπλήττω, φρίττω, εισπράττωθέτω, κείτομαι
-ίνοίνωδίνω, κλίνω, πίνω
-ίνοήνωαφήνω, σβήνω, στήνω, ψήνω
-ίνούνωλύνω, μολύνω, ευκολύνω, αμβλύνω, ντύνω, γδύνω, ξύνω, φτύνω, χύνω, διευθύνω, αμύνομαι, απομακρύνω, ενθαρρύνω, επιβραδύνω, επιμηκύνω, καταπραΰνω, λαμπρύνω, μακρύνω, μικρύνω, σμικρύνω, μεγεθύνω, παροτρύνω
-ίνοείνωκλείνω, τείνω
Ορθογραφία μετοχών: -οντας, -ώντας // -μένος, -μένη, -μένο
Οι μετοχές του ενεργητικού ενεστώτα που έχουν κατάληξη -οντας γράφονται:
Οι μετοχές του μέσου παρακειμένου που τελειώνουν σε -μένος, -μένη, -μένο κανονικά γράφονται με ένα μ
π.χ. ιδρύω > ιδρυμένος, λύνω > λυμένος, καίω > καμένος.
Γράφονται με δύο μμ όταν το ρήμα από το οποίο προέρχονται έχει χαρακτήρα π, β, φ (πτ, φτ). Μπορείς να δεις παρακάτω όλα τα ρήματα που γράφονται στον παρακείμενο με δύο μμ
 

Παρά την απλοποίηση της ορθογραφίας των ρημάτων της ν.ε. με την καθιέρωση του -ει της κατάληξης για όλες τις εγκλίσεις, εξακολουθούν να διαπιστώνονται πολλά προβλήματα στην ορθογραφία των ρημάτων. Ένα από αυτά σχετίζεται με την ορθογραφία της προστακτικής. Έτσι, όχι μόνο απλοί άνθρωποι αλλά και υπηρεσίες ή μεγάλες επιχειρήσεις χρησιμοποιούν λανθασμένα την προστακτική με αποτέλεσμα να διαβάζουμε "Ζητείστε βοήθεια", "Τηλεφωνείστε...", Παρακολουθείστε στο Διαδίκτυο" κ.ά.

Θα προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε κάπως το ομολογουμένως δύσκολο τοπίο.

Η πρώτη κατηγορία ρημάτων με ιδιαίτερη ορθογραφία είναι τα ρήμα τα σε -izo για τα οποία διακρίνουμε πέντε ειδών καταλήξεις. Η προστακτική των ρημάτων αυτών διατηρεί παντού το -i-, κι έτσι θα γράψουμε:

 οριστικήπροστακτική
-ίζωανθίζω, αντικρίζω, φτερνίζομαιανθίστε, σχίστε
-ήζωμπήζω, πήζω, πρήζωμπήξτε
-ύζωαναβρ(λ)ύζω, δακρύζω, γογγύζω, ολολύζω, κατακλύζω, κελαρύζω, συγχύζω, σφύζω, τανύζωδακρύστε
-οίζω,αθροίζωαθροίστε
-είζωδανείζωδανείστε

Εκεί που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή είναι τα ρήματα της β' συζυγίας, δηλαδή τα ρήματα που στο α' εν. της οριστικής του ενεστώτα τονίζονται στο -ώ, π.χ. κτυπώ, τραγουδώ, σιωπώ, μιλώ, τηλεφωνώ, θεωρώ, ζητώ κ.ά. Στην ενεργητική φωνή, στον ενεστώτα, διακρίνουμε τους τύπους:

 οριστικήυποτακτικήπροστακτική
ενεστώτας ενεργ. φ.ζητάτε θεωρείτενα ζητάτε να θεωρείτεζητάτε θεωρείτε
αόριστος ενεργ. φ.ζήτησες ζητήσατε θεώρησες, θεωρήσατενα ζητήσεις να ζητήσετε να θεωρήσεις να θεωρήσετεζήτησε ζητήστε θεώρησε θεωρήσ(ε)τε
ενεστώτας παθητικής φ.θεωρείστενα θεωρείστε 
αόριστος παθητικής φ.ζητήθηκες ζητηθήκατε θεωρήθηκες θεωρηθήκατενα ζητηθείς να ζητηθείτε να θεωρηθείς να θεωρηθείτεζητήσου ζητηθείτε θωρήσου θεωρηθείτε

Η αιτία λοιπόν του λάθους δικαιολογείται ίσως από τη διαφορά μεταξύ της προστακτικής αορίστου της ενεργητικής φωνής και της υποτακτικής ενεστώτα της παθητικής φωνής. Η προστακτική γράφεται με -η-, η υποτακτική με -ει-.

Σαν οδηγία: Όταν πρέπει να αναρωτηθούμε πώς θα γράψουμε την προστακτική, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας:

α) αν το ρήμα τελειώνει σε -izo, τότε διατηρούμε το -i- του θέματος, π.χ. δανείζω > δανείστε, γεμίζω > γεμίστε

β) αν το ρήμα τελειώνει σε -ώ (π.χ. ζητώ) και αν είναι προστακτική αορίστου ενεργητικής φωνής, τότε γράφεται με -η.

Ένα δεύτερο πρόβλημα, όχι τόσο ορθογραφίας αλλά διατύπωσης, παρατηρείται στην προστακτική των σύνθετων ρημάτων με πρόθεση, π.χ. δια-γράφω, ανα-βάλλω. Πολύ συχνά οι ομιλητές παρασύρονται από την εσωτερική αύξηση των ρημάτων (διαγράφω > διέγραφα, αναβάλλω > ανέβαλα κι έτσι σχηματίζουν την προστακτική με αύξηση, κάτι που είναι λάθος. Έτσι, όταν θέλουμε να προστάξουμε δε λέμε: διέγραψε τη λανθασμένη απάντηση,  αλλά: διάγραψε τη λανθασμένη απάντηση δε λέμε: ανέβαλε την αναχώρηση, αλλά ανάβαλε την αναχώρηση Ένας εύκολος τρόπος για να αποφύγουμε το λάθος, είναι να σκεφτούμε πώς σχηματίζεται η υποτακτική, π.χ. διαγράφω, να διαγράφεις > διάγραφε, να διαγράψεις > διάγραψε αναβάλλω, να αναβάλλεις > ανάβαλλε, να αναβάλεις > ανάβαλε

ΑΡΣΕΝΙΚΑ ουσιαστικά σεκατηγορίαπαραδείγματαΕξαιρούνται τα:
-ονας προπαροξύτονακοινάγείτονας, άξονας, πνεύμονας κ.ά.άμβωνας, εύζωνας, είρωνας, καύσωνας, κλύδωνας, μεσαίωνας, θερμοσίφωνας
-ωνας
προπαροξύτονα
κύρια (αρχ. θεών)Απόλλωνας, Ποσειδώνας 
-ωνας
προπαροξύτονα
κύρια (αγίων)Σίμωνας, Σπυρίδωνας, Αγάθωνας κ.ά.Παντελεήμονας
-ωνας
προπαροξύτονα
κύρια (αθηναίων)Πλάτωνας, Αίμωνας, Δάμωνας κ.ά.(μη αθηναίοι) Αγαμέμνονας, Φιλήμονας, Ιάσονας
-ωνας
προπαροξύτονα
βουνώνΆθωνας, Πάρνωνας κ.ά. 
-ωνας
προπαροξύτονα
ποταμώνΛάδωνας κ.ά.Αλιάκμονας
-ωνας
προπαροξύτονα
εθνικάΙάπωνας, Ίωνας, Λάκωνας κ.ά. 
-ώνας
παροξύτονα
κοινάαγώνας, απατεώνας κ.ά.κανόνας, ηγεμόνας, αλαζόνας, συνδαιτυμόνας
-ώνας
παροξύτονα
περιεκτικάαμπελώνας, πορτοκαλεώνας κ.ά. 
-ώνας
παροξύτονα
τοπωνύμιαΜαραθώνας, Πλαταμώνας κ.ά.Μακεδόνας, Στρυμόνας
-ορας αυτοκράτορας, ρήτορας, Νέστορας, δικτάτορας κ.ά. 
-τήρας ανεμιστήρας, βραστήρας, νιπτήρας κ.ά. 
-ητήςαπό ρ. σε -ώαθλητής, επιθεωρητής, διοικητής κ.ά.ενισχυτής, επενδυτής, ιδρυτής, μηνυτής, λυτής, κριτής, (δεν παράγονται από ρ. σε -ώ)
-ιστήςαπό ρ. σε -ίζωλογιστής, αγωνιστής,δανειστής, ληστής, εμπρηστής.
-ιστήςαπό ουσ. σε -ισμόςρεαλισμός > ρεαλιστής σοσιαλισμός > σοσιαλιστής κ.ά. 
-ιστής τραγουδιστής, πολεμιστής 
-ίτηςκοινάγραφίτης, πολίτης, οπλίτης κ.ά.αλήτης, διαβήτης, ιδιοκτήτης, πλοιοκτήτης, κομήτης, κυβερνήτης, μαγνήτης, πλανήτης, προφήτης, σφενδονήτης, ψωμοζήτης
δύτης,  λύτης,  -μύτης, νεροχύτης, πρεσβύτης, θύτης
-ίτηςεθνικάΠολίτης, Θασίτης κ.ά. 
-ιώτηςκοινάεπαρχιώτης, ιδιώτης,  στρατιώτης, ταξιδιώτης κ.ά. 
-ιώτηςεθνικάΣουλιώτης, Βολιώτης, Χιώτης 
-ότηςκοινάαγρότης, δεσπότης, δημότης, δότης, ιππότης, τοξότης, πότης, συνωμότης κ.ά.θιασώτης, Ηπειρώτης
ΘΗΛΥΚΑ ουσιαστικά σεκατηγορίαπαραδείγματαΕξαιρούνται τα:
-αιακοινάαυλαία, κεραία, τροχαία, νεολαία, κ.ά.θέα, ιδέα, παρέα, νέα
-αιατοπωνύμια Ζέα, Κέα, Νεμέα, Τεγέα, Καπνικαρέα
-αινακοινάλύκαινα, δράκαινα, φάλαινα κ.ά. 
-αιναανδρωνυμικάΓιώργαινα, Μαυρομιχάλαινα κ.ά. 
-ιά οξύτονακοινάελιά, μιλιά, ξενιτιά, γειτονιά κ.ά.γιατρειά, δουλειά, σοδειά κ.ά. (από ρ. σε εύω)
-ία παροξύτονακοινάαδικία, αεροπορία, αργία, φιλία κ.ά.λατρεία, πορεία, νηστεία κ.ά. (από ρ. σε -εύω) ευθεία, οξεία, ταχεία κ.ά. (από επίθ. σε -υς)
και τα: βλακεία, γραμματεία, επαιτεία, εταιρεία, εφεδρεία, εφηβεία, θεία, πειρατεία, πελατεία, υγεία
-ία παροξύτονατοπωνύμιαΑγγλία, Ιταλία, Ινδία κ.ά.Ηλεία, Σητεία, Τροία
-ία παροξύτονακύριαΕλευθερία, Διονυσία κ.ά.Βασιλεία
-ία παροξύτοναεπιστήμεςΦιλοσοφία, Ιστορία κ.ά.Χημεία
-ια καταχρηστικός δίφθογγοςκοινάαρρώστια, ζήλια, φτήνια κ.ά.φτώχεια
-εια προπαροξύτονακοινά (σχεδόν όλα)βοήθεια, διάρκεια, ενέργεια αλήθεια, ασθένεια κ.ά.άγνοια, διχόνοια, έννοια, κ.ά. (β' συνθ. νους)
παλίρροια, απόρροια (β' συνθ. ρους) Εύβοια (β' συνθ. βους)
-εια προπαροξύτονακύριαΓαλάτεια, Θάλεια, Φιλαδέλφεια, Ψυτάλλεια κ.ά.Ερέτρια
-εία παροξύτονακοινάερμηνεία, θεραπεία, πορεία (από ρ. σε -εύω) και υγεία κ.ά.ηγεμονία, κηδεμονία, προεδρία, δυσκολία, αμνηστία, ζήλια, ξενιτιά, περηφάνια
-εία παροξύτονακοινάαμβλεία, ευθεία, ταχεία κ.ά. (από επιθ. σε -υς)βαριά, βαθιά, παχιά, πλατιά, τραχιά, φαρδιά (με καταχρηστική δίφθογγο στη λήγουσα)
-ίδακοινάασπίδα, πατρίδα κ.ά. 
-ίλακοινάκαπνίλα, χωματίλα κ.ά. 
-ίνακοινά, κύριακαρδερίνα, Κατερίνα κ.ά. 
-ισσακοινά, κύριαγειτόνισσα, Σαμιώτισσα κ.ά.Λάρισα, σάρισα, γόησα, κόμησα
-όνακοινάαμαζόνα, εικόνα, σταγόνα κ.ά.λεγεώνα, χελώνα, Βαβυλώνα, Σιδώνα
-τριακοινάεργάτρια, μαθήτρια κ.ά. 
-ότητακοινάθερμότητα, ποιότητα κ.ά. 
-ύτητακοινάευθύτητα, ταχύτητα κ.ά. 
-οσύνηκοινάδικαιοσύνη, ευγνωμοσύνη κ.ά. 
-υνσηκοινάδιεύθυνση, μόλυνση, πάχυνση κ.ά. 
ΟΥΔΕΤΕΡΑ ουσιαστικά σεπαραδείγματαΕξαιρούνται τα:
-ικλειδί, παιδί, πουλί κ.ά.βράδυ, δάκρυ, δίχτυ, δόρυ, στάχυ, οξύ
-είο παροξύτοναόσα δηλώνουν τόπο: γραφείο, κουρείο, σφαγείο κ.ά.βιβλίο, βυτίο, δελτίο, δισκίο, θηρίο, θρανίο, τοπίο, πτυχίο με καταχρηστικό δίφθογγο: γέλιο, κουράγιο, μουράγιο και τα: κρύο, πλοίο
-ιο προπαροξύτοναακόντιο, δηλητήριο, εμπόριο, εστιατόριο, μετάλλιο, σχόλιο, φυλάκιο κ.ά.βασίλειο, δάνειο, επίνειο, ηφαίστειο, κώνειο,  κηρύκειο, λύκειο με β' συνθ. τη λ. γη: υπόγειο, ισόγειο, ανώγειο, περίγειο, απόγειο όσα παράγονται από ονόματα: Αρσάκειο, Ζάππειο, Πυθαγόρειο, Ηράκλειο
-ριό οξύτονακαμπαναριό, νοικοκυριό, πλυσταριό, χωριό κ.ά. 
-τήριο παροξύτοναγυμναστήριο, δικαστήριο, κοιμητήριο, κομμωτήριο, φροντιστήριο κ.ά.μαρτύριο
-ίδι παροξύτοναγίδι, βαρίδι, πιστολίδι, στολίδι, ταξίδι κ.ά.Παλαμήδι αντικλείδι, στρείδι
καρύδι, κρεμμύδι, φρύδι
-όνι παροξύτονακανόνι, πεπόνι, παγόνι, τιμόνι κ.ά.αλώνι, κυδώνι, κωθώνι, τελώνι
-τήρι παροξύτοναθυμιατήρι, ξυπνητήρι, πατητήρι, ποτήρι, τρυπητήρι, χτυπητήρι κ.ά.με β' συνθ. τη λ. τυρί: γαλοτύρι, κεφαλοτύρι, λαδοτύρι, ψωμοτύρι κ.ά.
Πλήρες υλικό από το αρχείο 7 μετρο.docx, στην αρχική σειρά του.
Δεν βρέθηκε σχετική ενότητα.
1ΜΕΤΡΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΜΕΤΡΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
Μέτρο: Η μουσική επένδυση ενός στίχου ονομάζεται μέτρο. Είναι η σταθερή εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών σε ένα στίχο. Αποτέλεσμα του μέτρου είναι ο ποιητικός ρυθμός. Στο στίχο: «περπατώντας η Δόξα μονάχη» κάθε 3 συλλαβές τονίζεται η τρίτη. Παριστάνοντας τις άτονες συλλαβές με το σημείο υ και τις τονισμένες με το σημείο - τότε ο στίχος παίρνει την μορφή :
υ υ - υ υ - υ υ - υ
1 2 3 1 2 3 1 2 3 1
περ πα τώ ντας η Δό ξα μο νά χη
Προσοχή: πρέπει να ξεχωρίζουμε το γραμματικό τόνο από το φωνητικό. Λέγοντας π.χ. «στον κήπο», γραμματικά έχω 2 τόνους: ένα στο «στόν» και ένα άλλο στο « κή...». Στην ομιλία μας όμως προφέρουμε τις 2 λέξεις τόσο δεμένες τη μια με την άλλη που ο μόνος τόνος που ακούγεται είναι ο τόνος στο « κή...» και είναι αυτός που έχει σημασία στο ρυθμό ( στονκήπο ).
Στίχος: είναι η βασική μονάδα ενός ποίηματος με αυτοτελές νόημα και συμπίπτει με την έκταση μιας γραμμής, τουλάχιστον στην παραδοσιακή ποίηση. Αντίθετα με την αρχαία ελληνική μετρική όπου εναλλάσσονται μακρά και βραχέα, στην νεοελληνική μετρική έχουμε εναλλαγή τονισμένης (-) (η τονισμένη συλλαβή του μέτρου δεν συμπίπτει πάντα με τον γραμματικό τόνο) και άτονης συλλαβής (˅). Το μέτρο δεν είναι ένα και μοναδικό, αλλά υπάρχουν διάφορα, ανάλογα με το τι είναι οι επιμέρους μετρικές ενότητες, οι λεγόμενοι πόδες, που απαρτίζουν το μέτρο του στίχου. Άρα, είναι μια γραμμή ενός ποιήματος που είναι φτιαγμένη σε ορισμένο μέτρο και ρυθμό. Οι στίχοι παίρνουν την ονομασία τους:
1) Ανάλογα με τον αριθμό των συλλαβών: μονοσύλλαβη, δισύλλαβη, τρισύλλαβη μεχρι και εικοσιδυοσύλλαβοι. (15σύλλαβος: στίχος δημοτικού τραγουδιού)
2) Από το μέτρο: ιαμβικοί, τροχαϊκοί κτλ.
3) Ανάλογα με τον τόνο της τελευταίας τους λέξης:
Τόνος στη λήγουσα  οξύτονος στίχος
Τόνος στην παραλήγουσα  παροξύτονος
Τόνος στη προπαραλήγουσα  προπαροξύτονος
4) Υπάρχουν στίχοι με ομοιοκαταληξία και μέτρο και στίχοι ελεύθεροι. Στο ελεύθερο στίχο ο ποιητικός ρυθμός δεν υπακούει στους μετρικούς κανόνες, αλλά εξαρτάται από την προσωπική αίσθηση της μουσικότητας της γλώσσας και τους εγγενείς ρυθμούς του λόγου. Ο στίχος μπορεί να απαρτίζεται ακόμα και από μια μόνο λέξη, όταν ο ποιητής θέλει να τονίσει μια έννοια. Η στροφή πάλι καθορίζεται από το άπλωμα μιας σκέψης ή ενός θέματος..
Στροφή: Αποτελείται από ένα αριθμό στίχων και έχει μια ρυθμική και λογική ενότητα. Μορφές των στροφών: Είναι ανάλογες με τον αριθμό των στίχων που συνταιριάζονται, για να τις απαρτίσουν. Έχουμε στροφές δίστιχες, τρίστιχες, τετράστιχες κλπ. (καλύτερα μέχρι 8στιχες).
Συνίζηση: Είναι η συνεκφώνηση δυο φωνηέντων που βρίσκονται κοντά κοντά σαν ένα δίχως να κάνουμε δίφθογγο. Δηλαδή, δυο συλλαβές που η μια έχει στο τέλος και η άλλη στην αρχή φωνήεν, λογαριάζονται για μια. Η συνίζηση είναι απότέλεσμα φωνητικό και όχι της γραφής. Στο μέτρημα του στίχου θα τις λογαριάσουμε για μια συλλαβή. Συνίζηση δε γίνεται ποτέ στο τέλος του στίχου. Με τη συνεκφώνηση κρατιέται ο ρυθμός του στίχου που αλλιώς θα εξαφανιζόταν
Π.χ. υ -/ υ - /υ - / υ - / υ - /υ -/ υ - /υ
Κοιμάται ο νέος ωραίος βοσκός στη χλόη το μεσημέρι
Διασκελισμός: Είναι το φαινόμενο κατά το οποίο το νόημα ενός στίχου συνεχίζεται και στον αμέσως επόμενο.
π.χ. Ωσάν γλυκόπνοο
δροσάτο αεράκι
μέσα σε ανθότοπο
Ομοικαταληξία: Έχουμε, όταν οι φθόγγοι των στίχων από το τελευταίο τονισμένο φωνήεν και πέρα είναι οι ίδιοι. Η ομοιοκαταληξία δεν ήταν ποτέ απαραίτητο στοιχείο της νεοελληνικής ποίησης. Κανένα δημοτικό τραγούδι, εκτός από τα ερωτικά δίστιχα, δεν έχει ομοιοκαταληξία.
Τρόποι ή Είδη Ομοιοκαταληξίας:
1) Ζευγαρωτή: όταν ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με το δεύτερο, ο τρίτος με το τέταρτο κτλ. (ααββγγ κ.λπ. )
2) Πλεχτή: όταν ο πρώτος στίχος ομοικαταληχτεί με τον τρίτο και ο δεύτερος με τον τέταρτο (αβαβ)
3) Σταυρωτή : όταν ομοιοκαταληχτεί ο πρώτος στίχος με τον τέταρτο και ο δεύτερος με τον τρίτο (αββα)
4) Ζευγαροπλεχτή: όταν ομοιοκαταληχτεί ο πρώτος στίχος μετο δεύτερο, ο τρίτος με τον πέμπτο και ο τέταρτος με τον έκτο (ααβγβγ)
5) Ανάμικτη ή Ανακατωτή : όταν οι στίχοι που ομοιοκαταληκτούν δεν είναι βαλμένοι συμμετρικά, αλλά όπως θέλει ο ποιητής.
Οι μετρικές ενότητες της νεοελληνικής ποίησης ειναι :
ο ίαμβος (˅ -),
ο τροχαίος (-˅),
ο ανάπαιστος (˅ -),
ο δάκτυλος (-˅ ˅) και
ο μεσοτονικός ή αμφίβραχυς (˅ – ˅).
Έτσι, λοιπόν, ανάλογα με τον πόδα έχουμε αντιστοίχως:
ιαμβικό,
τροχαϊκό,
αναπαιστικό,
δακτυλικό και
μεσοτονικό ή αμφιβραχικό μέτρο.
Ανάλογα με τον αριθμό των συλλαβών έχουμε
πεντασύλλαβο,
εξασύλλαβο,
επτασύλλαβο,
οκτασύλλαβο,
ενιασύλλαβο
δεκασύλλαβο
ενδεκασύλλαβο,
δωδεκασύλλαβο,
δεκαπεντασύλλαβο (παραπάνω απο δεκαπεντασύλλαβο δεν έχουμε).
Αν ο τελευταίος πόδας είναι ατελής, δηλαδή λείπει η τελευταία συλλαβή ή οι δυο τελευταίες συλλαβές του ποδός, τότε λέμε ότι έχουμε καταληκτικό στίχο,
Αν ο τελευταίος πόδας είναι είναι πλήρης, τότε λέμε ότι έχουμε ακατάληκτο στίχο.
Όταν ο τόνος στον τελευταίο πόδα πέφτει στην λήγουσα, τότε έχουμε οξύτονο στίχο
Όταν ο τόνος στον τελευταίο πόδα πέφτει στην παραλήγουσα, τότε έχουμε παροξύτονο στίχο
Όταν ο τόνος στον τελευταίο πόδα πέφτει στην προπαραλήγουσα, τότε έχουμε προπαροξύτονο στίχο.
Ο Ίαμβος: Μια άτονη και μια τονισμένη συλλαβή: π.χ. η λέξη «χορός» Τονίζονται οι άρτιες (ζυγές) συλλαβές ενός στίχου ή μερικές απ’ αυτές που δημιουργούν το ρυθμό, π.χ.
υ - / υ - / υ - / υ - / υ - / υ - / υ - / υ
και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν
Ο Τροχαίος: Μια τονισμένη και μια άτονη συλλαβή: π.χ. η λέξη « κήπος»
Τονίζονται οι περιττές (μονές) συλλαβές ενός στίχου ή μερικές απ’αυτές π.χ.
υ / - υ / - υ / - υ
σύρε σκάψε με τα νύχια
Ο Ανάπαιστος: Δυο άτονες και μια τονισμένη συλλαβή: π.χ. η λέξη «τραγουδώ».
Τόνος σε κάθε τρίτη συλλαβή δηλαδή 3η, 6η, 9η κ.λπ. π.χ.
υ υ - / υ υ - / υ υ - / υ
περπατώντας η Δόξα μονάχη
Ο Δάκτυλος: Μια τονισμένη και δυο άτονες συλλαβές: π.χ. η λέξη «δούλεψα».
Τονίζεται η πρώτη συλλαβή κάθε τριάδας δηλαδή 1η, 4η, 7η, 10η κτλ. π.χ.
υ υ/ - υ υ/ - υ υ/ - υ υ/ - υ υ / - υ
Μόλις παράλαβ’εσένα, ακριβέ, το φτωχούλι το μνήμα
Ο Αμφίβραχυς ή Μεσοτονικός: Μια άτονη, μια τονισμένη και πάλι μια άτονη συλλαβή π.χ. η λέξη «σελήνη». Δεν είναι συχνός
Τονίζεται η δεύτερη, η μεσαία συλλαβή κάθε τριάδας δηλαδή 2η, 5η,8η, 10η κτλ. π.χ.
υ - υ /υ - υ / υ - υ / υ - υ
Παρήλθον ημέραι και χρόνοι μεγάλοι
Προσοχή : Στους αναπαιστικούς, δακτυλικούς και μεσοτονικούς στίχους, αντίθετα απ’ό,τι συμβαίνει στους ιαμβικούς και τροχαϊκούς, σπάνια μένει άτονη μια συλλαβή απ’ αυτές που πρέπει να τονιστούν
ιαμβικό μέτρο (˅ -)
Αχός| βαρύς |ακού|γεται |πολλά |ντουφέ|κια πέ|φτουν
συλλαβές: 15 – δεκαπεντασύλλαβος (το -ια- στο «ντουφεκια» λογαριάχεται ως μια συλλαβή καθ” ότι συμπροφέρεται σε μια συλλαβή. Αυτό λέγεται συνίζηση). Ειναι παροξύτονος (πέφτουν) και καταληκτικός (πέ|φτουν).
τροχαικό μέτρο (-˅)
Σε γνω|ρίζω α|πο την |κόψη
συλλαβές: 8 – οκτασύλλαβος (το -ω α- στο «γνωρίζω από» συμπροφέρεται σε μια συλλαβή). Είναι παροξύτονος και καταληκτικός.
αναπαιστικό μέτρο (˅ ˅ -)
Στων Ψαρών| την ολό|μαυρη ρά|χη
συλλαβές: 10 – δεκασύλλαβος παροξύτονος καταληκτικός.
δακτυλικό μέτρο (-˅ ˅)
Ξύπνα δρο|σιά της αυ|γής και φεγ|γάρι
συλλαβές: 11 – ενδεκασύλλαβος ( το -ιά- στο «δροσιά» υπέστη συνίζηση) παροξύτονος και καταληκτικός.
μεσοτονικό ή αμφιβραχικό μέτρο (˅ – ˅)
Τα πρώτα μου| χρόνια |τ” αξέχα|στα
συλλαβές: 13 – δεκατρισύλλαβος (το -ια- στο «χρόνια» υπέστη συνίζηση) παροξύτονος καταληκτικός.