1ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
| Είδη | Σύνδεσμοι | ||
|---|---|---|---|
| Παρατακτικοί | 1. Συμπλεκτικοί | και/κι, ούτε, μήτε (ουδέ, μηδέ σε παλαιότερα κείμενα) | |
| Παρατακτικοί | 2. Διαχωριστικοί | ή, είτε | |
| Παρατακτικοί | 3. Αντιθετικοί | αν και, αλλά, μα, παρά, όμως, ωστόσο, ενώ, μολονότι, μόνο (που) | |
| Παρατακτικοί | 4. Συμπερασματικοί | λοιπόν, ώστε, άρα, επομένως, οπότε | |
| Παρατακτικοί | 5. Επεξηγηματικός | δηλαδή | |
| Υποτακτικοί | Χρησιμοποιούνται στις ονοματικές προτάσεις | 6. Ειδικοί | πως, που, ότι |
| Υποτακτικοί | Χρησιμοποιούνται στις ονοματικές προτάσεις | 7. Ενδοιαστικοί (ή διστακτικοί) | μη(ν), μήπως |
| Υποτακτικοί | Χρησιμοποιούνται στις ονοματικές προτάσεις | 8. Βουλητικός | να |
| Υποτακτικοί | Χρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις | 9. Χρονικοί | όταν, ενώ, καθώς, αφού, αφότου, πριν (πριν να), μόλις, προτού, ώσπου, ωσότου |
| Υποτακτικοί | Χρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις | 10. Αιτιολογικοί | γιατί, επειδή, αφού, τι (ποιητικό) |
| Υποτακτικοί | Χρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις | 11. Υποθετικοί | αν/εάν, άμα |
| Υποτακτικοί | Χρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις | 12. Τελικοί | να, για να |
| Υποτακτικοί | Χρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις | 13. Αποτελεσματικοί | ώστε (να), που |
| Υποτακτικοί | Χρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις | 14. Εναντιωματικοί / παραχωρητικοί | αν και, ενώ, μολονότι |
| Υποτακτικοί | Χρησιμοποιούνται στις επιρρηματικές προτάσεις | 15. Συγκριτικός | παρά |
2ΜΟΡΙΑ
| Μόριο | Φανερώνει | Ονομάζεται |
|---|---|---|
| ας | προτροπή συγκατάθεση | προτρεπτικό |
| για | προτροπή | προτρεπτικό |
| θα | κάτι που θα γίνει κάτι που θα μπορούσε να γίνει κάτι που είναι πιθανόν να έχει συμβεί | μελλοντικό δυνητικό πιθανολογικό |
| μα | επιβεβαίωση, όρκο | ορκωτικό |
| να | δείξη | δεικτικό |
3ΕΠΙΦΩΝΗΜΑΤΑ
| Θαυμασμός | Απορία | Πόνος – λύπη | Περίπαιγμα | Ευχή |
|---|---|---|---|---|
| ω... | α... | αχ | αχ | είθε |
| α | μπα | ω | ω | μακάρι |
| μπα | όχου | όχου | άμποτε | |
| άου | άου | |||
| οχ | οχ | |||
| Έπαινος | Κάλεσμα | Ειρωνεία | Στενοχώρια – αηδία | Παρακίνηση |
| εύγε | ε | ε | ε | άιντε |
| μπράβο | ω | ου | ου | άμε |
| ουφ | μαρς | |||
| πουφ | αλτ | |||
| στοπ | ||||
| Αβεβαιότητα | ||||
| χμ | ||||
4ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ
| κοινές | λόγιες | |||
|---|---|---|---|---|
| Χρησιμοποιούνται μόνο στη σύνταξη | με, σε, για, πριν, σαν, ως, δίχως, έως, μέχρι, λόγω, χωρίς, εναντίον, εξαιτίας, ίσαμε, μεταξύ | άνευ, εκτός, ένεκα, εντός, κατόπιν, μείον, μέσω, πλην, χάριν | ||
| Χρησιμοποιούνται και στη σύνταξη και ως α' συνθετικό | αντί, από, κατά, μετά, παρά | ανά, διά, εις, εκ, εν, επί, περί, προ, συν, υπέρ, υπό | ||
| πρόθεση | μέρος λόγου | παράδειγμα | ||
| ανά | πρόθεση | Καθίστε σε κάθε θρανίο ανά δύο. | ||
| άνευ | πρόθεση | Παραδόθηκαν άνευ όρων. | ||
| αντί | πρόθεση | Tου έδωσαν πέντε χιλιάδες αντί δέκα. | ||
| από | πρόθεση | Έτσι συμπεριφέρεται από μικρός. | ||
| για | πρόθεση | Δεν είναι κατάλληλο για τρόφιμα. | ||
| διά | πρόθεση | Τον υποδέχτηκε διά χειραψίας. | ||
| δίχως | πρόθεση | Πώς να πάμε διακοπές δίχως λεφτά; | ||
| εις | πρόθεση | Όλα έγιναν εις βάρος της υγείας του. | ||
| εκ | πρόθεση | Είχε το πρόβλημα εκ γενετής. | ||
| εκτός | πρόθεση επίρρημα | Βρίσκεται εκτός γραφείου. Με τη συμπεριφορά του έμεινε εκτός. | ||
| εν | πρόθεση | Μας τα είπε εν συντομία. | ||
| εναντίον | πρόθεση αντωνυμία | Πολέμησε εναντίον του ρατσισμού Τι με κοιτάς; | ||
| ένεκα | πρόθεση | Αθωώθηκε ένεκα πολλών αμφιβολιών. | ||
| εντός | πρόθεση επίρρημα | Θα επιστρέψω εντός δέκα ημερών. Βρίσκομαι εντός. | ||
| εξαιτίας | πρόθεση | Τον έδιωξαν εξαιτίας της διαγωγής του. | ||
| επί | πρόθεση | Σπούδαζε επί δώδεκα χρόνια συνεχώς. | ||
| έως | πρόθεση επίρρημα (μαζί με επίρρημα) | Διάβαζε ως το βράδυ. Διάβαζε ως αργά. | ||
| με | πρόθεση αντωνυμία | Να έρθεις με τον κηδεμόνα σου. Τι με κοιτάς; | ||
| σε | πρόθεση αντωνυμία | Επιστρέφω σε λίγο Θα σε δω αμέσως. | ||
| για | πρόθεση σύνδεσμος (μαζί με το να) | Πολέμησε για την πατρίδα Διάβαζα, για να δώσω εξετάσεις. | ||
| ως | πρόθεση επίρρημα (μαζί με το και) χρονικός σύνδεσμος (= καθώς, ενώ, όταν) | Τον συνόδευσε ως το σταθμό. Αυτό το ξέρει ως κι ένα μωρό! Ως έτρωγα, μ' έπιασαν οι Τούρκοι. | ||
| πριν | πρόθεση σύνδεσμος επίρρημα | Προχώρα πριν από μένα. Η παράσταση άρχισε πριν να έρθουν οι επίσημοι. Δεν άκουσα τι είπατε πριν. | ||
| προς | πρόθεση | Πήγε προς το βουνό. | ||
| σαν | πρόθεση σύνδεσμος | Σου μιλώ σαν φίλος. Σαν άρχισε ο πόλεμος, έφυγε | ||
| αντί | πρόθεση | Διάβασα Θρησκευτικά αντί για Ιστορία. | ||
| από | πρόθεση | Πέρασε αύριο από το γραφείο μου | ||
| δίχως | πρόθεση | Έφυγε χωρίς εμένα. | ||
| κατά | πρόθεση | Βάδιζαν κατά την παραλία. | ||
| λόγω | πρόθεση | Κλειστό λόγω διακοπών. | ||
| μετά | πρόθεση επίρρημα σύνδεσμος | Θα σε δω μετά το μάθημα. Πλύθηκα και μετά έφαγα. Μετά που έφυγες ήρθαν τα παιδιά. | ||
| μέχρι | πρόθεση | Θα περιμένω μέχρι να τελειώσεις. | ||
| παρά | πρόθεση σύνδεσμος (αντιθετικός) | Πήγε παρά τη θέλησή του. Προτιμώ να πάω βόλτα παρά να κάθομαι σπίτι. | ||
| χωρίς | πρόθεση | Έμεινα χωρίς δεκάρα. | ||
| ίσαμε | πρόθεση | Θα σε συνοδεύσω ίσαμε το σπίτι σου. | ||
| μεταξύ | πρόθεση επίρρημα (μαζί με το στο...) | Μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Στο μεταξύ θα πεταχτώ από της Ελένης. | ||
5ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΑ
| τοπικά | χρονικά | τροπικά | ποσοτικά | ||
|---|---|---|---|---|---|
| ερωτηματικά | πού (από πού; ή για πού ή κατά πού; ή προς τα πού;) πούθε | πότε; (για πότε; ως πότε;) | πώς; | πόσο; | |
| αόριστα | κάπου , πουθενά (σπανιότερα συναντάμε και τα: εδώθε, εκείθε, ολούθε), αλλού | κάποτε, κάπου κάπου, πότε πότε, άλλοτε, ενίοτε, πάντοτε, ολοένα | κάπως, αλλιώς, αλλιώτικα | κάμποσο | |
| δεικτικά | εδώ, εκεί (κει) παρακεί (και παρέκει ή πάρα κει) αυτού, παντού | τότε, τώρα, ποτέ | έτσι, μαζί | τόσο | |
| αναφορικά: | εκεί που, όπου οπουδήποτε | τότε που, όποτε, οποτεδήποτε | όπως, καθώς, ως, σαν | όσο, οσοδήποτε | |
| διάφορα: | (α)(ε)πάνω, κάτω, χάμω, καταγής, μέσα (μέσ' ή μες), έξω, εντός, εμπρός (μπρος ή μπροστά), πίσω, δεξιά, αριστερά, ψηλά, χαμηλά, κοντά, σιμά, πλάι, δίπλα, παράπλευρα, απόμερα, μακριά, αλάργα, αντίκρυ * ή αντικρύ, κατάντικρυ, απέναντι, αγνάντια, γύρω, τριγύρω, ολόγυρα, περίγυρα, γύρωθε, μεταξύ, αναμεταξύ, πέρα, αντίπερα, ανατολικά, δυτικά, βόρεια, νότια κ.ά. | αμέσως, ευθύς, κιόλας, ήδη, πια, μόλις, ακόμη (ακόμα), πάλι, ξανά, όλο, όλο και, συχνά, συνήθως, ύστερα, έπειτα, κατόπιν, πρώτα, πριν, πρωτύτερα, νωρίς, αργά, γρήγορα, στην ώρα, συνάμα, αδιάκοπα, έγκαιρα, (εγκαίρως), μαζί, σήμερα, χτες, προχτές, αντιπροχτές, (εψές), απόψε, ανήμερα, αύριο, μεθαύριο, αντιμεθαύριο, πέρ(υ)σι, πρόπερσι, αντιπρόπερσι, φέτος, του χρόνου, τον παρ' άλλο χρόνο, πρώην (τέως) | καλά, κακά, σιγά, (αγάλια), έξαφνα (άξαφνα, ξαφνικά), ίσια, ωραία, χωριστά, συνεχιστά, ακουστά, μπρούμυτα, ανάσκελα, μόνο, μονάχα (μοναχά), καθαυτού, ίσια ίσια, διαρκώς, μεμιάς, μονομιάς, επίσης, επικεφαλής, ιδίως, κυρίως, προπάντων, ειδεμή, εξάλλου, του κάκου, τυχόν, παμψηφεί, σταυροπόδι, καλώς, ακριβώς, εντελώς, καταλεπτώς, συνεπώς, ευτυχώς, εξής, καθεξής, ελληνικά, γαλλικά, χωριάτικα | μόνο, πολύ, περισσότερο, πιο, λίγο, λιγάκι, λιγότερο, κομμάτι, αρκετά, κάμποσο, σχεδόν, τουλάχιστο(ν), (ε)(α)πάνω κάτω, περίπου, καθόλου, διόλου, ολωσδιόλου, ολότελα, μάλλον, εξίσου, μόλις. | |
| Στα τοπικά συγκαταλέγονται και τα επιρ. που τα συναντάμε στην ποιητική γλώσσα: αυτούθε, όθε, ξοπίσω, ζερβά. • Ακόμα, διάφορα σύνθετα σε -ης, -ις, -α κτλ.: καταμεσής, κατακαμπίς, μεσουρανίς, μεσοστρατίς κ.ά., κατακέφαλα, κατάματα, κατάκορφα, κατάραχα, κατάστηθα, παραμάσκαλα • Πολλά τοπικά επιρ. λέγονται συχνά μαζί με πρόθεση: για πάνω, κατά πίσω, κατά κάτω, από μπρος, από πέρα κτλ. | Στα χρονικά συγκαταλέγονται και τα επιρ. που τα συναντάμε στην ποιητική γλώσσα: ταχιά, σύνταχα, σύναυγα, πάρωρα, σύγκαιρα. • Ακόμα τα διάφορα σύνθετα με την πρόθεση από: απόπασχα, απόλαμπρα, αποβδόμαδα, απολείτουργα, απομεσήμερα. • Τα σύνθετα σε -ίς: αποβραδίς, ολημερίς, ολοχρονίς κτλ. και άλλα: καταμεσήμερα, νυχτόημερα, μεσοβδόμαδα, κ.ά. • Ως χρονικά επιρ. χρησιμοποιούνται και οι μετοχές: ξημερώνοντας, βραδιάζοντας, σουρουπώνοντας, νυχτώνοντας. • Με χρονική σημασία χρησιμοποιούνται και μερικά τοπικά επιρ.: κοντά (τώρα κοντά), και τα τροπικά: μαζί, αραιά (βλεπόμαστε αραιά) κ.ά. • Πολλά χρονικά επιρ. λέγονται συχνά μαζί με πρόθεση: από πότε, ως πότε, για πότε. | Στα τροπικά συγκαταλέγονται και τα επιρ. που τα συναντάμε στην ποιητική ή στη λαϊκή γλώσσα: αντάμα, χώρια, ειδάλλως κ.ά. • Πολλά είναι τα επιρ. σε -α που σχηματίζονται από τον πληθυντικό του ουδετέρου των αντίστοιχων επιθέτων: ωραία, γρήγορα, βαθιά, κυριακάτικα, όμορφα, ίσια, στραβά, χαμηλά, ψηλά, άδικα, αναδρομικά, ανάποδα κ.ά. • Επίσης αυτά που παράγονται από τα ρηματικά επίθετα σε -τος: ξυστά, ξαπλωτά, καμαρωτά, κολλητά, πεταχτά • Στα τροπικά επιρ. μπορούμε να εντάξουμε και τα ομοιωματικά σαν και ως. • Μερικά από τα επιρ. σε -α σχηματίζονται και σε -ως: άσχετα-ασχέτως, βέβαια-βεβαίως, σπάνια-σπανίως, απλά-απλώς κ.ά. (δες στη συνέχεια για τη διαφορετική σημασία) | Στα ποσοτικά ανήκει και το επιτατικό πάρα, που προτάσσεται σ' επιρ. και σ' άλλες λέξεις για να δυναμώσει την έννοιά τους: πάρα πολύ, παραπάνω, παραπέρα. • Ως ποσοτικά επιρ. χρησιμεύουν και μερικά ουσιαστικά σε αρνητικές προτάσεις: άχνα, κουκούτσι, σταλιά, π.χ. δεν έφαγε σταλιά. | ||
| α) βεβαιωτικά | ναι, μάλιστα, βέβαια, βεβαιότατα, ορισμένως, αλήθεια (αληθινά), σωστά, τωόντι | ||||
| β) διστακτικά | ίσως, τάχα, (τάχατε), άραγε, δήθεν, πιθανό(ν): Χρησιμεύουν ακόμη και οι σύνδεσμοι: μην (μη) μήπως, π.χ. μήπως τον είδατε; | ||||
| γ) αρνητικά | όχι, δε(ν), μη(ν), όχι βέβαια:Χρησιμεύουν ακόμη και οι σύνδεσμοι: ούτε, μήτε, π.χ. ούτε μου πέρασε απ' το νου. | ||||
| επιρρηματική χρήση των ουσιαστικών | Πολλές φορές και τα ουσιαστικά (σε αιτιατική) χρησιμοποιούνται με επιρρηματική σημασία:
πηγαίνω σχολείο, καθόταν σπίτι, τον πήρε αγκαλιά, πάω περίπατο, έφυγε τρεχάλα, τον βλέπω πρωί βράδυ κ.ά.
Ακόμη χρησιμοποιείται με επιρρηματική σημασία η γενική ονόματος: του κάκου, καλού κακού, στεριάς κ.ά. Πολλά ουσιαστικά τα διπλασιάζουμε για να εκφράσουμε: α) τη συνέχεια: περπατούσε άκρη άκρη, γιαλό γιαλό, τοίχο τοίχο β) τη διανομή: πήγαιναν παρέες παρέες. | ||||
| επιρρηματική χρήση των προτάσεων | Με επιρρηματική σημασία χρησιμοποιούνται και οι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις, για να δηλώσουν:α) χρόνο: Θα φύγω, όταν θα έρθεις., β) σκοπό: Σε περιμένω, για να φύγω., γ) υπόθεση: Θα φύγω, αν έρθεις κι εσύ., δ) αιτία: Δεν έφυγα, επειδή ήρθες., ε) αποτέλεσμα. Μιλάει τόσο σιγά, ώστε δεν τον ακούει κανείς., στ) εναντίωση: Θα φύγω αν και μόλις ήρθα. | ||||
| επιρρηματικές εκφράσεις | Χρησιμοποιούνται ως επιρρήματα και διάφορες εκφράσεις για να δηλώσουν: α) χρόνο: κάθε μέρα, μέρα με τη μέρα, τις προάλλες, από δω και μπρος, από τότε και ύστερα, εδώ και τόσα χρόνια, από δω και πέρα, β) τρόπο: μια για πάντα, μια χαρά, μια και καλή, στο βρόντο, στα τυφλά, στα πεταχτά, στα χαμένα, στα γεμάτα, κατά τύχη, κατά σύμπτωση, για καλή μας τύχη, όπως και να 'ναι, παρά λίγο να | ||||
6Παραθετικά των επιρρημάτων
Τα επιρρήματα, όπως και τα επίθετα, έχουν τρεις βαθμούς: θετικό, συγκριτικό, υπερθετικό.
Υπάρχουν δύο τρόποι σχηματισμού: ο μονολεκτικός και ο περιφραστικός. Κατά τον μονολεκτικό σχηματισμό η μορφή του επιρρήματος και στους τρεις βαθμούς είναι ίδια με τον τύπο του επιθέτου στην ονομαστική πληθυντικού του ουδετέρου του αντίστοιχου βαθμού. Κατά τον περιφραστικό σχηματισμό χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό του συγκριτικού βαθμού το πιο + ο τύπος του θετικού βαθμού του επιρρήματος, ενώ για τον υπερθετικό βαθμό το πολύ + ο τύπος του θετικού βαθμού.
Επίθετα σε -ος δίνουν επιρρήματα με κατάληξη -α, π.χ. ήσυχος > ήσυχα
Επίθετα σε -ύς δίνουν επιρρήματα με κατάληξη -ιά, π.χ. μακρύς > μακριά
Οι μονολεκτικοί τύποι των παραθετικών αυτής της ομάδας παίρνουν τις καταλήξεις -τερα, -τατα
Επίθετα σε -ής δίνουν επιρρήματα με κατάληξη -ως, π.χ. σαφής > σαφώς
Στον μονολεκτικό σχηματισμό τα παραθετικά αυτής της ομάδας παίρνουν τις καταλήξεις -εστερα, -εστατα
7ΑΡΘΡΟ
Η νέα ελληνική διαθέτει δύο άρθρα, το οριστικό (ο, η, το) και το αόριστο (ένας, μία/μια, ένα) Μπροστά από ουσιαστικά (Γιάννης, Έλσα) ή τα επίθετα (μικρή, καλόκαρδος) ή τις μετοχές (πληγωμένο) ή τις αντωνυμίες (οποίος) βρίσκεται μια λέξη που μας δηλώνει αν η λέξη που ακολουθεί είναι αρσενικό, θηλυκό ή ουδέτερο (γένος), αν πρόκειται για ένα ή πολλά (αριθμό), σε ποια πτώση βρίσκεται και κατά πόσο κάτι είναι ορισμένο ή αόριστο. Αυτή η λέξη λέγεται άρθρο.
8ΟΡΙΣΤΙΚΟ
Το οριστικό άρθρο το μεταχειριζόμαστε όταν αναφερόμαστε σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο ή πράγμα,
Το μεταχειριζόμαστε ακόμη, όταν θέλουμε να αναφερθούμε σε όλα τα πρόσωπα ή τα πράγματα που ανήκουν στο ίδιο είδος,
Το οριστικό άρθρο δεν έχει κλητική.
Όταν μεταχειριζόμαστε, για παράδειγμα, ένα ουσιαστικό που βρίσκεται στην κλητική, αφού το άρθρο δεν έχει κλητική ή αφήνουμε το ουσιαστικό μόνο του ή μεταχειριζόμαστε το ω ή το ε
Η αιτιατική ενικού του αρσενικού άρθρου (τον), σύμφωνα με τη γραμματική του Δημοτικού και του Γυμνασίου διατηρεί πάντα το τελικό ν.
Η αιτιατική ενικού του θηλυκού άρθρου διατηρεί το τελικό ν, μόνο όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν ή από τα: κ, π, τ, ξ, ψ, γκ, μπ, ντ, τσ, τζ
Εκτός από τον τύπο τις υπάρχει και ο τύπος τες που το συναντάμε σε διάφορες διαλέκτους της ελληνικής,
Πολύ συχνά η γενική και η αιτιατική του ενικού και του πληθυντικού ενώνεται με την πρόθεση σε κι έτσι έχουμε τους τύπους στου, στης, στον στη(ν), στο,στων, στους, στις, που τους ονομάζουμε εμπρόθετο άρθρο
Συχνά λέμε διαδοχικά δύο αδύναμους τύπους της προσωπικής αντωνυμίας (σου // το) και να τους θεωρούμε ως εμπρόθετο άρθρο, γράφοντάς τους μαζί
Δε θα πρέπει να μπερδεύουμε το άρθρο με τους αδύναμους τύπους της γ' προσώπου της προσωπικής αντωνυμίας.
Χρειάζεται να προσέξουμε ότι το άρθρο μπαίνει μπροστά από το ουσιαστικό ή από το επίθετο ή από τη μετοχή, ενώ οι αδύναμοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας μπαίνουν μπροστά από ρήμα.
Το άρθρο συνοδεύει το όνομα και δεν μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με κάτι άλλο, ενώ η αντωνυμία αντικαθιστά ένα όνομα, συνεπώς στη θέση της αντωνυμίας μπορούμε να βάλουμε ένα όνομα.
Επίσης, πρέπει να ξεχωρίζουμε το άρθρο με τους τύπους της κτητικής αντωνυμίας. Χρειάζεται να προσέξουμε ότι το άρθρο μπαίνει μπροστά από το ουσιαστικό ή από το επίθετο ή από τη μετοχή, ενώ οι τύποι της κτητικής αντωνυμίας μπαίνουν μετά από το όνομα.
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| ενικός αριθμός | |||
| ονομαστική | ο | η | το |
| γενική | του | της | του |
| αιτιατική | τον1 | τη(ν) | το |
| κλητική | |||
| πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομαστική | οι | οι | τα |
| γενική | των | των | των |
| αιτιατική | τους | τις3 | τα |
| κλητική |
9ΑΟΡΙΣΤΟ
Βάζουμε αόριστο άρθρο όταν το πρόσωπο ή το πράγμα δεν προσδιορίζεται ή εμφανίζεται για πρώτη φορά στον λόγο, π.χ.
10Στη συνέχεια του λόγου το αόριστο άρθρο γίνεται οριστικό
Το οριστικό άρθρο δεν έχει κλητική ούτε πληθυντικό αριθμό.
Η αιτιατική ενικού του αρσενικού άρθρου (έναν), σύμφωνα με τη γραμματική του Δημοτικού και του Γυμνασίου διατηρεί πάντα το τελικό ν.
Η αιτιατική ενικού του θηλυκού άρθρου συναντάται κυρίως χωρίς το τελικό ν (μια). Για λόγους ευφωνίας και μπροστά από φωνήεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και με το τελικό ν (μιαν),
Μορφές όμοιες με το αόριστο άρθρο έχει το αριθμητικό ένας, μία, ένα και με τους τύπους της αόριστης αντωνυμίας.
αόριστο άρθρο / αριθμητικό:Η διάκριση βασίζεται στο ότι το αόριστο άρθρο αναφέρεται σε κάτι αόριστο, ενώ το αριθμητικό χρησιμεύει για να δείξει την αντίθεση με τα πολλά παρόμοια,
αόριστο άρθρο / αόριστη αντωνυμία: Η διάκριση βασίζεται στο ότι το αόριστο άρθρο αναφέρεται σε κάτι αόριστο, ενώ η αντωνυμία αντικαθιστά ένα όνομα
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| ενικός αριθμός | |||
| ονομαστική | ένας | μία/μια | ένα |
| γενική | ενός | μιάς/μιας | ενός |
| αιτιατική | έναν1 | μια(ν) / μια(ν)2 | ένα |
| κλητική | |||
11ΜΕΤΟΧΕΣ
Ενεργητικός και παθητικός ενεστώτας και παρακείμενος
Η μετοχή είναι άκλιτη στον ενεργητικό ενεστώτα: δένοντας, τιμώντας. Οι ενεργητικές μετοχές τελειώνουν σε -οντας, όταν είναι προπαροξύτονες (δένοντας) και σε -ώντας, όταν είναι παροξύτονες (γελώντας). Η μετοχή στην παθητική φωνή είναι κλιτή με τρία γένη (εργαζόμενος, -η, -ο, δεμένος, -η, -ο). Οι μετοχές παθητικού ενεστώτα είναι συνήθως ρηματικά επίθετα (οι εργαζόμενες γυναίκες, τρεμάμενα χέρια), μερικές μάλιστα έχουν γίνει ουσιαστικά (το περιεχόμενο, τα πλεούμενα). Οι προπαροξύτονες παθητικές μετοχές γράφονται με ο (εργαζόμενος) και οι παροξύτονες - που είναι μετοχές παθητικού παρακειμένου - με ω (ειπωμένος). Εξαιρούνται μερικές προπαροξύτονες μετοχές που προέρχονται από λόγια ρήματα της δεύτερης συζυγίας (τιμώμενος).
| Ενεργητικός και παθητικός ενεστώτας και παρακείμενος | Ενεργητική φωνή | Α' συζυγία | |
|---|---|---|---|
| κάνω... | κάνοντας | ||
| Β' συζυγία | |||
| πηδώ... | πηδώντας | ||
| Παθητική φωνή | A' συζυγία | ||
| αγωνίζομαι... | αγωνιζόμενος | αγωνιζόμενη | αγωνιζόμενο |
| διασταυρώνω... Πολλά ρήματα σε -ώνω σχηματίστηκαν από αρχαία συνηρημένα ρήματα της τρίτης τάξης (σε -όω-ώ). Σε πολλά από αυτά επιβιώνει, και είναι μάλιστα επικρατέστερος, ο τύπος της αρχαϊκής παθητικής μετοχής ενεστώτα (π.χ. μη συμμορφούμενος με τις υποδείξεις αντί συμμορφωνόμενος), συνήθως ως ρηματικό επίθετο: διασταυρούμενα πυρά, εκπληρούμενες επιθυμίες, διογκούμενο κύμα διαμαρτυριών. | διασταυρούμενος | διασταυρούμενη | διασταυρούμενο |
| Β' συζυγία Α' τάξη | |||
| τιμώ... | τιμώμενος | τιμώμενη | τιμώμενο |
| Β' τάξη | |||
| αγνοώ... | αγνοούμενος | αγνοούμενη | αγνοούμενο |
| Μτχ. παθ. παρακειμένου | |||
| λύνω... | λυμένος | λυμένη | λυμένο |
Ενεργητικός ενεστώτας - αρχαϊκοί τύποι
Το ουδέτερο των μετοχών αυτών σχηματίζεται πολύ σπάνια: το κυβερνών, το πλειοψηφούν κόμμα.
| Ενεργητικός ενεστώτας - αρχαϊκοί τύποι | Α' συζυγία | ||
|---|---|---|---|
| ενδιαφέρω | ενδιαφέρων | ενδιαφέρουσα | ενδιαφέρον |
| Β' συζυγία Α' τάξη | |||
| κυβερνώ | κυβερνών | κυβερνώσα | κυβερνών |
| B' τάξη | |||
| μειοψηφώ | μειοψηφών | μειοψηφούσα | μειοψηφούν |
Αόριστος - αρχαϊκοί τύποι
| Αόριστος - αρχαϊκοί τύποι | Ενεργητικός αόριστος | ||
|---|---|---|---|
| εναπομένω Το ουδέτερο των μετοχών αυτών σχηματίζεται πολύ σπάνια: Το ζήτημα αυτό θεωρείται λήξαν. | εναπομείνας | εναπομείνασα | εναπομείναν |
| β' αόριστος | |||
| επιτυγχάνω/ πετυχαίνω/ αποτυγχάνω/ αποτυχαίνω | επιτυχών | επιτυχούσα | επιτυχόν |
| πάσχω | παθών | παθούσα | παθόν |
| εκλείπω | εκλιπών | εκλιπούσα | εκλιπόν |
| Παθητικός αόριστος | |||
| συλλαμβάνω Οι καταλήξεις είναι ανάμεικτες, της αρχαίας αλλά και της σύγχρονης γλώσσας: τους συλληφθέντες - συλληφθέντας. Τελευταία εμφανίζεται και ο τύπος του συλληφθέντα αντί συλληφθέντος, είναι αδόκιμος όμως. | συλληφθείς | συλληφθείσα | συλληφθέν |
12ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ
| Είδος | Αντωνυμίες |
|---|---|
| Προσωπικές | εγώ, εσύ, αυτός, -ή, -ό // (μου, σου, του/της, τος, τη, το) |
| Κτητικές | μου, σου, του/της // δικός, -ή, -ό μου, σου, του // δικός, -ή, -ό μας, σας, τους |
| Αυτοπαθείς | ο εαυτός μου, σου, του |
| Οριστικές | ο ίδιος, η ίδια, το ίδιο // μόνος, -η, -ο μου, σου, του |
| Δεικτικές | αυτός, -ή, -ό // (ε)τούτος, -η, -ο // εκείνος, -η, -ο // τέτοιος, -α, -ο // τόσος, -η, -ο |
| Αναφορικές | που // ο οποίος, η -α, το -ο // όποιος, -α, -ο // όσος, -η, -ο // ό,τι οποιοσδήποτε // οσοσδήποτε // οτιδήποτε |
| Ερωτηματικές | τι // ποιος, -α, -ο // πόσος, -η, -ο |
| Αόριστες | ένας, μια/μία, ένα // κανένας/κανείς, καμιά/καμία, κανένα // κάποιος, -α, -ο μερικοί, -ές, -ά // κάτι, κατιτί // τίποτε/τίποτα // κάμποσος, -η, -ο // κάθε καθένας, καθεμιά/καθεμία, καθένα // καθετί // ο, η, το δείνα, //ο, η, το τάδε // άλλος, -η, -ο |
| Είδος | Αντωνυμίες |
|---|---|
| Προσωπικές | εγώ, εσύ, αυτός, -ή, -ό (μου, σου, του/της, τος, τη, το) |
| Κτητικές | μου, σου, του/της δικός, -ή, -ό μου,σου, του δικός, -ή, -ό μας, σας, τους |
| Αυτοπαθείς | ο εαυτός μου, σου, του |
| Οριστικές | ο ίδιος, η ίδια, το ίδιο μόνος, -η, -ο μου, σου, του |
| Δεικτικές | αυτός, -ή, -ό (ε)τούτος, -η, -ο εκείνος, -η, -ο τέτοιος, -α, -ο τόσος, -η, -ο |
| Αναφορικές | που ο οποίος, η -α, το -ο όποιος, -α, -ο όσος, -η, -ο ό,τι οποιοσδήποτε οσοσδήποτε οτιδήποτε |
| Ερωτηματικές | τι ποιος, -α, -ο πόσος, -η, -ο |
| Αόριστες | ένας, μια/μία, ένα κανένας/κανείς, καμιά/καμία, κανένα κάποιος, -α, -ο μερικοί, -ές, -ά κάτι, κατιτί τίποτε/τίποτα κάμποσος, -η, -ο κάθε καθένας, καθεμιά/καθεμία, καθένα καθετί ο, η, το δείνα, ο, η, το τάδε άλλος, -η, -ο |
13ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ
Οι προσωπικές αντωνυμίες παίρνουν τη θέση λέξεων που δηλώνουν πρόσωπα και έχουν δυνατούς και αδύνατους τύπους. Με τους δυνατούς δίνουμε έμφαση ή εκφράζουμε αντίθεση· οι αδύνατοι χρησιμοποιούνται συχνότερα στις άλλες περιπτώσεις. Δηλώνουν τα τρία πρόσωπα του λόγου, π.χ. Δε θέλω αυτούς, εσένα θέλω (δυνατοί τύποι). Δε θέλει να σε δει στα μάτια του (αδύνατοι τύποι).
Επαναληπτική λέγεται η προσωπική αντωνυμία που επαναφέρει ένα όνομα το οποίο έχει ήδη αναφερθεί, π.χ. Τη Μαρία την είδα στη βιβλιοθήκη.
Προληπτική λέγεται η προσωπική αντωνυμία που προαναγγέλλει ένα όνομα το οποίο ακολουθεί, π.χ. Τον είδα χθες τον Νίκο.
| Ενικός αριθμός | |||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| δυνατός | αδύνατος | δυνατός | αδύνατος | ||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | εγώ εμένα (μένα) εμένα (μένα) — | — μου με — | εσύ
εσένα (σένα) εσένα (σένα) εσύ | σου σε — | |||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | εμείς εμάς εμάς — | μας μας — | εσείς εσάς εσάς εσείς | — σας σας — | |||
| Ενικός αριθμός | |||||||
| δυνατός | αδύνατος | δυνατός | αδύνατος | δυνατός | αδύνατος | ||
| ονομ. γεν. αιτ. | αυτός
αυτού (αυτουνού) αυτόν | τος του τον | αυτή
αυτής (αυτηνής) αυτή(ν) | τη της τη(ν) | αυτό αυτού (αυτουνού) αυτό | το του το | |
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. | αυτοί αυτών (αυτωνών) αυτούς | τοι τους τους | αυτές αυτών (αυτωνών) αυτές | τες τους τις / τες | αυτά αυτών (αυτωνών) αυτά | τα τους τα | |
14ΑΥΤΟΠΑΘΕΙΣ
Αυτοπαθείς αντωνυμίες είναι εκείνες που δηλώνουν ότι το πρόσωπο που ενεργεί το ίδιο συγχρόνως δέχεται και την ενέργεια. Δε χρησιμοποιούνται τόσο συχνά όσο οι προσωπικές και οι κτητικές αντωνυμίες. Εμφανίζονται συνήθως στην ομιλία
| Ενικός αριθμός | |||
|---|---|---|---|
| α' πρόσωπο | β' πρόσωπο | β' πρόσωπο | |
| ονομ. γεν. αιτ. | ο εαυτός μου
του εαυτού μου τον εαυτό μου | ο εαυτός σου
του εαυτού σου τον εαυτό σου | ο εαυτός του / της
του εαυτού του / της τον εαυτό του / της |
| Πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομ. γεν. αιτ. | ο εαυτός μας του εαυτού μας & των εαυτών μας τον εαυτό μας & τους εαυτούς μας | ο εαυτός μας του εαυτού σας & των εαυτών σας τον εαυτό σας &τους εαυτούς σας | ο εαυτός τους του εαυτού τους &των εαυτών τους τον εαυτό τους &τους εαυτούς τους |
15ΚΤΗΤΙΚΕΣ
Κτητικές είναι οι αντωνυμίες που δηλώνουν σε ποιο πρόσωπο ανήκει κάτι. Απαντούν συχνά τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό κείμενο. Κτητικές αντωνυμίες είναι οι εξής:
α) Οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας σε γενική τοποθετούνται μετά το ουσιαστικό. Χρησιμοποιούνται, όταν λέγεται απλά πως κάτι ανήκει σε κάποιο πρόσωπο,
β) Τα δικός, δική, δικό με τις γενικές των αδύνατων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας. Με τη μορφή αυτή ο ομιλητής τονίζει την κατοχή ή τη συγκρίνει με την κατοχή κάποιου άλλου, π.χ. Προτιμά τη δική σου πρόταση, όχι τη δική μου. Η αντωνυμία αυτή έχει τρία πρόσωπα και δύο αριθμούς. Κλίνεται όπως τα επίθετα σε -ος, -η, -ο Ανάλογα με το πρόσωπο και τον αριθμό των κτητόρων, παρουσιάζει τους παρακάτω τύπους:
| Α΄ πρόσωπο: |
|---|
| για έναν κτήτορα: δικός μου, δική μου, δικό μου, |
| για πολλούς κτήτορες: δικός μας, δική μας, δικό μας, |
| Β΄ πρόσωπο: |
| για έναν κτήτορα: δικός σου, δική σου, δικό σου, |
| για πολλούς κτήτορες: δικός σας, δική σας, δικό σας, |
| Γ΄ πρόσωπο: |
| για έναν κτήτορα: δικός του/της, δική του/της, δικό του/της, |
| για πολλούς κτήτορες: δικός τους, δική τους, δικό τους, |
| αρσενικό | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενικός αριθμός | ||||||
| α' πρόσωπο ένας κτήτορας | α' πρόσωπο πολλοί κτήτορες | β' πρόσωπο ένας κτήτορας | β' πρόσωπο πολλοί κτήτορες | γ' πρόσωπο ένας κτήτορας | γ' πρόσωπο πολλοί κτήτορες | |
| ονομ. γεν. αιτ. | δικός μου
δικού μου δικό μου | δικός μας δικού μας δικό μας | δικός σου
δικού σου δικό σου | δικός σας δικού σας δικό σας | δικός του
δικού του δικό του | δικός τους δικού τους δικό τους |
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. | δικοί μου δικών μου δικοί μου | δικοί μας δικών μας δικοί μας | δικοί σου δικών σου δικοί σου | δικοί σας δικών σας δικοί σας | δικοί του δικών του δικοί του | δικοί τους δικών τους δικοί τους |
| θηλυκό | ||||||
| Ενικός αριθμός | ||||||
| α' πρόσωπο ένας κτήτορας | α' πρόσωπο πολλοί κτήτορες | β' πρόσωπο ένας κτήτορας | β' πρόσωπο πολλοί κτήτορες | γ' πρόσωπο ένας κτήτορας | γ' πρόσωπο πολλοί κτήτορες | |
| ονομ. γεν. αιτ. | δική μου
δικής μου δική μου | δική μας δική μας δική μας | δική σου
δικής σου δική σου | δική σας δική σας δική σας | δική του
δικής του δική του | δική τους δική τους δική τους |
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. | δικές μου δικών μου δικές μου | δικές μας δικών μας δικές μας | δικές σου δικών σου δικές σου | δικές σας δικών σας δικές σας | δικές του δικών του δικές του | δικές τους δικών τους δικές τους |
| ουδέτερο | ||||||
| Ενικός αριθμός | ||||||
| α' πρόσωπο ένας κτήτορας | α' πρόσωπο πολλοί κτήτορες | β' πρόσωπο ένας κτήτορας | β' πρόσωπο πολλοί κτήτορες | γ' πρόσωπο ένας κτήτορας | γ' πρόσωπο πολλοί κτήτορες | |
| ονομ. γεν. αιτ. | δικό μου
δικού μου δικό μου | δικό μας δικού μας δικό μας | δικό σου
δικού σου δικό σου | δικό σας δικού σας δικό σας | δικό του
δικού του δικό του | δικό τους δικού τους δικό τους |
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. | δικά μου δικών μου δικά μου | δικά μας δικών μας δικά μας | δικά σου δικών σου δικά σου | δικά σας δικών σας δικά σας | δικά του δικών του δικά του | δικά τους δικών τους δικά τους |
16ΟΡΙΣΤΙΚΕΣ
Οριστικές αντωνυμίες είναι εκείνες που διακρίνουν κάτι από άλλα όμοιά του. Η χρήση τους δεν είναι ιδιαίτερα συχνή.
Οριστικές αντωνυμίες είναι: α) Το επίθετο ο ίδιος, η ίδια, το ίδιο, με το άρθρο,
β) Το «μόνος, μόνη, μόνο» συνδυάζεται χωρίς άρθρο με τη γενική των αδύνατων προσωπικών αντωνυμιών (μόνος μου, μόνη μου, μόνο μου κτλ.
| α' πρόσωπο: μόνος, η, ο μου | |||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενικός αριθμός | |||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | μόνος μου μόνου μου μόνο μου — | μόνη μου μόνης μου μόνη μου — | μόνο μου μόνου μου μόνο μου — | ||||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | μόνοι μας μόνων μας μόνους μας — | μόνες μας μόνων μας μόνες μας — | μόνα μας μόνων μας μόνα μας — | ||||
| β' πρόσωπο: μόνος, η, ο σου | |||||||
| Ενικός αριθμός | |||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | μόνος σου μόνου σου μόνο σου — | μόνη σου μόνης σου μόνη σου — | μόνο σου μόνου σου μόνο σου — | ||||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | μόνοι σας μόνων σας μόνους σας — | μόνες σας μόνων σας μόνες σας — | μόνα σας μόνων σας μόνα σας — | ||||
| γ' πρόσωπο: μόνος, η, ο του | |||||||
| Ενικός αριθμός | |||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | μόνος του μόνου του μόνο του — | μόνη του μόνης του μόνη του — | μόνο του μόνου του μόνο του — | ||||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | μόνοι τους μόνων τους μόνους τους — | μόνες τους μόνων τους μόνες τους — | μόνα τους μόνων τους μόνα τους — | ||||
| ο ίδιος, α, ο | |||||||
| Ενικός αριθμός | |||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | ίδιος ίδιου ίδιο — | η
της την | ίδια ίδιας ίδια — | το του το | ίδιο ίδιου ίδιο — | |
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | ίδιοι ίδιων ίδιους — | οι των τις | ίδιες ίδιων ίδιες — | τα των τα | ίδια ίδιων ίδια — | |
17ΔΕΙΚΤΙΚΕΣ
Δεικτικές αντωνυμίες είναι εκείνες που χρησιμεύουν για να δείξουμε κάτι. Απαντούν συχνά τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό κείμενο για να δείξουν – ανάλογα με τον τύπο της αντωνυμίας– πολύ κοντινά, κοντινά ή και μακρινά πρόσωπα, ζώα, πράγματα και καταστάσεις.
α) Αυτός, αυτή, αυτό, που χρησιμοποιείται για κοντινά πρόσωπα ή πράγματα ή για κάτι στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως,
β) (Ε)Τούτος, (ε)τούτη, (ε)τούτο, που χρησιμοποιείται για πολύ κοντινά πρόσωπα ή πράγματα,
γ) Εκείνος, εκείνη, εκείνο, που χρησιμοποιείται για πρόσωπα ή πράγματα που βρίσκονται μακριά,
δ) Τέτοιος, τέτοια, τέτοιο, που χρησιμεύει για να δηλωθεί μια ποιότητα,
ε) Τόσος, τόση, τόσο, που χρησιμοποιείται για να δηλωθεί μια ποσότητα,
| αυτός, ή, ό | |||
|---|---|---|---|
| Ενικός αριθμός | |||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
| ονομ. γεν. αιτ. | αυτός
αυτού αυτόν | αυτή
αυτής αυτή(ν) | αυτό αυτού αυτό |
| Πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομ. γεν. αιτ. | αυτοί αυτών αυτούς | αυτές αυτών αυτές | αυτά αυτών αυτά |
| (ε)τούτος, η, ο | |||
| Ενικός αριθμός | |||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
| ονομ. γεν. αιτ. | (ε)τούτος
(ε)τούτου (ε)τούτο(ν) | (ε)τούτη
(ε)τούτης (ε)τούτη | (ε)τούτο (ε)τούτου (ε)τούτο |
| Πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομ. γεν. αιτ. | (ε)τούτοι (ε)τούτων (ε)τούτους | (ε)τούτες (ε)τούτων (ε)τούτες | (ε)τούτα (ε)τούτων (ε)τούτα |
| εκείνος, η, ο | |||
| Ενικός αριθμός | |||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
| ονομ. γεν. αιτ. | εκείνος
εκείνου εκείνο | εκείνη
εκείνης εκείνη(ν) | εκείνο εκείνου εκείνο |
| Πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομ. γεν. αιτ. | εκείνοι εκείνων εκείνους | εκείνες εκείνων εκείνες | εκείνα εκείνων εκείνα |
| τέτοιος, α, ο | |||
| Ενικός αριθμός | |||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
| ονομ. γεν. αιτ. | τέτοιος
τέτοιου τέτοιο | τέτοια
τέτοιας τέτοια | τέτοιο τέτοιου τέτοιο |
| Πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομ. γεν. αιτ. | τέτοιοι τέτοιων τέτοιους | τέτοιες τέτοιων τέτοιες | τέτοια τέτοιων τέτοια |
| τόσος, η, ο | |||
| Ενικός αριθμός | |||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
| ονομ. γεν. αιτ. | τόσος
τόσου τόσο | τόση
τόσης τόση | τόσο τόσου τόσο |
| Πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομ. γεν. αιτ. | τόσοι τόσων τόσους | τόσες τόσων τόσες | τόσα τόσων τόσα |
18ΑΝΑΦΟΡΙΚΕΣ
Αναφορικές αντωνυμίες είναι εκείνες που εισάγουν δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις, οι οποίες είτε αποτελούν όρους που βρίσκονται έξω από την κύρια πρόταση είτε είναι οι ίδιες όροι της πρότασης. Η χρήση τους είναι πολύ συχνή τόσο στον καθημερινό προφορικό λόγο όσο και στον γραπτό.
Η επιλογή ανάμεσα στο «που» και στο «ο οποίος, η οποία, το οποίο» εξαρτάται επίσης από τη σημασία και το ύφος.
α) Που (άκλιτο): συνδέεται με ονόματα ανεξάρτητα από το γένος, τον αριθμό και την πτώση τους.
β) Ο οποίος, η οποία, το οποίο: κλίνεται και στα τρία γένη μαζί με το άρθρο, όπως το επίθετο νέος, -α,-ο. Μπορεί να αντικαταστήσει το άκλιτο «που» στις εξής περιπτώσεις:
ώστε να αποφεύγεται ενδεχόμενη ασάφεια, π.χ. Βρήκα το τετράδιο με τις σημειώσεις, τις οποίες ζήτησες (είναι σαφές ότι ζήτησες τις σημειώσεις), αντί Βρήκα το τετράδιο με τις σημειώσεις που ζήτησες (δεν είναι σαφές τι ακριβώς ζήτησες),
ώστε να αποφεύγεται επανάληψη του που, π.χ. Ο μαθητής που κέρδισε τον διαγωνισμό έγραψε ένα κείμενο με το οποίο συγκίνησε την τάξη, αντί Ο μαθητής που κέρδισε τον διαγωνισμό έγραψε ένα κείμενο που συγκίνησε την τάξη,
σε πολύ τυπικό ύφος, π.χ. Οι ερευνητές, οι οποίοι συμμετείχαν στο συνέδριο, παρουσίασαν τα πορίσματά τους.
γ) Όποιος, όποια, όποιο: κλίνεται και στα τρία γένη χωρίς το άρθρο, όπως το επίθετο τίμιος, -α, -ο. Στη γενική του ενικού, συνήθως στο οικείο ύφος, έχει και τους μορφολογικούς τύπους οποιανού (αρσ.), οποιανής (θηλ.), οποιανού (ουδετ.), στη γενική πληθυντικού τον τύπο οποιανών και για τα τρία γένη και στην αιτιατική του πληθυντικού του αρσενικού τον τύπο οποιανούς
δ) Όσος, όση, όσο: έχει τύπους και για τα τρία γένη και κλίνεται χωρίς άρθρο, όπως το επίθετο ελεύθερος, -η, -ο
ε) Ό,τι (άκλιτο): έχει τη σημασία του οτιδήποτε, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις και τη σημασία του όποιος, -α, -ο
στ) Οποιοσδήποτε, οσοσδήποτε, οτιδήποτε: αποτελούν σύνθεση των αντωνυμιών όποιος, -α, -ο, όσος,-η, -ο και ό,τι με το επίθημα -δήποτε. Οι δύο πρώτες διατηρούν την κλίση που έχουν πριν από τη σύνθεση, ενώ η τρίτη είναι άκλιτη
Οποιοσδήποτε και να σας το πει και οσεσδήποτε φορές, εσείς θα κάνετε οτιδήποτε θέλετε.
| ο οποίος, α, ο | |||||
|---|---|---|---|---|---|
| Ενικός αριθμός | |||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομ. γεν. αιτ. | ο οποίος
του οποίου τον οποίο | η οποία
της οποίας την οποία | το οποίο του οποίου το οποίο | ||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. | οι οποίοι των οποίων τους οποίους | οι οποίες των οποίων τις οποίες | τα οποία των οποίων τα οποία | ||
| όποιος, α, ο | |||||
| Ενικός αριθμός | |||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομ. γεν. αιτ. | όποιος
όποιου όποιο(ν) | όποια
όποιας όποια | όποιο όποιου όποιο | ||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. | όποιοι όποιων όποιους | όποιες όποιων όποιες | όποια όποιων όποια | ||
| όσος, η, ο | |||||
| Ενικός αριθμός | |||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομ. γεν. αιτ. | όσος
όσου όσο | όση
όσης όση | όσο όσου όσο | ||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. | όσοι όσων όσους | όσες όσων όσες | όσα όσων όσα | ||
19ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΕΣ
Ερωτηματικές είναι αντωνυμίες οι οποίες χρησιμοποιούνται, όταν θέλουμε να ρωτήσουμε κάτι. Η χρήση τους είναι πολύ συχνή στην ομιλία, κυρίως σε κειμενικά είδη που περιέχουν πολλές ερωτήσεις (συνεντεύξεις, ερωταποκρίσεις κτλ.).
Ερωτηματικές αντωνυμίες είναι οι εξής:
α) Τι (άκλιτο): π.χ. Τι διαβάζεις;
β) Ποιος, ποια, ποιο: Παρουσιάζει δεύτερους τύπους στη γενική ενικού και πληθυντικού και στην αιτιατική πληθυντικού: ποιου / ποιανού, ποιας / ποιανής, ποιων / ποιανών, ποιους / ποιανούς. Aυτοί οι δεύτεροι τύποι είναι πολύ συχνοί στην ομιλία, στο οικείο ύφος, καθώς και στη λογοτεχνία, Στη γενική ενικού χρησιμοποιείται συχνά σε τυπικό και σε ουδέτερο ύφος, αντί για το αρσενικό και ουδέτερο ποιου/ποιανού, ο τύπος τίνος. Αντίστοιχα, στη γενική πληθυντικού μπορεί να εμφανίζεται σε όλα τα γένη, αντί για το ποιων/ποιανών, ο τύπος τίνων, π.χ.Tίνος παιδιού είναι το βιβλίο; Tίνων είναι η σειρά;
γ) Πόσος, πόση, πόσο: ακολουθεί την κλίση που έχει το επίθετο ελεύθερος, -η, -ο, π.χ. Πόσες σελίδες διάβασες;
| ποιος, α, ο | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενικός αριθμός | ||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομ. γεν. αιτ. | ποιος
ποιου / ποιανού / τίνος ποιο | ποια
ποιας / ποιανής ποια | ποιο ποιου / ποιανού / τίνος ποιο | |||
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. | ποιοι ποιων / ποιανών / τίνων ποιους | ποιες ποιων / ποιανών / τίνων ποιες | ποια ποιων / ποιανών / τίνων ποια | |||
| πόσος, η, ο | ||||||
| Ενικός αριθμός | ||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομ. γεν. αιτ. | πόσος
πόσου πόσο | πόση
πόσης πόση | πόσο πόσου πόσο | |||
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. | πόσοι πόσων πόσους | πόσες πόσων πόσες | πόσα πόσων πόσα | |||
20ΑΟΡΙΣΤΕΣ
Αόριστες αντωνυμίες λέγονται οι αντωνυμίες που χρησιμοποιούνται για κάποιο άτομο ή για κάποιο πράγμα που δεν το ονομάζουμε είτε γιατί δεν το ξέρουμε είτε γιατί δε θέλουμε να το ονομάσουμε. Η χρήση τους είναι συχνή τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό κείμενο.
Αόριστες αντωνυμίες είναι οι εξής:
α) Ένας, μία/μια, ένα: Οι τύποι αυτοί είναι ίδιοι με εκείνους του αριθμητικού, που χρησιμεύει και για το αόριστο άρθρο. Δηλώνει πρόσωπα ή πράγματα με άγνωστη ταυτότητα, π.χ. Πέρασε μια και άφησε ένα σημείωμα.Ένας, μία/μια, ένα
β) Κανένας/κανείς, καμιά/καμία, κανένα: κλίνεται μόνο στον ενικό. Το κανείς έχει δύο σημασίες:
σημαίνει κάποιος, σε καταφατική φράση, π.χ. Αν σε καλέσει κανείς, απάντησέ του.
σημαίνει ούτε ένας, σε αρνητική φράση, π.χ. Κανείς δεν απάντησε (ούτε ένας).
γ) Κάποιος, κάποια, κάποιο: δηλώνει συγκεκριμένο πρόσωπο ή πράγμα, χωρίς να είναι γνωστή η ταυτότητά του, π.χ. Κάποιος άφησε ένα σημείωμα.
δ) Μερικοί, μερικές, μερικά: δηλώνει λίγα πρόσωπα ή πράγματα, χωρίς να προσδιορίζεται σαφώς η ταυτότητά τους. Κλίνεται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. Μερικοί επέλεξαν το διήγημα.
ε) Κάτι, κατιτί [άκλιτα]: δηλώνουν κάποιο πράγμα του οποίου η ταυτότητα δεν είναι σαφής. Αναφέρονται σε ονόματα που μπορούν να βρίσκονται σε οποιοδήποτε γένος, αριθμό και πτώση, π.χ. Βρήκα κάτι ενδιαφέρον στο αρχείο. Φέρε μου κατιτί για να γράψω.
στ) Τίποτε/τίποτα: συνδέεται με ονόματα ανεξάρτητα από το γένος, τον αριθμό και την πτώση τους. Είναι άκλιτο και έχει δύο σημασίες:
έχει τη σημασία του κάτι, όταν βρίσκεται σε ερωτηματική ή υποθετική πρόταση, π.χ. Έχεις τίποτε να προτείνεις;
έχει αρνητική σημασία, σε αρνητική φράση, π.χ. Δεν βρήκα τίποτε στον κατάλογο.
ζ) Κάμποσος, κάμποση, κάμποσο: δηλώνει ένα ποσό αρκετό αλλά όχι καθορισμένο, π.χ. Περίμεναν κάμποση ώρα.
η) Κάθε: προσδιορίζει αόριστα πρόσωπα ή πράγματα. Είναι άκλιτο και χρησιμοποιείται ως επίθετο, με ή χωρίς άρθρο, με ονόματα οποιασδήποτε πτώσης, π.χ. Κάθε βιβλίο έχει τον αναγνώστη του.
θ) Καθένας, καθεμιά/καθεμία, καθένα: αναφέρεται χωριστά σε κάθε μέλος ενός συνόλου, π.χ. Καθένας πήρε διαφορετικό θέμα.
ι) Καθετί: σημαίνει άλλοτε οτιδήποτε και άλλοτε τα πάντα. Είναι άκλιτο και συνηθίζεται με ή χωρίς άρθρο στην ονομαστική και την αιτιατική, π.χ. Παρατηρεί το καθετί.
ια) (Ο, η, το) δείνα, (ο, η, το) τάδε: και οι δύο απαντούν συνήθως στον ενικό και για τα τρία γένη, όταν δε θέλουμε να ονομάσουμε πρόσωπα ή πράγματα, π.χ. Αν ο δείνα ζητήσει το τάδε έγγραφο, πού θα το αναζητήσεις;
ιβ) Άλλος, άλλη, άλλο: ξεχωρίζει ένα πρόσωπο ή πράγμα από κάποιο άλλο, π.χ. Διάλεξε άλλο βιβλίο.
| ένας, μία, ένα | μερικοί, μερικές, μερικά | ||||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενικός αριθμός | Πληθυντικός αριθμός | ||||||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. | ένας
ενός έναν | μία / μια
μίας / μιας μία / μια | ένα ενός ένα | μερικοί μερικών μερικούς | μερικές μερικών μερικές | μερικά μερικών μερικά | |||||||||
| κάποιος, α, ο | |||||||||||||||
| Ενικός αριθμός | Πληθυντικός αριθμός | ||||||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. | κάποιος
κάποιου κάποιο | κάποια
κάποιας κάποια | κάποιο κάποιου κάποιο | κάποιοι κάποιων κάποιους | κάποιες κάποιων κάποιες | κάποια κάποιων κάποια | |||||||||
| κάμποσος, η, ο | άλλος, η, ο | ||||||||||||||
| Ενικός αριθμός | Ενικός αριθμός | ||||||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||||||||
| ονομ.
γεν.
αιτ. κλητ. | κάμποσος
κάμποσου κάμποσο κάμποσε | κάμποση
κάμποσης κάμποση κάμποση | κάμποσο
κάμποσου κάμποσο κάμποσο | άλλος άλλου / αλλουνού άλλο | άλλη άλλης / αλληνής άλλη | άλλο άλλου / αλλουνού άλλο | |||||||||
| Πληθυντικός αριθμός | Πληθυντικός αριθμός | ||||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | κάμποσοι κάμποσων κάμποσους κάμποσοι | κάμποσες κάμποσων κάμποσες κάμποσες | κάμποσα κάμποσων κάμποσα κάμποσα | άλλοι άλλων / αλλονών άλλους / αλλουνούς | άλλες άλλων / αλλονών άλλες | άλλα άλλων / αλλονών άλλα | |||||||||
| καθένας, καθεμία / καθεμιά, καθένα | |||||||||||||||
| Ενικός αριθμός | |||||||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. | καθένας
καθενός καθέναν | καθεμία / καθεμιά
καθεμίας / καθεμιάς καθεμία / καθεμιά | καθένα καθενός καθένα | ||||||||||||
21ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ
αριθμητικά είναι οι λέξεις που δηλώνουν αριθμούς. Χρησιμοποιούμε τα αριθμητικά για να δείξουμε ποσότητα, σειρά, από πόσα μέρη αποτελείται κάτι, πόσες φορές μεγαλύτερο είναι κάτι από κάτι άλλο, μονάδες που αποτελούν ένα σύνολο.
Επίθετα:
τα απόλυτα, (φανερώνουν ποσότητα)
τα τακτικά, (φανερώνουν ποια σειρά έχει κάτι)
τα πολλαπλασιαστικά (φανερώνουν από πόσα μέρη αποτελείται κάτι)
τα αναλογικά αριθμητικά (φανερώνουν πόσες φορές μεγαλύτερο είναι κάτι)
Ουσιαστικά:
τα περιληπτικά (φανερώνουν μονάδες που αποτελούν σύνολο ή περίπου)
| αραβικά ψηφία | ελληνικά σημεία | ρωμαϊκά σημεία | απόλυτα | τακτικά | πολλαπλασιαστικά | αναλογικά | περιληπτικά |
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| 1 | α' | I | ένα | πρώτος | απλός, ή, ό | ||
| 2 | β' | II | δύο | δεύτερος, η, ο | διπλός, ή, ό | διπλάσιος, α, ο | δυάδα |
| 3 | γ' | III | τρία | τρίτος, η, ο | τριπλός, ή, ό | τριπλάσιος, α, ο | τριάδα |
| 4 | δ' | IV | τέσσερα | τέταρτος, η, ο | τετραπλός, ή, ό | τετραπλάσιος, α, ο | τετράδα |
| 5 | ε' | V | πέντε | πέμπτος, η, ο | πενταπλός, ή, ό | πενταπλάσιος, α, ο | πεντάδα |
| 6 | στ' | VI | έξι | έκτος, η, ο | εξαπλός, ή, ό | εξαπλάσιος, α, ο | εξάδα |
| 7 | ζ' | VII | επτά | έβδομος, η, ο | επταπλός, ή, ό | επταπλάσιος, α, ο | επτάδα |
| 8 | η' | VIII | οκτώ | όγδοος, η, ο | οκταπλός, ή, ό | οκταπλάσιος, α, ο | οκτάδα |
| 9 | θ' | IX | εννιά | ένατος, η, ο | εννεαπλός, ή, ό | εννιαπλάσιος, α, ο | εννιάδα |
| 10 | ι' | X | δέκα | δέκατος, η, ο | δεκαπλός, ή, ό | δεκαπλάσιος, α, ο | δεκάδα |
| 11 | ια' | ΧΙ | ένδ(τ)εκα | ενδέκατος, η, ο | ενδεκαπλός, ή, ό | ενδεκαπλάσιος, α, ο | ενδεκάδα |
| 12 | ιβ' | ΧΙΙ | δώδεκα | δωδέκατος, η, ο | δωδεκαπλός, ή, ό | δωδεκαπλάσιος, α, ο | δωδεκάδα |
| 13 | ιγ' | ΧΙΙ | δεκατρία | δέκατος τρίτος, η, ο | |||
| 14 | ιδ' | ΙVX | δεκατέσσερα | δέκατος τέταρτος, η, ο | |||
| 15 | ιε' | XV | δεκαπέντε | δέκατος πέμπτος, η, ο | |||
| 16 | ιστ' | XVI | δεκαέξι | δέκατος έκτος, η, ο | |||
| 17 | ιζ' | XVII | δεκαεπτά | δέκατος έβδομος, η, ο | |||
| 18 | ιη' | XVIII | δεκαοκτώ | δέκατος όγδοος, η, ο | |||
| 19 | ιθ' | XIX | δεκαεννιά | δέκατος ένατος, η, ο | |||
| 20 | κ' | ΧΧ | είκοσι | εικοστός, ή, ό | εικοσαπλός, ή, ό | εικοσαπλάσιος, α, ο | εικοσάδα |
| 30 | λ' | ΧΧΧ | τριάντα | τριακοστός, ή, ό | |||
| 40 | μ' | XL | σαράντα | τεσσαρακοστός, ή, ό | |||
| 50 | ν' | L | πενήντα | πεντηκοστός, ή, ό | |||
| 60 | ξ' | LX | εξήντα | εξηκοστός, ή, ό | |||
| 70 | ο' | LXX | εβδομήντα | εβδομηκοστός, ή, ό | |||
| 80 | π' | LXXX | ογδόντα | ογδοηκοστός, ή, ό | |||
| 90 | Ϟ (κόπα) | XC | ενενήντα | ενενηκοστός, ή, ό | |||
| 100 | ρ' | C | εκατό | εκατοστός, ή, ό | εκατονταπλός, ή, ό | εκατονταπλάσιος, α, ο | εκατοντάδα |
| 200 | σ' | CC | διακόσια | διακοσιοστός, ή, ό | |||
| 300 | τ' | CCC | τριακόσια | τριακοσιοστός, ή, ό | |||
| 400 | υ' | CD | τετρακόσια | τετρακοσιοστός, ή, ό | |||
| 500 | φ' | D | πεντακόσια | πεντακοσιοστός, ή, ό | |||
| 600 | χ' | DC | εξακόσια | εξακοσιοστός, ή, ό | |||
| 700 | ψ' | DCC | επτακόσια | επτακοσιοστός, ή, ό | |||
| 800 | ω' | DCCC | οκτακόσια | οκτακοσιοστός, ή, ό | |||
| 900 | Ϡ (σαμπί) | CM | εννιακόσια | εννιακοσιοστός, ή, ό | |||
| 1000 | ‚α | M | χίλια | χιλιοστός, ή, ό | χιλιαπλάσιος, α, ο | χιλιάδα | |
| 2000 | ‚β | MΜ | δύο χιλιάδες | δισχιλιοστός, ή, ό | |||
| 10.000 | ‚ι | Χ | δέκα χιλιάδες | δεκακισχιλιοστός, ή, ό | |||
| 100.000 | ‚ρ | C | εκατό χιλιάδες | εκατοντακισχιλιοστός, ή, ό | |||
| 1.000.000 | Μ | ένα εκατομμύριο | εκατομμυριοστός, ή, ό |
Ο αριθμός 1453 στην ελληνική γραφή: ,αυνγ, στη ρωμαϊκή γραφή: MCDLIII.
Ο αριθμός 1999 στην ελληνική γραφή: ,αϠϞθ, στη ρωμαϊκή γραφή: MCDLIII.
Ο αριθμός 2014 στην ελληνική γραφή: ,βιδ, στη ρωμαϊκή γραφή: MMXIV
22ΑΠΟΛΥΤΑ
Τα απόλυτα αριθμητικά δηλώνουν ένα ορισμένο πλήθος από πρόσωπα, ζώα ή πράγματα
Τα απόλυτα αριθμητικά, ως επίθετα που είναι, έχουν τρία γένη. Δεν έχουν όμως όλα διαφορετικό τύπο για κάθε γένος.
Το «ένας, μία/μια, ένα» κλίνεται μόνο στον ενικό· τα υπόλοιπα αριθμητικά της ομάδας μόνο στον πληθυντικό.
Για τη μισή μονάδα χρησιμοποιείται το επίθετο μισός-μισή-μισό, το οποίο, όταν συντίθεται ως δεύτερο συνθετικό με άλλα αριθμητικά επίθετα, παίρνει τη μορφή -ήμισι ή -μισι.
Αν το αριθμητικό λήγει σε φωνήεν (τρία, τέσσερα, πέντε) προσθέτουμε την κατάληξη -μισι
Όταν το αριθμητικό τελειώνει σε σύμφωνο (τρεις, τέσσερεις) προσθέτουμε την κατάληξη –ήμισι τρία>τριάμισι τρεις>τρεισήμισι,
Οι μορφολογικοί τύποι μία, μίαν και δύο απαντούν συνήθως για μεγαλύτερη έμφαση, ενώ οι μορφολογικοί τύποι μια, μιαν και δυο χρησιμοποιούνται σε πιο χαλαρή ομιλία, π.χ. Μία και μοναδική ευκαιρία μάς δόθηκε· οι μαθητές μπήκαν δυο δυο στην αίθουσα.
Οι αριθμοί επτά (εφτά), οκτώ (οχτώ) και τα παράγωγά τους, καθώς και τα σύνθετα αριθμητικά που περιέχουν αυτούς τους αριθμούς, έχουν τύπους με τα συμφωνικά συμπλέγματα πτ και κτ αντίστοιχα (επτά, οκτώ) και τύπους με τα φτ και χτ αντίστοιχα (εφτά, οχτώ). Οι πρώτοι χρησιμοποιούνται σε τυπικό και ουδέτερο ύφος, ενώ οι δεύτεροι σε οικείο, καθημερινό ύφος,
Παρόμοια διαφορά ύφους παρατηρείται ανάμεσα του εννέα και του εννιά, μεταξύ του ένδεκα και του έντεκα, μεταξύ του δεκαέξι και του δεκάξι.
Τα απόλυτα αριθμητικά εννέα/εννιά και εννιακόσιοι, -ες, -α γράφονται με δύο ν. Ο αριθμός ενενήντα με μονό ν.
Τα απόλυτα αριθμητικά από το 11 ως το 20 γράφονται ως μια λέξη
Τα υπόλοιπα αριθμητικά από το 21 και άνωσε ξεχωριστές λέξεις
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||
|---|---|---|---|---|
| 0 (μηδέν) | ο τύπος μηδέν και για τα τρία γένη | μόνο στον ενικό | ||
| 1 | ένας | μία/μια | ένα | μόνο στον ενικό |
| 2 | ένας τύπος και για τα τρία γένη | μόνο στον πληθυντικό | ||
| 3 | τρεις | τρεις | τρία | μόνο στον πληθυντικό |
| 4 | τέσσερις | τέσσερις | τέσσερα | μόνο στον πληθυντικό |
| 5 ως 12 | ένας τύπος και για τα τρία γένη | μόνο στον πληθυντικό | ||
| 13, 14, 23, 24 κλπ. | δεκατρείς | δεκατρείς | δεκατρία | μόνο στον πληθυντικό |
| 15 ως 20 & 30, 40, 50, 60, 70, 80, 90, 100 | ένας τύπος και για τα τρία γένη | μόνο στον πληθυντικό | ||
| 200, ως 900 | διακόσιοι | διακόσιες | διακόσια | μόνο στον πληθυντικό |
| 1000 | χίλιοι | χίλιες | χίλια | μόνο στον πληθυντικό |
| κοινός τύπος | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ενικός | ενικός αριθμός | |||||||||||||
| ονομαστική | μηδέν | ένας | μία/μια | ένα | ||||||||||
| γενική | μηδενός | ενός | μιάς/μιας | ενός | ||||||||||
| αιτιατική | μηδέν | έναν1 | μια(ν) / μια(ν)2 | ένα | ||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||||||
| πληθυντικός αριθμός | πληθυντικός αριθμός | |||||||||||||
| ονομαστική | τρεις | τρεις | τρία | τέσσερις | τέσσερις | τέσσερα | ||||||||
| γενική | τριών | τριών | τριών | τεσσάρων | τεσσάρων | τεσσάρων | ||||||||
| αιτιατική | τρεις | τρεις | τρία | τέσσερις | τέσσερις | τέσσερα | ||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||||||||||
| πληθυντικός αριθμός | ||||||||||||||
| ονομαστική | δεκατέσσερις | δεκατέσσερις | δεκατέσσερα | |||||||||||
| γενική | δεκατεσσάρων | δεκατεσσάρων | δεκατεσσάρων | |||||||||||
| αιτιατική | δεκατέσσερις | δεκατέσσερις | δεκατέσσερα | |||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||||||||||
| πληθυντικός αριθμός | ||||||||||||||
| ονομαστική | διακόσιοι | διακόσιες / διακόσες | διακόσια | |||||||||||
| γενική | διακοσίων | διακοσίων | διακοσίων | |||||||||||
| αιτιατική | διακόσιοι | διακόσιες / διακόσες | διακόσια | |||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||||||||||
| πληθυντικός αριθμός | ||||||||||||||
| ονομαστική | χίλιοι | χίλιες | χίλια | |||||||||||
| γενική | χιλίων | χιλίων | χιλίων | |||||||||||
| αιτιατική | χίλιοι | χίλιες | χίλια | |||||||||||
23ΤΑΚΤΙΚΑ
Τα τακτικά αριθμητικά δηλώνουν τη θέση ενός προσώπου ή πράγματος μέσα σε μια σειρά,
Τα τακτικά αριθμητικά έχουν καταλήξεις -(τ)ος, -(τ)η, -(τ)ο και ακολουθούν την κλίση που έχουν τα αντίστοιχα επίθετα σε -ος, -η, -ο.
Όταν ένα τακτικό αριθμητικό αποτελείται από περισσότερες λέξεις, καθεμία κλίνεται, π.χ. ο εκατοστός εικοστός πρώτος, του εκατοστού εικοστού πρώτου κτλ.
Τα προπαροξύτονα τακτικά αριθμητικά παρουσιάζουν σε πολλές περιπτώσεις
διπλό τονισμό στην προπαραλήγουσα και στην παραλήγουσα, π.χ. όγδοης και ογδόης,
Στην καθημερινή χρήση συχνά προτιμάται το απόλυτο αριθμητικό στη θέση του τακτικού
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| ενικός αριθμός | |||
| ονομαστική | όγδοος | όγδοη | όγδοο |
| γενική | όγδοου/ογδόου | όγδοης/ογδόης | όγδοου/ογδόου |
| αιτιατική | όγδοο | όγδοη | όγδοο |
| κλητική | όγδοε | όγδοη | όγδοο |
| πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομαστική | όγδοοι | όγδοες | όγδοα |
| γενική | όγδοων/ογδόων | όγδοων/ογδόων | όγδοων/ογδόων |
| αιτιατική | όγδοους | όγδοες | όγδοα |
| κλητική | όγδοοι | όγδοες | όγδοα |
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
| ενικός αριθμός | |||
| ονομαστική | εικοστός όγδοος | εικοστή όγδοη/ογδόη | εικοστό όγδοο |
| γενική | εικοστού όγδοου/ογδόου | εικοστής όγδοης/ογδόης | εικοστού όγδοου/ογδόου |
| αιτιατική | εικοστό όγδοο | εικοστή όγδοη | εικοστό όγδοο |
| κλητική | εικοστέ όγδοε | εικοστή όγδοη | εικοστό όγδοο |
| πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομαστική | εικοστοί όγδοοι | εικοστές όγδοες | εικοστά όγδοα |
| γενική | εικοστών όγδοων/ογδόων | εικοστών όγδοων/ογδόων | εικοστών όγδοων/ογδόων |
| αιτιατική | εικοστούς όγδοους | εικοστές όγδοες | εικοστά όγδοα |
| κλητική | εικοστοί όγδοοι | εικοστές όγδοες | εικοστά όγδοα |
24ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΙΚΑ
Τα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά δηλώνουν την ποσότητα των μερών από τα οποία αποτελείται κάτι, π.χ.
τριπλός (δηλ. αποτελείται από τρία μέρη).
Πολλαπλασιαστικά αριθμητικά είναι τα εξής:
α) απλά: απλός, διπλός, τριπλός, τετραπλός, πενταπλός, εξαπλός, δεκαπλός, εικοσαπλός, εκατονταπλός κτλ.,
β) σύνθετα με το διπλός: τρίδιπλος, τετράδιπλος κτλ.
Οι καταλήξεις των πολλαπλασιαστικών αριθμητικών είναι -πλό(ο)ς, -πλή(η), -πλό(ο) και ακολουθούν την κλίση που έχουν τα επίθετα σε -ος,-η,-ο.
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| ενικός αριθμός | |||
| ονομαστική | τριπλός | τριπλή | τριπλό |
| γενική | τριπλού | τριπλής | τριπλού |
| αιτιατική | τριπλό | τριπλή | τριπλό |
| κλητική | τριπλέ | τριπλή | τριπλό |
| πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομαστική | τριπλοί | τριπλές | τριπλά |
| γενική | τριπλών | τριπλών | τριπλών |
| αιτιατική | τριπλούς | τριπλές | τριπλά |
| κλητική | τριπλοί | τριπλές | τριπλά |
25ΑΝΑΛΟΓΙΚΑ
Με τα αναλογικά αριθμητικά εκφράζουμε πόσες φορές υπερβαίνει μια ποσότητα μια άλλη.
Αναλογικά αριθμητικά είναι τα διπλάσιος, τριπλάσιος, τετραπλάσιος, πενταπλάσιος, εξαπλάσιος, εφταπλάσιος, εικοσαπλάσιος
Οι καταλήξεις των αναλογικών αριθμητικών είναι -πλάσιος, -πλάσια, -πλάσιο και ακολουθούν την κλίση που έχουν τα επίθετα σε -ιος, -ια, -ιο.
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| ενικός αριθμός | |||
| ονομαστική | τριπλάσιος | τριπλάσια | τριπλάσιο |
| γενική | τριπλάσιου | τριπλάσιας | τριπλάσιου |
| αιτιατική | τριπλάσιο | τριπλάσια | τριπλάσιο |
| κλητική | τριπλάσιε | τριπλάσια | τριπλάσιο |
| πληθυντικός αριθμός | |||
| ονομαστική | τριπλάσιοι | τριπλάσιες | τριπλάσια |
| γενική | τριπλάσιων | τριπλάσιων | τριπλάσιων |
| αιτιατική | τριπλάσιους | τριπλάσιες | τριπλάσια |
| κλητική | τριπλάσιοι | τριπλάσιες | τριπλάσια |
26ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΑ
Τα περιληπτικά αριθμητικά είναι αφηρημένα ουσιαστικά και δηλώνουν ή ένα σύνολο από μονάδες (περιληπτικά) ή ένα πλήθος κατά προσέγγιση (προσεγγιστικά),
| θηλυκό | |
|---|---|
| ενικός αριθμός | |
| ονομαστική | η τριάδα |
| γενική | της τριάδας |
| αιτιατική | την τριάδα |
| κλητική | τριάδα |
| πληθυντικός αριθμός | |
| ονομαστική | οι τριάδες |
| γενική | των τριάδων |
| αιτιατική | τις τριάδες |
| κλητική | τριάδες |
27ΒΑΘΜΟΙ ΕΠΙΘΕΤΩΝ
28Δε σχηματίζουν παραθετικά
Τα επίθετα σε:
-ής, -ιά, -ί π.χ. βυσσινής, βυσσινιά, βυσσινί
-ης, -α, -ικο π.χ. ζηλιάρης, ζηλιάρα, ζηλιάρικο
-ής, ή -ά -ού, -άδικο, ή –ούδικο, ή –ήδικο, π.χ. πλακατζής, πλακατζού, πλακατζήδικο, φωνακλάς, φωνακλού, φωνακλάδικο
-ούρης, -ούρα, -ούρικο, π.χ. καμπούρης, καμπούρα, καμπούρικο
Όσα δηλώνουν:
ύλη, π.χ. ξύλινος, χάρτινος, γυάλινος, κ.ά.
καταγωγή, π.χ. κρητικός, νησιώτικος, κ.ά.
συγγένεια, π.χ. αδελφικός, θείος, κ.ά.
τόπο, π.χ. ορεινός, παράκτιος, κ.ά.
χρόνο, π.χ. αυριανός, βραδινός, κ.ά.
κατάσταση που δεν αλλάζει, π.χ. τυφλός, άφθαρτος, κ.ά.
Παραθετικά:
Παραθετικά του επιθέτου είναι ο συγκριτικός και ο υπερθετικός βαθμός.
Αυτά σχηματίζονται είτε μονολεκτικά είτε περιφραστικά (με περισσότερες λέξεις).
| οι βαθμοί του επιθέτου | ||||
|---|---|---|---|---|
| θετικός | συγκριτικός | υπερθετικός | ||
| θετικός | συγκριτικός | σχετικός | απόλυτος | |
| απλώς μια ιδιότητα | σύγκριση με άλλο | σύγκριση με όλα | η ιδιότητα στο μεγαλύτερο βαθμό | |
| μονολεκτικά | έξυπνος | εξυπνότερος | Εξυπνότατος + πανέξυπνος | |
| περιφραστικά | πιο έξυπνος | ο εξυπνότερος + ο πιο έξυπνος | πολύ έξυπνος + πάρα πολύ έξυπνος | |
Ο συγκριτικός βαθμός σχηματίζεται με δύο τρόπους, οι οποίοι όμως δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε όλα τα επίθετα:
α) περιφραστικά: Με το πιο και το επίθετο σε θετικό βαθμό. Είναι ο τρόπος που χρησιμοποιείται περισσότερο, τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό κείμενο. Σε κάποιες περιπτώσεις, σε ύφος τυπικό, χρησιμοποιείται στη θέση του πιο το πλέον
β) μονολεκτικά: Με την προσθήκη του επιθήματος -ό(ύ)τερος, -η, -ο και σπανιότερα του -έστερος, -η, -ο στο θέμα της λέξης,
Ορισμένα επίθετα σχηματίζουν και μονολεκτικό και περιφραστικό τύπο, π.χ. πλουσιότερος και πιο πλούσιος, άλλα μόνο μονολεκτικό, π.χ. ανώτερος, και άλλα, που είναι και τα περισσότερα, μόνο περιφραστικό, π.χ. πιο τεμπέλης.
Είναι δυνατό, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, τα επίθετα σε -ων, -ων, -ον να σχηματίζουν μονολεκτικό τύπο στον συγκριτικό βαθμό, π.χ. δεισιδαιμονέστερος.
Όλοι οι μονολεκτικοί τύποι του συγκριτικού βαθμού ακολουθούν στην κλίση το παράδειγμα των επιθέτων σε -ος,-η,-ο.
Ο σχετικός υπερθετικός σχηματίζεται όπως και ο συγκριτικός βαθμός προσθέτοντας του άρθρου
Τα επίθετα που διαθέτουν δύο τύπους στον συγκριτικό βαθμό (μονολεκτικό και περιφραστικό) διαθέτουν δύο τύπους και στον σχετικό υπερθετικό.
Ο απόλυτος υπερθετικός σχηματίζεται:
α) Μονολεκτικά, προσθέτοντας του επιθήματος -ό(ύ)τατος, -η, -ο στο θέμα της λέξης.
Ο μονολεκτικός σχηματισμός του απόλυτου υπερθετικού δεν είναι πολύ συχνός και δε σχηματίζεται από όλα τα επίθετα. Χρησιμοποιείται συνήθως στο τυπικό ύφος.
β) Περιφραστικά, με την προσθήκη του επιρρήματος πολύ, πάρα πολύ, π.χ.
| ΑΝΩΜΑΛΑ ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| θετικός | συγκριτικός | σχετικός υπερθετικός | απόλυτος υπερθετικός | |||
| μονολεκτικά | περιφραστικά | μονολεκτικά | περιφραστικά | μονολεκτικά | περιφραστικά | |
| απλός | απλούστερος | πιο απλός | ο απλούστερος | ο πιο απλός | απλούστατος | πολύ απλός |
| γέρος | γεροντότερος | πιο γέρος | ο γεροντότερος | ο πιο γέρος | πολύ γέρος | |
| κακός | χειρότερος | πιο κακός | ο χειρότερος | ο πιο κακός | Χείριστος κάκιστος | πολύ κακός |
| καλός | καλύτερος | πιο καλός | ο καλύτερος | ο πιο καλός | Κάλλιστος άριστος | πολύ καλός |
| κοντός | κοντύτερος | πιο κοντός | ο κοντύτερος | ο πιο κοντός | κοντότατος | πολύ κοντός |
| λίγος | λιγότερος | ο λιγότερος | ο πιο λίγος | ελάχιστος | πολύ λίγος | |
| μακρύς | μακρύτερος | πιο μακρύς | ο μακρύτερος | ο πιο μακρύς | μακρύτατος | πολύ μακρύς |
| μεγάλος | μεγαλύτερος | πιο μεγάλος | ο μεγαλύτερος | ο πιο μεγάλος | μέγιστος | πολύ μεγάλος |
| μικρός | μικρότερος | πιο μικρός | ο μικρότερος | ο πιο μικρός | ελάχιστος | πολύ μικρός |
| πολύς | περισσότερος | πιο πολύς | ο περισσότερος | ο πιο πολύς | πλείστος | πάρα πολύς |
| πρώτος | πρωτύτερος | ο πρωτύτερος | πρώτιστος | |||
| Παραθετικά που προέρχονται από άλλα μέρη του λόγου | |||
|---|---|---|---|
| θετικός | συγκριτικός | σχετικός υπερθετικός | απόλυτος υπερθετικός |
| (άνω) | ανώτερος | ο ανώτερος | ανώτατος |
| (κάτω) | κατώτερος | ο κατώτερος | κατώτατος |
| (άπω) | απώτερος | ο απώτερος | απώτατος |
| (ένδον) | ενδότερος | ο ενδότερος | ενδότατος |
| (έξω) | εξώτερος | ο εξώτερος | - |
| (έσω) | εσώτερος | ο εσώτερος | εσώτατος |
| (πλησίον) | πλησιέστερος | ο πλησιέστερος | πλησιέστατος |
| (προτιμώ) | προτιμότερος | ο προτιμότερος | - |
| (υπέρ) | υπέρτερος | ο υπέρτερος | υπέρτατος |
| (προ) | πρότερος | ο πρότερος | - |
29ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ
Ουσιαστικό είναι η λέξη που ονομάζει πρόσωπα (Γιάννης), ζώα (αλεπού), πράγματα (τραπέζι), τόπους (Τρίκαλα) και έννοιες σχετικές με ιδιότητα (εξυπνάδα, ομορφιά), ενέργεια (τρέξιμο, δουλειά) και κατάσταση (ησυχία, γαλήνη θύελλα).
Μέσα στην πρόταση, το ουσιαστικό συμπληρώνει το ρήμα είτε ως υποκείμενο ή ως αντικείμενο είτε γενικότερα ως προσδιορισμός.
Τα ουσιαστικά ανάλογα με το τι δηλώνουν διακρίνονται:
α) Σε κύρια: όσα δηλώνουν ορισμένο πρόσωπο ή ζώο, π.χ. η Δανάη, ο Ρόκυ. Ως κύρια χρησιμοποιούνται και τα ονόματα των ημερών της εβδομάδας, των μηνών, των εορτών, των πλοίων, των λογοτεχνικών έργων, των έργων τέχνης κ.ά., π.χ. Τετάρτη, Ιούνιος, Ναυτίλος.
β) Σε κοινά: όσα δηλώνουν όλα τα πρόσωπα, ζώα ή πράγματα που ανήκουν στο ίδιο είδος ή που δηλώνουν κάποια κατάσταση ή ιδιότητα, π.χ. δρόμος, γυναίκα, σκύλος, εργασία, δικαιοσύνη.
γ) Σε περιληπτικά: όσα δηλώνουν σύνολα προσώπων ή ζώων ή πραγμάτων, π.χ. πλήθος, σμήνος.
δ) Σε συγκεκριμένα: όσα κοινά ονόματα δηλώνουν πρόσωπα, ζώα ή πράγματα που είναι αντιληπτά από τις αισθήσεις, π.χ. η πέτρα, το τετράδιο.
ε) Σε αφηρημένα: όσα κοινά ονόματα δηλώνουν ενέργεια, ιδιότητα ή κατάσταση και γενικά αναφέρονται σε όντα που τα αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος μόνο με τη σκέψη του, π.χ. η ελπίδα, η θλίψη.
Το ίδιο κοινό ουσιαστικό μπορεί, ανάλογα με τη παρουσία του, να έχει συγκεκριμένη ή αφηρημένη σημασία, π.χ. Ο τοίχος έχει βαθιές ρωγμές (συγκεκριμένο). Η εμπιστοσύνη τους παρουσίασε ρωγμές (αφηρημένο).
Γένος
Κάθε ουσιαστικό ανήκει σε ένα γένος. Τα γένη στα οποία μπορούν να ανήκουν τα ουσιαστικά είναι τρία: το αρσενικό, το θηλυκό και το ουδέτερο. Τα γένη των ουσιαστικών δε συνδέονται απαραίτητα με το φυσικό γένος ούτε και με άλλα σημασιολογικά χαρακτηριστικά.
α) Τα ουσιαστικά που δηλώνουν ανθρώπινα όντα συνήθως ανήκουν στο φύλο του προσώπου στο οποίο αναφέρονται, π.χ. πατέρας, μητέρα, αλλά παιδί (ουδ.).
β) Τα περισσότερα ουσιαστικά που δηλώνουν ζώα έχουν μόνο μία λέξη για όλα τα γένη, π.χ. το ελάφι, ο βόας. Σε αυτές τις περιπτώσεις το φύλο του ζώου δηλώνεται είτε με την προσθήκη των επιθέτων αρσενικός-ή-ό και θηλυκός-ή-ό αντίστοιχα είτε, συνήθως στον προφορικό λόγο, με καταληκτικό μόρφημα που δηλώνει το γένος του ζώου, π.χ. η αρσενική αλεπού, η ελεφαντίνα
Αριθμός
Τα περισσότερα ουσιαστικά εμφανίζονται και στον ενικό και στον πληθυντικό. Υπάρχουν όμως ουσιαστικά που εμφανίζονται μόνο στον ενικό ή μόνο στον πληθυντικό αριθμό, χωρίς και αυτό να είναι πάντοτε απόλυτο.
Οι κατηγορίες των ουσιαστικών που συνηθίζονται στον ενικό αριθμό είναι:
α) Ουσιαστικά που δηλώνουν έννοιες οι οποίες δεν είναι δυνατό να αριθμηθούν, π.χ. το σκοτάδι, η πείνα.
β) Ουσιαστικά που δηλώνουν έννοιες οι οποίες σχετίζονται με τις επιστήμες και τις τέχνες, π.χ. η Χημεία, η Αστρονομία, η ζωγραφική.
γ) Oυσιαστικά που δηλώνουν οντότητες οι οποίες είναι μοναδικές, π.χ. το Βυζάντιο, ο Θανάσης ο Καλογήρου. δ) Oυσιαστικά που δηλώνουν σύνολα προσώπων ή πραγμάτων (ανήκουν στα περιληπτικά ουσιαστικά),π.χ. η εργατιά, ο όχλος.
ε) Ουσιαστικά που δηλώνουν γιορτές και τοπωνύμια, π.χ. η Ανάληψη, ο Ορχομενός, αλλά τα Χριστούγεννα, τα Τρίκαλα. Ορισμένα ονόματα που ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες εμφανίζονται στον λόγο και στον πληθυντικό είτε λόγω της σημασίας που θέλει να προσδώσει ο ομιλητής είτε λόγω του ύφους, π.χ. οι Γιάννηδες (όταν γίνεται λόγος για πολλούς με το ίδιο όνομα), Καθαρές Δευτέρες (στη φράση Όλες τις Καθαρές Δευτέρες εργάζομαι).
Στον πληθυντικό απαντούν κυρίως οι ακόλουθες κατηγορίες ουσιαστικών:
α) Ουσιαστικά που δηλώνουν γλώσσα, π.χ. πορτογαλικά, ιταλικά.
β) Ουσιαστικά που δηλώνουν διπλά αντικείμενα, π.χ. κιάλια.
γ) Ουσιαστικά που δηλώνουν χρήματα ως αμοιβή για εργασία κ.ά., π.χ. δίδακτρα, ναύλα.
δ) Ορισμένα ουσιαστικά που δηλώνουν γιορτές, π.χ. Χριστούγεννα, Επιφάνια.
ε) Ορισμένα ουσιαστικά που δηλώνουν τοπωνύμια, π.χ. Σέρρες, Γιάννενα.
Επιπλέον, αρκετά κοινά ουσιαστικά, κυρίως λαϊκής προέλευσης, απαντούν αποκλειστικά στον πληθυντικό, όπως: βαφτίσια, εγκαίνια, κάλαντα, σωθικά, τρεχάματα, χαιρετίσματα κ.ά.
Κλίση
Τα ουσιαστικά ταξινομούνται ως προς τα συστήματα των καταλήξεων που έχουν σε τρεις κατηγορίες, τις κλίσεις, οι οποίες συμπίπτουν με τα τρία διαφορετικά γένη. Έτσι, έχουμε την κλίση των αρσενικών, την κλίση των θηλυκών και την κλίση των ουδετέρων.
Μορφολογία
Τα ουσιαστικά κατατάσσονται σε σχέση με τον αριθμό των συλλαβών σε ισοσύλλαβα και ανισοσύλλαβα. Ισοσύλλαβα είναι όσα έχουν τον ίδιο αριθμό συλλαβών σε κάθε πτώση του ενικού και του πληθυντικού, ενώ ανισοσύλλαβα όσα δεν έχουν τον ίδιο αριθμό συλλαβών σε κάθε πτώση.
| Ισοσύλλαβα | Ανισοσύλλαβα | |
|---|---|---|
| Ενικός | γά-τος γά-του γά-το γά-τε | κα-φές κα-φέ κα-φέ κα-φέ |
| Πληθυντικός | γά-τοι γά-των γά-τους γά-τοι | κα-φέ-δες κα-φέ-δων κα-φέ-δες κα-φέ-δες |
| Σύγκριση | Και στους δύο αριθμούς έχει τον ίδιο αριθμό συλλαβών (2) | Στον ενικό έχει δύο συλλαβές ενώ στον πληθυντικό τρεις |
Σύμφωνα με ορισμένες αναλύσεις, τα ουσιαστικά κατατάσσονται σε δικατάληκτα, όταν έχουν δύο καταλήξεις στον ενικό και δύο στον πληθυντικό, και σε τρικατάληκτα, όταν έχουν τρεις καταλήξεις σε κάθε αριθμό.
| δικατάληκτα | τρικατάληκτα | |
|---|---|---|
| Ενικός | κα-φές κα-φέ κα-φέ | γά-τος γά-του γά-το |
| Πληθυντικός | κα-φέ-δες κα-φέ-δων κα-φέ-δες | γά-τοι γά-των γά-τους |
| Σύγκριση | Και στους δύο αριθμούς έχει δύο καταλήξεις (φές-φέ)(δες-δων) | Και στους δύο αριθμούς έχει τρεις καταλήξεις (τος-του-το)(τοι-των-τους) |
30Τα ουσιαστικά διακρίνονται ακόμη σε
οξύτονα, όσα τονίζονται στη λήγουσα (λ), δηλ. στην τελευταία συλλαβή
παροξύτονα όσα τονίζονται στην παραλήγουσα (πλ), δηλ. στην προτελευταία συλλαβή και
Προπαροξύτονες λέγονται οι λέξεις με τόνο στην προπαραλήγουσα (ππλ) , δηλ. στην προπροτελευταία συλλαβή .
| κατηγορία | λέξη | ππλ | πλ | λ | ||
|---|---|---|---|---|---|---|
| οξύτονο | φως | φως | ||||
| οξύτονο | λαός | λα | ός | |||
| οξύτονο | βαρετός | βα | ρε | τός | ||
| παροξύτονο | λόγος | λό | γος | |||
| παροξύτονο | Νικόλας | Νι | κό | λας | ||
| παροξύτονο | κεραμίδι | κε | ρα | μί | δι | |
| προπαροξύτονο | κάθοδος | κά | θο | δος | ||
| προπαροξύτονο | επιφώνημα | ε | πι | φώ | νη | μα |
ΑΚΛΙΤΑ:Ορισμένα ουσιαστικά, που προέρχονται κυρίως από ξένες γλώσσες, δεν έχουν ενταχθεί στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής και δεν κλίνονται. Κανονικά θα έπρεπε να πάρουν τελικό φωνήεν ή ς για κατάληξη και να κλίνονται κανονικά όπως έχει γίνει με εκατοντάδες λέξεις της ελληνικής που αποτελούν δάνεια και παρόλα αυτά είναι ενταγμένες στο κλιτικό σύστημα, π.χ. μανάβης, μπακάλης κ.ά. Άλλωστε την αφομοιωτική δύναμη της γλώσσας μπορούμε να τη διαπιστώσουμε στους μετανάστες που αντιμετώπισαν και ενέταξαν τις ξένες λέξεις στο δικό τους λεξιλόγιο, π.χ. λέικ - λέκι ((lake= λίμνη)
Στη σύγχρονη όμως νεοελληνική πραγματικότητα εισάγονται συνεχώς και αδιακρίτως ξένες λέξεις χωρίς να αποδίδονται οι αντίστοιχες νεόπλαστες ελληνικές, π.χ. κομπιούτερ αντί υπολογιστής, τηλεκοντρόλ αντί τηλεχειριστήριο ή χειριστήριο και χωρίς να γίνεται προσπάθεια να ενταχθούν στο κλιτικό σύστημα, θεωρώντας τες ως άκλιτες, π.χ. κομπιούτερ αντί του κομπιούτορας ή κομπιουτέρι. Πολλοί θεωρούν ότι μια τέτοια χρήση είναι λάθος. Λάθος όμως είναι η ένταξη αυτούσιων ξένων λέξεων και η μη ένταξή τους. Στη συνέχεια παρατίθενται ορισμένα από αυτά.
Αρσενικά: μάνατζερ, ντε(ν)τέκτιβ, ρεπόρτερ, κομπιούτερ κ.ά.
Θηλυκά: πλαζ, σεζόν, σπεσιαλιτέ κ.ά.
Ουδέτερα: άλφα, ασανσέρ, βήτα, βολάν, κονιάκ, ρεπό, τρακ, φερμουάρ, ταμπλό, ραντεβού, πάρτι, μαγιό, μετρό, στυ(ι)λό κτλ.
31ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΑΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι παροξύτονα (αγώνας, μήνας) και προπαροξύτονα (κήρυκας).
Τα ισοσύλλαβα αρσενικά ουσιαστικά σχηματίζουν την ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού σε -ες: ναύτης - ναύτες, ταμίας - ταμίες. Εξαιρούνται αυτά που λήγουν σε -ος (δρόμος - δρόμοι).
Τα παροξύτονα (αγώνας, μήνας) διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες:
α) Σε όσα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα. Στην υποκατηγορία αυτή ανήκουν όλα τα ουσιαστικά που έχουν κατάληξη -ας, εκτός από τα δισύλλαβα, π.χ. κανόνας, χειμώνας, φύλακας κ.ά.
β) σε όσα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στη λήγουσα. Στην υποκατηγορία αυτή ανήκουν όλα τα δισύλλαβα σε -ας και όσα λήγουν σε –ίας και -ίστας, π.χ. μήνας, λοχίας κ.ά.
Σύμφωνα με το αγώνας κλίνονται τα ουσιαστικά πατέρας, αιώνας, κανόνας, χαρακτήρας, χειμώνας κ.ά.
Σύμφωνα με το μήνας κλίνονται τα ουσιαστικά λοχίας, επαγγελματίας κ.ά.
Σύμφωνα με το κήρυκας κλίνονται τα ουσιαστικά άξονας, γείτονας, λέκτορας, πρόσφυγας, ρήτορας, φύλακας κ.ά.
Κάποια ουσιαστικά αυτής της ομάδας σχηματίζουν τη γενική του ενικού και με κατάληξη -ος, π.χ. πρίγκιπος, μηνός, κηδεμόνος, μάρτυρος. Η κατάληξη αυτή προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά και την καθαρεύουσα. Σήμερα χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις τυπικού ή χιουμοριστικού ύφους.
Μόνο λίγα προπαροξύτονα ουσιαστικά έχουν την ονομαστική πληθυντικού σε οι και την αιτιατική πληθυντικού σε ους με παράλληλη μετακίνηση του τόνου στην παραλήγουσα, (οι γειτόνοι, τους γειτόνους, οι μαστόροι, τους μαστόρους.)
| Ενικ. | παροξύτονο | παροξύτονο | προπαροξύτονο | ||
|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | αγώνας αγώνα αγώνα αγώνα | μήνας μήνα/μηνός μήνα μήνα | κήρυκας κήρυκα κήρυκα κήρυκα | γείτονας γείτονα γείτονα γείτονα |
| Πληθ. | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | αγώνες αγώνων αγώνες αγώνες | μήνες μηνών μήνες μήνες | κήρυκες κηρύκων κήρυκες κήρυκες | γείτονες/ γειτόνοι γειτόνων γείτονες/γειτόνους γείτονες/γειτόνοι |
32ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΗΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (μαθητής, καθηγητής) και παροξύτονα (επιβάτης).
Όλα τονίζονται στη γενική πληθυντικού στη λήγουσα, (μαθητών, επιβατών)
Ορισμένα ουσιαστικά σε -ης που δηλώνουν επάγγελμα σχηματίζουν, σε ύφος κατά κανόνα οικείο, και θηλυκό ουσιαστικό σε -ισσα και σε -ίνα, π.χ. η γυμνασιάρχης και η γυμνασιάρχισσα, η βουλευτής και η βουλευτίνα.
Σύμφωνα με το μαθητής κλίνονται τα ουσιαστικά βουλευτής, σπουδαστής, διευθυντής κ.ά.
Σύμφωνα με το επιβάτης κλίνονται τα ουσιαστικά στρατιώτης, ταξιδιώτης, βιβλιοπώλης κ.ά.
Ορισμένα οξύτονα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας που δηλώνουν κατά κανόνα επαγγέλματα και δημόσια λειτουργήματα έχουν στην κλητική του ενικού αριθμού, συνήθως μετά το κύριε και σπανιότερα χωρίς αυτό, την κατάληξη -ά, π.χ. κύριε δικαστά, κύριε διευθυντά (αντί κύριε δικαστή, κύριε διευθυντή, που χρησιμοποιούνται τις περισσότερες φορές σε πολύ οικείο ή και σε περιπαικτικό ύφος). Στον καθημερινό λόγο και κατά κανόνα σε χιουμοριστικό ή ειρωνικό ύφος ο τύπος αυτός επεκτείνεται και σε λέξεις που δηλώνουν απλώς ιδιότητες, π.χ. κύριε σπουδαστά, κύριε στρατιώτα.
Ορισμένα παροξύτονα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας, σε ύφος κατά κανόνα οικείο ή χιουμοριστικό, έχουν σε κάθε πτώση του πληθυντικού μία συλλαβή παραπάνω με κατάληξη -άδες ή και -ηδες, π.χ. δεσπότες, δεσπότηδες και δεσποτάδες, ράφτες, ράφτηδες και ραφτάδες.
| Ενικ. | οξύτονο | παροξύτονο | |||
|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | μαθητής μαθητή μαθητή μαθητή | επιβάτης επιβάτη επιβάτη επιβάτης | δικαστής δικαστή δικαστή δικαστή/ δικαστά | ράφτης ράφτης ράφτη ράφτη |
| Πληθ. | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | μαθητές μαθητών μαθητές μαθητές | επιβάτες επιβατών επιβάτες επιβάτες | δικαστές δικαστών δικαστές δικαστές | ράφτες/ ράφτηδες/ ραφτάδες ραφτών/ράφτηδων/ραφτάδων ράφτες/ ράφτηδες/ ραφτάδες ράφτες/ ράφτηδες/ ραφτάδες |
33ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΟΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (βαθμός), παροξύτονα (δρόμος) και προπαροξύτονα (ανήφορος).
Τα οξύτονα και παροξύτονα τονίζονται σε κάθε πτώση στην ίδια συλλαβή.
Από τα προπαροξύτονα σε άλλα παραμένει ο τόνος στην ίδια θέση, π.χ. ο ανήφορος, του ανήφορου, ενώ σε άλλα μετακινείται στην παραλήγουσα στη γενική ενικού και στη γενική και αιτιατική πληθυντικού, π.χ. ο άνεμος, του ανέμου, των ανέμων, τους ανέμους.
Σύμφωνα με το βαθμός κλίνονται τα γιατρός, θεός, λαός, σεισμός κ.ά.
Σύμφωνα με το δρόμος κλίνονται τα γάμος, ήλιος, νόμος, τόπος, χώρος κ.ά.
Σύμφωνα με το ανήφορος κλίνονται τα άνεμος, δήμαρχος, αντίλαλος, κατήφορος, χωματόδρομος κ.ά.
Κάποια ουσιαστικά αυτής της ομάδας σχηματίζουν την κλητική του ενικού με κατάληξη -ο αντί -ε, π.χ. Νίκο, Μάρκο. Στα ουσιαστικά αυτά ανήκουν:
α) τα παροξύτονα βαφτιστικά ονόματα και επώνυμα, καθώς και κοινά ουσιαστικά, π.χ. Μάρκο, Χρίστο, Παύλο (αλλά και Παύλε σε οικείο ύφος), Πετράκο, Σαραντάκο, Βενιζέλο, γέρο, διάκο (αλλά και διάκε), καπετάνιο (αλλά και καπετάνιε), λούστρο (αλλά και λούστρε)
β) τα υποκοριστικά σε -άκος, π.χ. παιδάκο,
γ) μερικά οξύτονα χαϊδευτικά, π.χ. Μανολιό, Δημητρό.
Η γενική πληθυντικού του ουσιαστικού χρόνος, όταν χρησιμεύει για να δηλώσει ορισμένη ηλικία, έχει συνήθως τον τύπο χρονών και, σε λαϊκότερο ύφος, χρονώ, π.χ. Πόσω(ν) χρονών είναι; Είναι δεκαέξι χρονώ.
Τα προπαροξύτονα ουσιαστικά σε -ος έχουν μεγάλη ποικιλία στον τονισμό ορισμένων πτώσεων και των δύο αριθμών.
α) Στη γενική ενικού διατηρούν τον τόνο στην προπαραλήγουσα οι πολυσύλλαβες λέξεις, οι λαϊκές λέξεις, πολλά από τα βαφτιστικά ονόματα και τα επώνυμα, όταν χρησιμοποιούνται σε οικείο και ουδέτερο ύφος, π.χ. του αντίκτυπου, του γάιδαρου, του Χρυσόστομου, του Παπαδόπουλου. Τα ίδια ουσιαστικά, όταν χρησιμοποιούνται σε τυπικό ύφος, μετακινούν τον τόνο στην παραλήγουσα, π.χ. του αντικτύπου, του Θεοδώρου, του Παπαδοπούλου.
β) Στην ονομαστική και κλητική πληθυντικού ορισμένα ουσιαστικά, σε λαϊκό ύφος, μετακινούν τον τόνο στην παραλήγουσα, π.χ. Οι δασκάλοι, οι πολέμοι
γ) Στη γενική και αιτιατική πληθυντικού η μετακίνηση του τόνου γίνεται, ανάλογα με το ύφος μέσα στο οποίο εντάσσεται το ουσιαστικό, στην προπαραλήγουσα στο οικείο ύφος, ενώ στην παραλήγουσα στο τυπικό ύφος, π.χ. Ο πρωθυπουργός κάλεσε όλους τους δημάρχους της Μακεδονίας, αλλά Ποιος λογαριάζει πια τους δήμαρχους;
| Ενικ. | οξύτονο | παροξύτονο | προπαροξύτονο | προπαροξύτονο | |||
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | βαθμός βαθμού βαθμό βαθμέ | δρόμος δρόμου δρόμο δρόμε | ανήφορος ανήφορου ανήφορο ανήφορε | άνεμος ανέμου άνεμο άνεμε | φιλαράκος φιλαράκου φιλαράκο φιλαράκο | δήμαρχος δήμαρχου/ δημάρχου δήμαρχο δήμαρχε |
| Πληθ. | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | βαθμοί βαθμών βαθμούς βαθμοί | δρόμοι δρόμων δρόμους δρόμοι | ανήφοροι ανήφορων ανήφορους ανήφοροι | άνεμοι ανέμων ανέμους άνεμοι | (φιλαράκοι) φιλαράκων φιλαράκους (φιλαράκοι) | δήμαρχοι δήμαρχων/δημάρχων δήμαρχους/δημάρχους δήμαρχοι |
34ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΑΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (ψαράς) παροξύτονα (ρήγας, κάλφας) και προπαροξύτονα (τσέλγικας, μέρμηγκας).
Σε όλες τις πτώσεις του πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα
Το ουσιαστικό αέρας, καθώς και τα παροξύτονα ουσιαστικά σε -άκιας (τυχεράκιας, κορτάκιας, τσαντάκιας κ.ά.), σχηματίζουν τον πληθυντικό με κατάληξη -ηδες, π.χ. αέρηδες, τυχεράκηδες.
Σύμφωνα με το ψαράς κλίνονται τα αμαξάς, βοριάς, καστανάς, Πειραιάς κ.ά.
Σύμφωνα με το ρήγας κλίνονται τα κάλφας, μπάρμπας κ.ά.
Σύμφωνα με το τσέλιγκας κλίνονται τα μέρμηγκας, γυμνοσάλιαγκας κ.ά.
| Ενικ. | οξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | προπαροξύτονο | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | ψαράς
ψαρά ψαρά ψαράς | ρήγας ρήγα ρήγα ρήγα | αέρας αέρα αέρα αέρα | τυχεράκιας τυχεράκια τυχεράκια τυχεράκιας | τσέλιγκας τσέλιγκα τσέλιγκα τσέλιγκας |
| Πληθ. | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | ψαράδες ψαράδων ψαράδες ψαράδες | ρηγάδες ρηγάδων ρηγάδες ρηγάδες | αέρηδες αέρηδων αέρηδες αέρηδες | τυχεράκηδες τυχεράκηδων τυχεράκηδες τυχεράκηδες | τσελιγκάδες τσελιγκάδων τσελιγκάδες τσελιγκάδες |
35ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΗΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (καφετζής), παροξύτονα (μανάβης) και προπαροξύτονα (φούρναρης). Τα παροξύτονα και προπαροξύτονα σε κάθε πτώση του πληθυντικού τονίζονται στην προπαραλήγουσα, ενώ τα οξύτονα στην παραλήγουσα.
Σύμφωνα με το καφετζής κλίνονται τα βιολιτζής, γεμιτζής, μπετατζής, παλιατζής, ταξιτζής, χατζής κ.ά.
Σύμφωνα με το βαρκάρης κλίνονται τα μανάβης, ναζιάρης, νοικοκύρης, ταβερνιάρης, φακίρης κ.ά.
Σύμφωνα με το φούρναρης κλίνεται τo κοτζάμπασης κ.ά.
Κάποια ουσιαστικά αυτής της ομάδας έχουν στον πληθυντικό και έναν τύπο πιο λαϊκό σε -αίοι, -αίων, -αίους, -αίοι, π.χ. νοικοκύρης – νοικοκυραίοι, Αρμένης– Αρμεναίοι. Οι τύποι αυτοί χρησιμοποιούνται συχνά και στη λογοτεχνία.
| Ενικ. | οξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | προπαροξύτονο | |
|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | καφετζής καφετζή καφετζή καφετζή | βαρκάρης βαρκάρη βαρκάρη βαρκάρη | νοικοκύρης νοικοκύρη νοικοκύρη νοικοκύρη | φούρναρης φούρναρη φούρναρη φούρναρη |
| Πληθ. | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | καφετζήδες καφετζήδων καφετζήδες καφετζήδες | βαρκάρηδες βαρκάρηδων βαρκάρηδες βαρκάρηδες | νοικοκύρηδες - νοικοκυραίοι νοικοκύρηδων - νοικοκυραίων νοικοκύρηδες - νοικοκυραίοι νοικοκύρηδες - νοικοκυραίοι | φουρνάρηδες - φουρναραίοι φουρνάρηδων - φουρναραίων φουρνάρηδες - φουρναραίοι φουρνάρηδες - φουρναραίοι |
36ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΗΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ ΜΕ ΔΙΠΛΟ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (δουλευτής) και παροξύτονα (αφέντης).
Η γενική πληθυντικού σε -ων δεν είναι εύχρηστη για πολλά ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας.
Ο πληθυντικός σε -άδες χρησιμοποιείται σε οικείο και λαϊκό ύφος.
| Ενικ. | οξύτονο | παροξύτονο | |
|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | δουλευτής δουλευτή δουλευτή δουλευτή | αφέντης αφέντη αφέντη αφέντη |
| Πληθ. | |||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | δουλευτές - δουλευτάδες δουλευτάδων δουλευτές - δουλευτάδες δουλευτές - δουλευτάδες | αφέντες - αφεντάδες αφεντάδων αφέντες - αφεντάδες αφέντες - αφεντάδες |
37ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ -ΕΣ ΚΑΙ –ΟΥΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι όλα οξύτονα.
Σύμφωνα με το καφές κλίνονται τα καναπές, πουρές, λεκές, πανσές κ.ά.
Σύμφωνα με το παππούς κλίνονται τα Ιησούς, νους, ρους (μόνο στον ενικό).
| Ενικ. | οξύτονο | παροξύτονο | |||
|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | καφές καφέ καφέ καφέ | παππούς παππού παππού παππού | νους νου νου νου | ρους ρου ρου ρου |
| Πληθ. | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | καφέδες καφέδων καφέδες καφέδες | παππούδες παππούδων παππούδες παππούδες | - - - - | - - - - |
38ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΣΕ –ΕΑΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Τα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας είναι όλα παροξύτονα.
Σύμφωνα με το κουρέας κλίνονται τα αμφορέας, βαφέας, διανομέας, τομέας κ.ά.
| Ενικ. | οξύτονο | |
|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | κουρέας κουρέα κουρέα κουρέα |
| Πληθ. | ||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | κουρείς κουρέων κουρείς κουρείς |
39ΑΡΣΕΝΙΚΑ ΑΝΩΜΑΛΑ
Από τα προηγούμενα κλιτικά υποδείγματα αποκλίνουν τα αρσενικά ουσιαστικά τα ουσιαστικά μυς, πρέσβης και πρύτανης.
| Ενικ. | μυς | πρέσβης | πρύτανης | |
|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | μυς μυός μυ μυ | πρέσβης πρέσβη πρέσβη πρέσβη | πρύτανης πρύτανη πρύτανη πρύτανη |
| Πληθ. | ||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | μυς -μύες
μυών μυς -μύες μυς -μύες | πρέσβεις πρέσβεων πρέσβεις πρέσβεις | πρυτάνεις πρυτάνεων πρυτάνεις πρυτάνεις |
40ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –ΑΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (σπηλιά), παροξύτονα (εικόνα) και προπαροξύτονα (αίθουσα)
Διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες: σε όσα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στην παραλήγουσα και σε όσα τονίζονται στη λήγουσα.
Στην παραλήγουσα τονίζονται όσα λήγουν σε -ίδα, -άδα, -τητα και -όνα, π.χ. ιδιότητα – ιδιοτήτων. Εξαιρούνται: βελόνα/ κολόνα
Σε πολλά ουσιαστικά αυτής της ομάδας η γενική πληθυντικού χρησιμοποιείται σπάνια, όπως: δίψα, δίαιτα, δουλειά, ομορφιά, όπερα, ορφάνια, ράτσα, ρόκα, σαπίλα, σκοτούρα κ.ά.
Σύμφωνα με το σπηλιά κλίνονται τα δουλειά, ομορφιά κ.ά.
Σύμφωνα με το εικόνα κλίνονται τα ακτίνα, γοργόνα, μητέρα κ.ά.
Σύμφωνα με το αίθουσα κλίνονται τα αλήθεια, μαθήτρια κ.ά.
Κάποια ουσιαστικά αυτής της ομάδας σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης έχουν τον τύπο της γενικής ενικού σε -ος, όπως: Η εθνική Ελλάδος. Έλκεται λόγω βαρύτητος. Όνομα μητρός. Πολύ λίγα από τα ουσιαστικά αυτά σε παρόμοιο περιβάλλον σχηματίζουν την ονομαστική του ενικού σύμφωνα με την αρχαία κλίση, π.χ. Ελλάς, βαρύτης.
Ορισμένα από τα παροξύτονα και προπαροξύτονα ουσιαστικά που στη γενική πληθυντικού κατεβάζουν τον τόνο στη λήγουσα έχουν σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης έναν τύπο γενικής ενικού σε -ης με παράλληλη μετακίνηση του τόνου στην παραλήγουσα, π.χ. αμάξης, τραπέζης, σε φράσεις όπως: Άκουσε τα εξ αμάξης. Εργάζεται ως υπάλληλος τραπέζης. Σταθμός Λαρίσης.
Όσα προπαροξύτονα ουσιαστικά της ίδιας υποκατηγορίας έχουν θέμα που λήγει σε φωνήεν ή-ρ έχουν σε ανάλογες εκφράσεις τύπο της γενικής ενικού με τόνο στην παραλήγουσα, π.χ. επικρατείας, Ευβοίας, οικογενείας, π.χ. Συμβούλιο Επικρατείας. Πρακτορείο Ευβοίας.
Τα τοπωνύμια Αθήνα, Θήβα και Πάτρα στο τυπικό ύφος και σε στερεότυπες εκφράσεις σχηματίζουν στη γενική πληθυντικού τους τύπους Αθηνών, Θηβών και Πατρών, π.χ. Το δρομολόγιο Αθηνών–Πατρών αναχωρεί το πρωί.
| Ενικ. | οξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | προπαροξύτονο | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | η της την | σπηλιά σπηλιάς σπηλιά σπηλιά | εικόνα εικόνας εικόνα εικόνα | ιδιότητα ιδιότητας ιδιότητα ιδιότητα | αίθουσα αίθουσας/αιθούσης αίθουσα αίθουσα | βαρύτητα βαρύτητας/ βαρύτητος βαρύτητα βαρύτητα | τράπεζα τράπεζας/τραπέζης τράπεζα τράπεζα | |
| Πληθ. | ||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τις | σπηλιές σπηλιών σπηλιές σπηλιές | εικόνες εικόνων εικόνες εικόνες | ιδιότητες ιδιοτήτων ιδιότητες ιδιότητες | αίθουσες αιθουσών αίθουσες αίθουσες | τράπεζες τραπεζών τράπεζες τράπεζες | ||
| Ενικ. | ||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | η της την | επιείκια επιείκιας/επιεικίας επιείκια επιείκια | μητέρα μητέρας/μητρός μητέρα μητέρα | Αθήνα Αθήνας Αθήνα Αθήνα | ||||
| Πληθ. | ||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τις | - - - - | μητέρες μητέρων μητέρες μητέρες | - Αθηνών - - | ||||
41ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –Η ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ –ΕΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (γραμμή), παροξύτονα (γνώμη) και προπαροξύτονα (κάμαρη). Όλα στη γενική πληθυντικού τονίζονται στη λήγουσα. Ορισμένα παροξύτονα και προπαροξύτονα ουσιαστικά δε σχηματίζουν γενική πληθυντικού, π.χ. ζέστη, χάρη, ζάχαρη (πληθ. = ζάχαρες, όταν πρόκειται για ζάχαρη σε κύβους). Αρκετά ουσιαστικά της κατηγορίας αυτής, όπως αδελφή/αδερφή, (ε)ξαδέλφη/(ε)ξαδέρφη, νύφη, Κυριακή, σχηματίζουν στον λογοτεχνικό λόγο και σε οικείο ύφος τη γενική πληθυντικού με κατάληξη σε -ών και -άδων, π.χ. αδελφών και αδελφάδων.
Σύμφωνα με το γραμμή κλίνονται τα αλλαγή, εκλογή, φωνή, ψυχή κ.ά.
Σύμφωνα με το γνώμη κλίνονται τα αγάπη, άκρη, βλάβη, βρύση, δάφνη, δίκη, νίκη, τέχνη, φήμη κ.ά.
Σύμφωνα με το χάρη κλίνονται τα βρύση, ζέστη, κόρη, λάσπη, μέθη, μέση, στάνη, στρώση, τόλμη κ.ά.
Σύμφωνα με το κάμαρη κλίνονται τα Άρτεμη, ζάχαρη (στη γεν. ενικού ζάχαρης και ζαχάρεως), κάππαρη, σίκαλη κ.ά.
| Ενικ. | οξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | προπαροξύτονο | ||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | η της την | γραμμή γραμμής γραμμή γραμμή | γνώμη γνώμης γνώμη γνώμη | χάρη χάρης χάρη χάρη | κάμαρη κάμαρης κάμαρη κάμαρη | ζάχαρη ζάχαρης/ζαχάρεως ζάχαρη ζάχαρη |
| Πληθ. | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τις | γραμμές γραμμών γραμμές γραμμές | γνώμες γνωμών γνώμες γνώμες | χάρες χάρες χάρες | κάμαρες (καμαρών) κάμαρες κάμαρες |
42ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –ΗΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ –ΕΙΣ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι παροξύτονα (γνώση) και προπαροξύτονα (αίτηση). Τα παροξύτονα τονίζονται σε κάθε πτώση στην ίδια συλλαβή, ενώ στα προπαροξύτονα κατεβαίνει ο τόνος σε κάθε πτώση του πληθυντικού αριθμού κατά μία συλλαβή.
Σύμφωνα με το γνώση κλίνονται τα δύση, κλήση, κλίση, λύση, νύξη, σκέψη, τάξη, τάση, φύση, ψύξη κ.ά.
Σύμφωνα με το αίτηση κλίνονται τα ακρόπολη, ανάγνωση, άνοιξη, βάφτιση, δήλωση, θέληση, κλείδωση, μήνυση, Νεάπολη, υπόθεση, ύφεση κ.ά.
Σχεδόν όλα τα ουσιαστικά της κατηγορίας αυτής, συνήθως στο τυπικό ύφος ή και σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης, σχηματίζουν στη γενική ενικού και τύπο με κατάληξη σε -εως. Στην περίπτωση των προπαροξύτονων κατεβάζουν και τον τόνο κατά μία συλλαβή,(Το οικόπεδό εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως. Εκπαίδευση εξ αποστάσεως)
| Ενικ. | παροξύτονο | προπαροξύτονο | |
|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | η της την | γνώση γνώσης - γνώσεως γνώση γνώση | αίτηση αίτησης - αιτήσεως αίτηση αίτηση |
| Πληθ. | |||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τις | γνώσεις γνώσεων γνώσεις γνώσεις | αιτήσεις αιτήσεων αιτήσεις αιτήσεις |
43ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –ΟΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (οδός), παροξύτονα (ψήφος) και προπαροξύτονα (μέθοδος).
Τα οξύτονα και τα παροξύτονα τονίζονται σε κάθε πτώση στην ίδια συλλαβή, ενώ στα προπαροξύτονα μετακινείται ο τόνος στη γενική ενικού και πληθυντικού, καθώς και στην αιτιατική του πληθυντικού, στην παραλήγουσα.
Κλίνονται όπως και τα αρσενικά ουσιαστικά σε -ος.
Η κλητική των ουσιαστικών αυτής της κατηγορίας χρησιμοποιείται πάρα πολύ σπάνια. Παρουσιάζει στον ενικό αριθμό κατάληξη σε -ε και σε -ο, π.χ. κιβωτό, Κύπρο, αλλά και πάροδε, λεωφόρε.
Η ονομαστική και η αιτιατική πληθυντικού έχουν κι έναν τύπο με κατάληξη -ες, π.χ. οι μέθοδες, τις μέθοδες.
Σύμφωνα με το οδός κλίνονται τα ατραπός, οδός, στενωπός κ.ά.
Σύμφωνα με το ψήφος κλίνονται τα άμμος, λεωφόρος κ.ά.
Σύμφωνα με το μέθοδος κλίνονται τα άνοδος, διάλεκτος, Κόρινθος, παράγραφος, πρόοδος, σύνοδος κ.ά.
| Ενικ. | οξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | προπαροξύτονο | προπαροξύτονο | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | η της την | οδός οδού οδό οδό | ψήφος ψήφου ψήφο ψήφο | λεωφόρος λεωφόρου λεωφόρο λεωφόρο - λεωφόρε | μέθοδος μεθόδου μέθοδο μέθοδο | πάροδος παρόδου πάροδο πάροδο - πάροδε |
| Πληθ. | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τις | οδοί οδών οδούς οδοί | ψήφοι ψήφων ψήφους ψήφοι | λεωφόροι λεωφόρων λεωφόρους λεωφόροι | μέθοδοι (μέθοδες) μεθόδων μεθόδους μέθοδοι (μέθοδες) | πάροδοι παρόδων παρόδους πάροδοι |
44ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –Α ΚΑΙ –ΟΥ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Τα ουσιαστικά αυτών των κατηγοριών είναι μόνο οξύτονα.
Τονίζονται στην ίδια συλλαβή σε όλες τις πτώσεις και των δύο αριθμών.
Σύμφωνα με το μαμά κλίνονται τα γιαγιά, κυρά, νταντά κ.ά.
Σύμφωνα με το αλεπού κλίνονται τα πολυλογού, γλωσσού, μαϊμού κ.ά.
| Ενικ. | οξύτονο σε -ά | οξύτονο σε ού | Πληθ | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | η της την | μαμά μαμάς μαμά μαμά | αλεπού αλεπούς αλεπού αλεπού | ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τις | μαμάδες μαμάδων μαμάδες μαμάδες | αλεπούδες αλεπούδων αλεπούδες αλεπούδες |
45ΘΗΛΥΚΑ ΣΕ –Ω ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Τα ουσιαστικά της κατηγορίας αυτής έχουν μόνο ενικό αριθμό και είναι οξύτονα και παροξύτονα. Τονίζονται στην ίδια συλλαβή σε κάθε πτώση.
Σύμφωνα με το πειθώ κλίνονται τα ηχώ, Καλυψώ, Λητώ, φειδώ κ.ά.
Σύμφωνα με το Μάρω κλίνονται τα Διαμάντω, Φρόσω κ.ά.
Σήμερα απαντά συχνότερα στη γενική του ενικού η αρχαιοελληνική κατάληξη -ους
| Ενικ. | οξύτονο | οξύτονο | παροξύτονο | |
|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | η της την | πειθώ πειθώς/πειθούς πειθώ πειθώ | Λητώ Λητώς/ Λητούς Λητώ Λητώ | Μάρω Μάρως Μάρω Μάρω |
46ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Ο ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (φυτό), παροξύτονα (δέντρο) και προπαροξύτονα (άτομο).
Τα προπαροξύτονα διακρίνονται σε δύο υποκατηγορίες:
α) σε όσα ο τόνος τους παραμένει στην ίδια συλλαβή σε κάθε πτώση και των δύο αριθμών και
β) σε όσα κατεβάζουν τον τόνο κατά μία συλλαβή στη γενική ενικού και πληθυντικού.
Σύμφωνα με το φυτό κλίνονται τα Μεξικό, νερό, παγωτό, χωριό κ.ά.
Σύμφωνα με το δέντρο κλίνονται τα βιβλίο, θρανίο, σύννεφο, Τορίνο κ.ά.
Σύμφωνα με το δωμάτιο κλίνονται τα αυτοκίνητο, άτομο, έπιπλο, κείμενο κ.ά.
Ορισμένα προπαροξύτονα ουσιαστικά αυτής της κατηγορίας έχουν δύο τύπους στη γενική ενικού και πληθυντικού: έναν με τόνο στην παραλήγουσα, που χρησιμοποιείται στο τυπικό ύφος, και έναν με τόνο στην προπαραλήγουσα, που χρησιμοποιείται σε ουδέτερο και οικείο ύφος, π.χ. αμύγδαλου και αμυγδάλου, αμύγδαλων και αμυγδάλων, σε φράσεις όπως Σοκολάτα αμυγδάλου, αλλά Οι φλοιοί των αμύγδαλων είναι μαλακοί. Καραμέλες βουτύρου, αλλά Η παραγωγή βούτυρου είναι φέτος πολύ μεγάλη. Mερικά από τα πιο συνηθισμένα στον λόγο ουσιαστικά που παρουσιάζουν αυτούς τους δύο τύπους είναι τα εξής: αμύγδαλο, ατμόπλοιο, βούτυρο, γόνατο, δάχτυλο, ποδήλατο, πρόβατο
| Ενικ. | οξύτονο | παροξύτονο | προπαροξύτονο | |
|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | το του το | φυτό φυτού φυτό φυτό | δέντρο δέντρου δέντρο δέντρο | δωμάτιο δωματίου - δωμάτιου δωμάτιο δωμάτιο |
| Πληθ. | ||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | τα των τα | φυτά φυτών φυτά φυτά | δέντρα δέντρων δέντρα δέντρα | δωμάτια δωματίων - δωμάτιων δωμάτια δωμάτια |
47ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Ι ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (νησί) και παροξύτονα (σπίτι). Το μόνο προπαροξύτονο είναι το φίλντισι.
Στα παροξύτονα μετακινείται ο τόνος στη γενική ενικού και πληθυντικού στη λήγουσα.
Στη γενική ενικού του προπαροξύτονου «φίλντισι», το οποίο δεν έχει πληθυντικό, μετακινείται ο τόνος.
Τα υποκοριστικά σε -άκι και -ούλι δε σχηματίζουν τύπους στη γενική ενικού και πληθυντικού. Μπορούν όμως να δανειστούν τους αντίστοιχους τύπους από το ουσιαστικό, π.χ. το σπιτάκι, του σπιτιού, τα σπιτάκια, των σπιτιών.
Τα ουσιαστικά σε -άι και -όι σχηματίζουν τη γενική ενικού και όλες τις πτώσεις του πληθυντικού προσθέτοντας ενός γ πριν από την κατάληξη, π.χ. τσάι-τσαγιού, ρολόι-ρολόγια.
Το ουσιαστικό πρωί κλίνεται με ιδιαίτερο τρόπο.
Γράφονται με υ τα ουσιαστικά βράδυ, δάκρυ, στάχυ, δίχτυ, δόρυ, οξύ. Το ουσιαστικό μέλι σχηματίζει στη γενική ενικού και τον τύπο μέλιτος, που χρησιμοποιείται στις στερεότυπες εκφράσεις ταξίδι του μέλιτος και μήνας του μέλιτος.
Σύμφωνα με το νησί κλίνονται τα ουσιαστικά αρνί, πουλί, παιδί, χαρτί, ψωμί κ.ά.
Σύμφωνα με το σπίτι κλίνονται τα αγόρι, κορίτσι, λουλούδι, παπούτσι, χέρι κ.ά.
| Ενικ. | οξύτονο | οξύτονο | παροξύτονο | προπαροξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | το του το | νησί νησιού νησί νησί | πρωί πρωινού πρωί πρωί | σπίτι σπιτιού σπίτι σπίτι | φίλντισι φιλντισιού φίλντισι φίλντισι | μηχανάκι (μηχανής) μηχανάκι μηχανάκι | τσάι τσαγιού τσάι τσάι | μέλι μελιού - μέλιτος μέλι μέλι | |||||
| Πληθ. | |||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | τα των τα | νησιά νησιών νησιά νησιά | πρωινά πρωινών πρωινά πρωινά | σπίτια σπιτιών σπίτια σπίτια | μηχανάκια μηχανάκια μηχανάκια | τσάγια τσαγιών τσάγια τσάγια | μέλια μελιών μέλια μέλια | ||||||
| Ενικ. | παροξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | οξύτονο | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | το του το | βράδυ βραδιού βράδυ βράδυ | στάχυ σταχυού στάχυ στάχυ | δίχτυ διχτυού - διχτύου δίχτυ δίχτυ | δάκρυ (δάκρυου) δάκρυ δάκρυ | δόρυ δόρατος δόρυ δόρυ | οξύ οξέος οξύ οξύ | ||||||
| Πληθ. | |||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | τα των τα | βράδια βραδιών βράδια βράδια | στάχυα σταχυών στάχυα στάχυα | δίχτυα διχτυών - διχτύων δίχτυα δίχτυα | δάκρυα δακρύων δάκρυα δάκρυα | δόρατα δοράτων δόρατα δόρατα | οξέα οξέων οξέα οξέα | ||||||
| Ενικ. | Πληθ. | ||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | το του το | ρολόι ρολογιού ρολόι ρολόι | παιδί παιδιού παιδί παιδί | ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | τα των τα | ρολόγια ρολογιών ρολόγια ρολόγια | παιδιά παιδιών παιδιά παιδιά | ||||||
48ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –ΟΣ ΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι παροξύτονα και προπαροξύτονα. Στα παροξύτονα μετακινείται ο τόνος στη γενική πληθυντικού στη λήγουσα.
Στα προπαροξύτονα ο τόνος αλλάζει θέση στη γενική πληθυντικού στη λήγουσα, ενώ στη γενική ενικού και στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού μετακινείται στην παραλήγουσα.
Η κλητική του ενικού και πληθυντικού δε χρησιμοποιείται συχνά στον λόγο.
Σύμφωνα με το δάσος κλίνονται τα άλσος, βέλος, γένος, τέλος, χρέος κ.ά. Εξαίρεση αποτελούν τα ουσιαστικά άνθος, όρος και χείλος, τα οποία σχηματίζουν τη γενική πληθυντικού σε -έων: ανθέων, ορέων, χειλέων.
Σύμφωνα με το μέγεθος κλίνονται τα έδαφος, στέλεχος κ.ά.
| Ενικ. | παροξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | προπαροξύτονο | ||
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | το του το | δάσος δάσους δάσος δάσος | άνθος άνθους άνθος άνθος | όρος όρους όρος όρος | χείλος χείλους χείλος χείλος | μέγεθος μεγέθους μέγεθος μέγεθος | |
| Πληθ. | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | τα των τα | δάση δασών δάση δάση | άνθη ανθέων άνθη άνθη | όρη ορέων όρη όρη | χείλη χειλέων χείλη χείλη | μεγέθη μεγεθών μεγέθη μεγέθη | |
| Ενικ. | προπαροξύτονο | προπαροξύτονο | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | το του το | πέλαγος - πέλαγο πελάγους - πέλαγου πέλαγος - πέλαγο πέλαγος - πέλαγο | θάρρος θάρρους θάρρος θάρρος | ||||
| Πληθ. | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | τα των τα | πελάγη - πέλαγα πελάγων πελάγη - πέλαγα πελάγη - πέλαγα | θάρρητα θαρρήτων θάρρητα θάρρητα | ||||
49ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –ΜΑ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι παροξύτονα (πράγμα) και προπαροξύτονα (μάθημα).
Η γενική ενικού και η ονομαστική, η αιτιατική και η κλητική πληθυντικού τονίζονται πάντοτε στην προπαραλήγουσα, ενώ η γενική πληθυντικού πάντοτε στην παραλήγουσα.
Ορισμένα ουσιαστικά σχηματίζουν πτώσεις μόνο στον πληθυντικό, π.χ. γεράματα, τρεχάματα, χαιρετίσματα κ.ά.
Η κλητική του ενικού και πληθυντικού δε χρησιμοποιείται συχνά στον λόγο.
Σύμφωνα με το πράγμα κλίνονται τα γράμμα, κλίμα, σώμα, χρώμα κ.ά.
Σύμφωνα με το μάθημα κλίνονται τα παράπηγμα, σύνταγμα κ.ά.
| Ενικ. | παροξύτονο | προπαροξύτονο | |
|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | το του το | πράγμα πράγματος πράγμα πράγμα | μάθημα μαθήματος μάθημα μάθημα |
| Πληθ. | |||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | τα των τα | πράγματα πραγμάτων πράγματα πράγματα | μαθήματα μαθημάτων μαθήματα μαθήματα |
50ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –ΙΜΟ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι προπαροξύτονα. Τονίζονται σε κάθε πτώση στην προπαραλήγουσα, εκτός από τη γενική πληθυντικού, όπου τονίζονται στην παραλήγουσα.
Η γενική πληθυντικού και η κλητική και των δύο αριθμών δεν απαντούν συχνά στον λόγο.
Σύμφωνα με το γράψιμο κλίνονται τα βάψιμο, δέσιμο, φταίξιμο κ.ά.
| Ενικ. | προπαροξύτονο | Πληθ. | |||
|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | το του το | γράψιμο γραψίματος γράψιμο γράψιμο | ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | τα των τα | γραψίματα γραψιμάτων γραψίματα γραψίματα |
51ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Σ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Τα ουσιαστικά που ακολουθούν στην κλίση το τέρας είναι παροξύτονα και τονίζονται στη γενική ενικού, ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού στην προπαραλήγουσα. Παρόμοια κλίνονται και τα γήρας, κρέας, πέρας κ.ά.
Τα ουσιαστικά που ακολουθούν στην κλίση το καθεστώς είναι οξύτονα και παροξύτονα. Τονίζονται παντού στην ίδια συλλαβή, αλλά στη γενική πληθυντικού κυρίως στην παραλήγουσα. Παρόμοια κλίνονται και τα αεριόφως, γεγονός, ημίφως, λυκόφως. Εξαιρείται το φως, που τονίζεται στη γενική ενικού στη λήγουσα.
| Ενικ. | οξύτονο | οξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | |
|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | το του το | καθεστώς καθεστώτος καθεστώς καθεστώς | φως φωτός φως φως | ημίφως ημίφωτος ημίφως ημίφως | τέρας τέρατος τέρας τέρας |
| Πληθ. | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | τα των τα | καθεστώτα καθεστώτων καθεστώτα καθεστώτα | φώτα φώτων φώτα φώτα | ημίφωτα ημιφώτων - ημίφωτων ημίφωτα ημίφωτα | τέρατα τεράτων τέρατα τέρατα |
52ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Ν ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Στην κατηγορία αυτή τα ουσιαστικά είναι οξύτονα (ον, μηδέν) και παροξύτονα (φωνήεν). Τονίζονται παντού στην ίδια συλλαβή, εκτός από τη γενική πληθυντικού των παροξύτονων, όπου ο τόνος κατεβαίνει μία συλλαβή. Στη γενική πληθυντικού τονίζονται πάντοτε στην παραλήγουσα.
Τα ουσιαστικά «το παν» και «το μηδέν» αποτελούν εξαίρεση, που τονίζονται στη γενική ενικού στη λήγουσα (του παντός, του μηδενός).
Το «μηδέν» δεν έχει πληθυντικό· στη θέση του χρησιμοποιούμε τον πληθυντικό του «μηδενικό».
Σύμφωνα με το ον κλίνονται και τα ανακοινωθέν, παρελθόν, παρόν, προϊόν, προσόν, συμβάν κ.ά.
Σύμφωνα με το φωνήεν κλίνονται και τα ενδιαφέρον, καθήκον, μέλλον, περιβάλλον, σύμπαν, συμφέρον κ.ά.
| Ενικ. | οξύτονο | οξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | το του το | ον όντος ον ον | συμβάν συμβάντος συμβάν συμβάν | φωνήεν φωνήεντος φωνήεν φωνήεν | καθήκον καθήκοντος καθήκον καθήκον | σύμπαν καθήκοντος σύμπαν σύμπαν |
| Πληθ. | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | τα των τα | όντα όντων όντα όντα | συμβάντα συμβάντων συμβάντα συμβάντα | φωνήεντα φωνηέντων φωνήεντα φωνήεντα | καθήκοντα καθηκόντων καθήκοντα καθήκοντα | σύμπαντα συμπάντων σύμπαντα σύμπαντα |
53ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΣΕ –Ρ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
Η γενική πληθυντικού του «ήπαρ» και οι κλητικές των δύο ουσιαστικών αυτής της ομάδας σπάνια χρησιμοποιούνται.
| Ενικ. | οξύτονο | παροξύτονο | |
|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | το του το | πυρ πυρός πυρ πυρ | ήπαρ ήπατος ήπαρ ήπαρ |
| Πληθ. | |||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | τα των τα | πυρά πυρών πυρά πυρά | ήπατα ηπάτων ήπατα ήπατα |
54ΙΔΙΟΚΛΙΤΑ ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΠΟΥ ΛΗΓΟΥΝ ΣΕ ΦΩΝΗΕΝ ΑΝΙΣΟΣΥΛΛΑΒΑ
| Ενικ. | παροξύτονο | παροξύτονο | παροξύτονο | οξύτονο | |
|---|---|---|---|---|---|
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | το του το | γάλα γάλατος - γάλακτος γάλα γάλα | ήμισυ ημίσεος ήμισυ ήμισυ | δόρυ δόρατος δόρυ δόρυ | οξύ οξέος οξύ οξύ |
| Πληθ. | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | τα των τα | γάλατα γαλάτων γάλατα γάλατα | δόρατα δοράτων δόρατα δόρατα | οξέα οξέων οξέα οξέα |
55ΑΡΧΑΙΟΚΛΙΤΑ
| ΑΡΣΕΝΙΚΑ | ΘΗΛΥΚΑ | ΟΥΔΕΤΕΡΑ | |||
|---|---|---|---|---|---|
| δεκανέας... | Παροξύτονα σε -έας | γραμματέας... | της γραμματ-έως-είς-έων | φως... | του φωτός |
| Αχιλλέας... | Κύρια | ταμίας... | της ταμί-ου | ους... | του ωτός |
| συγγενής... | Οξύτονα σε -ης | μάρτυρας/μάρτυς... | της μάρτυρ-ος | καθεστώς... | του καθεστώτος |
| Ηρακλής... | Κύρια | αυτόχειρας/αυτόχειρ... | της αυτόχειρ-ος | αεριόφως... | του αεριόφωτος |
| μάντης... | Παροξύτονα σε -ης ανισοσύλλαβα στη γενική πληθυντικού | αρχιτέκτον-ας-ων/αρχιτεκτόνισσα... | της αρχιτέκτονος/αρχιτεκτόνισσας | γεγονός... | του γεγονότος |
| κόμης... | Παροξύτονα σε -ης ανισοσύλλαβα στον πληθυντικό | εισπράκτ-ορας-ωρ/εισπρακτόρισσα... | της εισπράκτορος/εισπρακτόρισσας | προϊόν... | του προϊόντος |
| πρύτανης... | Προπαροξ/να σε -ης ανισοσύλλαβα στη γενική πληθυντικού | διδάκτορ-ας-ωρ... | της διδάκτορ-ος | ενδιαφέρον... | του ενδιαφέροντος |
| Άδωνης... | Κύρια | είρων/είρωνας... | της είρων-ος | κρέας... | του κρέατος |
| πλους... | Σε -ους με ανισοσύλλαβο πληθυντικό | συγγενής/συγγένισσα... | της συγγενούς/συγγένισσας | πάγκρεας... | του παγκρέατος |
| απόπλους... | Σε -ους με ισοσύλλαβο πληθυντικό | βουλευτ-ής-ίνα... | της βουλευτ-ού-ίνας | φρέαρ... | του φρέατος |
| πέλεκυς... | εφοπλιστής/εφοπλίστρια/εφοπλιστίνα... | της εφοπλιστ-ού-ίνας/εφοπλίστριας | δόρυ... | του δόρατος | |
| μυς... | νομάρχης... | της νομάρχ-ου | ύδωρ... | του ύδατος | |
| ιχθύς... | πολίτις... | της πολίτιδος | δέλεαρ... | (του δελέατος) | |
| μιγάς... | λυκειάρχ-ης-ισσα... | της θιασάρχ-ου-ισσας | παν... | του παντός | |
| επαΐων... | Αλβιών... | συμβάν... | του συμβάντος | ||
| αλέκτωρ... | ισχύς... | σύμπαν... | του σύμπαντος | ||
| εύελπις... | δρυς... | φωνήεν... | του φωνήεντος | ||
| πους... | γείτων... | άστυ... | του άστεως | ||
| οδούς... | μήκων... | οξύ... | του οξέος | ||
| ιέραξ... | μήνις... | πυρ... | του πυρός | ||
| άναξ... | χειρ... | νέκταρ... | του νέκταρος | ||
| υπεζωκώς... | βασιλομήτωρ... | σέλας... | του σέλαος | ||
| όφις... | πομφόλυξ... | μηδέν... | του μηδενός | ||
| κύων... | χάρις... | άκαρι... | του ακάρεως | ||
| παις... | ύβρις... | κόμμι... | του κόμμεος (και κόμμεως) | ||
| πένης... | σπάνις... | Ισοσύλλαβα | |||
| ναυτόπαις... | γυνή... | ελεφαντοστούν... | του ελεφαντοστού | ||
| στάχυς... | κρίση... | Παροξύτονα | σέβας... | ||
| Ζευς... | Άλπεις... | Κύρια (μόνο στον πληθυντικό) | |||
| διάβαση... | Προπαροξ/να | ||||
| Τρίπολη... | Κύρια | ||||
| οδός... | Οξύτονα | ||||
| αρχηγός... | Διπλόμορφα | ||||
| Αιδηψός... | Κύρια | ||||
| λεωφόρος... | Παροξύτονα | ||||
| Χίος... | Κύρια | ||||
| άβυσσος... | Προπαροξ/να | ||||
| δήμαρχος/δημαρχίνα... | Διπλόμορφα | ||||
| Πελοπόννησος... | Κύρια | ||||
56ΔΙΠΛΟΚΛΙΤΑ
| Ενικός αριθμός | Πληθυντικός αριθμός | |
|---|---|---|
| ο βράχος ο λαιμός ο λόγος ο χρόνος ο πλούτος ο σανός | οι βράχοι οι λαιμοί οι λόγοι οι χρόνοι | τα βράχια τα λαιμά τα λόγια τα χρόνια τα πλούτη τα σανά |
57ΕΠΙΘΕΤΑ
Το επίθετο προσδίδει συνήθως στο ουσιαστικό που συνοδεύει ένα γνώρισμα, μια ιδιότητα ή μια ποιότητα, π.χ. Το πέτρινο σπίτι. Η προσεκτική ανάγνωση.
58Συμφωνία επιθέτου με το ουσιαστικό
Το επίθετο ακολουθεί το ουσιαστικό του στο γένος, στον αριθμό και στην πτώση.
Θέση του επιθέτου
Η θέση του επιθέτου στην πρόταση δεν είναι σταθερή. Συνήθως τοποθετείται στο λόγο πριν από το ουσιαστικό, αλλά μπορεί να τοποθετείται και μετά από αυτό, π.χ. Ήταν ένα ήσυχο απόγευμα, αλλά και Ήταν ένα απόγευμα ήσυχο. Κάτι ανάλογο γίνεται, όταν μεταξύ ουσιαστικού και επιθέτου μεσολαβεί το ρήμα είμαι, π.χ. Οι πλανήτες είναι ετερόφωτοι, αλλά και Ετερόφωτοι είναι οι πλανήτες.
59Το επίθετο ως ουσιαστικό
Το επίθετο συχνά χρησιμοποιείται με πρόταξη του άρθρου χωρίς το ουσιαστικό, όταν εννοείται από τους συμμετέχοντες στη συζήτηση, π.χ. Τα μικρά να έλθουν μπροστά (εννοείται παιδιά). Οι ηλικιωμένοι να περάσουν δεξιά και οι νέοι στα αριστερά (εννοείται άνθρωποι). Στην περίπτωση αυτή τα επίθετα λειτουργούν ως ουσιαστικά. Γενικά, η διάκριση μεταξύ επιθέτου και ουσιαστικού δεν είναι πάντα εύκολη, γιατί μπορεί η ίδια λέξη να λειτουργεί άλλοτε ως επίθετο και άλλοτε ως ουσιαστικό, π.χ.
Τα εισοδήματά του προέρχονται από μισθωτές υπηρεσίες (επίθετο). Άρχισαν οι διαμαρτυρίες των μισθωτών (ουσιαστικό). Έφερε νέα πράγματα (επίθετο). Έφερε καλά νέα (ουσιαστικό).
Σε αυτή την περίπτωση περιλαμβάνονται επίσης πολλές λέξεις που δηλώνουν διάφορες ιδιότητες αλλά κυρίως καταγωγή από κάποια γεωγραφική περιοχή ή εθνική καταγωγή. Οι λέξεις αυτές αναφέρονται είτε μόνο στο αρσενικό γένος είτε μόνο στο θηλυκό είτε και στα δύο γένη και σπανιότερα και στα τρία, π.χ. η Αθηναία υπάλληλος (επίθετο), αλλά και η Αθηναία (ουσιαστικό). Ο Μεξικάνος αθλητής (επίθετο), αλλά και ο Μεξικάνος (ουσιαστικό).
Το γένος των επιθέτων
Το επίθετο παίρνει το γένος του ουσιαστικού που προσδιορίζει, π.χ. Η καθαρή σελίδα. Ο καθαρός πίνακας. Το καθαρό δωμάτιο.
Μορφολογία
Τα περισσότερα επίθετα έχουν διαφορετική μορφή στο αρσενικό, στο θηλυκό και στο ουδέτερο γένος. Ορισμένα, τα οποία είναι στην πλειονότητά τους δάνεια από ξένες γλώσσες, διαθέτουν μόνο έναν τύπο και για τα τρία γένη, π.χ. Ο μοβ φάκελος. Η μοβ κορδέλα. Το μοβ ύφασμα. Η μορφή αυτών των επιθέτων παραμένει αναλλοίωτη σε όλα τα γένη και τις πτώσεις.
Η κλίση των επιθέτων έχει ομοιότητες με την κλίση των ουσιαστικών που έχουν τις ίδιες καταλήξεις.
Ανάλογα με τις καταλήξεις τους στα τρία γένη, τα επίθετα κατατάσσονται σε τρικατάληκτα (π.χ. ο όμορφος, η όμορφη, το όμορφο), δικατάληκτα (π.χ. ο ακριβής, η ακριβής, το ακριβές) και μονοκατάληκτα (π.χ. ο μπλε, η μπλε, το μπλε)
Ανάλογα με το αν διατηρούν τον ίδιο αριθμό συλλαβών κατά την κλίση τους, τα επίθετα κατατάσσονται σε ισοσύλλαβα (π.χ. ο ήσυχος, του ήσυχου) και ανισοσύλλαβα (π.χ. ο παρών, του παρόντος).
| Διακρίσεις στη μορφολογία των επιθέτων | ||
|---|---|---|
| μονοκατάληκτα | δικατάληκτα | τρικατάληκτα |
| ισοσύλλαβα | ισοσύλλαβα ανισοσύλλαβα | ισοσύλλαβα ανισοσύλλαβα |
Ορθογραφία-Τονισμός
Στα επίθετα ο τόνος διατηρείται κατά κανόνα στην ίδια συλλαβή, π.χ. ο όμορφος κήπος, του όμορφου κήπου, οι όμορφοι κήποι. Μερικές φορές, συνήθως σε τυπικό ύφος, ο τόνος των επιθέτων που τονίζονται στην προπαραλήγουσα μετακινείται, π.χ. Το βιβλίο των αγρίων ζώων.
Επίθετα σε:
-ος, -η, -ο // -ος, -α, -ο // -ος, -ια, -ο
-ύς, -ιά, -ύ, σε -ύς, -εία, -ύ και σε -ής, -ιά, -ί // -ης, -α, -ικο και σε -άς/-ής, -ού, -άδικο/-ήδικο
-ης, -ης, -ες // -ων, -ουσα, -ον // -ων/-ονας, -ων, -ον
60Το επίθετο πολύς-πολλή-πολύ
-θεις, -θείσα, -θέν // -σας, -σασα, -σαν
61ΑΚΛΙΤΑ
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν επίθετα που προέρχονται συνήθως από ξένες γλώσσες και έχουν τον ίδιο μορφολογικό τύπο σε κάθε πτώση και των τριών γενών. Μερικά από τα επίθετα αυτά είναι τα εξής: κομπλέ, μοβ, μπεζ, μπλε, ριγέ, σικ.
ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ος –η –ο ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ
Στην κατηγορία αυτή τα επίθετα είναι οξύτονα (ταπεινός, ταπεινή, ταπεινό), παροξύτονα (άσπρος, άσπρη, άσπρο) και προπαροξύτονα (άδικος, άδικη, άδικο).
α) Τα περισσότερα επίθετα της κατηγορίας αυτής έχουν σύμφωνο πριν από την κατάληξη, π.χ. άδικ-ος, ακριβ-ός, ταπειν-ός
β) Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται επίσης τα οξύτονα και προπαροξύτονα που έχουν φωνήεν πριν από την κατάληξη, όχι όμως [i] ι, υ, ει, οι, π.χ. αραι-ός, στερε-ός, όγδο-ος κ.ά.
Σύμφωνα με το άδικος, άδικη, άδικο κλίνονται και οι μετοχές στην παθητική φωνή σε -ος, -η, -ο, π.χ. διαβασμένος, γραμμένος, κουρασμένος κ.ά.
Ο τόνος σχεδόν πάντοτε παραμένει στην ίδια συλλαβή. Όμως, σε κάποιες περιπτώσεις, στη γενική του ενικού και του πληθυντικού και στην αιτιατική του πληθυντικού αριθμού των προπαροξύτονων επιθέτων, κυρίως σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης ή στο τυπικό ύφος, ο τόνος μετακινείται στην παραλήγουσα, π.χ. Επίλυση διαφόρων (αντί διάφορων) προβλημάτων. Αθωώθηκε εξαιτίας του προτέρου εντίμου (αντί έντιμου) βίου του. Η μετακίνηση του τόνου στη γενική του ενικού και στη γενική και αιτιατική του πληθυντικού θεωρείται κανονική, όταν το επίθετο χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. Κάλεσε όλους τους αθανάτους (αντί αθάνατους). Ρώτησε τον γιατρό για την πορεία της υγείας του αρρώστου (αντί άρρωστου). Η διαφοροποίηση αυτή τείνει σήμερα να σχετιστεί στον προφορικό λόγο με τη διαφοροποίηση του ύφους του ομιλητή (τόνος στην προπαραλήγουσα = ουδέτερο ή οικείο ύφος, τόνος στην παραλήγουσα = τυπικό ύφος).
Τα επίθετα που το θέμα τους λήγει σε -ρ και μερικά επίθετα των οποίων το θέμα λήγει σε φωνήεν σχηματίζουν σε κάποιες περιπτώσεις, συνήθως σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης, το θηλυκό με κατάληξη -α, π.χ. Οι βουλευτές της αριστεράς (αντί αριστερής) πτέρυγας. Οδηγήθηκε σε βεβαία (αντί βέβαιη) ήττα.
Ορισμένα επίθετα, που δηλώνουν εθνική προέλευση, εμφανίζονται στο λόγο με διαφορετικό τονισμό, π.χ. Βουλγάρικο τυρί, αλλά και Ο βουλγαρικός στρατός. Η αμερικάνικη κυριαρχία, αλλά και Η αμερικανική βοήθεια. Η διαφοροποίηση αυτή είναι τις περισσότερες φορές τυχαία. Σπανιότερα γίνεται για λόγους ύφους. Σ' αυτές τις περιπτώσεις το επίθετο που τονίζεται στη λήγουσα συναντάται σε τυπικό ύφος.
| Ενικός αριθμός | |||||||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | άδικος άδικου άδικο άδικε | η
της την | άδικη άδικης άδικη άδικη | το του το | άδικο άδικου άδικο άδικο | |||||||||||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | άδικοι άδικων άδικους άδικοι | οι των τις | άδικες άδικων άδικες άδικες | τα των τα | άδικα άδικων άδικα άδικα | |||||||||||
| Ενικός αριθμός | |||||||||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | διαβασμένος διαβασμένου διαβασμένο διαβασμένε | η
της την | διαβασμένη διαβασμένης διαβασμένη διαβασμένη | το του το | διαβασμένο διαβασμένου διαβασμένο διαβασμένο | |||||||||||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | διαβασμένοι διαβασμένων διαβασμένους διαβασμένοι | οι των τις | διαβασμένες διαβασμένων διαβασμένες διαβασμένες | τα των τα | διαβασμένα διαβασμένων διαβασμένα διαβασμένα | |||||||||||
| Ενικός αριθμός | |||||||||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | βέβαιος βέβαιου/βεβαίου βέβαιο βέβαιε | η
της την | βέβαιη/βεβαία βέβαιης/βεβαίας βέβαιη/βεβαία βέβαιη/βεβαία | το του το | βέβαιο βέβαιου/βεβαίου βέβαιο βέβαιο | |||||||||||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | βέβαιοι βέβαιων/βεβαίων βέβαιους/βεβαίους βέβαιοι | οι των τις | βέβαιες βέβαιων/βεβαίων βέβαιες βέβαιες | τα των τα | βέβαια βέβαιων/βεβαίων βέβαια βέβαια | |||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | αθάνατος αθάνατου/αθανάτου αθάνατο αθάνατε | η
της την | αθάνατη/ αθάνατος αθάνατης/ αθάνατου/αθανάτου αθάνατη/ αθάνατο αθάνατη/αθάνατε | το του το | αθάνατο αθάνατου/αθανάτου αθάνατο αθάνατο | |||||||||||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | αθάνατοι αθάνατων/αθανάτων αθάνατους/αθανάτους αθάνατοι | οι των τις | αθάνατες αθάνατων/αθανάτων αθάνατες αθάνατες | τα των τα | αθάνατα αθάνατων/αθανάτων αθάνατα αθάνατα | |||||||||||
ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ος –α –ο ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ
Η ομάδα αυτή περιλαμβάνει επίθετα σε -ος με θέμα που καταλήγει σε οποιαδήποτε πραγμάτωση του φωνήματος [i] (ι, υ, ει, οι), τονιζόμενου ή άτονου, ή σε οποιοδήποτε άλλο τονιζόμενο φωνήεν.
Σε σύγκριση με τα επίθετα σε -ος, -η, -ο, η μόνη μορφολογική διαφορά αυτής της ομάδας βρίσκεται στους τύπους του θηλυκού ενικού, στην κατάληξη των οποίων υπάρχει πάντα το -α στη θέση του -η.
Σύμφωνα με το νέος-νέα-νέο κλίνονται τα αιώνιος, γκρίζος, καινούριος, μοντέρνος, σκούρος, καθώς και τα επίθετα που λήγουν στα επιθήματα -ούχος, -φόρος, -ούργος, π.χ. ταλαντούχος, κερδοφόρος, ραδιούργος κ.ά.
Σύμφωνα με το τίμιος-τίμια-τίμιο κλίνονται τα άδειος, αστείος, κρύος, σπάνιος, τεράστιος κ.ά. καθώς και τα επίθετα σε -ένιος, -ίσιος, π.χ. μαρμαρένιος, βελουδένιος, αρνίσιος, βουνίσιος.
Στον τονισμό των επιθέτων σε -ος, -α, -ο συμβαίνει αυτό που συμβαίνει και στα επίθετα σε -ος, -η, -ο. Ο τόνος δηλαδή παραμένει σε κάθε πτώση κανονικά στην ίδια συλλαβή. Όμως στη γενική του ενικού και πληθυντικού, καθώς και στην αιτιατική του πληθυντικού αριθμού, στα προπαροξύτονα επίθετα, σε κάποιες περιπτώσεις, κυρίως στο τυπικό ύφος, ο τόνος μετακινείται στην παραλήγουσα, π.χ. Ανακάλυψη πλουσίων (αντί πλούσιων) κοιτασμάτων. Ήταν άτομο μετρίου (αντί μέτριου) αναστήματος. Η μετακίνηση του τόνου στη γενική του ενικού και στη γενική και αιτιατική του πληθυντικού θεωρείται κανονική, όταν το επίθετο χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. Υπάρχουν δέκα θέσεις ορθίων. Είναι ασφαλισμένος του Δημοσίου. Η διαφοροποίηση αυτή τείνει σήμερα να συσχετιστεί στον προφορικό λόγο με τη διαφοροποίηση του ύφους του ομιλητή (τόνος στην προπαραλήγουσα = ουδέτερο και οικείο ύφος, τόνος στην παραλήγουσα = τυπικό ύφος).
Κάποια επίθετα της ομάδας αυτής, όπως τα βόρειος, έγγειος, ειδοποιός, νότιος, χρησιμοποιούνται στο λόγο και ως δικατάληκτα, με τους τύπους του θηλυκού να συμπίπτουν με τους τύπους του αρσενικού, π.χ. Η Βόρειος Αμερική, αλλά και Η Βόρεια Αμερική. Η έγγειος ιδιοκτησία, αλλά και– σπανιότερα– Η έγγεια ιδιοκτησία. Το επίθετο ειδοποιός χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στη στερεότυπη έκφραση η ειδοποιός διαφορά.
| Ενικός αριθμός | |||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | τίμιος τίμιου/τιμίου τίμιο τίμιε | η
της την | τίμια τίμιας/τιμίας τίμια τίμια | το του το | τίμιο τίμιου τίμιο τίμιο | |
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | τίμιοι τίμιων/τιμίων τίμιους τίμιοι | οι των τις | τίμιες τίμιων/τιμίων τίμιες τίμιες | τα των τα | τίμια τίμιων τίμια τίμια | |
| Ενικός αριθμός | |||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | κερδοφόρος κερδοφόρου κερδοφόρο κερδοφόρε | η
της την | κερδοφόρα κερδοφόρας κερδοφόρα κερδοφόρα | το του το | κερδοφόρο κερδοφόρου κερδοφόρο κερδοφόρο | |
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | κερδοφόροι κερδοφόρων κερδοφόρους κερδοφόροι | οι των τις | κερδοφόρες κερδοφόρων κερδοφόρες κερδοφόρες | τα των τα | κερδοφόρα κερδοφόρων κερδοφόρα κερδοφόρα | |
| Ενικός αριθμός | |||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | νέος νέου νέο νέε | η
της την | νέα νέας νέα νέα | το του το | νέο νέου νέο νέο | |
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | νέοι νέων νέους νέοι | οι των τις | νέες νέων νέες νέες | τα των τα | νέα νέων νέα νέα | |
ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ος –ια –ο ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ
Η ομάδα αυτή διαφοροποιείται από τα επίθετα σε -ος, -η, -ο μόνο στο θηλυκό του ενικού, οι οποίοι λήγουν σε -ια και όχι σε -η.
Σύμφωνα με το γλυκός-γλυκιά-γλυκό κλίνονται τα γνωστικός, ελαφρός, φτωχός (οξύτονα), φρέσκος (παροξύτονο), βρόμικος (προπαροξύτονο) κ.ά.
Τα περισσότερα από τα επίθετα της ομάδας αυτής, όταν χρησιμοποιούνται στο τυπικό ύφος, σχηματίζουν το θηλυκό του ενικού αριθμού με κατάληξη -η αντί -ια και ακολουθούν την κλίση που έχουν το θηλυκό της ομάδας των επιθέτων σε -ος, -η, -ο, π.χ. Έχει μια κακιά πεθερά, αλλά Διήνυσε μια κακή πορεία. Είναι μια θηλυκιά αλεπού, αλλά Έχει θηλυκή σκέψη.
| Ενικός αριθμός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | γλυκός/γλυκύς γλυκού γλυκό/γλυκύ γλυκέ/γλυκύ | η
της την | γλυκιά γλυκιάς γλυκιά γλυκιά | το του το | γλυκό γλυκού γλυκό γλυκό |
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | γλυκοί/γλυκείς γλυκών γλυκούς/γλυκείς γλυκοί/γλυκείς | οι των τις | γλυκές γλυκών γλυκές γλυκές | τα των τα | γλυκά γλυκών γλυκά γλυκά |
| Ενικός αριθμός | ||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | κακός κακού κακό κακέ | η
της την | κακή/κακιά κακής/κακιάς κακή/κακιάς κακή/κακιά | το του το | κακό κακού κακό κακό |
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | κακοί κακών κακοί κακοί | οι των τις | κακές κακών κακές κακές | τα των τα | κακά κακών κακά κακά |
ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ύς, -ιά, -ύ, σε -ύς, -εία, -ύ και σε -ής, -ιά, -ί ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ
Όλα τα επίθετα της ομάδας αυτής είναι οξύτονα.
Οι τύποι της γενικής του ενικού και του πληθυντικού αριθμού του αρσενικού και του ουδέτερου γένους απαντούν σπάνια.
Τα επίθετα της ομάδας σε -ύς, -εία, -ύ διατηρούν στους περισσότερους τύπους τη μορφολογία που είχαν στην αρχαία ελληνική και απαντούν συνήθως σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης και σε ύφος τυπικό.
Σύμφωνα με το βαρύς-βαριά-βαρύ κλίνονται τα βαθύς, ελαφρύς, μακρύς, παχύς, φαρδύς κ.ά.
Σύμφωνα με το βραχύς-βραχεία-βραχύ κλίνονται τα αμβλύς, δριμύς, ευθύς, θρασύς, οξύς, ταχύς κ.ά.
Σύμφωνα με το χρυσαφής-χρυσαφιά-χρυσαφί κλίνονται τα βυσσινής, θαλασσής, ουρανής, πορτοκαλής, σταχτής κ.ά.
Η γενική του ενικού και πληθυντικού αριθμού, ενώ απαντά σπάνια στο λόγο, έχει μια ποικιλία τύπων, οι οποίοι καθορίζονται είτε από το ύφος του λόγου μέσα στο οποίο εντάσσονται είτε από την έκφραση στην οποία χρησιμοποιούνται. Χρησιμοποιούνται συχνά σε οικείο ή ουδέτερο ύφος τύποι γενικής με καταλήξεις σε -ιού, -ύ και -ιών (του βαριού / βαρύ, των βαριών), ενώ σε πολύ τυπικό ύφος και σε στερεότυπες εκφράσεις λόγιας προέλευσης εμφανίζονται τύποι σε -έος και -έων, π.χ. Καθρεφτίστηκε στα νερά του βαθιού πηγαδιού. Έφτασε στη μέση του βαθύ κόλπου. Μετατροπή του ευθύ λόγου αλλά και του ευθέος λόγου. Eίναι πυγμάχος βαρέων βαρών. Ορισμένα από τα επίθετα της ομάδας σε -ύς, -ιά, -ύ παρουσιάζουν στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική του πληθυντικού αριθμού, του αρσενικού και του ουδετέρου, κατά κανόνα σε τυπικό ύφος, τους μορφολογικούς τύπους που έχουν τα επίθετα σε -ύς, -εία, -ύ, π.χ. Η νέα ελληνική δεν έχει δασείς φθόγγους. Τον διαπέρασαν οι τραχείς ήχοι μιας άρρυθμης μουσικής.
| Ενικός αριθμός | ||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | βαρύς βαριού / βαρύ βαρύ βαρύ | η
της την | βαριά βαριάς βαριά βαριά | το του το | βαρύ βαριού / βαρύ βαρύ βαρύ | ||||||
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | βαριοί / βαρείς βαριών βαριοί / βαρείς βαριοί / βαρείς | οι των τις | βαριές βαριών βαριές βαριές | τα των τα | βαριά βαριών βαριά βαριά | ||||||
| Ενικός αριθμός | ||||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | βραχύς βραχέος βραχύ βραχύ | η
της την | βραχεία βραχείας βραχεία βραχεία | το του το | βραχύ βραχέος βραχύ βραχύ | ||||||
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | βραχείς βραχέων βραχείς βραχείς | οι των τις | βραχείες βραχέων βραχείες βραχείες | τα των τα | βραχέα βραχέων βραχέα βραχέα | ||||||
| Ενικός αριθμός | ||||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | χρυσαφής χρυσαφιού / χρυσαφή χρυσαφή χρυσαφή | η
της την | χρυσαφιά χρυσαφιάς χρυσαφιά χρυσαφιά | το του το | χρυσαφί χρυσαφιού / χρυσαφί χρυσαφί χρυσαφί | ||||||
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | χρυσαφιοί/χρυσαφείς χρυσαφιών χρυσαφιούς/ χρυσαφείς χρυσαφιοί/ χρυσαφείς | οι των τις | χρυσαφιές χρυσαφιών χρυσαφιές χρυσαφιές | τα των τα | χρυσαφιά χρυσαφιών χρυσαφιά χρυσαφιά | ||||||
ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ης, -α, -ικο και σε -άς/-ής, -ού, -άδικο/-ήδικο (ανισοσύλλαβα) ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ
Τα αρσενικά και θηλυκά επίθετα σε -ης, -α, -ικο τονίζονται στην παραλήγουσα, ενώ τα αντίστοιχα αρσενικά και θηλυκά της ομάδας επιθέτων σε -άς/-ής, -ού, -άδικο/-ήδικο είναι οξύτονα.
Η γενική πληθυντικού του θηλυκού της ομάδας των επιθέτων σε -ης, -α, -ικο δεν έχει τύπο.
Σύμφωνα με το μικρούλης-μικρούλα-μικρούλικο κλίνονται τα: ζαβολιάρης, ζηλιάρης, κοντούλης, παραπονιάρης, πεισματάρης κ.ά.
Σύμφωνα με το υπναράς-υπναρού-υπναράδικο κλίνονται τα επίθετα: α) με κατάληξη αρσενικού σε -άς, π.χ. κοιλαράς, λογάς, παραμυθάς, φωνακλάς κ.ά., β) με κατάληξη αρσενικού σε -τζής, π.χ. καβγατζής, τζαμπατζής κ.ά. και γ) με κατάληξη αρσενικού σε -λής, π.χ. μερακλής, μπελαλής κ.ά.
Ορισμένα επίθετα σε -ούλης, κατά κανόνα υποκοριστικά, σχηματίζουν ουδέτερο και σε -ούλι, π.χ. φτωχούλης, φτωχούλα, φτωχούλικο και φτωχούλι.
Ορισμένα επίθετα της ομάδας σε -ης, -α, -ικο σχηματίζουν το θηλυκό με κατάληξη -ούσα ή -ού, π.χ. μαυρομάτης-μαυρομάτα και μαυροματού και μαυροματούσα.
| Ενικός αριθμός | |||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | μικρούλης μικρούλη μικρούλη μικρούλη | η
της την | μικρούλα μικρούλας μικρούλα μικρούλα | το του το | μικρούλικο μικρούλικου μικρούλικο μικρούλικο | |||||||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | μικρούληδες μικρούληδων μικρούληδες μικρούληδες | οι των τις | μικρούλες μικρούλες μικρούλες | τα των τα | μικρούλικα μικρούλικων μικρούλικα μικρούλικα | |||||||
| Ενικός αριθμός | |||||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | υπναράς υπναρά υπναρά υπναρά | η
της την | υπναρού υπναρούς υπναρού υπναρού | το του το | υπναράδικο υπναράδικου υπναράδικο υπναράδικο | |||||||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | υπναράδες υπναράδων υπναράδες υπναράδες | οι των τις | υπναρούδες υπναρούδων υπναρούδες υπναρούδες | τα των τα | υπναράδικα υπναράδικων υπναράδικα υπναράδικα | |||||||
| Ενικός αριθμός | |||||||||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | μαυρομάτης μαυρομάτη μαυρομάτη μαυρομάτη | η
της την | μαυρομάτα/μαυροματούσα/μαυροματού μαυρομάτας/μαυροματούσας/μαυροματούς μαυρομάτα/μαυροματούσα/μαυροματού μαυρομάτα/μαυροματούσα/μαυροματού | το του το | μαυρομάτικο μαυρομάτικου μαυρομάτικο μαυρομάτικο | |||||||
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | μαυρομάτηδες μαυρομάτηδων μαυρομάτηδες μαυρομάτηδες | οι των τις | μαυρομάτες/μαυροματούσες/μαυροματούδες μαυροματών/μαυροματουσών/μαυροματουδών μαυρομάτες/μαυροματούσες/μαυροματούδες μαυρομάτες/μαυροματούσες/μαυροματούδες | τα των τα | μαυρομάτικα μαυρομάτικα μαυρομάτικα μαυρομάτικα | |||||||
ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ης –ης –ες ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ
Τα επίθετα που ακολουθούν στην κλίση το διεθνής-διεθνής-διεθνές κρατούν σε κάθε πτώση τον τόνο στη λήγουσα.
Τα επίθετα που ακολουθούν στην κλίση το συνήθης-συνήθης-σύνηθες ανεβάζουν τον τόνο στην προπαραλήγουσα, στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική στον ενικό αριθμό του ουδετέρου.
Η κλητική των επιθέτων αυτής της κατηγορίας χρησιμοποιείται πολύ σπάνια.
Σύμφωνα με το διεθνής-διεθνής-διεθνές κλίνονται τα αβλαβής, επιμελής, ειλικρινής, ευτυχής, υγιής κ.ά.
Σύμφωνα με το συνήθης-συνήθης-σύνηθες κλίνονται τα αυτάρκης, επιμήκης, κακοήθης κ.ά.
| Ενικός αριθμός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | διεθνής διεθνούς διεθνή διεθνή | η
της την | διεθνής διεθνούς διεθνή διεθνή | το του το | διεθνές διεθνούς διεθνές διεθνές |
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | διεθνείς διεθνών διεθνείς διεθνείς | οι των τις | διεθνείς διεθνών διεθνείς διεθνείς | τα των τα | διεθνή διεθνών διεθνή διεθνή |
| Ενικός αριθμός | ||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | συνήθης συνήθους συνήθη συνήθη | η
της την | συνήθης συνήθους συνήθη συνήθη | το του το | σύνηθες συνήθους σύνηθες σύνηθες |
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | συνήθεις συνήθων συνήθεις συνήθεις | οι των τις | συνήθεις συνήθων συνήθεις συνήθεις | τα των τα | συνήθη συνήθων συνήθη συνήθη |
62ΑΡΧΑΙΟΚΛΙΤΑ ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ
| ο δηλωθείς, η δηλωθείσα, το δηλωθέν | |||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενικός αριθμός | |||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | δηλωθείς δηλωθέντος δηλωθέντα δηλωθείς | η
της την | δηλωθείσα δηλωθείσας / ης δηλωθείσα δηλωθείσα | το του το | δηλωθέν δηλωθέντος δηλωθέν δηλωθέν | |
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | δηλωθέντες δηλωθέντων δηλωθέντες δηλωθέντες | οι των τις | δηλωθείσες δηλωθεισών δηλωθείσες δηλωθείσες | τα των τα | δηλωθέντα δηλωθέντων δηλωθέντα δηλωθέντα | |
| ο δηλώσας, η δηλώσασα, το δηλώσαν | |||||||
| Ενικός αριθμός | |||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | δηλώσας δηλώσαντος δηλώσαντα δηλώσας | η
της την | δηλώσασα δηλώσασας / δηλωσάσης δηλώσασα δηλώσασα | το του το | δηλώσαν δηλώσαντος δηλώσαν δηλώσαν | |
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | δηλώσαντες δηλωσάντων δηλώσαντες δηλώσαντες | οι των τις | δηλώσασες δηλωσασών δηλώσασες δηλώσασες | τα των τα | δηλώσαντα δηλωσάντων δηλώσαντα δηλώσαντα | |
ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ων –ουσα –ον ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ
Η κλητική χρησιμοποιείται πολύ σπάνια και σε πολύ ειδικές περιπτώσεις.
Σε κάποια επίθετα αυτής της ομάδας, η γενική πληθυντικού του θηλυκού χρησιμοποιείται ελάχιστα.
Σύμφωνα με το ενδιαφέρων-ενδιαφέρουσα-ενδιαφέρον κλίνονται τα δευτερεύων, επείγων, επιβλέπων, εποπτεύων, μέλλων, πρωτεύων κ.ά.
Σύμφωνα με το απών-απούσα-απόν κλίνονται τα αποτυχών, επιλαχών, επιτυχών, παρών, τυχών κ.ά.
| Ενικός αριθμός | |||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | ενδιαφέρων ενδιαφέροντος ενδιαφέροντα ενδιαφέρων | η
της την | ενδιαφέρουσα ενδιαφέρουσας ενδιαφέρουσα ενδιαφέρουσα | το του το | ενδιαφέρον ενδιαφέροντος ενδιαφέρον ενδιαφέρον | |
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | ενδιαφέροντες ενδιαφερόντων ενδιαφέροντες ενδιαφέροντες | οι των τις | ενδιαφέρουσες ενδιαφερουσών ενδιαφέρουσες ενδιαφέρουσες | τα των τα | ενδιαφέροντα ενδιαφερόντων ενδιαφέροντα ενδιαφέροντα | |
| Ενικός αριθμός | |||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | απών απόντος απόντα απών | η
της την | απούσα απούσας απούσα απούσα | το του το | απόν απόντος απόν απόν | |
| Πληθυντικός αριθμός | |||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | απόντες απόντων απόντες απόντες | οι των τις | απούσες απουσών απούσες απούσες | τα των τα | απόντα απόντων απόντα απόντα | |
ΕΠΙΘΕΤΑ ΣΕ -ων –ουσα –ον ΤΡΙΓΕΝΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ
Τα επίθετα αυτής της κατηγορίας είναι λίγα στη νέα ελληνική γλώσσα.
Η γενική και η κλητική χρησιμοποιούνται πολύ σπάνια.
Σύμφωνα με το μετριόφρων/-ονας, μετριόφρων, μετριόφρον κλίνονται τα γενναιόφρων, δεισιδαίμων, εθνικόφρων, εμπειρογνώμων, νοήμων κ.ά.
Mερικά από τα επίθετα της ομάδας αυτής εμφανίζουν στο αρσενικό, σε ουδέτερο ύφος, μόνο την κατάληξη -ων, π.χ. νοήμων, ενώ άλλα μόνο την κατάληξη -ονας, π.χ. εμπειρογνώμονας.
| Ενικός αριθμός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | μετριόφρων/μετριόφρονας μετριόφρονος/μετριόφρονα μετριόφρονα μετριόφρων | η
της την | μετριόφρων μετριόφρονος μετριόφρονα μετριόφρων | το του το | μετριόφρον μετριόφρονος μετριόφρον μετριόφρον |
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | μετριόφρονες μετριοφρόνων μετριόφρονες μετριόφρονες | οι των τις | μετριόφρονες μετριοφρόνων μετριόφρονες μετριόφρονες | τα των τα | μετριόφρονα μετριοφρόνων μετριόφρονα μετριόφρονα |
63ΠΟΛΥΣ-ΠΟΛΛΗ-ΠΟΛΥ
| Ενικός αριθμός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | ο του τον | πολύς πολλού / πολύ πολύ | η
της την | πολλή πολλής πολλή | το του το | πολύ πολλού πολύ |
| Πληθυντικός αριθμός | ||||||
| ονομ. γεν. αιτ. κλητ. | οι των τους | πολλοί πολλών πολλούς | οι των τις | πολλές πολλών πολλές | τα των τα | πολλά πολλών πολλά |
64ΡΗΜΑ
65ΦΩΝΕΣ
Οι μορφολογικοί τύποι του ρήματος συγκροτούν δύο φωνές: την ενεργητική και την παθητική.
Η φωνή αναφέρεται μόνο στο είδος της κατάληξης.
στη ενεργητική φωνή ανήκουν όσα ρήματα έχουν στο α' ενικό του ενεστώτα κατάληξη -ω
στην παθητική φωνή ανήκουν όσα ρήματα έχουν κατάληξη στο α' ενικό του ενεστώτα σε -μαι.
Αρκετά ρήματα εμφανίζονται τόσο στην ενεργητική όσο και στην παθητική φωνή, π.χ. χτενίζω – χτενίζομαι, αγαπώ – αγαπιέμαι. Ορισμένα ρήματα έχουν μόνο ενεργητικούς τύπους, π.χ. ζω, ξυπνώ, τρέχω Υπάρχουν ρήματα που τα συναντάμε μόνο στην παθητική φωνή, π.χ. έρχομαι, φαίνομαι, και ονομάζονται αποθετικά.
| ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ | ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ |
|---|---|
| γράφω, γελώ, θεωρώ | γράφομαι, γελιέμαι, θεωρούμαι |
66ΣΥΖΥΓΙΕΣ
67Διακρίνουν τα ρήματα ανάλογα με τον τονισμό τους
Στην α΄ συζυγία ανήκουν ρήματα που τονίζονται στην παραλήγουσα της ενεργητικής π.χ. τρέχω, παίζω ή στην προπαραλήγουσα της παθητικής, π.χ. λύνομαι, γράφομαι
Στη β΄ συζυγία ανήκουν ρήματα που τονίζονται στη λήγουσα της ενεργητικής, π.χ. μιλώ, γελώ (ή στην παραλήγουσα αν είναι σε -άω, μιλάω) και στην παραλήγουσα της παθητικής, π.χ. μιλιέμαι, προσποιούμαι, φοβάμαι
διάκριση βάσει των καταλήξεών τους
Στην α' τάξη θα ανήκουν εκείνα τα ρήματα της β' συζυγίας που κλείνονται στην ενεργητική σε -ω, -ας, -α και στην παθητική σε -ιέμαι, -ιέσαι, -ιέται
Η β΄ τάξη της β΄ συζυγίας περιλαμβάνει ρήματα που κλείνονται στην ενεργητική σε -ω, -εις, -ει και στην παθητική σε -ούμαι, -είσαι, είται ή ούμαι/άμαι, -άσαι, -άται
| Α' ΣΥΖΥΓΙΑ | Β' ΣΥΖΥΓΙΑ | |||
|---|---|---|---|---|
| γράφω-γράφομαι | γελώ - γελιέμαι, θεωρώ - θεωρούμαι, θυμάμαι | |||
| γράφω-γράφομαι | Α' ΤΑΞΗ | Β' ΤΑΞΗ | ||
| γράφω-γράφομαι | ώ ή άω άς ά ή άει | -ιέμαι -ιέσαι -ιέται | -ώ -είς -εί | -ούμαι ή -άμαι -είσαι ή -άσαι -είται ή -άται |
68ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ
Η διάθεση του ρήματος δηλώνει αν το υποκείμενο ενεργεί ή δέχεται μια ενέργεια ή απλώς βρίσκεται σε μια κατάσταση.
ενεργητική
ενεργητική διάθεση έχουν τα ρήματα που δηλώνουν πως το υποκείμενο ενεργεί (λάμπει, φωτίζει).
Όταν έχουμε ρήματα που δηλώνουν απλώς ενέργεια, χωρίς η ενέργεια αυτή να πηγαίνει κάπου αλλού, τότε λέμε πως το ρήμα είναι ενεργητικό αμετάβατο.
Αν η ενέργεια μεταβαίνει σε άλλο πρόσωπο ή πράγμα (γη), το ενεργητικό ρήμα είναι μεταβατικό.
Αντικείμενο λέγεται το πρόσωπο ή πράγμα (γη) στο οποίο μεταβαίνει η ενέργεια του υποκειμένου (ήλιος).
παθητική
παθητική διάθεση έχουν τα ρήματα που δηλώνουν πως το υποκείμενο δέχεται μια ενέργεια, παθαίνει κάτι από κάποιον άλλον.
Το πρόσωπο ή το πράγμα που μας δηλώνει από ποιον παθαίνει κάτι το υποκείμενο (από την ήλιο) λέγεται ποιητικό αίτιο.
μέση
μέση διάθεση έχουν τα ρήματα που δηλώνουν πως το υποκείμενο ενεργεί και η ενέργεια επιστρέφει στο ίδιο.
Θα μπορούσαμε να έχουμε και δύο υποκείμενα που ενεργούν και η ενέργεια επιστρέφει στα ίδια.
ουδέτερη
ουδέτερη διάθεση έχουν τα ρήματα που δηλώνουν πως το υποκείμενο ούτε ενεργεί ούτε δέχεται κάποια ενέργεια, απλώς βρίσκεται σε μια κατάσταση…
| ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ | το υποκείμενο | ενεργεί | και η ενέργεια πηγαίνει κάπου αλλού. |
|---|---|---|---|
| ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ | Ο γεωργός | οργώνει | το χωράφι. |
| ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ | το υποκείμενο | δέχεται | μια ενέργεια από κάποιον άλλο. |
| ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ | Το χωράφι | οργώνεται | από το γεωργό. |
| ΜΕΣΗ ΔΙΑΘΕΣΗ | το υποκείμενο | ενεργεί | και η ενέργεια επιστρέφει στο ίδιο. |
| ΜΕΣΗ ΔΙΑΘΕΣΗ | Η Ελένη | ντύνεται. | |
| ΟΥΔΕΤΕΡΗ ΔΙΑΘΕΣΗ | το υποκείμενο | βρίσκεται σε μια κατάσταση | |
| ΟΥΔΕΤΕΡΗ ΔΙΑΘΕΣΗ | Ο Νίκος | βαριέται. |
69ΕΓΚΛΙΣΕΙΣ
Οι εγκλίσεις είναι μορφές του ρήματος που εκφράζουν τη στάση του ομιλητή απέναντι σε όσα λέει.
α) προσωπικές εγκλίσεις, αυτές δηλαδή που έχουν διαφορετικούς τύπους για τα διαφορετικά πρόσωπα του ρήματος. Στις προσωπικές κατατάσσονται:
α) η οριστική,
β) η υποτακτική και
γ) η προστακτική
β) απρόσωπες εγκλίσεις, αυτές δηλαδή που διατηρούν κοινό τύπο για τα διαφορετικά πρόσωπα του ρήματος. Στις απρόσωπες εγκλίσεις κατατάσσονται:
α) το απαρέμφατο και
β) η μετοχή
| προσωπικές | οριστική | Δένω τα κορδόνια των παπουτσιών μου. |
|---|---|---|
| προσωπικές | υποτακτική | Όταν δένω τα κορδόνια των παπουτσιών, μη με ενοχλείς. |
| προσωπικές | προστακτική | Δένε τα κορδόνια των παπουτσιών σου. |
| απρόσωπες | απαρέμφατο | Έχω δέσει τα κορδόνια των παπουτσιών μου. |
| απρόσωπες | μετοχή | α) Δένοντας τα κορδόνια των παπουτσιών μου βρήκα ένα ευρώ β) Τα κορδόνια των παπουτσιών μου είναι δεμένα. |
70ΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ:
| καταφατική μορφή | αρνητική μορφή | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|
| αριθμοί | πρόσωπο | οριστική | υποτακτική | προστακτική | |||
| ενικός | α | δένω | να δένω | δε δένω | να μη δένω | ||
| ενικός | β | δένεις | να δένεις | δένε | δε δένεις | να μη δένεις | |
| ενικός | γ | δένει | να δένει | δε δένει | να μη δένει | ||
| πληθυντικός | α | δένουμε | να δένουμε | δε δένουμε | να μη δένουμε | ||
| πληθυντικός | β | δένετε | να δένετε | δένετε | δεν δένετε | να μη δένετε | |
| πληθυντικός | γ | δένουν | να δένουν | δε δένουν | να μη δένουν | ||
Η οριστική φανερώνει κυρίως:
το πραγματικό και το βέβαιο Συχνά όμως στο λόγο παίρνει κι άλλες σημασίες. Έτσι δηλώνει:
το δυνατό και λέγεται δυνητική οριστική.Σχηματίζεται με το μόριο θα και οριστική παρατατικού ή υπερσυντέλικου.
την πιθανότητα· τότε η οριστική λέγεται πιθανολογική.Σχηματίζεται με το πιθανολογικό μόριο θα και οριστική κάθε χρόνου.
ευχή· τότε η οριστική λέγεται ευχετική. Σχηματίζεται με τα μόρια άμποτε, είθε, μακάρι να, ας και οριστική παρελθοντικού χρόνου.
παράκληση
Η οριστική του ενεστώτα χρησιμοποιείται πολλές φορές αντί για προστακτική σε εκδηλώσεις επιθυμίας που γίνονται με λεπτότητα, π.χ. Αν τελειώσω αργότερα, με παίρνεις τηλέφωνο (πάρε με τηλέφωνο).
Το να με οριστική παρατατικού χρησιμοποιείται συχνά αντί για προστακτική, για να δηλωθεί παράκληση, π.χ. Μαρία, να έκλεινες λίγο το παράθυρο (κλείσε, σε παρακαλώ).
Οριστική παρατατικού με το θα μπροστά της χρησιμοποιείται συχνά αντί για οριστική ενεστώτα σε εκφράσεις που γίνονται με λεπτότητα, π.χ. θα σου πρότεινα να διαβάσεις το άρθρο (σου προτείνω).
Η οριστική είναι έγκλιση των προτάσεων κρίσεως και έχει άρνηση μη(ν)
Η υποτακτική φανερώνει κυρίως:
α) το ενδεχόμενο και
β) το επιθυμητό
προτροπή και λέγεται προτρεπτική υποτακτική (παρ. γ) ,
παραχώρηση και λέγεται παραχαρωτική υποτακτική (παρ. δ)
ευχή· τότε η υποτακτική λέγεται ευχετική (παρ. ε). Συνοδεύεται από τις λέξεις: άμποτε, είθε, μακάρι να, ας
το δυνατό και λέγεται δυνητική υποτακτική (παρ. στ)
απορία και λέγεται απορηματική υποτακτική (παρ. ζ)
το πιθανό και λέγεται πιθανολογική υποτακτική (παρ. η)
προσταγή ή απαγόρευση και λέγεται προστακτική ή απαγορευτική υποτακτική (παρ. θ)
Η υποτακτική είναι έγκλιση των προτάσεων επιθυμίας και έχει άρνηση μη(ν) (παρ. ζ).
Η προστακτική φανερώνει:
α) προσταγή,
β) προτροπή,
γ) απαγόρευση, ή ακόμα και:
δ) παράκληση,
ε) ευχή,
στ) έντονη περιέργεια.
Η προστακτική χρησιμοποιείται στις ανεξάρτητες προτάσεις. Είναι έγκλιση των προτάσεων επιθυμίας και έχει άρνηση μη(ν)
71ΧΡΟΝΟΙ
Παρελθοντικοί χρόνοι
Ο παρατατικός δηλώνει πράξη που στο παρελθόν είχε διάρκεια ή επαναλαμβανόταν, π.χ.
Όλο το απόγευμα χθες ταξινομούσα τα βιβλία. (παρελθόν-συνέχεια)
Την προηγούμενη εβδομάδα κάθε μέρα κρατούσα σημειώσεις (παρελθόν-επανάληψη)
Ο αόριστος έχει μια πράξη ως γεγονός του παρελθόντος, π.χ.
Χθες το πρωί ταξινόμησα τα βιβλία. (παρελθόν-κάποια στιγμή
Την περασμένη εβδομάδα έγραψα την περίληψη. (παρελθόν-κάποια στιγμή)
Ο υπερσυντέλικος δηλώνει ότι μια πράξη είχε ολοκληρωθεί πριν από μια άλλη πράξη του παρελθόντος, π.χ.
Όταν έφτασες, εγώ είχα ετοιμάσει την αίθουσα. (παρελθόν-τελειωμένο πριν από κάτι άλλο)
Είχα ήδη τελειώσει το κείμενο, όταν ήρθες. (παρελθόν-τελειωμένο πριν από κάτι άλλο)
Παροντικοί χρόνοι
Ο ενεστώτας δηλώνει πράξη που διαρκεί ή επαναλαμβάνεται στο παρόν π.χ.
Όλο το πρωί ταξινομώ τα βιβλία. (τώρα-συνέχεια)
Αυτή την εβδομάδα γράφω κάθε μέρα λίγες γραμμές (επανάληψη)
Ο παρακείμενος δηλώνει πράξη που άρχισε στο παρελθόν και έχει ολοκληρωθεί ως τη στιγμή της ομιλίας, Τώρα που ήρθες, έχω ήδη ετοιμάσει την αίθουσα. (έχει τελειώσει τώρα)
Μελλοντικοί χρόνοι
Ο εξακολουθητικός μέλλοντας δηλώνει πράξη που θα έχει διάρκεια ή θα επαναλαμβάνεται στο μέλλον, π.χ.
Όλο το πρωί θα ταξινομώ τα βιβλία. (μέλλον-συνέχεια)
Την επόμενη εβδομάδα θα γράφω κάθε μέρα λίγες γραμμές. (μέλλον-επανάληψη)
Ο στιγμιαίος μέλλοντας έχει την πράξη ως μεμονωμένο μελλοντικό γεγονός, π.χ.
Αύριο το πρωί θα ταξινομήσω τα βιβλία. (μέλλον-κάποια στιγμή)
Την επόμενη εβδομάδα θα γράψω την περίληψη. (μέλλον-κάποια στιγμή)
Ο συντελεσμένος μέλλοντας δηλώνει ότι μια πράξη θα έχει ολοκληρωθεί έως ένα μεταγενέστερο σημείο, π.χ.
Όταν έρθεις, εγώ θα έχω ετοιμάσει την αίθουσα. (μέλλον-τελειωμένο μετά από κάτι άλλο)
Μέχρι το βράδυ θα έχω ολοκληρώσει την εργασία. (μέλλον-τελειωμένο μετά από κάτι άλλο)
| παρελθόν | παρόν | μέλλον |
|---|---|---|
| έτρεχα (παρατατικός) έτρεξα (αόριστος) είχα τρέξει (υπερσυντέλικος) | τρέχω (ενεστώτας) έχω τρέξει (παρακείμενος) | θα τρέχω (εξακολουθητικός μέλλοντας) θα τρέξω (στιγμιαίος μέλλοντας) θα έχω τρέξει (συντελεσμένος μέλλοντας) |
Με κριτήριο το ποιόν ενέργειας, οι χρόνοι της οριστικής κατατάσσονται σε τρεις ομάδες:
α. μη συνοπτικοί ή εξακολουθητικοί: ενεστώτας, παρατατικός, εξακολουθητικός μέλλοντας. Παρουσιάζουν την πράξη με διάρκεια ή επανάληψη
β. συνοπτικοί ή στιγμιαίοι: αόριστος, στιγμιαίος μέλλοντας. Παρουσιάζουν την πράξη ως ένα ενιαίο γεγονός
γ. συντελεσμένοι: παρακείμενος, υπερσυντέλικος, συντελεσμένος μέλλοντας. Δηλώνουν ότι η πράξη έχει ολοκληρωθεί.
| ποιόν ενέργειας | χρονική βαθμίδα | Παραδείγματα | |||
|---|---|---|---|---|---|
| ποιόν ενέργειας | παρελθοντικοί | παροντικοί | μελλοντικοί | ενεργητική φωνή | παθητική φωνή |
| εξακολουθητικοί ή μη συνοπτικοί | ενεστώτας | δένω | δένομαι | ||
| εξακολουθητικοί ή μη συνοπτικοί | παρατατικός | έδενα | δενόμουν | ||
| εξακολουθητικοί ή μη συνοπτικοί | εξακολουθητικός μέλ. | θα δένω | θα δένομαι | ||
| στιγμιαίοι ή συνοπτικοί | στιγμιαίος μέλ. | θα δέσω | θα δεθώ | ||
| στιγμιαίοι ή συνοπτικοί | αόριστος | έδεσα | δέθηκα | ||
| συντελεσμένοι | παρακείμενος | έχω δέσει | έχω δεθεί | ||
| συντελεσμένοι | υπερσυντέλικος | είχα δέσει | είχα δεθεί | ||
| συντελεσμένοι | συντελεσμένος μέλ. | θα έχω δέσει | θα έχω δεθεί | ||
Όταν το ρήμα βρίσκεται στην υποτακτική τότε για το ποιόν ενέργειας διακρίνουμε:
| ποιόν ενέργειας | ενεργητική φωνή | παθητική φωνή | |
|---|---|---|---|
| Εξακολουθητικό ή μη συνοπτικό | υποτακτική ενεστώτα | να δένω | να δένομαι |
| Στιγμιαίο ή συνοπτικό | υποτακτική αορίστου | να δέσω | θα δεθώ |
| Συντελεσμένο | υποτακτική παρακειμένου | να έχω δέσει | να έχω δεθεί |
Όταν το ρήμα βρίσκεται στην προστακτική τότε για το ποιόν ενέργειας διακρίνουμε:
| ποιόν ενέργειας | ενεργητική φωνή | παθητική φωνή | |
|---|---|---|---|
| Εξακολουθητικό ή μη συνοπτικό | προστακτική ενεστώτα | δένε | (δένου) |
| Στιγμιαίο ή συνοπτικό | προστακτική αορίστου | δέσε | δέσου |
72ΘΕΜΑ
το μέρος που αλλάζει -ω, -εις, -ει, -ουμε, -ετε, -ουν λέγεται κατάληξη
το μέρος που παραμένει σταθερό λέγεται θέμα
ο τελευταίος φθόγγος του θέματος λέγεται χαρακτήρας,
| χρόνοι | θέμα | ενεργητική φωνή | παθητική φωνή | θέμα |
|---|---|---|---|---|
| ενεστώτας | ενεστωτικό θέμα | δεν | δεν | ενεστωτικό θέμα |
| παρατατικός | ενεστωτικό θέμα | δεν | δεν | ενεστωτικό θέμα |
| εξακολουθητικός μέλλ. | ενεστωτικό θέμα | δεν | δεν | ενεστωτικό θέμα |
| στιγμιαίος μέλλοντας | θέμα ενεργητικού αορίστου | δεσ | δεθ | θέμα παθητικού αορίστου |
| αόριστος | θέμα ενεργητικού αορίστου | δεσ | δεθ | θέμα παθητικού αορίστου |
| παρακείμενος | θέμα ενεργητικού αορίστου | δεσ | δεθ | θέμα παθητικού αορίστου |
| υπερσυντέλικος | θέμα ενεργητικού αορίστου | δεσ | δεθ | θέμα παθητικού αορίστου |
| συντελεσμένος μέλλ. | θέμα ενεργητικού αορίστου | δεσ | δεθ | θέμα παθητικού αορίστου |
| Ο χαρακτήρας δεν, ονομάζεται ενεστωτικός, ενώ οι χαρακτήρες δεσ, δεθ ονομάζονται αοριστικοί | ||||
73ΑΥΞΗΣΗ
Κατά την κλίση ορισμένων ρημάτων διαπιστώνουμε ότι σε μερικά ρήματα στον παρατατικό και στον αόριστο προστίθεται στην αρχή του ρήματος ένα επιπλέον γράμμα το έ, (ένα μόρφημα, όπως λέγεται) που το ονομάζουμε αύξηση.
α) η αύξηση μπαίνει μόνο όταν τονίζεται, π.χ. έπιανα, έπιανες, έπιανε, έπιαναν, ενώ χάνεται όταν δεν τονίζεται, π.χ. πιάναμε, πιάνατε.
β) η αύξηση μπαίνει όταν το ρήμα αρχίζει από σύμφωνο (πιάνω), ενώ δεν μπαίνει όταν το ρήμα αρχίζει από φωνήεν ή δίψηφο (αυ, ευ κ.τ.λ.), π.χ. ιδρύω > ίδρυα, εύχομαι > ευχόμουν(α), αισθάνομαι > αισθανόμουν(α).
γ) η αύξηση
Όταν βρίσκεται στην αρχή του ρήματος (έπιανα, έπιασα) και λέγεται εξωτερική αύξηση.
Όταν όμως το ρήμα είναι σύνθετο (καλοπιάνω) η αύξηση μπαίνει ανάμεσα στο α' και β΄ συνθετικό (καλο-έπιανα, καλο-έπιασα). Σε αυτή την περίπτωση η αύξηση ονομάζεται εσωτερική αύξηση. Πολλές φορές η εσωτερική αύξηση αυτή χάνεται, για παράδειγμα το ρ. καλοέπιανα, καλοέπιασα μπορούμε να το πούμε και καλόπιανα, καλόπιασα.
Εσωτερική αύξηση εμφανίζουν επίσης ρήματα που έχουν ως πρώτο συνθετικό αρχαία πρόθεση, π.χ. γράφω > υπογράφω > υπέγραφα, υπέγραψα. Στην περίπτωση αυτή το τελευταίο φωνήεν της πρόθεσης συναιρείται με το -έ- της αύξησης. Από τη συναίρεση αυτή υπερισχύει το -έ- της αύξησης.
Η αύξηση εμφανίζεται στην οριστική και απουσιάζει από τις άλλες εγκλίσεις. Πολύ συχνά ακούμε αντί του σωστού τύπου της προστακτικής διάγραψε, τον τύπο διέγραψε.
74ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ:
75α) ρήματα που αρχίζουν από σύμφωνο
Μερικά ρήματα που αρχίζουν από σύμφωνο εμφανίζουν αύξηση -ή- αντί για -έ-. Αυτά είναι τα: θέλω > ήθελα, ξέρω > ήξερα, πίνω > ήπια, βρίσκω > έβρισκα ή ήβρα (παλιότερος τύπος)
76β) ρήματα που αρχίζουν από φωνήεν
Παρότι τα ρήματα με αρχικό φωνήεν συνήθως δεν παίρνουν αύξηση, υπάρχουν εξαιρέσεις. Αυτά είναι: έχω > είχα, έρχομαι > ήρθα, είμαι > ήμουν και το ρήμα υπάρχω που παίρνει εσωτερικά αύξηση: υπάρχω > υπήρχα.
| γράφω | πιάνω | ιδρύω | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ενεστώτας | παρατατικός | αόριστος | ενεστώτας | παρατατικός | αόριστος | ενεστώτας | παρατατικός | αόριστος |
| πιάνω πιάνεις πιάνει πιάνουμε πιάνετε πιάνουν | έπιανα έπιανες έπιανε πιάναμε πιάνατε έπιαναν | έπιασα έπιασες έπιασε πιάσαμε πιάσατε έπιασαν | καλοπιάνω καλοπιάνεις καλοπιάνει καλοπιάνουμε καλοπιάνετε καλοπιάνουν | καλοέπιανα καλοέπιανες καλοέπιανε καλοπιάναμε καλοπιάνατε καλοέπιαναν | καλοέπιασα καλοέπιασες καλοέπιασε καλοπιάσαμε καλοπιάσατε καλοέπιασαν | ιδρύω ιδρύεις ιδρύει ιδρύουμε ιδρύετε ιδρύουν | ίδρυα ίδρυες ίδρυε ιδρύαμε ιδρύατε ίδρυαν | ίδρυσα ίδρυσες ίδρυσε ιδρύσαμε ιδρύσατε ίδρυσαν |
| διαγράφω | ||
|---|---|---|
| ενεστώτας | παρατατικός | αόριστος |
| διαγράφω διαγράφεις διαγράφει διαγράφουμε διαγράφετε διαγράφουν | διέγραφα διέγραφες διέγραφε διαγράφαμε διαγράφατε διέγραφαν | διέγραψα διέγραψες διέγραψε διαγράψαμε διαγράψατε διέγραψαν |
| διαγράφω | ||
|---|---|---|
| αόριστος | ||
| οριστική | υποτακτική | προστακτική |
| διέγραψα διέγραψες διέγραψε διαγράψαμε διαγράψατε διέγραψαν | να διαγράψω να διαγράψεις να διαγράψει να διαγράψουμε να διαγράψετε να διαγράψουν | διάγραψε διαγράψτε |
| θέμα ενεστώτα | θέμα αορίστου ενεργητικής φωνής | θέμα αορίστου παθητικής φωνής | παραδείγματα | ||
|---|---|---|---|---|---|
| φωνήεν | -στ- , -θ- | ακούω ^άκουσα, ακούστηκα ιδρύω-+θα ιδρύσω, θα ιδρυθώ | |||
| -ν- | -σ- | -στ- , -θ- | λύνω-+να λύσω, να λυθώ κλείνω + έκλεισα, κλείστηκα | ||
| -θ- | -στ- | πείθω-* έπεισα, πείστηκα | |||
| -ζ- | -στ- | αναγκάζω-+θα αναγκάσω, θα αναγκαστώ | |||
| θέμα ενεστώτα | θέμα αορίστου ενεργητικής φωνής | θέμα αορίστου παθητικής φωνής | παραδείγματα | ||
| -κ- | μπλέκω-+να μπλέξω, να μπλεχτώ | ||||
| -γ- | ανοίγω-+θα ανοίξω, θα ανοιχτώ | ||||
| -χ- | βήχω^έβηξα | ||||
| -σκ- | -ξ- | -χτ- | διδάσκω -+ δίδαξα, διδάχτηκα | ||
| -χν- | ψάχνω-*να ψάξω, να ψαχτώ | ||||
| -γγ- | σφίγγω-+θα σφίξω, θα σφιχτώ | ||||
| -ζ- | στηρίζω -*στήριξα, στηρίχτηκα | ||||
| θέμα ενεστώτα | θέμα | θέμα | |||
| αορίστου ενεργητικής φωνής | αορίστου παθητικής φωνής | παραδείγματα | |||
| -π- | λείπω-+θα λείψω | ||||
| -β- | κρύβω-*-έκρυψα, | ||||
| -ψ- | -φτ- | κρύφτηκα | |||
| -φ- | γράφω-+θα γράψω, | ||||
| θα γραφτώ | |||||
| -πτ- | βλάπτω-+θα βλάψω | ||||
| θέμα ενεστώτα | θέμα αορίστου ενεργητικής φωνής | θέμα αορίστου παθητικής φωνής | παραδείγματα | ||
| -ευ- | -εψ- | -ευτ- | παντρεύω-^πάντρεψα, παντρεύτηκα | ||
| θέμα αορίστου ενεργητικής φωνής | θέμα αορίστου παθητικής φωνής | παραδείγματα | |||
| -ησ- | -ηθ- | αγάπησα, αγαπήθηκα ρώτησα, ρωτήθηκα θα απαντήσω, θα απαντηθώ θα χτυπήσω, θα χτυπηθώ να μετρήσω, να μετρηθώ πούλησα, πουλήθηκα θα γεννήσω, θα γεννηθώ | |||
| -εσ- | -εθ-, -εστ- | φόρεσα, φορέθηκα να καλέσω, να καλεστώ θα διαιρέσω, θα διαιρεθώ μπόρεσα χώρεσα | |||
| -ασ- | -αστ- | κρέμασα, κρεμάστηκα να ξεχάσω, να ξεχαστώ θα χαλάσω πέρασα, περάστηκα θα πεινάσω δίψασα κέρασα, κεράστηκα | |||
| -ηξ- | -ηχτ- | τράβηξα, τραβήχτηκα θα φυσήξω να βουτήξω, να βουτηχτώ βάστηξα, βαστήχτηκα | |||
| -αξ- | -αχτ- | πέταξα, πετάχτηκα θα φυλάξω, θα φυλαχτώ κοίταξα, κοιτάχτηκα | |||
| Ενεστώτας | Αόριστος | Αόριστος | Μετοχή | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ενεργητικής φωνής | παθητικής φωνής | παθητικής φωνής | ||||
| αγανακτώ/αγαναχτώ | αγανάκτησα/αγανάχτησα | — | αγανακ(/χ)τισμένος | |||
| -αγγέλλω | -άγγειλα/-ήγγειλα, υποτ. -αγγείλω | -αγγέλθηκα | -αγγελμένος | |||
| αγρυπνώ/αγρυπνάω | αγρύπνησα | — | αγρυπνισμένος | |||
| -άγω | -ήγαγα, υποτ. -αγάγω | -άχθηκα/-ήχθην | -ηγμένος | |||
| αίρω | ήρα, υποτ. άρω | άρθηκα/ήρθην | — | |||
| -αιρώ | -αίρεσα/-ήρεσα, υποτ. -αιρέσω | -αιρέθηκα | -ηρημένος/-αιρεμένος | |||
| ακουμπώ/ακουμπάω | ακούμπησα, προστ. ακούμπα/ ακούμπησε, ακουμπήστε | — | ακουμπισμένος | |||
| ακούω | άκουσα, προστ. άκου(σε), ακούστε | ακούστηκα | ακουσμένος | |||
| ακριβαίνω | ακρίβυνα | — | — | |||
| αμαρτάνω/αμαρταίνω | αμάρτησα | — | — | |||
| αναγγέλλω, βλ. -αγγέλλω | ||||||
| αναιρώ, βλ. -αιρώ | ||||||
| αναμειγνύω | ανάμειξα/ανέμειξα | αναμείχθηκα | αναμειγμένος/ αναμεμειγμένος | |||
| ανασαίνω | ανάσανα | — | — | |||
| ανατέλλω | ανάτειλα/ανέτειλα | — | — | |||
| ανεβαίνω | ανέβηκα, υποτ. ανέβω/ανεβώ, προστ. ανέβα, ανεβείτε | — | ανεβασμένος | |||
| ανέχομαι | — | ανέχτηκα | — | |||
| ανήκω, παρατ. ανήκα | — | — | — | |||
| αντέχω | άντεξα | — | — | |||
| αξίζω, παρατ. άξιζα | — | — | — | |||
| απαλλάσσω | απάλλαξα/απήλλαξα | απαλλάχτηκα, υποτ. απαλλαγώ/ απαλλαχτώ | απα(/η)λλαγμένος | |||
| απελαύνω | απέλασα/απήλασα, υποτ. απελάσω | απελάθηκα | — | |||
| αποθαρρύνω, παρατ. αποθάρρυνα | αποθαρρύνθηκα | αποθαρρυμένος | ||||
| απολαμβάνω | απόλαυσα/απήλαυσα, υποτ. απολαύσω | — | — | |||
| απονέμω, βλ. -νέμω | ||||||
| αποσπώ | απέσπασα | αποσπάστηκα | αποσπασμένος | |||
| αποτυγχάνω/αποτυχαίνω | απέτυχα, υποτ. αποτύχω | — | αποτυχημένος | |||
| αρέσω, παρατ. άρεσα | — | — | — | |||
| αρκώ | άρκεσα/ήρκεσα | αρκέστηκα | — | |||
| αρρωσταίνω | αρρώστησα | — | αρρωστημένος | |||
| αυξάνω/αυξαίνω | αύξησα | αυξήθηκα | αυξημένος | |||
| αφαιρώ, βλ. -αιρώ | ||||||
| αφήνω | άφησα, προστ. άφησε/άσε, αφήστε/άστε | αφέθηκα | αφημένος | |||
| αφορώ, παρατ. αφορούσα | — | — | — | |||
| βάζω | έβαλα | βάλθηκα | βαλμένος | |||
| -βαίνω | -έβην, υποτ. -βώ | — | — | |||
| -βάλλω | -έβαλα | -βλήθηκα | -βλημένος/ -βεβλημένος | |||
| βαραίνω | βάρυνα | — | — | |||
| βαριέμαι | — | βαρέθηκα | — | |||
| βαρώ/βαράω | βάρεσα, προστ. βάρα/βάρεσε, βαρέστε | — | βαρεμένος | |||
| βαστώ/βαστάω | βάστηξα/βάσταξα, προστ. βάστα(ξε)/βάστηξε, βαστάξ(/χ)τε/βαστήξ(/χ)τε | βαστήχτηκα/ βαστάχτηκα | βαστη(/α)γμένος | |||
| βάφω | έβαψα | βάφηκα/βάφτηκα | βαμμένος | |||
| βγάζω | έβγαλα | βγάλθηκα | βγαλμένος | |||
| βγαίνω | βγήκα, υποτ. βγω, προστ. βγες/έβγα, βγείτε/βγέστε | βγάλθηκα | βγαλμένος | |||
| βλέπω | είδα, υποτ. δω, προστ. δες, δέστε/δείτε | ειδώθηκα, υποτ. ιδωθώ | ιδωμένος | |||
| βογκώ/βογκάω | βόγκηξα/βόγκησα | — | — | |||
| βόσκω | βόσκησα | βοσκήθηκα | βοσκημένος | |||
| βουτώ/βουτάω | βούτηξα, προστ. βούτα/βούτηξε, βουτήξτε/βουτήχτε | βουτήχτηκα | βουτηγμένος | |||
| βρέχω | έβρεξα | βράχηκα/ βρέχτηκα | βρεγμένος/ βρεμένος | |||
| βρίσκω | βρήκα, υποτ. βρω, προστ. βρες, βρείτε/ βρέστε | βρέθηκα | — | |||
| βροντώ/βροντάω | βρόντηξα/βρόντησα | — | — | |||
| βυζαίνω | βύζαξα | βυζάχτηκα | βυζαγμένος | |||
| γδέρνω | έγδαρα | γδάρθηκα | γδαρμένος | |||
| γελώ/γελάω | γέλασα, προστ. γέλα/γέλασε, γελάστε | γελάστηκα | γελασμένος | |||
| γέρνω | έγειρα | — | γερμένος | |||
| γερνώ/γερνάω | γέρασα | — | γερασμένος | |||
| γίνομαι | — | έγινα/γίνηκα, υποτ. γίνω/γενώ | γινωμένος | |||
| γλυκα νω | γλύκανα | γλυκάθηκα | γλυκαμένος | |||
| γράφω | έγραψα | γράφηκα/γράφτηκα | γραμμένος | |||
| γυρνώ/γυρνάω/γυρ ζω | γύρισα | — | γυρισμένος | |||
| -δεικνύω | -έδειξα | -δείχθηκα | -δειγμένος/ -δεδειγμένος | |||
| δέρνω | έδειρα | δάρθηκα | δαρμένος | |||
| -δέω | -δεσα/-έδεσα | -δέθηκα | -δεμένος/-δεδεμένος | |||
| διαιρώ, βλ -αιρώ | ||||||
| διακόπτω | διέκοψα | διακόπηκα | διακεκομμένος | |||
| διαλέγω | διάλεξα | διαλέχτηκα | διαλεγμένος | |||
| διαμαρτύρομαι | — | διαμαρτυρήθηκα | διαμαρτυρημένος | |||
| διαρρέω | διέρρευσα | — | — | |||
| διδάσκω | δίδαξα | διδάχτηκα | διδαγμένος | |||
| -δίδω | -έδωσα | -δόθηκα/-εδόθην | -δομένος/-δεδομένος | |||
| δίνω | έδωσα | δόθηκα | δοσμένος/δεδομένος | |||
| διψώ/διψάω | δίψασα | — | διψασμένος | |||
| δρω | έδρασα | — | — | |||
| δυστυχώ | δυστύχησα | — | δυστυχισμένος | |||
| εγκαθιστώ | εγκατέστησα/εγκατάστησα | εγκαταστάθηκα | εγκαταστημένος/ εγκατεστημένος | |||
| είμαι, παρατ. ήμουν | — | — | — | |||
| εκλέγω | εξέλεξα, υποτ. εκλέξω | εκλέχτηκα, υποτ. εκλεγώ | εκλεγμένος | |||
| εκπλήσσω | εξέπληξα | εξεπλάγην, υποτ. εκπλαγώ | — | |||
| εκρήγνυμαι | — | εξερράγην, υποτ. εκραγώ | — | |||
| εκτείνω | εξέτεινα | εκτάθηκα | εκτεταμένος | |||
| εμπνέω | ενέπνευσα | εμπνεύστηκα | εμπνευσμένος | |||
| εξαιρώ, βλ. -αιρώ | ||||||
| επαινώ/παινεύω | επαίνεσα/παίνεσα/παίνεψα | επαινέθηκα/παινέ-θηκα/παινεύτηκα | παινεμένος | |||
| επαναλαμβάνω, βλ. λαμβάνω | ||||||
| επεμβαίνω | επενέβην/επενέβηκα, υποτ. επεμβώ/επέμβω | — | — | |||
| επιδρώ, βλ. δρω | ||||||
| έρχομαι, μτχ. ερχόμενος | ήλθα/ήρθα, υποτ. έλθω/έρθω, προστ. έλα, ελάτε | |||||
| ευτυχώ | ευτύχησα | — | ευτυχισμένος | |||
| εφευρίσκω | εφεύρα/εφηύρα, υποτ. εφεύρω | εφευρέθηκα | εφευρη(/ε)μένος | |||
| έχω, παρατ. είχα | — | — | — | |||
| ζεσταίνω | ζέστανα | ζεστάθηκα | ζεσταμένος | |||
| ζουλώ/ζουλάω | ζούληξα | ζουλήχτηκα | ζουληγμένος | |||
| ζω | έζησα | — | — | |||
| θέλω | θέλησα | — | ηθελημένος/ θελημένος | |||
| θερμαίνω | θέρμανα | θερμάνθηκα | θερμασμένος | |||
| θέτω | έθεσα | τέθηκα | — | |||
| -θέτω | -έθεσα | -τέθηκα | -τεθειμένος/-θεμένος | |||
| θίγω | έθιξα | θίχτηκα/εθίγην | θιγμένος | |||
| θρέφω/τρέφω | έθρεψα | τράφηκα | θρεμμένος | |||
| καθαιρώ, βλ. -αιρώ | ||||||
| καθίζω | κάθισα | — | καθισμένος | |||
| καθιστώ/καθίσταμαι | κατέστησα | -καταστάθηκα/ κατέστην, υποτ. καταστώ | κατεστημένος | |||
| κάθομαι | κάθισα/έκατσα, προστ. κάθισε/κάτσε, καθίστε | — | καθισμένος | |||
| καίω | έκαψα | κάηκα, υποτ. καώ | καμένος | |||
| -καλώ | -κάλεσα | -κλήθηκα | -κεκλημένος | |||
| καλώ | κάλεσα | καλέστηκα | καλεσμένος | |||
| κάνω, παρατ. έκανα | — | — | καμωμένος | |||
| καταγγέλλω, βλ. -αγγέλλω | ||||||
| καταλαβαίνω | κατάλαβα | — | — | |||
| καταλαμβάνω | κατέλαβα | καταλήφθηκα | κατειλημμένος | |||
| καταναλίσκω/-λώνω | κατανάλωσα | καταναλώθηκα | καταναλωμένος | |||
| καταπίνω | κατάπια, υποτ. καταπιώ | — | — | |||
| καταριέμαι | — | καταράστηκα | καταραμένος | |||
| κατάσχω | κατάσχεσα | κατασχέθηκα | κατασχεμένος | |||
| καταφρονώ/ καταφρονάω | καταφρόνησα/ καταφρόνεσα | καταφρονήθηκα/ καταφρονέθηκα | καταφρονη(/ε)μένος | |||
| κατεβαίνω | κατέβηκα, υποτ. κατεβώ/κατέβω, προστ. κατέβα, κατεβείτε | κατεβασμένος | ||||
| κερνώ/κερνάω | κέρασα | κεράστηκα | κερασμένος | |||
| κλαίω | έκλαψα | κλαύτηκα | κλαμένος | |||
| κλέβω | έκλεψα | κλάπηκα/κλέφτηκα | κλεμμένος | |||
| κλείνω/-κλείω | έκλεισα | κλείστηκα | κλεισμένος | |||
| κόβω/-κόπτω | έκοψα | κόπηκα | κομμένος/ -κεκομμένος | |||
| κοιμάμαι/κοιμούμαι | — | κοιμήθηκα | κοιμισμένος | |||
| κοιτάζω/κοιτώ | κοίταξα, προστ. κοίτα(ξε), κοιτάξτε/κοιτάχτε | κοιτάχτηκα | κοιταγμένος | |||
| κουφαίνω | κούφανα | κουφάθηκα | κουφαμένος | |||
| κρεμώ/κρεμάω | κρέμασα, προστ. κρέμα(σε), κρεμάστε | κρεμάστηκα | κρεμασμένος | |||
| κυλώ/κυλάω | κύλησα | κυλίστηκα | κυλισμένος | |||
| λαμβάνω/λαβαίνω | έλαβα | λήφθηκα/ελήφθην | ειλημμένος | |||
| -λέγω | -έλεξα | -λέχθηκα/ -λέχτηκα/-ελέγην | -λεγμένος | |||
| λεπταίνω/λεπτύνω | λέπτυνα | λεπτύνθηκα | (εκ)λεπτυσμένος | |||
| λέω | είπα, υποτ. πω, προστ. πες, πέστε/πείτε | ειπώθηκα/ λέχθηκα | ειπωμένος | |||
| λιπαίνω | λίπανα | λιπάνθηκα | λιπασμένος | |||
| μαθαίνω | έμαθα | μαθεύτηκα | μαθημένος | |||
| μακραίνω/-μακρύνω | μάκρυνα | (απο)μακρύνθηκα | (απο)μακρυσμένος | |||
| μαραίνω | μάρανα | μαράθηκα | μαραμένος | |||
| μεθώ/μεθάω | μέθυσα | — | μεθυσμένος | |||
| μένω | έμεινα | — | — | |||
| μικραίνω | μίκρυνα | — | — | |||
| μολύνω | μόλυνα | μολύνθηκα | μολυσμένος | |||
| μπαίνω | μπήκα, υποτ. μπω, προστ. μπες/έμπα, μπέστε/μπείτε/μπάτε | — | μπασμένος | |||
| μπορώ | μπόρεσα | — | — | |||
| -νέμω | -ένειμα | -νεμήθηκα | -νεμημένος | |||
| ντρέπομαι | — | ντράπηκα | — | |||
| ξεραίνω | ξέρανα | ξεράθηκα | ξεραμένος | |||
| ξερνώ/ξερνάω | ξέρασα | — | — | |||
| ξέρω, παρατ. ήξερα | — | — | — | |||
| ξεχνώ/ξεχνάω | ξέχασα | ξεχάστηκα | ξεχασμένος | |||
| ξεψυχώ/ξεψυχάω | ξεψύχησα | — | ξεψυχισμένος | |||
| παθαίνω | έπαθα | — | (παθημένος) | |||
| παινεύω, βλ. επαινώ | ||||||
| παίρνω | πήρα, υποτ. πάρω, προστ. πάρε, πάρτε | πάρθηκα | παρμένος | |||
| παραγγέλλω/παραγγέλνω, βλ. -αγγέλλω | ||||||
| παραπονιέμαι/ παραπονούμαι | — | παραπονέθηκα | παραπονεμένος | |||
| παρασταίνω/παριστάνω | παράστησα/παρέστησα | παραστάθηκα | παραστημένος | |||
| παρελαύνω | παρήλασα/παρέλασα | — | — | |||
| παρεμβαίνω | παρενέβην, υποτ. παρέμβω | — | — | |||
| παρέχω, παρατ. παρείχα | — | παρασχέθηκα | — | |||
| πάσχω | έπαθα | — | — | |||
| πεθαίνω | πέθανα | — | πεθαμένος | |||
| πεινώ/πεινάω | πείνασα | — | πεινασμένος | |||
| πειράζω | πείραξα | πειράχτηκα | πειραγμένος | |||
| περνώ/περνάω | πέρασα | περάστηκα | περασμένος | |||
| πετώ/πετάω | πέταξα, προστ. πέτα(ξε), πετάξτε/πετάχτε | πετάχτηκα | πεταγμένος/ πεταμένος | |||
| πέφτω/-πίπτω | έπεσα | — | πεσμένος | |||
| πηγαίνω/πάω | πήγα, υποτ. πάω | — | (πηγεμένος) | |||
| πηδώ/πηδάω | πήδηξα/πήδησα, προστ. πήδα/πήδηξε/πήδησε, πηδήξτε/πηδήχτε/πηδήστε | πηδήχτηκα | πηδη(γ)μένος | |||
| πικραίνω | πίκρανα | πικράθηκα | πικραμένος | |||
| πίνω | ήπια, υποτ. πιω, προστ. πιες, πιέστε/πιείτε | — | πιωμένος | |||
| πλάθω/πλάσσω | έπλασα | πλάστηκα | πλασμένος | |||
| πλανώ/πλανεύω | πλάνεψα | πλανήθηκα/ πλανεύτηκα | πλανη(/ε)μένος | |||
| πλένω | έπλυνα | πλύθηκα | πλυμένος | |||
| πλέω | έπλευσα | — | — | |||
| πλήττω | έπληξα | επλήγην, μτχ. πληγείς | — | |||
| πνίγω | έπνιξα | πνίγηκα/πνίχτηκα | πνιγμένος | |||
| πονώ/πονάω | πόνεσα | — | πονεμένος | |||
| πρέπει, παρατ. έπρεπε | — | — | — | |||
| πρήζω | έπρηξα | πρήστηκα | πρησμένος | |||
| προβαίνω | προέβην, υποτ. προβώ | — | — | |||
| πρόκειται, παρατ. επρόκειτο | — | — | — | |||
| προτείνω | πρότεινα | προτάθηκα, μτχ. προταθείς | — | |||
| ρουφώ/ρουφάω | ρούφηξα | ρουφήχτηκα | ρουφηγμένος | |||
| ρυπαίνω | ρύπανα | ρυπάνθηκα | — | |||
| σέβομαι | — | σεβάστηκα | — | |||
| σέρνω/σύρω | έσυρα | σύρθηκα | συρμένος | |||
| σημαίνω | σήμανα | σημάνθηκα | σεσημασμένος | |||
| σιωπώ | σιώπησα | (απο)σιωπήθηκα | (απο)σιωπημένος | |||
| σκουντώ/σκουντάω | σκούντησα/σκούντηξα | σκουντήχτηκα (/σκουντήθηκα) | σκουντηγμένος | |||
| σπάζω/σπάω/σπω | έσπασα | -σπάστηκα | σπασμένος | |||
| σπέρνω/σπείρω | έσπειρα | σπάρθηκα | σπαρμένος | |||
| στέκομαι/στέκω | — | στάθηκα, προστ. στάσου, σταθείτε | — | |||
| στέλνω/-στέλλω | έστειλα | στάλθηκα/-εστάλην | σταλμένος/ -εσταλμένος | |||
| στενοχωρώ/ στενο(/α)χωράω | στενοχώρησα/ στενο(/α)χώρεσα | στενοχωρήθηκα/ στενο(/α)χωρέθηκα | στενο(/α)χωρημένος | |||
| στρέφω | έστρεψα | στράφηκα | στραμμένος | |||
| συγχαίρω | συγχάρηκα/συνεχάρην | — | — | |||
| συγχωρώ/συ(γ)χωράω | συγχώρησα/συ(γ)χώρεσα | συγχωρήθηκα /συ(γ)χωρέθηκα | συγχωρημένος/ συ(γ)χωρεμένος | |||
| συμβαίνει | συνέβη, υποτ. συμβεί | — | — | |||
| συμμετέχω, παρατ. συμμετείχα | υποτ. συμμετάσχω | — | — | |||
| συμπεραίνω | συμπέρανα | — | — | |||
| συναιρώ, βλ. -αιρώ | ||||||
| συνδέω | συνέδεσα/σύνδεσα | συνδέθηκα | συνδεμένος/ συνδεδεμένος | |||
| σφάλλω | έσφαλα | — | εσφαλμένος | |||
| σχολ(/ν)ώ/σχολνάω | σχόλασα | — | σχολασμένος | |||
| σώζω | έσωσα | σώθηκα | σωσμένος | |||
| σωπαίνω | σώπασα, προστ. σώπα/σώπασε, σωπάτε/σωπάστε | |||||
| τείνω | έτεινα | -τάθηκα | τεταμένος | |||
| τελώ | τέλεσα | τελέστηκα | τελεσμένος/ τετελεσμένος | |||
| τραβώ/τραβάω | τράβηξα, προστ. τράβα/τράβηξε, τραβήξτε/τραβήχτε | τραβήχτηκα | τραβηγμένος | |||
| τρέπω | έτρεψα | τράπηκα | (επι)τετραμμένος | |||
| τρέφω, βλ. θρέφω | ||||||
| τρέχω | έτρεξα | — | — | |||
| τρώω/τρώγω | έφαγα, υποτ. φάω, προστ. φάε, φάτε | φαγώθηκα | φαγωμένος | |||
| τυχαίνω | έτυχα | — | — | |||
| υπάρχω | υπήρξα, υποτ. υπάρξω | — | — | |||
| υπόσχομαι | — | υποσχέθηκα | υπεσχημένος | |||
| υφίσταμαι | — | υπέστην, υποτ. υποστώ | — | |||
| φαίνομαι | — | φάνηκα/εφάνην | — | |||
| φέρνω/φέρω | έφερα | φέρθηκα | φερμένος | |||
| φεύγω | έφυγα | — | — | |||
| φθείρω | έφθειρα | φθάρθηκα/εφθάρην | φθαρμένος/ (δι)εφθαρμένος | |||
| φοβάμαι/φοβούμαι | — | φοβήθηκα | φοβισμένος | |||
| φορώ/φοράω | φόρεσα, προστ. φόρα/φόρεσε, φορέστε | φορέθηκα | φορεμένος | |||
| φταίω | έφταιξα | — | — | |||
| φυλώ/φυλάω/φυλάγω | φύλαξα, προστ. φύλα(ξε), φυλάξτε/φυλάχτε | φυλάχτηκα | φυλαγμένος | |||
| φυσώ/φυσάω | φύσηξα/φύσησα | — | φυσημένος | |||
| χαίρομαι/χαίρω | — | χάρηκα | — | |||
| χαλώ/χαλάω | χάλασα | χαλάστηκα | χαλασμένος | |||
| χορταίνω | χόρτασα | — | χορτασμένος | |||
| χωρώ/χωράω | χώρεσα | — | — | |||
| ψέλνω/ψάλλω | έψαλα | ψάλθηκα | ψαλμένος | |||
| Το βοηθητικό ρήμα είμαι στην ενεργητική φωνή (ομοίως:παρα-είμαι) | |||
|---|---|---|---|
| ενεστώτας | παρατατικός | εξακολουθητικός μέλλοντας | |
| Ο ρ ι σ τ. | είμαι/'μαι είσαι/'σαι είναι/'ναι είμαστε/'μαστε είσαστε/είστε/'στε είναι/'ναι | ήμουν/'μουν/'μουνα/ήμουνα ήσουν/'σουν/'σουνα/ήσουνα ήταν/'ταν/'τανε/ήτανε ήμαστε/'μασταν/'μαστε/ήμασταν ήσαστε/'σασταν/'σαστε/ήσασταν ήσαν/ήταν/'ταν/'τανε/ήσανε/ήτανε | θα είμαι/ 'μαι θα είσαι/ 'σαι θα είναι/ 'ναι θα είμαστε/ 'μαστε θα είσαστε/ είστε/ 'στε θα είναι/ 'ναι |
| Υ π ο τ. | να είμαι/ 'μαι να είσαι/ 'σαι να είναι/ 'ναι να είμαστε/ 'μαστε να είσαστε/ είστε/ 'στε να είναι/ 'ναι | - - - - - - | - - - - - - |
| Π ρ ο σ τ. | - έσο έστω - - - | - - - - - - | - - - - - - |
| Α. | - | - | - |
| Το βοηθητικό ρήμα έχω στην ενεργητική φωνή (ομοίως:παρα-έχω) | ||||
|---|---|---|---|---|
| ενεστώτας | παρατατικός | Αόρ β | εξακολουθητικός μέλλοντας | |
| Ο ρ ι σ τ. | έχω/'χω έχεις/'χεις έχει/'χει έχομε/έχουμε/'χουμε/έχομεν έχετε/'χετε έχουν/'χουν/'χουνε/έχουνε | είχα/'χα/είχον είχες/'χες είχε/'χε είχαμε/'χαμε/είχομεν είχατε/'χατε/είχετε είχαν/'χαν/'χανε/είχον/είχανε | έσχον έσχες έσχε έσχομεν έσχετε έσχον | θα έχω/'χω θα έχεις/ 'χεις θα έχει/'χει θα έχομε/έχουμε/'χουμε/έχομεν θα έχετε/'χετε θα έχουν/'χουν/'χουνε/έχουνε |
| Υ π ο τ. | να έχω/'χω να έχεις/ 'χεις να έχει/'χει να έχομε/έχουμε/'χουμε/έχομεν να έχετε/'χετε να έχουν/'χουν/'χουνε/έχουνε | - - - - - - | - - - - - - | - - - - - - |
| Π ρ ο σ τ. | - έχε - - έχετε - | - - - - - - | - - - - - - | - - - - - - |
| Α. | - | - | - | - |
77Το ρήμα γίνομαι στην παθητική φωνή
| Το ρήμα γίνομαι στην παθητική φωνή | ||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ενεστώτας | παρατατικός | αόριστος | αόρ β | |||||||||
| Ο ρ ι σ τ. | γίνομαι γίνεσαι γίνεται γινόμαστε/γινόμεθα γίνεστε/γινόσαστε γίνονται | γινόμουν/εγινόμην/γινόμουνα γινόσουν/εγίνεσο/γινόσουνα γινόταν/εγίνετο/γινότανε γινόμαστε/εγινόμεθα/γινόμασταν γινόσαστε/εγίνεσθε/γινόσασταν γίνονταν/εγίνοντο/γινόντανε/γινόντουσαν | γίνηκα/έγινα/'γινα γίνηκες/έγινες/'γινες γίνηκε/έγινε/'γινε γινήκαμε/γίναμε/εγίναμεν γινήκατε/γίνατε/εγίνατε γινήκαν/γινήκανε/έγιναν/'γιναν/γίναν/γίνανε | εγενόμην εγένεσο εγένετο εγενόμεθα εγένεσθε εγένοντο | ||||||||
| Υ π ο τ. | να γίνομαι να γίνεσαι να γίνεται να γινόμαστε/να γινόμεθα να γίνεστε/να γινόσαστε να γίνονται | - - - - - - | να γίνω να γίνεις/να γίνης να γίνει/να γίνη να γίνομε/να γίνουμε/να γίνωμεν να γίνετε να γίνουν/να γίνουνε | - - - - - - | ||||||||
| Π ρ ο σ τ. | - - - - γίνεστε - | - - - - - - | - γίνε/γενηθήτω/γίνου - - γίνετε - | - - - - - - | ||||||||
| Α | - | - | γίνει | - | ||||||||
| Το ρήμα κάνω στην ενεργητική φωνή | ||||||||||||
| ενεστώτας | παρατατικός | αόριστος | παρακείμενος | υπερσυντέλικος | συντελεσμένος μέλλοντας | εξακολουθητικός μέλλοντας | συνοπτικός μέλλοντας | |||||
| Ο ρ ι σ τ. | κάνω κάνεις κάνει κάνομε/κάνουμε κάνετε κάνουν/κάνουνε | έκανα/'κανα έκανες/'κανες έκανε/'κανε κάναμε κάνατε έκαναν/'καναν/κάναν/κάνανε | έκαμα/έκανα/'καμα/'κανα έκαμες/έκανες/'καμες/'κανες έκαμε/έκανε/'καμε/'κανε κάμαμε/κάναμε κάματε/κάνατε έκαμαν/έκαναν/'καμαν/'καναν/κάμαν/κάμανε/κάναν/κάνανε | έχω κάμει/έχω κάνει έχεις κάμει/έχεις κάνει έχει κάμει/έχει κάνει έχουμε κάμει/έχουμε κάνει έχετε κάμει/έχετε κάνει έχουν κάμει/έχουν κάνει | είχα κάμει/είχα κάνει είχες κάμει/είχες κάνει είχε κάμει/είχε κάνει είχαμε κάμει/είχαμε κάνει είχατε κάμει/είχατε κάνει είχαν κάμει/είχαν κάνει | θα έχω κάμει/θα έχω κάνει θα έχεις κάμει/θα έχεις κάνει θα έχει κάμει/θα έχει κάνει θα έχουμε κάμει/θα έχουμε κάνει θα έχετε κάμει/θα έχετε κάνει θα έχουν κάμει/θα έχουν κάνει | θα κάνω θα κάνεις θα κάνει θα κάνομε/θα κάνουμε θα κάνετε θα κάνουν/θα κάνουνε | θα κάμω/θα κάνω θα κάμεις/θα κάνεις θα κάμει/θα κάνει θα κάμομε/θα κάμουμε/θα κάνομε/θα κάνουμε θα κάμετε/θα κάνετε θα κάμουν/θα κάνουν/θα κάμουνε/θα κάνουνε | ||||
| Υ π ο τ. | να κάνω να κάνεις να κάνει να κάνομε/να κάνουμε να κάνετε να κάνουν/να κάνουνε | - - - - - - | να κάμω/να κάνω να κάμεις/να κάνεις να κάμει/να κάνει να κάμομε/να κάμουμε/να κάνομε/να κάνουμε να κάμετε/να κάνετε να κάμουν/να κάνουν/να κάμουνε/να κάνουνε | να έχω κάμει/να έχω κάνει να έχεις κάμει/να έχεις κάνει να έχει κάμει/να έχει κάνει να έχουμε κάμει/να έχουμε κάνει να έχετε κάμει/να έχετε κάνει να έχουν κάμει/να έχουν κάνει | - - - - - - | - - - - - - | - - - - - - | - - - - - - | ||||
| Π ρ ο σ τ. | - κάνε - - κάνετε - | - - - - - - | - κάμε/κάνε/κάν' - - κάμετε/κάνετε/κάντε/κάντε - | - - - - - - | - - - - - - | - - - - - - | - - - - - - | - - - - - - | ||||
| Α. | - | - | κάμει/κάνει | - | - | - | - | - | ||||
| Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή | |||||
|---|---|---|---|---|---|
| Οριστική | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | Μετοχή | |
| Ενεστώτας | λύν-ω λύν-εις λύν-ει λύν-ουμε ή λύν-ομε λύν-ετε λύν-ουν(ε) | να λύν-ω να λύν-εις να λύν-ει να λύν-ουμε ή λύν-ομε να λύν-ετε να λύν-ουν(ε) | λύν-ε λύν-ετε | λύν-οντας | |
| Παρατατικός | έλυν-α έλυν-ες έλυν-ε λύν-αμε λύν-ατε έλυν-αν / λύνανε | να έλυν-α να έλυν-ες να έλυν-ε να λύν-αμε να λύν-ατε να έλυν-αν / λύνανε | |||
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα λύν-ω θα λύν-εις θα λύν-ει θα λύν-ουμε ή λύν-ομε θα λύν-ετε θα λύν-ουν(ε) | ||||
| Αόριστος | έλυσ-α έλυσ-ες έλυσ-ε λύσ-αμε λύσ-ατε έλυσ-αν / λύσανε | να λύσ-ω να λύσ-εις να λύσ-ει να λύσ-ουμε ή λύσ-ομε να λύσ-ετε να λύσ-ουν(ε) | λύσ-ε λύ-στε | λύσ-ει | |
| Στιγμιαίος Μέλλοντας | θα λύσ-ω θα λύσ-εις θα λύσ-ει θα λύσ-ουμε ή λύσ-ομε θα λύσ-ετε θα λύσ-ουν(ε) | ||||
| Παρακείμενος | έχω λύσ-ει ή έχω λυμένο έχεις λύσ-ει ή έχεις λυμένο έχει λύσ-ει ή έχει λυμένο έχουμε λύσ-ει ή έχουμε λυμένο έχετε λύσ-ει ή έχετε λυμένο έχουν λύσ-ει ή έχουν λυμένο | να έχω λύσ-ει ή να έχω λυμένο να έχεις λύσ-ει ή να έχεις λυμένο να έχει λύσ-ει ή να έχει λυμένο να έχουμε λύσ-ει ή να έχουμε λυμένο να έχετε λύσ-ει ή να έχετε λυμένο να έχουν λύσ-ει ή να έχουν λυμένο | |||
| Υπερσυντέλικος | είχα λύσ-ει ή είχα λυμένο είχες λύσ-ει ή είχες λυμένο είχε λύσ-ει ή είχε λυμένο είχαμε λύσ-ει ή είχαμε λυμένο είχατε λύσ-ει ή είχατε λυμένο είχαν λύσ-ει ή είχαν(ε) λυμένο | να είχα λύσ-ει ή να είχα λυμένο να είχες λύσ-ει ή να είχες λυμένο να είχε λύσ-ει ή να είχε λυμένο να είχαμε λύσ-ει ή να είχαμε λυμένο να είχατε λύσ-ει ή να είχατε λυμένο να είχαν λύσ-ει ή να είχαν(ε) λυμένο | |||
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω λύσ-ει ή θα έχω λυμένο θα έχεις λύσ-ει ή θα έχεις λυμένο θα έχει λύσ-ει ή θα έχει λυμένο θα έχουμε λύσ-ει ή θα έχουμε λυμένο θα έχετε λύσ-ει ή θα έχετε λυμένο θα έχουν λύσ-ει ή θα έχουν(ε) λυμένο | ||||
| Α' συζυγία, Παθητική φωνή | ||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| Οριστική | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | Μετοχή | ||||
| Ενεστώτας | λύν-ομαι λύν-εσαι λύν-εται λυν-όμαστε λύν-εστε ή λυν-όσαστε λύν-ονται | να λύν-ομαι να λύν-εσαι να λύν-εται να λύν-όμαστε να λύν-εστε ή να λυν-όσαστε να λύν-ονται | (λύν-ου) (λύν-εστε) | |||||
| Παρατατικός | λυν-όμουν (α) λυν-όσουν(α) λυν-όταν(ε) λυν-όμασταν ή λυν-όμαστε λυν-όσασταν ή λυν-όσαστε λύν-ονταν ή λυν-όντουσαν | να λυν-όμουν(α) να λυν-όσουν(α) να λυν-όταν(ε) να λυν-όμασταν ή λυν-όμαστε να λυν-όσασταν ή λυν-όσαστε να λύν-ονταν ή λυν-όντουσαν | ||||||
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα λύν-ομαι θα λύν-εσαι θα λύν-εται θα λυν-όμαστε θα λύν-εστε ή λυν-όσαστε θα λύν-ονται | |||||||
| Αόριστος | λύ-θη-κα λύ-θη-κες λύ-θη-κε λυ-θή-καμε λυ-θή-κατε λύ-θη-καν(ε) | να λυθ-ώ να λυθ-είς να λυθ-εί να λυθ-ούμε να λυθ-είτε να λυθ-ούν(ε) | λύσ-ου λυ-θείτε | λυ-θεί | ||||
| Στιγμιαίος Μέλλοντας | θα λυθ-ώ θα λυθ-είς θα λυθ-εί θα λυθ-ούμε θα λυθ-είτε θα λυθ-ούν(ε) | |||||||
| Παρακείμενος | έχω λυ-θεί ή είμαι λυμένος, η, ο έχεις λυ-θεί ή είσαι λυμένος, η, ο έχει λυ-θεί ή είναι λυμένος, η, ο έχουμε λυ-θεί ή είμαστε λυμένοι, ες, α έχετε λυ-θεί ή είστε λυμένοι, ες, α έχουν λυ-θεί ή είναι λυμένοι, ες, α | να έχω λυ-θεί ή να είμαι λυμένος, η, ο να έχεις λυ-θεί ή να είσαι λυμένος, η, ο να έχει λυ-θεί ή να είναι λυμένος, η, ο να έχουμε λυ-θεί ή να είμαστε λυμένοι, ες, α να έχετε λυ-θεί ή να είστε λυμένοι, ες, α να έχουν λυ-θεί ή να είναι λυμένοι, ες, α | λυμένος, η, ο | |||||
| Υπερσυντέλικος | είχα λυ-θεί ή ήμουν λυμένος, η, ο είχες λυ-θεί ή ήσουν λυμένος, η, ο είχε λυ-θεί ή ήταν λυμένος, η, ο είχαμε λυ-θεί ή ήμασταν λυμένοι, ες, α είχατε λυ-θεί ή ήσασταν λυμένοι, ες, α είχαν λυ-θεί ή ήταν λυμένοι, ες, α | να είχα λυ-θεί ή να ήμουν(α) λυμένος, η, ο να είχες λυ-θεί ή να ήσουν(α) λυμένος, η, ο να είχε λυ-θεί ή να ήταν λυμένος, η, ο να είχαμε λυ-θεί ή να ήμαστε λυμένοι, ες, α να είχατε λυ-θεί ή να ήσαστε λυμένοι, ες, α να είχαν λυ-θείή να ήταν λυμένοι, ες, α | ||||||
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω λυ-θεί ή θα ήμουν λυμένος, η, ο θα έχεις λυ-θεί ή θα ήσουν λυμένος, η, ο θα έχει λυ-θεί ή θα ήταν λυμένος, η, ο θα έχουμε λυ-θεί ή θα ήμασταν λυμένοι, ες, α θα έχετε λυ-θεί ή θα ήσασταν λυμένοι, ες, α θα έχουν λυ-θεί ή θα ήταν λυμένοι, ες, α | |||||||
| Β΄ συζυγία, α' τάξη, Ενεργητική φωνή | |||||
|---|---|---|---|---|---|
| Οριστική | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | Μετοχή | |
| Ενεστώτας | χτυπ-ώ ή χτυπάω χτυπ-άς χτυπ-ά ή χτυπάει χτυπ-άμε ή χτυπ-ούμε χτυπ-άτε χτυπ-ούν(ε) ή χτυπ-άν(ε) | να χτυπ-ώ ή χτυπάω να χτυπ-άς να χτυπ-ά ή χτυπάει να χτυπ-άμε ή χτυπ-ούμε να χτυπ-άτε να χτυπ-ούν(ε) ή χτυπ-άν(ε) | χτύπ-α χτυπ-άτε | χτυπ-ώντας | |
| Παρατατικός | χτυπ-ούσα ή χτύπ-αγα χτυπ-ούσες ή χτύπ-αγες χτυπ-ούσε ή χτύπ-αγε χτυπ-ούσαμε ή χτυπ-άγαμε χτυπ-ούσατε ή χτυπ-άγατε χτυπ-ούσαν ή χτύπ-αγαν(ε) | να χτυπ-ούσα ή χτύπ-αγα να χτυπ-ούσες ή χτύπ-αγες να χτυπ-ούσε ή χτύπ-αγε να χτυπ-ούσαμε ή χτυπ-άγαμε να χτυπ-ούσατε ή χτυπ-άγατε να χτυπ-ούσαν ή χτύπ-αγαν(ε) | |||
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα χτυπ-ώ ή χτυπάω θα χτυπ-άς θα χτυπ-ά ή χτυπάει θα χτυπ-άμε ή χτυπ-ούμε θα χτυπ-άτε θα χτυπ-ούν(ε) ή χτυπ-άν(ε) | ||||
| Αόριστος | χτύπ-ησα χτύπ-ησες χτύπ-ησε χτυπ-ήσαμε χτυπ-ήσατε χτύπ-ησαν ή χτυπ-ήσανε | να χτυπ-ήσω να χτυπ-ήσεις να χτυπ-ήσει να χτυπ-ήσουμε να χτυπ-ήσετε να χτυπ-ήσουν(ε) | χτύπ-ησε χτυπ-ήστε | χτυπ-ήσει | |
| Στιγμιαίος Μέλλοντας | θα χτυπ-ήσω θα χτυπ-ήσεις θα χτυπ-ήσει θα χτυπ-ήσουμε θα χτυπ-ήσετε θα χτυπ-ήσουν(ε) | ||||
| Παρακείμενος | έχω χτυπήσει ή έχω χτυπημένο έχεις χτυπήσει ή έχεις χτυπημένο έχει χτυπήσει ή έχει χτυπημένο έχουμε χτυπήσει ή έχουμε χτυπημένο έχετε χτυπήσειι ή έχετε χτυπημένο έχουν χτυπήσει ή έχουν χτυπημένο | να έχω χτυπήσει ή να έχω χτυπημένο να έχεις χτυπήσει ή να έχεις χτυπημένο να έχει χτυπήσει ή να έχει χτυπημένο να έχουμε χτυπήσει ή να έχουμε χτυπημένο να έχετε χτυπήσει ή να έχετε χτυπημένο να έχουν χτυπήσει ή να έχουν χτυπημένο | |||
| Υπερσυντέλικος | είχα χτυπήσει ή είχα χτυπημένο είχες χτυπήσει ή είχες χτυπημένο είχε χτυπήσει ή είχε χτυπημένο είχαμε χτυπήσει ή είχαμε χτυπημένο είχατε χτυπήσει ή είχατε χτυπημένο είχαν χτυπήσει ή είχαν(ε) χτυπημένο | να είχα χτυπήσει ή να είχα χτυπημένο να είχες χτυπήσει ή να είχες χτυπημένο να είχε χτυπήσει ή να είχε χτυπημένο να είχαμε χτυπήσει ή να είχαμε χτυπημένο να είχατε χτυπήσει ή να είχατε χτυπημένο να είχαν χτυπήσει ή να είχαν(ε) χτυπημένο | |||
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω χτυπήσει ή θα έχω χτυπημένο θα έχεις χτυπήσει ή θα έχεις χτυπημένο θα έχει χτυπήσει ή θα έχει χτυπημένο θα έχουμε χτυπήσει ή θα έχουμε χτυπημένο θα έχετε χτυπήσει ή θα έχετε χτυπημένο θα έχουν χτυπήσει ή θα έχουν(ε) χτυπημένο | ||||
| Β΄ συζυγία, α' τάξη, Παθητική φωνή | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| Οριστική | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | Μετοχή | ||
| Ενεστώτας | χτυπ-ιέμαι χτυπ-ιέσαι χτυπ-ιέται χτυπ-ιόμαστε χτυπ-ιέστε ή χτυπ-ιόσαστε χτυπ-ιούνται ή χτυπ-ιόνται | να χτυπ-ιέμαι να χτυπ-ιέσαι να χτυπ-ιέται να χτυπ-ιόμαστε να χτυπ-ιέστε ή χτυπ-ιόσαστε να χτυπ-ιούνται ή χτυπ-ιόνται | ||||
| Παρατατικός | χτυπ-ιόμουν(α) χτυπ-ιόσουν(α) χτυπ-ιόταν(ε) χτυπ-ιόμασταν ή χτυπ-ιόμαστε χτυπ-ιόσασταν ή χτυπ-ιόσαστε χτυπ-ιούνταν(ε) ή χτυπ-ιόνταν(ε) ή χτυπ-ιόντουσαν | να χτυπ-ιόμουν(α) να χτυπ-ιόσουν(α) να χτυπ-ιόταν(ε) να χτυπ-ιόμασταν ή χτυπ-ιόμαστε να χτυπ-ιόσασταν ή χτυπ-ιόσαστε να χτυπ-ιούνταν(ε) ή χτυπ-ιόνταν(ε) ή χτυπ-ιόντουσαν | ||||
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα χτυπ-ιέμαι θα χτυπ-ιέσαι θα χτυπ-ιέται θα χτυπ-ιόμαστε θα χτυπ-ιέστε ή χτυπ-ιόσαστε θα χτυπ-ιούνται ή χτυπ-ιόνται | |||||
| Αόριστος | χτυπ-ήθηκα χτύπ-ήθηκες χτύπ-ήθηκε χτυπ-ηθήκαμε χτυπ-ηθήκατε χτύπ-ήθηκαν ή χτυπ-ηθήκανε | να χτυπ-ηθώ να χτυπ-ηθείς να χτυπ-ηθεί να χτυπ-ηθούμε να χτυπ-ηθείτε να χτυπ-ηθούν(ε) | χτυπ-ήσου χτυπ-ηθείτε | χτυπ-ηθεί | ||
| Στιγμιαίος Μέλλοντας | θα χτυπ-ηθώ θα χτυπ-ηθείς θα χτυπ-ηθεί θα χτυπ-ηθούμε θα χτυπ-ηθείτε θα χτυπ-ηθούν(ε) | |||||
| Παρακείμενος | έχω χτυπηθεί ή είμαι χτυπημένος, η, ο έχεις χτυπηθεί ή είσαι χτυπημένος, η, ο έχει χτυπηθεί ή είναι χτυπημένος, η, ο έχουμε χτυπηθεί ή είμαστε χτυπημένοι, ες, α έχετε χτυπηθεί ή είστε χτυπημένοι, ες, α έχουν χτυπηθεί ή είναι χτυπημένοι, ες, α | να έχω χτυπηθεί ή να είμαι χτυπημένος, η, ο να έχεις χτυπηθεί ή να είσαι χτυπημένος, η, ο να έχει χτυπηθεί ή να είναι χτυπημένος, η, ο να έχουμε χτυπηθεί ή να είμαστε χτυπημένοι, ες, α να έχετε χτυπηθεί ή να είστε χτυπημένοι, ες, α να έχουν χτυπηθεί ή να είναι χτυπημένοι, ες, α | χτυπημένος, η, ο | |||
| Υπερσυντέλικος | είχα χτυπηθεί ή ήμουν χτυπημένος, η, ο είχες χτυπηθεί ή ήσουν χτυπημένος, η, ο είχε χτυπηθεί ή ήταν χτυπημένος, η, ο είχαμε χτυπηθεί ή ήμασταν χτυπημένοι, ες, α είχατε χτυπηθεί ή ήσασταν χτυπημένοι, ες, α είχαν χτυπηθεί ή ήταν χτυπημένοι, ες, α | να είχα χτυπηθεί ή να ήμουν χτυπημένος, η, ο να είχες χτυπηθεί ή να ήσουν χτυπημένος, η, ο να είχε χτυπηθεί ή να ήταν χτυπημένος, η, ο να είχαμε χτυπηθεί ή να ήμασταν χτυπημένοι, ες, α να είχατε χτυπηθεί ή να ήσασταν χτυπημένοι, ες, α να είχαν χτυπηθεί ή να ήταν χτυπημένοι, ες, α | ||||
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω χτυπηθεί ή θα είμαι χτυπημένος, η, ο θα έχεις χτυπηθεί ή θα είσαι χτυπημένος, η, ο θα έχει χτυπηθεί ή θα είναι χτυπημένος, η, ο θα έχουμε χτυπηθεί ή θα είμαστε χτυπημένοι, ες, α θα έχετε χτυπηθεί ή θα είστε χτυπημένοι, ες, α θα έχουν χτυπηθεί ή θα είναι χτυπημένοι, ες, α | |||||
| Β΄ συζυγία, β' τάξη, Ενεργητική φωνή | |||||
|---|---|---|---|---|---|
| Οριστική | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | Μετοχή | |
| Ενεστώτας | θεωρ-ώ θεωρ-είς θεωρ-εί θεωρ-ούμε θεωρ-είτε θεωρ-ούν(ε) | να θεωρ-ώ να θεωρ-είς να θεωρ-εί να θεωρ-ούμε να θεωρ-είτε να θεωρ-ούν(ε) | θεωρ-είτε | θεωρ-ώντας | |
| Παρατατικός | θεωρ-ούσα θεωρ-ούσες θεωρ-ούσε θεωρ-ούσαμε θεωρ-ούσατε θεωρ-ούσαν | να θεωρ-ούσα να θεωρ-ούσες να θεωρ-ούσε να θεωρ-ούσαμε να θεωρ-ούσατε να θεωρ-ούσαν | |||
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα θεωρ-ώ θα θεωρ-είς θα θεωρ-εί θα θεωρ-ούμε θα θεωρ-είτε θα θεωρ-ούν(ε) | ||||
| Αόριστος | θεώρ-ησα θεώρ-ησες θεώρ-ησε θεωρ-ήσαμε θεωρ-ήσατε θεώρ-ησαν ή θεωρ-ήσανε | να θεωρ-ήσω να θεωρ-ήσεις να θεωρ-ήσει να θεωρ-ήσουμε να θεωρ-ήσετε να θεωρ-ήσουν(ε) | θεώρ-ησε θεωρ-ήστε | θεωρ-ήσει | |
| Στιγμιαίος Μέλλοντας | θα θεωρ-ήσω θα θεωρ-ήσεις θα θεωρ-ήσει θα θεωρ-ήσουμε θα θεωρ-ήσετε θα θεωρ-ήσουν(ε) | ||||
| Παρακείμενος | έχω θεωρήσει ή έχω θεωρημένο έχεις θεωρήσει ή έχεις θεωρημένο έχει θεωρήσει ή έχει θεωρημένο έχουμε θεωρήσει ή έχουμε θεωρημένο έχετε θεωρήσει ή έχετε θεωρημένο έχουν θεωρήσει ή έχουν θεωρημένο | να έχω θεωρήσει ή να έχω θεωρημένο να έχεις θεωρήσει ή να έχεις θεωρημένο να έχει θεωρήσει ή να έχει θεωρημένο να έχουμε θεωρήσει ή να έχουμε θεωρημένο να έχετε θεωρήσει ή να έχετε θεωρημένο να έχουν θεωρήσει ή να έχουν θεωρημένο | |||
| Υπερσυντέλικος | είχα θεωρήσει ή είχα θεωρημένο είχες θεωρήσει ή είχες θεωρημένο είχε θεωρήσει ή είχε θεωρημένο είχαμε θεωρήσει ή είχαμε θεωρημένο είχατε θεωρήσει ή είχατε θεωρημένο είχαν θεωρήσει ή είχαν(ε) θεωρημένο | να είχα θεωρήσει ή να είχα θεωρημένο να είχες θεωρήσει ή να είχες θεωρημένο να είχε θεωρήσει ή να είχε θεωρημένο να είχαμε θεωρήσει ή να είχαμε θεωρημένο να είχατε θεωρήσει ή να είχατε θεωρημένο να είχαν θεωρήσει ή να είχαν(ε) θεωρημένο | |||
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω θεωρήσει ή θα έχω θεωρημένο θα έχεις θεωρήσει ή θα έχεις θεωρημένο θα έχει θεωρήσει ή θα έχει θεωρημένο θα έχουμε θεωρήσει ή θα έχουμε θεωρημένο θα έχετε θεωρήσει ή θα έχετε θεωρημένο θα έχουν θεωρήσει ή θα έχουν(ε) θεωρημένο | ||||
| Β΄ συζυγία, β' τάξη, Παθητική φωνή | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| Οριστική | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | Μετοχή | ||
| Ενεστώτας | θεωρ-ούμαι θεωρ-είσαι θεωρ-είται θεωρ-ούμαστε θεωρ-είστε θεωρ-ούνται | να θεωρ-ούμαι να θεωρ-είσαι να θεωρ-είται να θεωρ-ούμαστε να θεωρ-είστε να θεωρ-ούνται | ||||
| Παρατατικός | θεωρ-ούμουν(α) θεωρ-ούσουν(α) θεωρ-ούνταν(ε) θεωρ-ούμασταν ή θεωρ-ιόμαστε θεωρ-ούσασταν ή θεωρ-ιόσαστε θεωρ-ούνταν(ε) ή θεωρ-ιόνταν(ε) ή θεωρ-ιόντουσαν | να θεωρ-ιόμουν(α) να θεωρ-ιόσουν(α) να θεωρ-ιόταν(ε) να θεωρ-ιόμασταν ή θεωρ-ιόμαστε να θεωρ-ιόσασταν ή θεωρ-ιόσαστε να θεωρ-ιούνταν(ε) ή θεωρ-ιόνταν(ε) ή θεωρ-ιόντουσαν | ||||
| Εξακολουθητικός Μέλλοντας | θα θεωρ-ούμαι θα θεωρ-είσαι θα θεωρ-είται θα θεωρ-ούμαστε θα θεωρ-είστε θα θεωρ-ούνται | |||||
| Αόριστος | θεωρ-ήθηκα θεωρ-ήθηκες θεωρ-ήθηκε θεωρ-ηθήκαμε θεωρ-ηθήκατε θεωρ-ήθηκαν ή θεωρ-ηθήκανε | να θεωρ-ηθώ να θεωρ-ηθείς να θεωρ-ηθεί να θεωρ-ηθούμε να θεωρ-ηθείτε να θεωρ-ηθούν(ε) | θεωρ-ήσου θεωρ-ηθείτε | θεωρ-ηθεί | ||
| Στιγμιαίος Μέλλοντας | θα θεωρ-ηθώ θα θεωρ-ηθείς θα θεωρ-ηθεί θα θεωρ-ηθούμε θα θεωρ-ηθείτε θα θεωρ-ηθούν(ε) | |||||
| Παρακείμενος | έχω θεωρηθεί ή είμαι θεωρημένος, η, ο έχεις θεωρηθεί ή είσαι θεωρημένος, η, ο έχει θεωρηθεί ή είναι θεωρημένος, η, ο έχουμε θεωρηθεί ή είμαστε θεωρημένοι, ες, α έχετε θεωρηθεί ή είστε θεωρημένοι, ες, α έχουν θεωρηθεί ή είναι θεωρημένοι, ες, α | να έχω θεωρηθεί ή να είμαι θεωρημένος, η, ο να έχεις θεωρηθεί ή να είσαι θεωρημένος, η, ο να έχει θεωρηθεί ή να είναι θεωρημένος, η, ο να έχουμε θεωρηθεί ή να είμαστε θεωρημένοι, ες, α να έχετε θεωρηθεί ή να είστε θεωρημένοι, ες, α να έχουν θεωρηθεί ή να είναι θεωρημένοι, ες, α | θεωρημένος, η, ο | |||
| Υπερσυντέλικος | είχα θεωρηθεί ή ήμουν θεωρημένος, η, ο είχες θεωρηθεί ή ήσουν θεωρημένος, η, ο είχε θεωρηθεί ή ήταν θεωρημένος, η, ο είχαμε θεωρηθεί ή ήμασταν θεωρημένοι, ες, α είχατε θεωρηθεί ή ήσασταν θεωρημένοι, ες, α είχαν θεωρηθεί ή ήταν θεωρημένοι, ες, α | να είχα θεωρηθεί ή να ήμουν θεωρημένος, η, ο να είχες θεωρηθεί ή να ήσουν θεωρημένος, η, ο να είχε θεωρηθεί ή να ήταν θεωρημένος, η, ο να είχαμε θεωρηθεί ή να ήμασταν θεωρημένοι, ες, α να είχατε θεωρηθεί ή να ήσασταν θεωρημένοι, ες, α να είχαν θεωρηθεί ή να ήταν θεωρημένοι, ες, α | ||||
| Συντελεσμένος Μέλλοντας | θα έχω θεωρηθεί ή θα είμαι θεωρημένος, η, ο θα έχεις θεωρηθεί ή θα είσαι θεωρημένος, η, ο θα έχει θεωρηθεί ή θα είναι θεωρημένος, η, ο θα έχουμε θεωρηθεί ή θα είμαστε θεωρημένοι, ες, α θα έχετε θεωρηθεί ή θα είστε θεωρημένοι, ες, α θα έχουν θεωρηθεί ή θα είναι θεωρημένοι, ες, α | |||||